ΕΠΕΤΕΙΑΚΟ - Η Απελευθέρωση της Κορυτσάς...

  Γράφει ο ΝΙΚΟΣ Θ. ΥΦΑΝΤΗΣ
*  Η Κορυτσά «Το Παρίσι των Βαλκανίων», όπως προσφυώς ονομάστηκε, και η ύπαιθρος χώρα που την περιβάλλει, για αιώνες παραμένει σιωπηλή στην ατελεύτητη ροή των χρόνων.
Οι Κορυτσαίοι και γενικά η «Εθνική Ελληνική Μειονότητα» έχουν σαφή συναίσθηση της ύπαρξής τους και εκπεφρασμένη αντίληψη της διαφοράς από το αλβανικό υπόστρωμα. Η ελληνική συνείδηση είναι εκείνη που τους διαφοροποιεί. Το αποκλειστικό κριτήριο της εθνικότητας δεν αποτελεί μόνο η γλώσσα, αλλά το εθνικό φρόνημα, η εθνική συνείδηση. Η συσκότιση αυτής της αλήθειας δημιουργεί παραπλανήσεις και αλλοιωμένες εντυπώσεις.
Ο 19ος αιώνας βρίσκει την Κορυτσά με καθαρή ελληνική συνείδηση η οποία προσδιορίζεται από την εκπαίδευση, τη γλώσσα, την ορθοδοξία, τις παραδόσεις και τις διαχρονικές ελληνικές αξίες. Η εκπαίδευση παρουσιάζει αυξημένη δυναμική και τα σχολεία της Κορυτσάς γίνονται φυτώρια της ελληνικής παιδείας, σε αντίθεση με τα αλβανικά σχολεία, τα οποία ποτέ δεν μπόρεσαν να αναπτυχθούν από έλλειψη μαθητών και δασκάλων και όταν κατόρθωσαν να λειτουργήσουν σχολεία, λειτούργησαν χάρη στη συμπαράσταση του ξένου παράγοντα.
Η πόλη έφτασε στο απόγειο της ακμής της χάρη στους Έλληνες καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Αποτελούσε το κέντρο της ελληνικής κίνησης και ζωής. Η φιλοπατρία των Κορυτσαίων και η επιθυμία τους για ίδρυση και λειτουργία ελληνικών σχολείων τους οδήγησε στη σύσταση του περίφημου «Λάσου», του ειδικού δηλαδή κοινοτικού ταμείου που είχε ως κύριο σκοπό τη συντήρηση των σχολείων και τη βελτίωση των συνθηκών λειτουργίας τους.
Η φιλοπατρία αυτή μεταγγίζεται στις ψυχές των απόδημων Κορυτσαίων, οι οποίοι με τις προσφορές και ενισχύσεις τους, προσέβλεπαν σε ευτυχή διέξοδο από τα δεινά. Στο σύντομο αυτό άρθρο δεν θα αναφερθούμε στην ίδρυση και την ακμή της πόλης, στη διοίκηση, τη γλώσσα, τα ήθη και έθιμα, στην προσφορά της εκκλησίας, στην εκπαίδευση, στους ευεργέτες, στη συμμετοχή των Κορυτσαίων στα προεπαναστατικά κινήματα και την προσφορά τους στην Επανάσταση του 1821, ούτε και στους νεότερους αγώνες για την απόκτηση της ελευθερίας τους. Θα περιοριστούμε σε δύο σημαντικές χρονολογίες, οι οποίες σημάδεψαν την πορεία της πόλης. Η πρώτη χρονολογία αναφέρεται στη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων και η δεύτερη κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο.

Α) 7 Δεκεμβρίου 1912
Η Κορυτσά απελευθερώθηκε από την οθωμανική δουλεία πριν από την απελευθέρωση των Ιωαννίνων. Η οθωμανική αυτοκρατορία είχε καταστεί ετοιμόρροπη και πλησίαζε το τέλος της. Κληρονόμοι της οι παλιοί ραγιάδες, τα Βαλκανικά κράτη. Έπειτα από αμφίρροπους αγώνες απελευθερώνονται οι σκλάβοι και αποκτούν την ελευθερία τους.
Το χρονικό της απελευθέρωσης της Κορυτσάς έχει ως εξής: Τα τουρκικά στρατεύματα υπό τον Τζαβήτ Πασά, μετά την απελευθέρωση της Καστοριάς, οπισθοχώρησαν στην Κορυτσά. Ο ελληνικός στρατός με τον υποστράτηγο Κωνσταντίνο Δαμανιό, έπειτα από σκληρές μάχες έκαμψαν την αντίσταση των Τούρκων. Το πρωί της 7ης Δεκεμβρίου 1912 το 12ο Σύνταγμα της 3ης Μεραρχίας έμπαινε θριαμβευτικά στην πόλη. Τα υπολείμματα του στρατού του Τζαβήτ Πασά αποσύρονταν προς την Ερσέκα και Μπορύβα.
Οι κάτοικοι της Κορυτσάς υποδέχτηκαν με θερμές εκδηλώσεις τους απελευθερωτές. Ο Μητροπολίτης Γερμανός, οι πρόκριτοι της πόλης και όλοι οι κάτοικοι βγήκαν να προϋπαντήσουν τους Έλληνες στρατιώτες. Μετά από αιώνες σκλαβιάς και ανείπωτης ταπείνωσης πανηγύριζαν την Ανάστασή τους. Στα τέλη του Ιανουαρίου 1913 διορίστηκε ο πρώτος Έλληνας διοικητής στην Κορυτσά, ο Πέτρος Καψαμπέλης.
Νέο κύμα χαράς και ενθουσιασμού σκέπασε την Κορυτσά όταν στις 3 Μαρτίου επισκέφτηκε την πόλη ο τότε διάδοχος Γεώργιος. Δυστυχώς όμως παρ’ όλους τους αγώνες των Κορυτσαίων, το μοιραίο δεν αποτράπηκε. Πυκνά μαύρα σύννεφα παρουσιάστηκαν στον ορίζοντα. Οι τότε Μεγάλες Δυνάμεις απεφάσισαν η Κορυτσά να περιέλθει στην επικυριαρχία της Αλβανίας. Η Κορυτσά όπως και τα άλλα Ελληνικά τμήματα του Αργυροκάστρου και των Αγίων Σαράντα, αποτέλεσε μέρος του νεοσύστατου αλβανικού κράτους.

Β) 22 Νοεμβρίου 1940
Η ιστορία επαναλήφθηκε μετά από 28 χρόνια, όταν ο ελληνικός στρατός απωθούσε τα ιταλικά στρατεύματα του Ρωμαίου ψευδοκαίσαρα από το Ηπειρωτικό έδαφος και απελευθέρωνε τη μια μετά την άλλη τις βορειοηπειρωτικές πόλεις. Στις 22 Νοεμβρίου 1940 τμήματα του ελληνικού στρατού εισέρχονται απελευθερωτές της Κορυτσάς. Ο κόσμος βγήκε στους δρόμους και ζητωκραύγαζε: «Πήραμε την Κορυτσά». Η απελευθέρωση της Κορυτσάς ήταν η τελευταία μεγάλη επιτυχία του ελληνικού στρατού στο Βορειοηπειρωτικό μέτωπο.
Την πόλη της Κορυτσάς την υποστήριζαν ισχυρές ιταλικές δυνάμεις (Μεραρχία Τριέστι Πιεμόντε Βενέτσια – Αρέστο με δύο τάγματα μελανοχιτώνων – με το τάγμα των Βερσαλιών και ένα τάγμα Αλβανών). 
Ο αγώνας για την κατάληψη της Κορυτσάς κράτησε οχτώ μέρες και ήταν πολυαίμακτος. Πρώτος αξιωματικός που εισήλθε στην πόλη ήταν ο Ιωάννης Μεργέτης. Σύμφωνα με έκθεσή του η επίθεση του Ελληνικού στρατού άρχισε στις 14 Νοεμβρίου αιφνιδιαστικά. Στην πρώτη επίθεση συνελήφθησαν και οι πρώτοι 40 Ιταλοί. Μέχρι τις 21η Νοεμβρίου η επίθεση εξακολουθούσε. Αιχμαλωτίζεται ένα ιταλικό τάγμα, ένα ορεινό χειρουργείο και άλλο πολεμικό υλικό.
Στις 7.45’ της 22ης Νοεμβρίου το τάγμα του Αθανασίου Παλαιοδημόπουλου μπαίνει στην Κορυτσά και λίγα λεπτά αργότερα ο Συνταγματάρχης Ιωάννης Μεργέτης, ο οποίος ανεκοίνωσε με ένα λιτό σήμα στην 9η Μεραρχία την κατάληψη της Κορυτσάς. Το σχετικό σήμα είναι το εξής: «Ώρα 7.45’ ημέτερον απόσπασμα κατέλαβε Κορυτσά. 1. Μεργέτης. Συνταγματάρχης».
Το σήμα έφτασε σύντομα στην κυβέρνηση. Με ειδική ανακοίνωση η κυβέρνηση γνωστοποίησε στον ελληνικό λαό την απελευθέρωση της Κορυτσάς. Ο λαός των Αθηνών και ολόκληρος ο ελληνισμός πανηγύρισε με ενθουσιασμό την απελευθέρωση της πόλης. Η Κυανόλευκη κυμάτιζε στο Διοικητήριο της Κορυτσάς και σκόρπιζε συγκίνηση. Οι θυσίες και το αίμα που χύθηκε άφθονο, προς στιγμή λησμονήθηκαν και άκρατος ενθουσιασμός κατέλαβε τον λαό.
Με διθυραμβικούς τίτλους οι εφημερίδες των Αθηνών ανήγγειλαν την προέλαση του ελληνικού στρατού και την απελευθέρωση της Κορυτσάς. Ο Παύλος Παλαιολόγος απεσταλμένος του «Ελεύθερου Βήματος» στο μέτωπο απέστειλε την παρακάτω ενθουσιώδη ανταπόκριση:
«ΜΕΤΩΠΟΝ ΗΠΕΙΡΟΥ, 22 Νοεμβρίου (του απεσταλμένου μας). Η Ήπειρος ολόκληρος εις μίαν ψυχήν πανηγυρίζει ενθουσιωδώς την κατάληψιν της Κορυτσάς. Ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων Σπυρίδων, εθναπόστολος, περιερχόμενος το μέτωπον, με ησπάσθη ψιθυρίζων: «Ωμίλησεν ο θεός. Ούτοι εν άρμασιν, ούτοι εν ίπποις, ημείς εν’ ονόματι θεού». Οι στρατιώται αγκαλιάζουν αλλήλους. Με ψυχήν πλημμυρισμένην από συγκίνησιν και υπερηφάνειαν, συγκεντρώνω από τραυματίας αξιωματικούς στοιχεία από τας προχθεσινάς και χθεσινάς μάχας εις το μέτωπον της Ηπείρου.
Χρειάζεται νέος Όμηρος δια την περιγραφήν της σημερινής εποποιίας. Ζώμεν εις μίαν ατμόσφαιραν μέθης και παραληρήματος».
Αυτά για να θυμόμαστε και να μην ξεχνούμε. Μπορεί το όνειρα να ναυάγησαν, οι ελπίδες όμως και οι προσδοκίες των Κορυτσαίων παραμένουν.
πηγή

Σχόλια