Χρήστος Παπανικολάου: Ο ζωγράφος του Αρχιεπισκόπου Αναστάσιου

To θυμάμαι σαν τώρα. -Έλα να γνωρίσεις τον ζωγράφο του Αναστάσιου, μου τηλεφώνησαν από το διπλανό κτίριο, και όπως ήταν πρώτες ημέρες εδώ, έσπευσα να υπακούσω. Δύο τινά μου είχαν κάνει εντύπωση από εκείνη την γνωριμία. Ενώ επρόκειτο να βραβευθεί τον επόμενο μήνα, αρχές Νοέμβρη του ’15 στο Βατικανό μαζί με τον Αναστάσιο, ο ίδιος δεν είχε σταθεί καθόλου στην διάκριση. Επέμενε να αφηγείται την ιστορία του νεαρού αλεξιπτωτιστή, που είχε χάσει την ζωή του κατά την διάρκεια θρησκευτικών επιδείξεων, και στη μνήμη του οποίου καθιερώθηκαν τα βραβεία Giuseppe Sciacca.
Ακόμη περισσότερο μου είχε ξενίσει η γνήσια και καθολική χαρά του, τελώντας η ίδια υπό τον κλονισμό της μετακίνησης στην ξένη χώρα. -Πρέπει οπωσδήποτε να πας να σε ξεναγήσει στην Καπέλα, τόνισαν, αλλά εγώ άρχισα τα δικά μου. –Ο οργανισμός μου έχει αντιδράσει πολύ άσχημα στο καυσαέριο των Τιράνων και μετράω στην κυριολεξία τις ανάσες και τα βήματα μου.
Πράγματι δεν θα επισκεπτόμουν το Παρεκκλήσι παρά τον Μάρτιο του ερχόμενου έτους, λόγω επαγγελματικής υποχρέωσης. Είχα καταφθάσει αργοπορημένη κάτω από έναν σκληρό ήλιο, φασκιωμένη με ένα μαντήλι για να εισπνέω όσο το δυνατόν λιγότερα μικροσωματίδια, κι όταν άνοιξε την βαριά ορειχάλκινη πόρτα του ναΐδριου  και με αντίκρισε έτσι, χαμογέλασε.
Φοιτήτρια είχα επισκεφθεί την Orangerie στο Παρίσι. Αφού περιπλανήθηκα για ώρα στις αίθουσες με Matisse, Modigliani και Picasso, κατήλθα ένα προς ένα τα σκαλιά μίας εσωτερικής κλίμακας για να βρεθώ στα υπόγεια του Monet. Προτού εισέλθω στις αίθουσες με τα Νούφαρα, έκρινα σκόπιμο να αναγνώσω με περισσή προσοχή την ιστορία των ευμεγέθων τοιχογραφιών από μία προθήκη. Ο ιμπρεσιονιστής ζωγράφος τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ματαιωμένος από τον έρωτά του που προτίμησε τον Mane, είχε αποσυρθεί στους κήπους του Giverny στην βόρειο Γαλλία. Εκεί αφιερώθηκε στην ζωγραφική των νούφαρων υπό κάθε δυνατό φως, σε κάθε εποχή. Εκείνο όμως που κλόνισε τον ψυχισμό μου δεν ήταν η σπάνια καλλιτεχνική ιδιοφυΐα  του Monet. Ήταν η επιθυμία του, τα έργα αυτά να μην παραδοθούν στο κοινό  παρά μόνο μετά τον θάνατό του.
Σε μία από τις πιο γνωστές σκηνές του Good Will Hunting, αν όχι την πιο χαρακτηριστική, ο Robin Williams οδηγεί τον Matt Damon παρόχθια μίας μικρής λίμνης. Αναγνωρίζοντας στο ακέραιο την μεγαλοφυΐα του αποσυνάγωγου νέου, του καταθέτει. -Αν σου μιλήσω για τέχνη, θα μου απαριθμήσεις όλες τις Ιστορίες Τέχνης, αν σου μιλήσω για τον Μιχαήλ Άγγελο, θα μου αναφέρεις και την παραμικρή λεπτομέρεια για την ζωή του. Στοιχηματίζω, όμως, ότι δεν ξέρεις πως είναι η μυρωδιά μέσα στην Καπέλα Σιξτίνα. Δεν έχεις σταθεί ποτέ εκεί να ατενίσεις την οροφή.
Η αλήθεια είναι ότι χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να επισκεφθώ την Καπέλα του Φλωρεντινού ζωγράφου. Αλλά όταν το έπραξα, Ιούλη μήνα καταμεσήμερο, βίωσα το σύνδρομο του Δαβίδ και του Stendhal. H ίδια αφόρητη έκσταση, ο ίδιος οδυνηρός πανικός μπροστά στο αριστούργημα.
Όταν λοιπόν ο Χρήστος Παπανικολάου σφράγισε την σκαλιστή πόρτα του Παρεκκλησίου της Γεννήσεως εκείνο το εαρινό πρωινό, έκλεισε συνάμα και την πόρτα στις λέξεις. Ο ίδιος συνέχισε απτόητος την παρουσίαση της εικαστικής εγκατάστασης και την ανάλυση της γραμμικής φωτοσκίασης σε μονοχρωμία, όμως όλοι οι υπόλοιποι στεκόμασταν ενεοί και τρομοκρατημένοι.
Στην ιστορία της παραδοσιακής βυζαντινής εικονογραφίας, επικρατεί η «επιθετική» ζωγραφική. Ο γράψας, -είναι ο μόνος όρος που αποδέχεται ο Παπανικολάου, διότι μονάχα αυτός εμφανίζεται στην βιβλιογραφία, σε αντίθεση με το αγιογράφος-, δημιουργεί έναν προπλασμό πάνω στον οποίο εν συνεχεία επιθέτει στρώματα φωτισμού. Η συγκεκριμένη τεχνική προσφέρει ένα απεριόριστο περιθώριο διορθωτικών κινήσεων.
Η τεχνική της γραμμικής φωτοσκίασης σε μονοχρωμία του Παπανικολάου, η οποία κινείται στο χώρο της «παραθετικής» ζωγραφικής, αποτελεί παγκόσμια τομή στην βυζαντινή αγιογραφία και εκκινά από την αρχή της διαφάνειας, μίας λευκής δηλαδή επιφάνειας πάνω στην οποία παραθέτει γραμμές. –Κάθε πινελιά είναι μία γραμμή; -Όχι, κάθε γραμμή είναι μία πινελιά. Αυτή η τελεσίδικη ακροβασία δεν συγχωρεί την ελάχιστη διόρθωση, χρειάζεται να ξύσεις όλη την επιφάνεια και να εργαστείς από την αρχή. Ο ζωγράφος προετοιμάζει την επιφάνεια με υλικά fresco, και κατόπιν δουλεύει τις δισεκατομμύρια λεπτεπίλεπτες πινελιές χιλιοστομετρικής ακρίβειας seco.
Όταν εισήλθε για πρώτη φορά ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος στο Παρεκκλήσιο του Καθεδρικού Ναού της Αναστάσεως, στην κόγχη του Ιερού Βήματος «είδε» ένα σπήλαιο, ένα βραχώδες τοπίο. Ο Χρήστος Παπανικολάου αντιθέτως «είδε» πρώτα την Δύση, τον δυτικό τοίχο. Πράγματι, στην ανατολική πλευρά φιλοτεχνήθηκε η σκηνή της Γεννήσεως του Θείου Βρέφους, την οποία λούζει ένα καταρράκτης από τριάντα επτά αγγέλους. Αριστερά, ο Θεοδρόμος αστήρ φωτίζει τον δρόμο στους τρεις Μάγους με τα δώρα, δεξιά οι τρεις Μάγοι κομίζουν το χαρμόσυνο μήνυμα στην Βαβυλώνα.
Στο βορινό τοίχο αναπαρίσταται η σκηνή της Βαπτίσεως του Ιησού, ομοίως στον Νότο επιβάλλεται στο χώρο η σύνθεση της Μεταμορφώσεως του Θεανθρώπου. –Έχουμε δηλαδή δύο Θεοφάνεια, εξηγεί ο Παπανικολάου, τη Βάπτιση και την Μεταμόρφωση. Μόνο το πρόσωπο του Χριστού έξυσα και ζωγράφισα επτά φορές. Κάτι συμβαίνει με τον αριθμό επτά.
-Οι δύο κίονες μπροστά από τον δυτικό τοίχο ορίζουν συμβατικά και συμβολικά τα πέρατα του κυρίως ναού από τον εξωνάρθηκα, προσφέροντας άλλα περιθώρια θεματολογικής ελευθερίας. Εδώ στην Δύση του ναίσκου, η ιστορία εισέρχεται μετά από αιώνες μέσα στην Εκκλησία και η Εκκλησία μέσα στην Ιστορία. Σε απόλυτη μονοχρωμία, ο Παπανικολάου στην δεξιά πλευρά αφηγείται εικαστικά την πρώτη Λειτουργία που τέλεσε ο Αναστάσιος σε ένα χωριό των Αγίων Σαράντα. Δουλεύοντας σε δύο ζώνες, χαμηλά απεικονίζει τα ερείπια που παρέλαβε ο Αρχιεπίσκοπος, ενώ ψηλά παρουσιάζει το έργο του. Δεκάδες πρόσωπα. Στην αριστερά πλευρά του τοίχου ο δημιουργός έχει γραμμοσκιάσει σημαντικές μορφές της Ιστορίας προ Χριστού, στις οποίες αναγνωρίζεται σπερματικός χριστιανικός λόγος, Πλάτωνα, Αριστοτέλη, αλλά και μετά Χριστόν, Γκάντι.
Τέλος υπάρχει μία κλίμακα, στο ανώτερο σκαλί της οποία έχει ανέλθει ένα παιδί, ενώ την ίδια στιγμή παρακολουθεί κανείς την πτώση ενός ενήλικα. –Η πτώση του ανθρώπου είναι ίσως απαραίτητη. Είναι ίσως η πλέον ενδιαφέρουσα περιπέτεια, σχολιάζει ο Παπανικολάου. Ο διαχωρισμός του ανθρώπου από την φύση με την δημιουργία της συνειδήσεως, αυτό το ρίξιμο μέσα στην γλώσσα, συνιστά την πτώση του ανθρώπου. Έκτοτε ό,τι αναμοχλεύει τον πόνο αυτής της πτώσης είναι ηδονικό.
Μόνο όταν ο ζωγράφος προτρέπει να στρέψεις το βλέμμα ψηλά, διαπιστώνεις ότι δεν υπάρχει τρούλος, παρά μόνο ένα τεταρτοθόλιο, δεν αντικρίζεις Παντοκράτορα, παρά μόνο γαλάζιο. «Θεέ μου,  τι μπλε ξοδεύεις για να μην σε βλέπουμε», είχε γράψει ο Ελύτης, επειδή δεν ζωγράφιζε. Μέσα σε μία έκρηξη δισεκατομμυρίων λευκών και κυανών πινελιών διακρίνεις ένα περιστέρι, που συμβολίζει το Θείο Πνεύμα, ένα μονόγραμμα, το σύμβολο του Ιησού, και την άνω χείρα της δημιουργίας, της ευλογίας, το Πρώτο Πρόσωπο. «Εγώ ειμί Κύριος ο Θεός σου».  Ό,τι η οροφή του Παπανικολάου χάνει σε κλίμακα, το κερδίζει σε ένταση, εσωτερικότητα και φως.
-Είναι η στιγμή της Δημιουργίας του σύμπαντος. Πάνω από κάθε κολώνα, μέσα σε μία νεφέλη υπάρχει ένας άγγελος που κρατάει μία υδρία από όπου εκρέει νερό, σχηματίζοντας τους καταρράκτες που κατακλύζουν τους κίονες για να καταλήξουν στο θωρακισμένο γυαλί του Baptisterio, κάτω από τον μικρό ναό. Παντού υδάτινες και θρησκευτικές ροές.
Αν η επιστήμη είναι μία προσπάθεια να καταλάβει ο άνθρωπος τη φύση, η τέχνη είναι το εγχείρημα να κατανοηθεί ο άνθρωπος από τον σύμπαν. Την αλήθεια του Χρήστου Παπανικολάου δεν την γνωρίζεις όταν μιλάει για τα έργα του. Την βλέπεις όταν είναι με κόσμο, και ας δηλώνει αμετανόητος αγοραφοβικός. Ο Παπανικολάου δεν είναι απλώς το δεξί χέρι του Αναστάσιου, έχει πολύ Αναστάσιο μέσα του. Τον θυμάμαι να νουθετεί. -Μην τυχόν παίξεις τον μάγκα εδώ στην Αλβανία. Αν η Αλβανία σου μαθαίνει ένα πράγμα, είναι να μην είσαι μάγκας. Να εξηγεί. -Η Εκκλησία είναι μία κοινωνία για όλους τους ανθρώπους. Να εξανίσταται. -Άρχισες τα δυτικότροπα διατάγματα και τους μανιχαϊστικούς αφορισμούς; Και να επιμένει. –Εδώ κρατάμε ισορροπίες τρόμου.
Ο Παπανικολάου αγαπάει την Αλβανία και τον Αναστάσιο. -Οι Αλβανοί είναι τα πρώτα μας ξαδέλφια, επαναλαμβάνει. Η αγαπημένη του ατάκα του Αρχιεπισκόπου είναι ότι η αλήθεια ενός λαού είναι η γλώσσα με την οποία βρίζει και η γλώσσα με την οποία προσεύχεται. Μιλάει με την ίδια άνεση για τον Ενβέρ Χότζα και τον Ισμαήλ Κανταρέ, γνωρίζει κάθε Ναό της αλβανικής επικράτειας και κάθε Μονή σε ολόκληρη την Βαλκανική. Θα τον ακούσεις ξανά και ξανά να διηγείται πως ταξίδευαν επί καθεστώτος από την πρωτεύουσα στο Αργυρόκαστρο, διασχίζοντας τα βάθη της Αυλώνας περνώντας κάτω από την αρχαία Αμάντεια.
Για την Σελενίτσα, στο κέντρο της οποίας δεσπόζει γλυπτό του David Selenitsa, ενός εκ των σημαντικότερων ζωγράφων της μεταβυζαντινής περιόδου, για τον Ναό του Αγίου Αθανασίου, και τα ορυχεία ασφάλτου. -Όλοι οι δρόμοι του Παρισιού είχαν άσφαλτο από την Σελενίτσα, που έστελνε ο Χότζα, τέτοιας ποιότητος ήταν.
Με το Παρεκκλήσιο της Γεννήσεως ο Παπανικολάου έχει εισέλθει σε αυτό που η UNESCO ορίζει παγκόσμια καλλιτεχνική κληρονομιά. Το γνωρίζει, του το έχουν πει τεχνοκριτικοί από την διεθνή κοινότητα. Τον ίδιο δεν θα τον ακούσεις να μιλάει παρά περί φωτός, στις δέκα του λέξεις οι εννέα είναι φως ακόμη και σε ζητήματα καθημερινότητας. -Από διαστροφή βλέπω παντού πινελιές, λέει πάντοτε γελώντας. Αντί του λυγμό του Monet, της εσωστρέφειας της Δύσης, ο Παπανικολάου ευαγγελίζεται την προσφορά, την εξωστρέφεια και την Ορθοδοξία. -Την εικονογραφία, την συνάντησα για πρώτη φορά, όταν επισκεφτήκαμε με την Σχολή το Πρωτάτο του Μανουήλ Πανσέληνου στις Καρυές Αγίου Όρους. Μετά ακολούθησε Μιλάνο, Κάιρο, νεκρικά πορτραίτα του Φαγιούμ και εγκαυστική στο Θεοβάδιστο Σινά. Όμως σαν τα Τίρανα, σαν τον Αναστάσιο δεν έχει.
Το έχω ακούσει και από αλλού. «Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος δεν έχει, ιδιαίτερα στα “νιάτα” του δεν είχε  καμία σχέση με τους υπόλοιπους Αρχιεπισκόπους». Όποιον τον καταβάλλει ψυχικά το πέρασμα του χρόνου, ας κοπιάσει να αναλογιστεί. Ο Αναστάσιος έφτασε από τις ιεραποστολές της Αφρικής στην Αλβανία σε ηλικία εξήντα δύο ετών, εν έτει 1991, και ξεκίνησε να εργάζεται με σθένος και πνοή εικοσιδυάχρονου. Όταν πριν από δεκαοχτώ έτη ο Παπανικολάου τον  συνάντησε για πρώτη φορά στα Τίρανα, και επί ώρα του ανέλυε το όραμά του με την αυθάδεια και την έξαψη του νεοφώτιστου, εκείνος αρκέστηκε υπομειδιώντας να πει. –Όταν ήρθα σε αυτόν τον τόπο, ουδέποτε σκέφτηκα να κουβαλήσω εδώ οτιδήποτε περίσσευε από τον πολιτισμένο κόσμο. Εκείνο που πάντα με ενδιέφερε ήταν μόνο το άριστο. Έκτοτε η φωνή του Παπανικολάου δεν ακούστηκε. Έκανε μόνο υπακοή.

Σχόλια