Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2020

ΣΤΟ ΚΑΣΤΕΛΛΟΡΙΖΟ Ο ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜ. ΔΗΜ. ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑΣ & ΑΠΟΔΗΜΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ, Γ. ΧΡΥΣΟΥΛΑΚΗΣ, ΤΙΜΑ ΤΟΥΣ ΑΠΟΔΗΜΟΥΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΣ

 


Δελτίο Τύπου

ΣΤΟ ΚΑΣΤΕΛΛΟΡΙΖΟ Ο ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜ. ΔΗΜ. ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑΣ & ΑΠΟΔΗΜΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ, Γ. ΧΡΥΣΟΥΛΑΚΗΣ, ΤΙΜΑ ΤΟΥΣ ΑΠΟΔΗΜΟΥΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΣ

 

Με απόλυτη επιτυχία ολοκληρώθηκε η εβδομάδα του 5ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Καστελλόριζου «Πέρα από τα Σύνορα», μια γιορτή του πολιτισμού που, εν μέσω πανδημίας, δέχτηκε 304 συμμετοχές από 50 χώρες. Διοργανωτές ήταν το Ελληνικό Ίδρυμα Ιστορικών Μελετών σε συνεργασία με τις Ecrans des Mondes (Παρίσι) και τη Society for the Restoration of Megisti, Castellorizo (Σίντνεϊ).

 

Το Φεστιβάλ τέθηκε υπό την αιγίδα και τη στήριξη της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Διπλωματίας και Απόδημου Ελληνισμού του Υπουργείου Εξωτερικών. Ο  Γενικός Γραμματέας, κ. Γιάννης Χρυσουλάκης, απένειμε για πρώτη φορά το ειδικό βραβείο «Οδυσσέας», ένα βραβείο που η Γενική Γραμματεία θέσπισε για να βραβεύσει το καλύτερο ιστορικό ντοκιμαντέρ απόδημου δημιουργού. Παρών και ο ομογενής Πρέσβης της Αυστραλίας στην Ελλάδα, κ. Arthur Spyrou.

 

Απευθύνοντας χαιρετισμό κατά την τελετή λήξης, ο Γενικός Γραμματέας Χρυσουλάκης δήλωσε πως «Ο «Οδυσσέας» είναι ένα βραβείο-σύμβολο του πολιτισμού μας που, από απόψε, θα μπορεί να ταξιδεύει όπου υπάρχει και αναπνέει η Ομογένειά μας. Είναι το πρώτο που απονέμεται ειδικά σε απόδημο δημιουργό και το πρώτο που δίνει το έναυσμα για ακόμα περισσότερες δημιουργίες που παράγουν πολιτισμό, για διαρκώς πιο ενδιαφέρουσες ιστορικές προσεγγίσεις και αναλύσεις μέσα από τη ματιά των ομογενών μας».

 

Το πρώτο βραβείο «Οδυσσέας» δόθηκε στο ντοκιμαντέρ «Στη σιωπή του βυθού» του Φίλιππου Βαρδάκα, ενώ άλλοι δύο ομογενείς απέσπασαν το βραβείο του Καλύτερου Ελληνικού Ντοκιμαντέρ. Πρόκειται για το 56λεπτο ντοκιμαντέρ με τίτλο «Ο Σπύρος και ο Γύρος του Θανάτου», σε σκηνοθεσία του Δημήτρη και της Λίνας Καφίδα.

 

Ο Δήμος Μεγίστης τίμησε τον Γενικό Γραμματέα Δημόσιας Διπλωματίας και Απόδημου Ελληνισμού για τη στήριξη που παρέχει στο ακριτικό Καστελλόριζο και τα προγράμματα που υλοποιούνται για το νησί, για τους κατοίκους του και τους απόδημους του από τη Γενική Γραμματεία.

 








Η αποτομή της κεφαλής του Προδρόμου Αρχιμ Επιφάνιος Χατζηγιάγκου 29 8 2020

 

Κυριακή, 30 Αυγούστου 2020

Η επιδίωξη συμφωνίας για τα θαλάσσια όρια Αλβανίας – Ελλάδας αποτελεί ευκαιρία αποκατάστασης της εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο χωρών.- Bashkimi Demokratik i Minoritetit Etnik Grek ΟΜΟΝΟΙΑ : Synimi për marrëveshje të përmbyllur për kufijtë detarë Shqipëri-Greqi përbën shans për rehabilitimin e klimës së mirëbesimit mes dy vendeve.

 


Άγιοι Σαράντα, στις 29 Αυγούστου 2020

 

Ανακοίνωση Τύπου

 

Θέμα: Η επιδίωξη συμφωνίας για τα θαλάσσια όρια Αλβανίας – Ελλάδας αποτελεί ευκαιρία αποκατάστασης της εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο χωρών. Οι προσπάθειες καλλιέργειας και συντήρησης της καχυποψίας από κέντρα και ΜΜΕ στην Αλβανία αντίθετες με το κοινό συμφέρον και την ευρωπαϊκή προοπτική της.

        Εφαρμόζοντας το δικαίωμα της που απορρέει απ’ τη διεθνή νομολογία και πρακτική για την επέκταση της Αιγιαλίτιδος Ζώνης στο Ιόνιο, η Ελληνική Κυβέρνηση, πέραν των άλλων επαναφέρει σε δυναμική τροχιά και το όλο ζήτημα των διαπραγματεύσεων για επίτευξη συμφωνία συνολικής ρύθμισης των θαλασσίων ορίων με την Αλβανία.

        Διαπιστώνουμε με ικανοποίηση ότι υπάρχει θετική ανταπόκριση και μεταβολή ουσιαστική στις αρνητικές θέσεις που προέβαλε η κυβέρνηση στην Αλβανία, καλλιεργώντας έτσι δυσπιστία. Συν τις άλλοις η συντήρηση αυτής της αρνητικότητας το μόνο που δεν εξυπηρετεί είναι το συμφέρον του ίδιου του αλβανικού κράτους και της κοινωνίας. Εκθέτει τη χώρα ότι εξυπηρετώντας στοχεύσεις τρίτων – του εξ Ανατολών ταραξία της διεθνούς τάξης- ότι αδυνατεί να επιδείξει την απαραίτητη προσήλωση στις αρχές καλής γειτονίας και περιφερειακής συνεργασίας ως προϋπόθεση για την προώθηση της ευρωπαϊκής προοπτικής ένταξης.

        Η επίδειξη στη συγκεκριμένη φάση όλης της θετικής βούλησης για ολοκλήρωση των διαδικασιών οριοθέτησης θα απομονώσει περεταίρω τα κέντρα που καλλιεργούν την καχυποψία έναντι της Ελλάδας και δηλητηριάζουν την κοινή γνώμη. Είναι εξ άλλου προσφορά στην υπόθεση της σταθερότητας και ασφάλειας στην περιοχή δεδομένου ότι περισσεύει ακόμη μια εστία εντάσεων και παρεξηγήσεων καθώς υπαιτιότητα της Τουρκίας υφίσταται ήδη θερμή εστία στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

        Με τον διάλογο μεταξύ των κυβερνήσεων Ελλάδας και Αλβανίας η Συμφωνία μπορεί να λάβει σάρκα και οστά κατά τις προβλέψεις του διεθνούς δίκαιου και του δικαίου της θάλασσας ειδικά, αποδεικνύοντας κατά συνέπεια ότι η αναβάθμιση των Ελληνοαλβανικών σχέσεων αποτελεί βούληση της κοινωνίας αλλά και παράγοντα για την ευημερία του λαού της Αλβανίας κι επί το πλείστον συνεισφορά στη δημιουργία σταθερότητας και ειρήνης στο ευρύτερο γεωστρατηγικό περιβάλλον.

 

Εκ του Γραφείο Τύπου κι Ενημέρωσης

ΔΕΕΕΜ – ΟΜΟΝΟIA

Bashkimi Demokratik i Minoritetit Etnik Grek

ΟΜΟΝΟΙΑ

 

 

 

KOMUNIKATË PËR SHTYP

 

 

 

 

Sarandë, më 29 Gusht 2020

 

Tema: Synimi për marrëveshje të përmbyllur për kufijtë detarë Shqipëri-Greqi përbën shans për rehabilitimin e klimës së mirëbesimit mes dy vendeve. Përpjekjet për kultivim dhe ruajtje të frymës së dyshimit nga qendra të caktuara dhe mjete të informimit masiv në Shqipëri janë diametralisht  kundër interesit të përbashkët dhe perspektivës së saj europiane.

 

 

        Duke implementuar të drejtën e saj që buron nga rendi juridik dhe praktika ndërkombëtare, për zgjerimin e Ujërave Territoriale në Jon, Qeveria Greke, veç të tjerash sjellë në orbitë dinamike edhe të gjithë çështjen e negociatave për arritjen e rregullimit integral të kufijve detarë me Shqipërinë.

 

        Konstatojmë me kënaqësi se vihet re korrespondim pozitiv dhe diferencim thelbësor nga pozicionet negative ngurruese që manifestonte qeveria në Shqipëri, duke kultivuar për pasojë klimë dyshimi. Veç të tjerash ruajtja e këtij refuzimi, të vetmes gjë që nuk i shërben është interesi e vetë shtetit dhe shoqërisë shqiptare. Lë të ekspozuar vendin se u shërben objektiva të të tretëve – të trazavaçit Oriental të sigurisë ndërkombëtare – se nuk e ka aftësinë të tregoj përkushtimin adekuat në parimet e fqinjësisë së mirë dhe bashkëpunimit rajonal, si parakusht këto për avancimin më tej të perspektivës europiane të integrimit.

 

        Manifestimi në këtë moment të të gjithë vullnetit pozitiv për përmbylljen e procedurave të definimit, ka për të izoluar më tej qendrat që kultivojnë klimë mosbesimi kundrejt Greqisë dhe helmojnë opinionin publik. Madje përbën kontribut të vyer në një moment kritik në çështjen e stabilitetit dhe sigurisë në rajon, sepse tepron një vatër shtesë tensionesh dhe keqkuptimesh, ngaqë për shkak të veprimeve të Turqisë ekziston tanimë vatër e nxehtë konflikti në Egje dhe Mesdheun Lindor.

 

        Me dialog mes qeverive të Greqisë dhe Shqipërisë, Marrëveshja mundet të bëhet realitet i kapshëm, sipas parashikimeve të së drejtës ndërkombëtare dhe të drejtës së detit posaçërisht, duke dëshmuar për pasojë se rikualifikimi i marrëdhënieve Shqiptaro- Greke përbën vullnet të shoqërisë, por edhe faktor për mirëqenien e popullit të Shqipërisë dhe për më tepër kontribut esencial në krijimin e stabilitetit dhe paqes në ambientin më të gjerë gjeostrategjik. 

 

 

 

 

Zyra e Shtypit dhe Komunikimit

BDMEGΟΜΟΝΟΙΑ

 


Το «δώρο» του Ράμα στην εκπαίδευση της Ελληνικής Μειονότητας



 Στην Εγκύκλιο του Υπ. Παιδείας της Αλβανίας Αρ. 176, 01/07/2020, ανακοινώθηκε η ίδρυση Γραφείου Παιδείας για τα σχολεία της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας. Η Έδρα θα είναι στο δήμο Φοινίκης και σε αυτό θα υπάγονται τα σχολεία των δύο μειονοτικών δήμων, Φοινίκης και Δρόπολης. Στην ίδια εγκύκλιο ανακοινώθηκε και η σύσταση του: Θα αποτελείται από τον διευθυντή, έναν νομικό, έναν οικονομολόγο και τρεις επιθεωρητές.

του Λεωνίδα Παππά*

Μέχρι στιγμής στο γραφείο διορίστηκαν ο Pellumb Qerimi ως προϊστάμενος προσωπικού (2ος στην ιεραρχία), κάποιος Ylli ως οικονομολόγος και ένας μειονοτικός επιθεωρητής που μεταφέρθηκε από τη διεύθυνση Αγίων Σαράντα. Αξίζει εδώ να πω ότι (το κουτσό) αυτό γραφείο, έλαβε ήδη αποφάσεις, με πιο ηχηρή την μετάθεση ενός καθηγητή Αλβανικής Ιστορίας και Γεωγραφίας από σχολείο των Αγίων Σαράντα στη Λιβαδειά. Λέω ηχηρή γιατί εκτός του ότι μία τέτοια μετάθεση είναι παράνομη, ο συγκεκριμένος εκπαιδευτικός διώχθηκε ως προβληματικός από το σχολείο της πόλης μετά από αντιδράσεις μαθητών και γονέων. Και σα να μην έφτανε αυτό, όταν ο Σύλλογος Γονέων Λιβαδειάς έφερε το θέμα στο τελευταίο Δ. Συμβούλιο του Δ. Φοινίκης (26/08/2020), όχι ότι είναι στην αρμοδιότητα του αλλά για να ζητήσει τη στήριξη των αιρετών του τόπου, δύο τσιράκια (γένους θηλυκού) του Ράμα, κατάφεραν να αποσβολώσουν το έτσι και αλλιώς άνευρο Δ. Συμβούλιο.

Το γραφείο θεωρητικά «λειτουργεί» δύο μήνες και ενώ έχουμε τόσες εξελίξεις, δεν υπάρχει καμία τοποθέτηση από τους εκπροσώπους της μειονότητας. Για το ΚΕΑΔ – ΟΜΟΝΟΙΑ μάλλον είναι πολύ μακριά οι εκλογές για να ασχολείται τώρα με τόσο «δευτερεύοντα ζητήματα» ενώ το Μέγκα στην αναμονή της θέσης του διευθυντή, δε θέλει ή μάλλον δεν μπορεί να πικράνει τους κυβερνώντες…

ΠΩΣ ΦΤΑΣΑΜΕ ΣΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΓΡ. ΠΑΙΔΕΙΑΣ
Στη διάρκεια της θητείας μου στην προεδρεία της Ομόνοιας(2015-2018), για πρώτη φορά στις τρεις δεκαετίες της μεταπολίτευσης στην Αλβανία, οι πολιτικοί φορείς της ΕΕΕΜ και οι έλληνες βουλευτές όλων των κομμάτων στην Αλβανία καθίσαμε στο ίδιο τραπέζι, για δύο σοβαρά ζητήματα που εξελίσσονταν εκείνη την περίοδο, που ήταν ο Νόμος Μειονοτήτων και τα θέματα παιδείας. Παρά το «μούδιασμα» από κάποιους για μία τέτοια πρωτοβουλία, προσωπικά ήμουν υπέρμαχος του εγχειρήματος καθώς στα προαναφερθέντα ζητήματα δε χωρούσαν διαφωνίες. Αξίζει να πω πως καθοριστική συμβουλή σε αυτό είχε ο πρέσβης Λ. Ροκανάς κάτι που συνέχισε και η διάδοχος του κα. Σουρανή. Σε συνάντηση του Πολιτικού Συμβουλίου για την Παιδεία της ΕΕΕΜ με την τότε υπουργό Lindita Nikolla καταθέσαμε ολοκληρωμένη πρόταση για όλα τα ζητήματα, την οποία είχε επιμεληθεί ο κ. Π. Μπάρκας. Μεταξύ άλλων είχε προταθεί η παρουσία εκπροσώπων της μειονότητας σε όλη τη διοικητική πυραμίδα της εκπαίδευσης, στο υπουργείο, στις Περιφερειακές Διευθύνσεις, στα Γραφεία Παιδείας και στις διευθύνσεις σχολείων. Αργότερα, κατά τη διάρκεια των διαβουλεύσεων για το Νόμο Μειονοτήτων, είχε καλλιεργηθεί ή άποψη δημιουργία ανεξάρτητου Γραφείου Παιδείας για τα μειονοτικά σχολεία. Η τότε πρόταση δεν αφορούσε μόνο τα σχολεία των δύο αναγνωρισμένων μειονοτικών δήμων αλλά όλων των δημοσίων μειονοτικών σχολείων (άλλωστε οι περισσότεροι μαθητές είναι στις πόλεις των Αγίων Σαράντα και του Αργυροκάστρου) και γιατί όχι και των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων Κορυτσάς, Χιμάρας και του Αρσακείου Τιράνων.

Η ανακοίνωση της ίδρυσης του Γραφείου Παιδείας για την Ελληνική Μειονότητα ανακοινώθηκε για πρώτη φορά τον Μάιο του 2017 από τον ίδιο τον πρωθυπουργό, σε μία προεκλογική εκδήλωση που έκαναν από κοινού το κόμμα του Ράμα με το Μέγκα. Αυτό θεωρήθηκε κατόρθωμα από πλευράς Μέγκα και πράγματι θα ήταν, αν η αλβανική πλευρά θα παραχωρούσε μια μορφή αυτονομίας στην εκπαίδευση και όχι την καλύτερη χειραφέτηση και έλεγχου όπως αποδεικνύεται ότι επιδιώκει.

ΘΕΤΙΚΗ Η ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ;
Η ίδρυση ενός Γραφείου Παιδείας που θα περιλαμβάνει τα σχολεία μόνο των δύο δήμων, δείχνει την έντονη εμμονή του Αλβανικού κράτους να περιορίσει γεωγραφικά και αριθμητικά τους Έλληνες και την εκπαίδευση τους. Ξεκίνησε όμως τόσο άσχημα που δεν μπορούσαν να προβλέψουν ούτε οι πιο απαισιόδοξοι.

Παρόλα αυτά είναι τραυλό μεν αλλά θετικό βήμα γιατί μπορεί να αποτελέσει τη βάση των αλλαγών που επιθυμούμε, όπως η ένταξη και των υπολοίπων μειονοτικών σχολείων, κάτι που πρέπει να ζητήσουμε χθες. Επίσης θα υπάρχει ένας αρμόδιος οργανισμός για τη διευθέτηση πρακτικών ζητημάτων που μέχρι στιγμής μετεωρίζουν μεταξύ Άννα και Καϊάφα.

Το Γραφείο αυτό ήρθε για να μείνει, οπότε όταν ξυπνήσουν οι εκπρόσωποι μας (της τοπικής και της κεντρικής εξουσίας) ας μην αναλωθούν στην εύκολη λύση των επικρίσεων αλλά να δουν την επόμενη μέρα. Όχι μόνο του Γραφείου αλλά της παιδείας γενικότερα.

*π. Πρόεδρος ΔΕΕΕΜ ΟΜΟΝΟΙΑ
Πολιτικός μηχανικός

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2020

Φωτο: Ιταλικό Σχολείο στο Δυρράχιο- Fotografi: Shkolla Italiane në Durrës.


 

Φωτο: Ιταλικό Σχολείο στο Δυρράχιο]

Ο Burileanu ήταν διπλωμάτης της ρουμανικής πρεσβείας στη Ρώμη, βρισκόταν σε εντεταλμενη υπηρεσία και περιηγήθηκε (το 1904) διάφορες περιοχές της σημερινής Αλβανίας ώστε να πείσει τους Βλάχους να δηλώσουν Ρουμάνοι στην απογραφή που θα διενεργούνταν απο τον Χιλμή πασά. Στο βιβλίο του με τίτλο ''οι Ρουμάνοι της Αλβανίας'' γράφει:
''Στην ιταλική σχολή της πόλης [του Δυρραχίου] φοιτούν δεκαέξι άρρενες Ρουμάνοι μαθητές, επιδοτούμενοι με πέντε λίρες τον μήνα από τον Ιταλό πρόξενο. Κι εμείς; ''.
Νωρίτερα όμως ανέφερε ότι, γενικά οι Βλάχοι του Δυρραχίου έχουν ελληνικά αισθήματα αλλά θα πρέπει να τους πλησιάσουν και να τους απομακρύνουν από τους Έλληνες. Αναλύοντας το σκεπτικό του αναφορικά με το θέμα του προσεταιρισμού των Βλάχων, αναφέρει και το παραπάνω παράδειγμα του ιταλικού σχολείου, για να κινηθεί κι η Ρουμανία με τον ίδιον τρόπο, ''ώστε να μπουν στο σωστό μονοπάτι -όπως λέει- και σύντομα η νέα γενιά να γίνει εντελώς δική τους''...
Η καθηγήτρια Ελ. Νικολαϊδου στο βιβλίο της με τίτλο ''Ξένες προπαγάνδες και εθνική αλβανική κίνηση στις μητροπολιτικές επαρχίες Δυρραχίου και Βελεγράδων..'' γράφει:
''Όπως προέβλεπε ο Ελληνας Υποπρόξενος, θύμα του αμείλικτου προπαγανδιστικού πολέμου μεταξύ Ιταλίας και Αυστρίας στο Δυρράχιο έγινε ο εκεί ορθόδοξος πληθυσμός. Τα τεράστια ποσά που διαθέτονταν για τα σχολεία, τα οικοτροφεία, τα συσσίτια, το πολυάριθμο προσωπικό και την εξασφάλιση πρακτόρων, δεν δαπανώνταν για τους ευαρίθμους καθολικούς, που τους είχε αναλάβει κάτω από την προστασία της η Αυστρία, ούτε για τους ελαχίστους Ιταλούς, οι οποίοι ήταν εγκατεστημένοι στο Δυρράχιο. Ο στόχος ήταν το ορθόδοξο στοιχείο, τον προσεταιρισμό του οποίου επιδίωκαν και οι δυο Δυνάμεις. Όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές σε ανάλογες περιπτώσεις, ήταν φυσικό, με την αφθονία των υλικών μέσων που διέθεταν οι Ιταλοί, να σημειωθούν κατά τις πρώτες προσπάθειες εντυπωσιακά αποτελέσματα. Κατά το σχολικό έτος 1902-1903 οι Ιταλοί στο Δυρράχιο είχαν κατορθώσει να προσεταιριστούν έναν υπολογίσιμο αριθμό φτωχών ορθοδόξων οικογενειών, οι οποίες, εξ' αιτίας της πενίας τους, εμφάνιζαν και ρευστή εθνική συνείδηση. Η αντίδραση τόσο της Ορθόδοξης Εκκλησίας όσο και της ελληνικής προξενικής αρχής ήταν σθεναρή και έφερε αποτελέσματα. Ως τα τέλη Οκτωβρίου 1903 είχαν ξαναγυρίσει στα ελληνικά σχολεία 27 μαθητές, από εκείνους που είχαν εγγραφεί στο ιταλικό σχολείο.''
Η T. Toleva γράφει:
''Στο Δυρράχιο υπήρχε από χρόνια ένα ελληνικό σχολείο, όμως εξαιτίας των πολύ κακών και ακανόνιστων μισθών των δασκάλων είχε πέσει σε πολύ χαμηλό επίπεδο. Οι Αυστριακοί διπλωμάτες ήταν της άποψης ότι έπρεπε να εκμεταλλευτούν την κατάσταση και να κερδίσουν αυτούς τους Έλληνες μαθητές για το δικό τους σχολείο. Από την άλλη, οι Βλάχοι [σσ οι ρουμανίζοντες] σχεδίαζαν με τη βοήθεια της εγκατεστημένης στο Μοναστήρι ρουμανικής προπαγάνδας να ιδρύσουν στο Δυρράχιο ένα σχολείο με τη Ρουμανική ως γλώσσα μαθήματος. Αυτό το σχέδιο θα ήταν πιθανόν υλοποιήσιμο, αφού ένας από τους προπαγανδιστές του, ο οποίος προοριζόταν για δάσκαλος, είχε λάβει ήδη τον πρώτο μηνιαίο μισθό του. Ο βλάχικος πληθυσμός, λόγω της ελληνόφιλης στάσης του, μετείχε ελάχιστα στην περίσταση.'' [Πηγή: Theodora Toleva, Η επιρροή της Αυστροουγγαρίας στη διαμόρφωση του αλβανικού έθνους (1896-1908)]

Fotografi: Shkolla Italiane në Durrës.

 

Burileanu ishte dipllomat i ambasadës Rumune në Romë, gjendej i deleguar në shërbim dhe vizitoi (më 1904) zona të ndryshme të Shqipërisë së sotme në mënyrë që të bindte vllehët që të deklaroheshin Rumunë gjatë regjistrimit të popullatës që po realizohej nga Hylmi Pashai. Në librin e tij me titullin “Rumunët e Shqipërisë” shkruan:

“Në shkollën italiane të qytetit (të Durrësit) studiojnë gjashtëmbëdhjetë djem, nxënës rumunë, me bursë pesë lira në muaj nga konsulli italian. Po ne?”.

Por, më herët përmendi se, në përgjithësi vllehët e Durrësit kanë ndjenja helene por do të duhet që t’iu afrohen dhe t’i largojnë nga Grekët. Duke analizuar mendimin e tij në lidhje me çështjen e prozeletizmit e Vllehëve, përmend dhe shembullin e mësipërm të shkollës italiane, që të lëvizte dhe Rumania në të njejtën mënyrë “me qëllim që të hynin në monopatin e duhur – siç thotë- dhe shumë shpejt brezi i ri të bëhet plotësisht i tyre”...

 

Profesoarja El Nikolaidou në librin me titullin “Propaganda të huaja dhe lëvizja kombëtare shqiptare në zonën mitropolike të Durrësit dhe Velegradës..” shkruan:

“Ashtu siç kishte parashikuar nënkonsulli Helen, viktima e luftës propagandistike të pamëshirshme ndërmjet Italisë dhe Austrisë në Durrës u bë atje dhe popullata orthodhokse. Shumat e stërmëdha që disponoheshin për shkollat, konviktet, vaktet, personelin e shumtë në numër dhe sigurimin e agjentëvë, nuk harxhohej për katolikët  e shumtë në numër, të cilët i kishte marrë nën mbrojtjen e saj Austria, as për italianët e paktë, të cilët banonin në Durrës. Shenjestra ishte elementi orthodhoks, tërheqjen  e të cilit e synonin që të dyja Fuqitë. Ashtu siç ndodh shumicën e herëve në rastet respektive, ishte e natyrshme, me bollëkun e mjeteve materiale që dispononin Italianët, të arriheshin gjatë përpjekjeve të para, rezultate impresionuese. Gjatë vitit shkollor 1902-1903, Italianët në Durrës ia kishin dalë që të tërhiqnin në numër të llogaritshëm të familjeve të varfëra orthodhokse, të cilat për shkak të urisë së tyre, kishin një ndërgjegjie kombëtare të paqëndrueshme. Reagimi sa i Kishës Orthodhokse sa dhe i përfaqësisë konsullore helene ishte i fortë dhe solli rezultate. Deri në fund të Tetorit të vitit 1903, ishin rikthyer në shkollat helene 27 nxënës nga ata që ishin regjistruar në shkollën italiane.”.

 

T Toleva shkruan:

“Në Durrës kishte që vite më parë një shkollë helene, por për shkak të rogave shumë të këqija dhe të çrregullta të mësuesve kishte rrënë në një nivel shumë të ulët. Diplomatët austriakë ishin të mendimit që duhet të shfrytëzonin gjendjen e të tërhiqnin ata nxënës Helene për shkollën e tyre. Nga ana tjetër, Vllehët (pro rumunët) po përgatisnin me ndihmën e propagandës rumune të instaluar në Manastir që të themelonin një shkollë me gjuhën rumune si gjuhë mësimdhënieje. Ky plan do ishte sipas gjasave i realizueshëm, pasi një prej propagandistëve të tij, cili destinohej për mësuese, kishte marrë rogën e tij të parë mujore. Popullata vllehe, për shkak të pozitës së saj filohelene, merrte pjesë shumë pak në këtë rast.” [Burimi: Teodora Toleva. Ndikimi i Austrohungarisë në krijimin e kombit shqiptar (1896-1908)]

Σάββατο, 22 Αυγούστου 2020

Το γλωσσικό ιδίωμα των γηγενών σε περιοχές της Μακεδονίας

 Μια εθνογλωσσολογική προσέγγιση)

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Δύο είναι τα βασικά ερωτήματα που ανακύπτουν σε σχέση με το γλωσσικό ιδίωμα των γηγενών της Μακεδονίας:

1.      Ποια είναι η εθνική τους συνείδηση, άρα και η εθνοτική τους ταξινόμηση;

2.      Τι ακριβώς είναι αυτό το ιδίωμα από γλωσσολογική σκοπιά;


Το πρώτο ερώτημα έχει απαντηθεί ήδη από καιρό, τόσο επιστημονικώς, όσο και από την ίδια την στάση της συντριπτικής πλειονότητας των γηγενών Μακεδόνων: Αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού έθνους από αιώνες. Για το ευρύτερο θέμα του Μακεδονικού ζητήματος, του οποίου ως πτυχή εμφανίζεται και η ύπαρξη του εν λόγω γλωσσικού ιδιώματος, θεωρώ το βιβλίο του Σαράντου Καργάκου: «Από το Μακεδονικό Ζήτημα στην εμπλοκή των Σκοπίων» – Αθήνα 1992, ως το πληρέστερο και πλέον αξιόπιστο έργο, από την πλούσια σχετική βιβλιογραφία που υπάρχει.

 Ως προς την επιστημονική διάσταση του θέματος τώρα, υπενθυμίζω απλώς ότι οι παλαιότερες αντιλήψεις, όπως π.χ. οι αρχαιοελληνικές διατυπώσεις για το «όμαιμον, ομόγλωσσον και ομότροπον» έχουν απολέσει το ιστορικό-γεωγραφικό τους πλαίσιο και δεν ισχύουν πια, σε μεγάλο βαθμό, εδώ και αρκετούς αιώνες, λόγω των εκτεταμένων μετακινήσεων των ανθρωπίνων πληθυσμών, αλλά και των αλλεπάλληλων κοινωνικοπολιτικών και πολιτιστικών μεταβολών που σημειώθηκαν από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Σε προηγούμενα ιστορικά στάδια οι λαοί είχαν ευδιάκριτα πολιτιστικά χαρακτηριστικά, με αποτέλεσμα να ήταν εύκολη σχετικά η κατάταξη κάποιου ατόμου σε συγκεκριμένο Έθνος. Έτσι, από τα βασικά στοιχεία διάκρισης ήσαν η Γλώσσα και η Θρησκεία του, και στην συνέχεια, τα ήθη και τα έθιμά του, οι φιλοσοφικές, καλλιτεχνικές, κοινωνικές, πολιτικές κ.λπ. αντιλήψεις του. Στην αρχαιότητα, για παράδειγμα, ένας Έλληνας, ένας Πέρσης και ένας Αιγύπτιος, διακρίνονταν μεταξύ τους πανεύκολα, λόγω των βαθύτατων διαφορών, που υπήρχαν ανάμεσα τους, σε σχέση με τα προαναφερθέντα πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Στην σημερινή εποχή όμως αυτές οι διακρίσεις έχουν γίνει πολύ δυσκολότερες, λόγω της αυξημένης κινητικότητας, η οποία χαρακτηρίζει την ανθρωπότητα, ιδιαίτερα από το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα μέχρι σήμερα.

Εκείνο πλέον, που και επιστημονικώς είναι αδιαμφισβήτητο, είναι η διαπίστωση ότι η ομιλούμενη γλώσσα δεν αποτελεί πάντοτε απόλυτο εθνολογικό κριτήριο ταξινόμησης μιας συγκεκριμένης εθνοτικής ομάδας.

Περιορίζομαι να αναφέρω τα κλασσικά παραδείγματα, τόσο των γερμανόφωνων Αλσατών, στα σύνορα Γαλλίας–Γερμανίας, οι οποίοι αισθάνονται φανατικοί Γάλλοι, αλλά και των Καθολικών μεν στο θρήσκευμα Κροατών, οι οποίοι δεν επιθυμούν να έχουν καμία σχέση με τους ομόγλωσσούς τους, Ορθόδοξους όμως   Σέρβους, παρά την κοινή τους γλώσσα (τα Σερβοκροατικά) ή ακόμα πιο χαρακτηριστικά, το παράδειγμα των Μαυροβουνίων σε σχέση και πάλι με τους Σέρβους, με τους οποίους δεν έχουν ούτε καν θρησκευτική διαφορά και παρ’ όλα αυτά αισθάνονται μέλη ενός διαφορετικού έθνους.

 

 Επομένως, το ότι κάποια τμήματα του πληθυσμού της Μακεδονίας είχαν παλαιότερα ως μοναδικό γλωσσικό τους όργανο το σλαβογενές ιδίωμα, στο οποίο θα αναφερθούμε λεπτομερειακά παρακάτω, δεν αποτελεί ικανό και επαρκές κριτήριο για την επιχειρηθείσα στο παρελθόν και επιχειρούμενη και σήμερα, τοποθέτησή τους εκτός του ελληνικού έθνους. Ως δίγλωσσος λοιπόν, γηγενής Έλλην Μακεδόνας θεωρώ ότι το ζήτημα έχει απαντηθεί θεωρητικά και πρακτικά και δεν υπάρχει ανάγκη περαιτέρω συζητήσεων και διευκρινίσεων.

Τι είναι όμως αυτό το διαβόητο γλωσσικό ιδίωμα, που ορισμένοι προσπαθούν κατά καιρούς να το επαναφέρουν στο προσκήνιο και να το χρησιμοποιήσουν ως πολιτικό επιχείρημα;

Θα επιχειρήσω αρχικά μια γλωσσολογική ενημέρωση/ανάλυση.

 
 

2. ΓΛΩΣΣΕΣ, ΔΙΑΛΕΚΤΟΙ ΚΑΙ ΒΟΗΘΗΤΙΚΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ

 

Από την αρχική εμφάνισή τους στην Γη, τα ανθρώπινα όντα χρησιμοποίησαν την γλώσσα ως κύριο μέσο επικοινωνίας (και όχι μόνον, όπως θέλουν να μας πείσουν κάποιοι μεταμοντέρνοι γλωσσολόγοι), παράλληλα με άλλους τρόπους (χειρονομίες, στάσεις του σώματος κ.λπ.).

Ένα από τα μεγάλα και πρακτικά ανεπίλυτα προβλήματα που αντιμετώπιζαν ανέκαθεν οι Γλωσσολόγοι ήταν και η επιλογή κάποιων επιστημονικών κριτηρίων για την διάκριση μεταξύ γλώσσας και διαλέκτου. Με άλλα λόγια, πότε και με ποια κριτήρια ένα ομιλούμενο γλωσσικό ιδίωμα είναι απλώς μια διάλεκτος κάποιας γλώσσας και πότε μπορεί να χαρακτηριστεί ως ξεχωριστή γλώσσα; Η προαναφερθείσα Σερβοκροατική αποτελεί μια ενιαία γλώσσα απλώς με δύο διαλέκτους (Σερβική–Κροατική) ή έχουμε να κάμουμε με δυο διαφορετικές γλώσσες;

Όπως προανέφερα, η Γλωσσολογία αδυνατεί να αποφανθεί και επομένως άλλα κριτήρια χρησιμοποιούνται π.χ. πολιτική βούληση. Με βάση τους νόμους της Γλωσσολογίας είναι βέβαιον ότι εφ’ όσον οι δύο αυτές διαφορετικές κρατικές οντότητες (Σερβία – Κροατία) συνεχίσουν να υπάρχουν για τα επόμενα 100–200 χρόνια, το αναμενόμενο είναι να προκύψουν τελικώς δυο πραγματικά ξεχωριστές γλώσσες. Σύμφωνα με την περίφημη ρήση που αποδίδεται στον Λεττονοεβραίο γλωσσολόγο Μαξ Βάϊνράϊχ (1893-1969) «Μια γλώσσα είναι μια διάλεκτος εξοπλισμένη με στρατό και ναυτικό», που τονίζει ακριβώς την σημασία του πολιτικού/κρατικού παράγοντα, ο οποίος βαρύνει αποφασιστικά σε τέτοια θέματα.

Βεβαίως, η σύγχρονη Γλωσσολογία επιχειρεί να επιλύσει το πρόβλημα με την υιοθέτηση μιας άλλης οπτικής με την οποία εξετάζεται η διάκριση «γλώσσα-διάλεκτος», με την εισαγωγή της έννοιας του «γλωσσικού συνεχούς» (languagecontinuum), αλλά και με την χρήση νέων όρων, γλωσσοπολιτικά ουδέτερων, όπως οι όροι Ausbausprache – Abstandsprache – Dachsprache1δανεισμένοιαπό την Γερμανική γλώσσα.

Έρχομαι τώρα σε ένα άλλο ζήτημα, το οποίο θεωρώ ότι είναι απαραίτητο να αναφερθεί για να μπορέσουμε να καταλήξουμε σε εύκολα αντιληπτά συμπεράσματα.

Πρόκειται για το ζήτημα της ύπαρξης και άλλων προφορικών μορφών επικοινωνίας μεταξύ ανθρωπίνων ομάδων, οι λεγόμενες βοηθητικές γλώσσες (auxiliary languages). Δυστυχώς δεν υπάρχει ακριβής ελληνική ορολογία και έτσι θα χρησιμοποιήσω αναγκαστικά τους ξένους όρους. Η πλέον γνωστή περίπτωση χρήσης μιας βοηθητικής «φυσικής» γλώσσας (σε αντιδιαστολή με διάφορες τεχνητές, όπως η Εσπεράντο, η Volapük κ.λπ.) είναι ασφαλώς η λεγόμενη Λίγκουα Φράγκα2 (LinguaFranca), κατά λέξη «Φράγκικη γλώσσα».

 

Δεν πρέπει πάντως να συγχέεται με τα φραγκολεβαντίνικα, που αναφέρονται αποκλειστικά στον γραπτό λόγο και δημιουργήθηκαν από τους Λεβαντίνους της Σμύρνης, που μιλούσαν μεν ελληνικά, αλλά επειδή δυσκολεύονταν να μάθουν την ορθογραφία τους, χρησιμοποιούσαν λατινικούς χαρακτήρες για να γράψουν τα ελληνικά (ή σύμφωνα με άλλη, εγκυρότερη εκδοχή,3 με καθοδήγηση της Καθολικής Εκκλησίας). Τους μιμήθηκαν αργότερα οι Χιώτες και άλλοι έμποροι του εξωτερικού, που στην ελληνική αλληλογραφία τους, χρησιμοποιούσαν λατινικούς χαρακτήρες και έτσι προέκυψαν τα φραγκοχιώτικα, κάτι ανάλογο με τα σημερινά greeklishΣυνώνυμος είναι και ο όρος VehicularLanguage, σε ελεύθερη μετάφραση θα λέγαμε δευτερεύουσα γλώσσα, ο οποίος αναφέρεται σε μια γλώσσα που χρησιμοποιείται από άλλες γλωσσικές κοινότητες π.χ. τα Αγγλικά είναι δευτερεύουσα (επίσημη) γλώσσα στις Ινδίες και το Πακιστάν.

Μια άλλη μορφή βοηθητικής γλώσσας ή γλώσσας επαφής (contactlanguage) είναι και τα λεγόμενα PidginEnglish ή απλώς Pidgin, “σπαστά Αγγλικά» θα τα αποκαλούσαμε. Δημιουργήθηκαν στην Κίνα για τις ανάγκες των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ Άγγλων και Κινέζων. Η ίδια η λέξη pidgin είναι το αντίστοιχο της αγγλικής λέξης business στο ιδίωμα αυτό.

Σήμερα ως pidgin ορίζεται γενικώς ένα γλωσσικό ιδίωμα, μείγμα δύο ή περισσοτέρων γλωσσών με εξαιρετικά απλοποιημένη γραμματική και λεξιλόγιο, που χρησιμοποιείται για την επικοινωνία μεταξύ διαφορετικών πληθυσμών, οι οποίοι έχουν τις δικές τους γλώσσες ως μητρικές.

Στην περίπτωση που ένα τέτοιο ιδίωμα καταλήξει να γίνει η κύρια γλώσσα ενός πληθυσμού, τότε αναφερόμαστε σε Κρεολή γλώσσα4 (Creole language).

 
 

3.     ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΠΕΡΙΟΧΩΝ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

 

Μετά από αυτά τα προκαταρκτικά και διευκρινιστικά, ας έλθουμε «στην ταμπακέρα». Τι είναι ακριβώς λοιπόν αυτό το ιδίωμα των γηγενών Μακεδόνων και ποιοι είναι αυτοί οι «Σλαβόφωνοι» χρήστες του;

Πρώτα-πρώτα να ξεκαθαρίσουμε ότι σήμερα δεν υπάρχουν πρακτικά αμιγείς σλαβόφωνοι, αλλά δίγλωσσοι (ελληνικά-σλαβικά) και ελάχιστοι από τους νεώτερους μπορούν να μιλήσουν με ευχέρεια αυτό το ιδίωμα, η εξέλιξη του οποίου σταμάτησε τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Έτσι λείπουν πάμπολλες λέξεις του καθημερινού λεξιλογίου, τις οποίες υποκαθιστούν ελληνικές. Εκφράσεις του τύπου «κι όνταμ να Νομαρχίατα» (=θα πάω στην Νομαρχία), «κι γκου κάζιαμ να Δήμαρχό του5» (=θα το ’πω στον Δήμαρχο), αποτελούν αστείρευτη πηγή τοπικών ανεκδότων και πειραγμάτων.

Αυτοί λοιπόν οι δίγλωσσοι κάτοικοι του βορειοελλαδικού χώρου, κυρίως στην Κ.Δ. Μακεδονία, είναι απόγονοι χριστιανικών πληθυσμών, που επί Τουρκοκρατίας ζούσαν στον ευρύτερο χώρο της λεγόμενης «Ιστορικής Μακεδονίας». Έχουν ελληνική κατά βάση καταγωγή, αλλά πιθανότατα έχουν αφομοιώσει και σλαβικά στοιχεία που είχαν εγκατασταθεί κατά τους βυζαντινούς χρόνους στην περιοχή, τα οποία στην συνέχεια εκχριστιανίσθηκαν (θρησκευτικά) και εξελληνίσθηκαν (γλωσσικά και πολιτιστικά).

Σύμφωνα με τον αείμνηστο γλωσσολόγο Ν. Ανδριώτη (στον συλλογικό τόμο «Η γλώσσα της Μακεδονίας» – “Ολκός” Αθήνα 1992, σελ. 211), η σλαβική γλώσσα άρχισε να διαδίδεται επί Βυζαντίου στην βόρεια Μακεδονία με τους εξής τρόπους:

α. Από Σλάβους δούλους, που οι Βυζαντινοί γαιοκτήμονες εγκαθιστούσαν στα κτήματά τους ως αγρότες

β. Από Έλληνες αιχμαλώτους των Βουλγάρων, που έμαθαν σλαβικά και μετά την απελευθέρωσή τους και επάνοδό τους, συνήθως μετά από αρκετά χρόνια, εξακολουθούσαν να τα χρησιμοποιούν και

 

γ. Οι συναλλασσόμενοι με Σλάβους Έλληνες μάθαιναν εύκολα σλαβικά, ενώ ή εκμάθηση της ελληνικής από τους Σλάβους ήταν δύσκολη.

Η εμφάνιση αυτού του ιδιώματος (που δεν χρειάστηκε ποτέ γραφή) ανιχνεύεται γύρω στον 18ο αιώνα (οι πρώτες μαρτυρίες για την ύπαρξή του χρονολογούνται γύρω στο 17906 – βλ. J.PMalloryD.QAdams:TheOxfordIntroductiontoProtoIndoEuropeanandtheProtoIndoEuropeanWorld – Oxford 2006, σελ. 26) και η δημιουργία του είχε καθαρά χρηστικούς και πρακτικούς λόγους. Τα χρόνια εκείνα η Μακεδονία ήταν ένα πολύχρωμο φυλετικό, γλωσσικό και θρησκευτικό μωσαϊκό: Τούρκοι κατακτητές, Τουρκομάνοι νομάδες (Γιουρούκοι), Αθίγγανοι, Έλληνες, Βούλγαροι, Σέρβοι, Βόσνιοι, Αλβανοί, Αρμένιοι, Εβραίοι (Ισπανοεβραίοι Σεφαρδίμ) κ.λπ. που μιλούσαν τουρκικά, ρομά (μια ινδική διάλεκτο), ελληνικά, βλάχικα, βουλγαρικά, σερβοκροατικά, αλβανικά, αρμενικά, εβραϊκά (Λαντίνο και Γίντις) και ήσαν μουσουλμάνοι, χριστιανοί (Ορθόδοξοι, Καθολικοί, Προτεστάντες), ιουδαίοι.

Έπρεπε επομένως να υπάρξει ένας τρόπος συνεννόησης μεταξύ τους για τις ανάγκες της καθημερινής συμβίωσης, ένα είδος Λίγκουα Φράγκα. Βαθμιαία λοιπόν εμφανίσθηκε αυτό το ιδίωμα, μια γλώσσα πίτζιν, που φαίνεται ότι εξυπηρετούσε άριστα τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε ή σωστότερα, προέκυψε.

Είχε ως βάση μια δυτική βουλγαρική διάλεκτο7, όπως αποδείχθηκε από τις γλωσσολογικές έρευνες (βλ. Ι. Θ. Λαμψίδη: Γραμματική της Βουλγαρικής γλώσσας Ι.Μ.Χ.Α. – Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 15-16) και στον κορμό αυτόν προστέθηκαν ένα πλήθος από ελληνικές, τούρκικες, βλάχικες και αλβανικές λέξεις8. Γενικώς, η πλειοψηφία των γλωσσολόγων συµφωνεί ότι παρουσιάζει περισσότερες, µορφολογικές κυρίωςοµοιότητες µε την βουλγαρική και λιγότερεςφωνολογικές κυρίως, µε την σερβική.

Στα χρόνια εκείνα της γενικευμένης αγραμματοσύνης και απαιδευσίας, ιδιαίτερα στην ύπαιθρο, το ιδίωμα που προέκυψε αποδείχθηκε πολύ εύκολο9 στην εκμάθηση και εξυπηρετικότατο για τις καθημερινές ανάγκες. Εκείνο πάντως που εντυπωσιάζει τους μελετητές είναι η ευκολία υιοθέτησής του από αλλόγλωσσους και η μετατροπή του στο κύριο και συχνά στο αποκλειστικό γλωσσικό όργανο επικοινωνίας!

Υπάρχουν καταγεγραμμένες πολυάριθμες τέτοιες περιπτώσεις, όχι απλώς σε ατομικό επίπεδο, αλλά σε επίπεδο ολόκληρων ομάδων. Έτσι, υπάρχουν γνωστές περιπτώσεις, καταγεγραμμένες και στην βιβλιογραφία π.χ. βλαχόφωνων χωριών στην περιοχή της Κ.Δ. Μακεδονίας, που έγιναν σλαβόφωνα10. Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των σλαβόφωνων (!) Αθίγγανων (Ρομ, Ρομά) σε περιοχές της Μακεδονίας: Μέχρι σήμερα διατηρούνται συνοικισμοί αθίγγανων (η ινδική καταγωγή των οποίων είναι εμφανέστατη σε όποιον διαθέτει έστω και στοιχειώδεις γνώσεις εθνολογίας) στις πόλεις Έδεσσα (Καραμάν), Νάουσα (Άγ. Γεώργιος) και Βέροια, αλλά και σε πολλά χωριά, οι οποίοι είναι σλαβόφωνοι τουλάχιστον από τον 19ο αιώνα.

Επιστημονική μελέτη αυτού του φαινομένου δεν έχει γίνει, απ’ όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, η δε συνήθης λαϊκή ερμηνεία ότι οι ελληνόφωνοι χωρικοί γίνονταν σλαβόφωνοι για να αποφύγουν το παιδομάζωμα των Τούρκων, δεν μου φαίνεται ιδιαίτερα πειστική (Άποψη που υποστηρίχθηκε και από τον λογοτέχνη Χρ. Χρηστοβασίλη, στις αρχές του περασμένου αιώνα, σε άρθρο του στο περιοδικό «Ελληνισμός» τεύχος 9ο – Σεπτέμβριος 1903, σελ. 683).

Είναι πάντως εξ ίσου περίεργο το ότι ποτέ επίσης δεν δόθηκε πειστική εξήγηση από βουλγαρικής πλευράς (η οποία ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα ισχυριζόταν ότι όλοι οι σλαβόφωνοι είναι Βούλγαροι), για ποιόν λόγο οι Βούλγαροι της Μακεδονίας θα εγκατέλειπαν μαζικά την μητρική τους γλώσσα και θα υιοθετούσαν ένα σλαβογενές ιδίωμα, που έπρεπε να το μάθουν εκ των υστέρων!

 

Υποστηρίζω λοιπόν ότι αυτό το ιδίωμα προέκυψε αρχικά ως pidgin ή σπασμένα βουλγαρικά, για να το πούμε διαφορετικά και κατέληξε τελικώς σε Κρεολή γλώσσα, ανομοιογενών πληθυσμών, όπως προανέφερα, οι οποίοι το αναβάθμισαν για διαφόρους λόγους σε μητρική γλώσσα, σε κύριο γλωσσικό όργανο.

Αυτό το ιδίωμα, επαναλαμβάνω και τονίζω, γιατί έχει μεγάλη σημασία, δεν απέκτησε ποτέ γραφή. Επομένως, στερείται πεζογραφίας, ποίησης και γενικά λογοτεχνίας, ενώ αντίθετα υπάρχουν τραγούδια, η παραγωγή των οποίων σταμάτησε ήδη στις αρχές του 20ου αιώνα, για προφανείς λόγους11. Ένα από τα πιο γνωστά είναι και το χαρακτηριστικό «Μπάμπα ι Πόστολ» (Η γιαγιά και ο Αποστόλης), στο οποίο γίνεται εύκολα αντιληπτή η διαφοροποίηση των σλαβόφωνων γηγενών από τους Βούλγαρους, όπως εξ άλλου προκύπτει και από σχετικές παροιμίες12.

Θα πρέπει πάντως να αναφερθεί ότι η σοβαρότερη προσπάθεια για την ανάδειξη του ιδιώματος των γηγενών σε γλώσσα, ήταν οι εργασίες του Χρίστο Μισίρκοφ (KrsteMisirkov1874-1926), από την Παλιά Πέλλα (τότε Απόστολοι) και κυρίως το βιβλίο του, που τυπώθηκε το 1903 στο τυπογραφείο της «Φιλελεύθερης Λέσχης» στην Σόφια, με τον τίτλο «Για τις μακεδονικές υποθέσεις» (Кръстьо П. Мисирков: За Македонцките Работи, София, Печатница на „Либералний Клубъ“ 1903). Στο βιβλίο αυτό ανέπτυξε την επιχειρηματολογία του για την δημιουργία μιας επίσημης φιλολογικής «μακεδονικής» γλώσσας με βάση την «μακεδονική» (=βουλγαρική) διάλεκτο της βόρειας Μακεδονίας, η οποία έπρεπε να χρησιμοποιεί ένα φωνητικό (κυριλλικό) αλφάβητο. Το βιβλίο του Μισίρκοφ εντάσσεται στην στροφή που σημειώνεται στους ανώτερους βουλγαρικούς κύκλους με την εγκατάλειψη της στρατηγικής του βίαιου εκβουλγαρισμού των γηγενών της Μακεδονίας και την υιοθέτηση της καλλιέργειας του «Μακεδονισμού».

Πνευματικός «πατήρ» πάντως, αυτής της στρατηγικής, ήταν ο περίφημος Γκότσε Ντέλτσεφ, ο οποίος συνέλαβε το 1895 την ευφυέστατη θεωρία περί «Μακεδόνων» και «ανεξάρτητης Μακεδονίας», όταν διαπίστωσε ότι οι σλαβόφωνοι κάτοικοι της Μακεδονίας αντιδρούσαν στον εκβουλγαρισμό τους και γενικότερα ότι οι βουλγαρικές θέσεις δεν εύρισκαν ανταπόκριση στους κατοίκους της Μακεδονίας, χωρίς την χρήση βίας. Η πατρότητα του «Μακεδονισμού» ανήκει αναμφισβήτητα σε Βούλγαρους, οι οποίοι βεβαίως ποτέ δεν πίστεψαν στο κατασκεύασμα αυτό και πολύ περισσότερο δεν αισθάνθηκαν «Μακεδόνες».

Σε επιστολή του με ημερομηνία 1 Μαΐου 1899 προς τον φίλο του Κόλιο Μαλεσέβσκι (NikolaMaleshevski), ο Γκότσε Ντέλτσεφ ομολογούσε ότι ποτέ δεν έπαψε να αισθάνεται Βούλγαρος (Αναφέρεται στην βιογραφία του Ντέλτσεφ από τον στενό του φίλο και συνεργάτη Πέϊο Γιαβόρωφ). Επίσης, ο εφευρέτης της «μακεδονικής» γλώσσας, ο προαναφερθείς Χρίστο Μισίρκωφ έγραφε το 1924 ότι «…Εμείς (οι Σλάβοι της Μακεδονίας) είμαστε περισσότερο Βούλγαροι από εκείνους της Βουλγαρίας…» (Για όσους τυχόν γνωρίζουν βουλγαρικά, τους παραπέμπω για περισσότερες λεπτομέρειες στην ιστοσελίδα http://news.netinfo.bg/?tid=40&oid=995281 όπου υπάρχει το εκπληκτικό άρθρο «Как “бащата на македонизма” Кръстьо Мисирков се оказа чист българин» (Πώς ο «πατέρας του μακεδονισμού» Χρίστο Μισίρκωφ προβάλλεται ως καθαρός Βούλγαρος).

 Αλλά «τι χρείαν άλλων μαρτύρων έχουμε», όταν ακόμα και ο πρώην Πρωθυπουργός των Σκοπίων και αρχηγός του ισχυρού σωβινιστικού κόμματος Β.Μ.Ρ.Ο. των Σκοπίων, ο Λιούπτσο Γκεοργκίεφσκι (όπως και δεκάδες χιλιάδες άλλοι Σκοπιανοί συμπατριώτες του), σχετικά πρόσφατα, ζήτησαν και έλαβαν την βουλγαρική υπηκοότητα.

Ο Γκεοργκίεφσκι μάλιστα, με δηλώσεις του στον σκοπιανό και στον βουλγαρικό Τύπο, εξεδήλωσε την πρόθεσή του να διορισθεί πρέσβυς της Βουλγαρίας στα Σκόπια, ασφαλώς μοναδική περίπτωση στα παγκόσμια χρονικά.

 

Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι ο ελληνομαθής Βούλγαρος ποιητής, πολιτικός και πατριώτης (πήρε μέρος σε πολλές μάχες εναντίον των Τούρκων) Πέτκο Σλαβέϊκωφ (1827-1895), υπήρξε δεδηλωμένος εχθρός του «Μακεδονισμού», με θεωρητική τεκμηρίωση και επιχειρηματολογία, που αποτυπώθηκαν κυρίως στο περίφημο άρθρο του, με τίτλο “Македонскиятвъпрос” («Το Μακεδονικό Ζήτημα»), το οποίο δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 1871 στην εφημερίδα «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», που εξέδιδε (1866-1872) ο ίδιος στην Κωνσταντινούπολη13, πριν υπάρξει η επίσημη στροφή της Βουλγαρίας προς τον «Μακεδονισμό», στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω.

Βεβαίως, όλα αυτά αγνοούνται ή ακόμα χειρότερα, παραποιούνται μονίμως από συγκεκριμένους κύκλους εθνομηδενιστών, εξέχον μέλος των οποίων είναι και ο γνωστός Τάσος Κωστόπουλοςσυνεργάτης της εφηµερίδας «Ελευθεροτυπία» και του «Ιού της Κυριακής», ο οποίος δεν δίστασε να συγγράψει σχετικό βιβλίο με τον πομπώδη τίτλο: «Η απαγορευµένη γλώσσα: Κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων στην ελληνική Μακεδονία» (Αθήνα, 2000), που έσπευσε να προβάλει με επαινετική κριτική (δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Kαθηµερινή» στις17/10/2000 με τίτλο «γλωσσική πολιτική αφοµοίωσης των σλαβόφωνων»), ο επίσης γνωστός και μη εξαιρετέος κ. Σπύρος A. Μοσχονάς, γλωσσολόγος του Πανεπιστημίου Αθηνών!

Κλείνοντας, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε και να τονίσουμε για μια ακόμα φορά ότι το ιδίωμα των Ελλήνων γηγενών της Μακεδονίας δεν έχει καμία σχέση με την επίσημη, δήθεν «μακεδονική» γλώσσα (που κατασκευάστηκε με βάση την διάλεκτο της περιοχής Μοναστηρίου–Βελεσών) του Σκοπιανού κράτους και η οποία εκσερβίστηκε συστηματικά, ώστε να αλλοιωθούν τα βουλγαρικά χαρακτηριστικά της. Το πρώτο υπήρξε μια βοηθητική γλώσσα που ξεκίνησε ως πίτζιν και εξελίχθηκε σε Κρεολή, ενώ η δεύτερη είναι «μια διάλεκτος εξοπλισμένη με στρατό και ναυτικό», όπως προαναφέραμε, και η οποία εξελίσσεται σε μια πλήρη γλώσσα με την στήριξη όλων των μηχανισμών του κράτους των Σκοπίων.

Αντίστοιχη με τα γλωσσικά ήταν και η πορεία των καταπιεστικών μέτρων «εκμακεδονισμού», που εφαρμόστηκαν στον πληθυσμό της περιοχής επί Τιτοϊκού καθεστώτος.

ΣτοβιβλίοτουHugh Poulton: Who are the Macedonians? (C. Hurst&Co. PublishersLondon 20002), αναφέρονται τεκμηριωμένα οι πολυάριθμες ομαδικές δίκες, εκτελέσεις, εκτοπίσεις κ.λπ. εις βάρος των φιλοβουλγαρικών στοιχείων της περιοχής των Σκοπίων, με στόχο να αποκτήσουν «μακεδονική» συνείδηση.

Ανάλογα ήσαν τα μέτρα και εις βάρος του ελληνικού στοιχείου της περιοχής (κυρίως βλαχόφωνοι της Πελαγονίας), το οποίο εξαφανίστηκε ως δια μαγείας από τις επίσημες στατιστικές και αναφορές, υπό την ανοχή των ελληνικών κυβερνήσεων της εποχής εκείνης οι οποίες απέφευγαν συστηματικά να δυσαρεστήσουν τον ηγέτη της Γιουγκοσλαβίας και προστατευόμενο των Αμερικάνων, «Στρατάρχη» Τίτο.

Σήμερα, το ιλαροτραγικό στοιχείο της υπόθεσης, αλλά εξ ίσου επικίνδυνο (λόγω της ανάμειξης του αμερικανικού παράγοντα), συνιστούν οι αιτιάσεις κάποιων φερέφωνων των Σκοπίων, οι οποίοι θρασύτατα απαιτούν να ανοίξουν σχολεία για να διδάσκεται η Σκοπιανή γλώσσα στα παιδιά κάποιας «μακεδονικής εθνότητας», που αποτελεί δήθεν μια καταπιεζόμενη μειονότητα στην Ελλάδα. Το ανησυχητικό στην περίπτωση αυτήν είναι ότι οι πολιτικοί των Αθηνών, ανοίγουν αλληλογραφία για το θέμα αυτό με τον ελληνικής καταγωγής Σκοπιανό πρωθυπουργό Γκρουέφσκι, αντί να απαιτήσουν «εδώ και τώρα» την διεξαγωγή διεθνούς έρευνας για την τύχη των Ελλήνων της περιοχής του σημερινού κράτους των Σκοπίων.

 
 

Προσωπικά, είμαι περίεργος να διαπιστώσω ποια ακριβώς γλώσσα προτείνουν οι υποστηρικτές και θιασώτες αυτής της πρότασης να διδάσκεται στα μειονοτικά σχολεία, διότι όσον αφορά το γλωσσικό ιδίωμα που ομιλείται σε ορισμένες περιοχές παραμεθόριων Νομών της Μακεδονίας, ουδείς φαντάζομαι διανοείται να στείλει τα παιδιά του σε ένα τέτοιο σχολείο, για πολλούς και προφανείς λόγους και το όλο θέμα μάλλον αποτελεί ένα κακόγουστο αστείο. Εάν όμως οι Σκοπιανοί εννοούν την διδασκαλία της κατασκευασμένης γλώσσας τους, τότε το θράσος τους ξεπερνάει κάθε όριο. Αναρωτιέμαι, πόσοι άραγε, ακόμα και από τους φανατικότερους σκοπιανολάγνους, θα έστελναν τα παιδιά τους να μάθουν τα πρακτικώς άχρηστα Σκοπιανά (την δήθεν «Μακεδονική» γλώσσα), αντί μιας οποιασδήποτε χρήσιμης δυτικοευρωπαϊκής γλώσσας ή ακόμα και της Ρωσσικής, της Βουλγαρικής, της Σερβικής ή της Τουρκικής;

Ας σταματήσει λοιπόν αυτή η «εκ του πονηρού» συζήτηση περί «μακεδονικής» μειονότητας, που το «κακό» ελληνικό κράτος την καταπιέζει και δεν επιτρέπει στα μέλη της να μιλούν την «γλώσσα» τους. Το γλωσσικό ιδίωμα (και όχι γλώσσα) που ομιλείται σε ελάχιστες πλέον περιοχές της Μακεδονίας, αποτελεί για μας τους γηγενείς μια πολιτιστική κληρονομιά και για κάποιους άλλους Έλληνες ένα αξιοπερίεργο φαινόμενο.

Δυστυχώς, από την στιγμή που το ιδίωμα αυτό ξεπεράστηκε ιστορικά και έχασε την χρησιμότητά του, θα ακολουθήσει την τύχη όλων των αντίστοιχων βοηθητικών γλωσσών. Σε κάποια απομονωμένα χωριά ίσως εξακολουθήσει να μιλιέται για μια ή και δυο γενιές ακόμα, αλλά η κατάσταση δεν είναι αναστρέψιμη. Προσωπικά, λυπάμαι που θα χαθεί ένα πολιτιστικό στοιχείο της περιοχής, όπως λυπάμαι που γκρεμίστηκαν ένα σωρό θαυμάσια οικήματα και στην θέση τους υψώθηκαν κακόγουστες πολυκατοικίες, αλλά προβληματίζομαι συχνά αν μπορούσε να γίνει κάτι διαφορετικό. Είναι το τίμημα της εξέλιξης, της κακής εξέλιξης αν θέλετε, αλλά δεν νομίζω ότι υπήρχε εναλλακτική λύση. Το ίδιο συμβαίνει και με τα βλάχικα, τα αρβανίτικα, τα τσακώνικα και σε μικρότερο βαθμό με τα ποντιακά. Η ζωή όμως συνεχίζεται…

 
                                                                                                Δ.Ε.Ε.
 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
 

(1Ausbausprache = «Aναβαθμισμένη γλώσσα» ή «Επίσημη γλώσσα». Είναι η γλώσσα, η οποία χρησιμοποιείται επίσημα στην κρατική γραφειοκρατία, στα ΜΜΕ κ.λπ. και διδάσκεται στα Σχολεία. Οι τυχόν άλλες ποικιλίες αυτής της γλώσσας, διάλεκτοι ή ιδιώματα (ντοπιολαλιές) χρησιμοποιούνται στην καθημερινή ομιλία «ανεπίσημα» σε τοπικό επίπεδο, όπως π.χ. στην Ελλάδα, τα ποντιακά, η κρητική διάλεκτος κ.λπ.

Abstandsprache = «Απομακρυσμένη γλώσσα», ονομάζεται μια γλωσσική ποικιλία, σε σχέση με μια άλλη, όταν οι δύο αυτές γλώσσες είναι τόσο διαφορετικές ώστε είναι αδύνατον η μία να θεωρηθεί διάλεκτος της άλλης: π.χ. η επίσημη Ισπανική (Καστιλιάνικη) είναι σε σχέση με την Βασκική γλώσσα «Απομακρυσμένη γλώσσα» και το ίδιο η Βασκική σε σχέση με την Ισπανική. Το σλαβογενές ιδίωμα των περιοχών της Κεντρικο-Δυτικής Μακεδονίας σε σχέση με τα Ελληνικά θεωρείται Abstandsprache, παρ’ όλο που δύσκολα μπορεί να καταγραφεί ως πλήρης γλώσσα.

Dachsprache = «Γλώσσα–σκεπή» κυριολεκτικά ή «γλώσσα–ομπρέλα». Είναι η γλώσσα εκείνη, που μέσα σε ένα «γλωσσικό συνεχές», χρησιμεύει ως βασική γλώσσα, ένα είδος Ausbausprache, επίσημης γλώσσας. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί η λεγόμενη «σύγχρονη επίσημη Αραβική» (Modern StandardArabic), σε σχέση με τις διάφορες αραβικές διαλέκτους που ομιλούνται στον Αραβικό κόσμο, παρ’ όλο που κάποιες από αυτές τις διαλέκτους είναι τόσο διαφορετικές, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν Abstandspache, όπως π.χ. η καθομιλούμενη Αραβική στην Αίγυπτο σε σχέση με την «σύγχρονη επίσημη Αραβική» ή «λόγια Αραβική».

 

(2Η Λίγκουα Φράγκα προέκυψε στα λιμάνια της ανατολικής Μεσογείου ως γλώσσα συναλλαγής μεταξύ εμπόρων και εμπορευομένων και ήταν ένα μίγμα Γαλλικών, Ιταλικών, Ισπανικών, Ελληνικών, Αραβικών και Tουρκικών λέξεων, με υποτυπώδη γραμματική και συντακτικό. Αργότερα ο όρος χρησιμοποιήθηκε για να υποδηλώσει μια πλήρη γλώσσα, την οποία χρησιμοποιούσαν διαφορετικοί γλωσσικά πληθυσμοί για εμπορικούς, διπλωματικούς κ.λπ. λόγους. Η Ελληνική γλώσσα ήταν η Λίγκουα Φράγκα της Μέσης Ανατολής και της Ν.Α. Ευρώπης στην διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων, αλλά και του Βυζαντίου, ενώ αντίστοιχα η Λατινική της Δυτικής Ευρώπης. Η Γαλλική ήταν μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Λίγκουα Φράγκα της Διπλωματίας, για να εκτοπιστεί από την Αγγλική στην συνέχεια, η οποία έγινε Λίγκουα Φράγκα σήμερα σε πολλούς τομείς παγκοσμίως.

 
 

(3) Βλ. Λίνου Πολίτη: «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας»Μ.Ι.Ε.Τ. Αθήνα 1980 –   Εισαγωγή, σελ. 17 όπου αναφερόμενος στην χρήση λατινικών χαρακτήρων για την καταγραφή της ελληνικής γλώσσας επισημαίνει ότι: «…το σύστημα χρησιμοποιήθηκε και από την Παπική προπαγάνδα για τους Έλληνες Καθολικούς των νησιών (φραγκοχιώτικα)…».

 
 

(4) Η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση Κρεολής γλώσσας είναι η Τοκ Πίσιν (TokPisin), η οποία ξεκίνησε τον 19ο αιώνα ως ιδίωμα pidgin στην Παπούα–Νέα Γουϊνέα με βάση την Αγγλική και ανάμειξη ιθαγενών λέξεων και σε μικρότερη έκταση Γερμανικών και Πορτογαλικών. Χρησιμοποιήθηκε ως Λίγκουα Φράγκα στο νησί και κατέληξε να γίνει η μητρική γλώσσα των ιθαγενών, εξελισσόμενη πλέον σε μια σύγχρονη και πλήρη γλώσσα, με την βοήθεια και την επίσημη κρατική στήριξη των κυβερνήσεων της Παπούα-Νέας Γουϊνέας. Η ονομασία Τοκ Πίσιν προέκυψε από την έκφραση tokpisin (talkpidgin) = ομιλώ πίτζιν, στο ιδίωμα αυτό. Υπενθυμίζω σχετικά, ότι οι φυλές των Παπούα, περίπου 8,5 εκατομ. σήμερα, στο τεράστιο αυτό νησί (με έκταση πάνω από 885.000 τετρ. χλμ. δηλ. υπερεξαπλάσια της Ελλάδος) στα βόρεια της Αυστραλίας, ομιλούν περίπου 750 διαφορετικές γλώσσες. Ορισμένες από τις φυλές τους υπήρξαν στο παρελθόν διαβόητοι καννίβαλοι. Το νησί είναι χωρισμένο στην μέση και το μεν ανατολικό τμήμα αποτελεί το ανεξάρτητο (από το 1975) κράτος της Παπούα-Νέας Γουϊνέας, ενώ το δυτικό τμήμα αποτελεί επαρχία της Ινδονησίας.

 
 

(5Αξίζει να σημειωθεί ότι στα Βουλγάρικα ο Δήμαρχος μιας πόλης λέγεται кмет (κμετ), στα Σρβοκροατικά Γκραντονάτσαλνικ (=αρχηγός, επικεφαλής της πόλης) και στα Σκοπιανά, με μετάθεση του τόνου, Γκραντονατσάλνικ. Και οι δύο λέξεις είναι παντελώς άγνωστες στο τοπικό ιδίωμα του βορειοελλαδικού χώρου. Επί τουρκοκρατίας, σύμφωνα με πληροφορίες, χρησιμοποιούσαν την τουρκική λέξη Μπέη (bey = κυβερνήτης, άρχοντας), μπέης.

 
 

(6Το περίφημο «Τετράγλωσσον Λεξικόν» (1793) του Δανιήλ Μοσχοπολίτη στην Ελληνική, Αλβανική, Αρωμουνική και Σλαβική, όπου η Σλαβική αντιπροσωπεύεται από το σλαβικό ιδίωμα της Αχρίδος, κατ’ άλλους μεν μία δυτικοβουλγαρική διάλεκτο, κατ’ άλλους δε (Σκοπιανούς) μια πρώτη μορφή της «σλαβομακεδονικής». Αυτό ακριβώς το ιδίωμα ήταν που χρησιμοποιήθηκε ως γλωσσικό υπόστρωμα για την διαμόρφωση του μακεδονικού pidgin.

 
 

(7Η σύγχρονη Βουλγαρική γλώσσα διακρίνεται διαλεκτολογικά σε δύο, κατά βάση, μεγάλες ομάδες διαλέκτων, τις Ανατολικές και τις Δυτικές, αλλά υπάρχει και μια μικρή Ομάδα ιδιωμάτων, η Βορειοανατολική. Ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία διάκρισης μεταξύ των Βουλγαρικών διαλέκτων είναι η προφορά ενός συγκεκριμένου φωνήεντος, το οποίο είναι γνωστό ως «πριμενλίβο Я (μεταβλητό για)» και το οποίο προέρχεται από την εξέλιξη ενός αρχαιοβουλγαρικού φθόγγου. Ο φθόγγος αυτός, στο παλιό κυριλλικό αλφάβητο αποτυπωνόταν με το γράμμα ѣ, το γιατ (ЯТЬ), όπως ονομαζόταν στην αρχαία βουλγαρική ή ε-τβόϊνο (Е-ДВОйнО δηλ. διπλό ε), στην νεοβουλγαρική και καταργήθηκε με την μεταρρύθμιση του 1945.

Στις δυτικές βουλγαρικές διαλέκτους λοιπόν, το «μεταβλητό για» προφέρεται πάντοτε ως ε (το ελληνικό έψιλον), π.χ. БЕЛ (μπελ = λευκός, άσπρος – ενικός αριθμός) – БЕЛИ (μπέλι = λευκοί, άσπροι – πληθ. αριθμός), ενώ στις ανατολικές ως για (БЯЛ – БЯЛИ, μπιαλ – μπιάλι). Στα Βορειοανατολικά ιδιώματα το «μεταβλητό για» προφέρεται σύμφωνα με τους κανόνες της λογίας βουλγαρικής γλώσσας, δηλαδή μεταβάλλεται ανάλογα με τις μορφολογικές αλλαγές της λέξης (БЯЛ – БЕЛИ, μπιαλ – μπέλι). Έτσι π.χ. την λέξη ХЛЯБ (χλιάμπ = ψωμί), στην ανατολική Βουλγαρία προφέρεται «χλιάμπ», ενώ στην δυτική «χλέμπ» και στο τοπικό ιδίωμα της Μακεδονίας «λεπ».

 
 

(8) Βλ. σχετικά την ανεκτίμητη καταγραφή, που περιλαμβάνεται στην εργασία του αείμνηστου Εδεσσαίου δάσκαλου Γεωργίου Δ. Γεωργιάδη, με τίτλο: «Το μιξόγλωσσον εν Μακεδονία ιδίωμα» – Έδεσσα, 1948.

 
 

(9) Για παράδειγμα, οι τρεις συζυγίες του ρήματος (στην επίσημη βουλγαρική γλώσσα), συγχωνεύθηκαν σε μία, επήλθαν φωνητικές απλοποιήσεις κ.λπ..

 
 

(10) Βλ. για παράδειγμα σχετικές αναφορές στο κλασσικό έργο του ανθρωπολόγου Άρη Ν. Πουλιανού: «Η προέλευση των Ελλήνων» Αθήνα 1968. Στην εθνογενετική αυτή έρευνα ο Άρης Πουλιανός αναφέρει ότι «…πολλοί Βλάχοι του Μπούφι και της Κεντρικής Μακεδονίας, που τώρα τελευταία άρχισαν να μιλάνε σλάβικα ή που η διάλεκτός τους έχει επηρεαστεί από τη σλάβικη, όπως σε μερικά χωριά του Καϊμακτσαλάν, παραδέχονται ότι οι πρόγονοί τους σε παλιότερες εποχές μιλούσαν μόνο βλάχικα…».

 
 

(11Αυτά τα τραγούδια που κυκλοφορούν σήμερα είναι κατά 90% σκοπιανά μεταπολεμικά κατασκευάσματα και τα οποία «λανσάρονται» ως Makedonskinarodnipesni, δηλ. ως «Μακεδονικά» δημοτικά (σε ακριβή μετάφραση «λαϊκά») τραγούδια.. Όσο για τα πολύ της μόδας τελευταίως «χάλκινα», είναι μια άλλη ενδιαφέρουσα ιστορία, που αξίζει να ασχοληθούν κάποιοι ειδικότεροι από εμένα. Οφείλω να σημειώσω ότι προ ετών, Έλληνες πανεπιστημιακοί «ερευνητές», αγνοώντας σχεδόν τα πάντα, ηχογράφησαν κάποια από αυτά, πιστεύοντας ότι συλλέγουν σπάνιο λαογραφικό υλικό!

 
 

(12)Βλ.λεπτομέρειες στην προαναφερθείσα εργασία «Το μιξόγλωσσον…» ό.π. σελ. 12-16.

 

(13) «…We have many times heard from the Macedonists that they are not Bulgarians but Macedonians, descendants of the Ancient Macedonians, and we have always waited to hear some proofs of this, but we have never heard them. The Macedonists have never shown us the bases of their attitude. They insist on their Macedonian origin, which they cannot prove in any satisfactory way. We have read in the history that in Macedonia existed a small nation – Macedonians; but nowhere do we find in it neither what were those Macedonians, nor of what tribe is their origin, and the few macedonian words, preserved through some greek writers, completely deny such a possibility. In addition to this, after Macedonia was subdued by the Romans, there is no remembrance of those Macedonians any further. We can find in their areas all kinds of other nations, except for the Macedonians, who solely we don’t find…”.

Петко Славейков Македония” 1871
 

[…Έχουμε ακούσει πολλές φορές από τους Μακεδονιστές ότι δεν είναι Βούλγαροι, αλλά Μακεδόνες, απόγονοι των Αρχαίων Μακεδόνων, και εμείς πάντοτε περιμένουμε να ακούσουμε κάποιες αποδείξεις γι’ αυτό, αλλά ποτέ δεν τις ακούσαμε. Οι Μακεδονιστές ποτέ δεν μας επέδειξαν τις βάσεις για την στάση τους. Επιμένουν στην Μακεδονική καταγωγή τους, την οποία δεν μπορούν να αποδείξουν με κάποιον ικανοποιητικό τρόπο. Έχουμε διαβάσει στην Ιστορία ότι στην Μακεδονία υπήρχε ένα μικρό έθνος – οι Μακεδόνες, αλλά πουθενά δεν βρίσκουμε σ’ αυτήν τι ήσαν αυτοί οι Μακεδόνες, ούτε από ποιο φύλο κατάγονταν και οι λίγες μακεδονικές λέξεις, που διασώθηκαν από κάποιους (αρχαίους) Έλληνες συγγραφείς, απορρίπτουν αυτήν την πιθανότητα. Επί πλέον, μετά την υποταγή της Μακεδονίας στους Ρωμαίους, δεν υπάρχει πια ανάμνηση αυτών των Μακεδόνων. Μπορούμε να βρούμε στις περιοχές τους όλα τα είδη των άλλων εθνών, εκτός από Μακεδόνες, που μόνον αυτούς δεν βρίσκουμε…].

                                                                     Πέτκο Σλαβέϊκωφ, εφημ. «Μακεδονία» 1871

 
 
 
         Έδεσσα, Αύγουστος 2008
Δ.Ε.Ε.