Σελίδες

Σελίδες

Σεραφείμ Ρόουζ : Η αποκάλυψη του Θεού στην ανθρώπινη καρδιά -4. Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ! - Serafim Rouz: Zbulimi i Perëndisë në zemrën njerëzore -4. RILINDJA!!

 




4. Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ



Τώρα θα ήθελα να πω ένα λόγο για έναν άνθρωπο πιο απλό, ονόματι Γιούρι Μασκώβ, ο οποίος αφηγείται την μεταστροφή του στη Ρωσία. Εξορίστηκε δια της βίας από τη Ρωσία πριν από τρία χρόνια και, ενώ ήταν στην αρχή των 40 χρόνων του, έπαθε καρκίνο και πέθανε πέρυσι. Μόλις τρεις μήνες αφ’ ότου έφτασε σ’ αυτή τη χώρα, έδωσε μια ομιλία στην οποία είπε πως ήρθε στην πίστη: πως δηλαδή αποκαλύφθηκε σ’ αυτόν ο Θεός μέσα από αυτά που υπέφερε. Είχε προσκληθεί να μιλήσει σε μια ρωσική συνδιάσκεψη στο New Jersey το 1978, κι όταν άρχισε να μιλά είπε στον κόσμο ότι πριν έρθει εκεί, δεν ήξερε τι επρόκειτο να πει.

«Ήμουν αναστατωμένος», είπε. «Μου φαινόταν ότι δεν είχα τίποτα να σας πω. Το πρώτο ήμισυ της ζωής μου ήμουν μαθητής, και το δεύτερο ήμισυ το πέρασα στις φυλακές και στα πολιτικά στρατόπεδα συγκέντρωσης των Γκουλάγκ. Πραγματικά, τι μπορώ να πω σε ανθρώπους που είναι πιο μορφωμένοι από μένα, πιο λόγιοι, κι ακόμα καλύτερα πληροφορημένοι για τα γεγονότα στη Σοβιετική Ένωση;»

Εδώ μπορούμε να δούμε μια αντίθεση μ’ αυτό που συμβαίνει στη Δύση. Είναι αλήθεια ότι πολλοί άνθρωποι στη Δύση μεταστρέφονται στην Ορθοδοξία. Συνήθως έχουν μια ευρεία θεωρητική γνώση της Ορθοδοξίας, αλλά όχι αυτή την εμπειρία του πόνου και του να πρέπει πραγματικά να πληρώσεις γι’ αυτό που αποκτάς. Ο Γιούρι, από την άλλη μεριά, δεν μιλά μέσα από βιβλία, αλλά μέσα από τη δική του εμπειρία.

«Γι’ αυτό», λέει ο Γιούρι, «αποφάσισα να μη γράψω την ομιλία μου, αλλά να πω ό,τι έβαζε στην ψυχή μου ο Θεός. Και τότε, καθώς ερχόμασταν γρήγορα από το Μπρίτζπορτ του Κοννέκτικατ μέσα σε μια θαυμάσια αμαξοστοιχία κατά μήκος του εκπληκτικού δρόμου στη μέση μιας πλούσιας φύσης, κατάλαβα ότι όλη η πνευματικά μαρτυρική ζωή μου στον κομμουνιστικό ‘’παράδεισο’’, το μονοπάτι μου από τον αθεϊσμό και το μαρξισμό στην Ορθόδοξη πίστη... είναι η μόνη πολύτιμη πληροφορία που μπορεί να σας ενδιαφέρει . Η ζωή μου είναι ενδιαφέρουσα εφ’ όσον είναι μια σταγόνα στον ωκεανό της ρωσικής θρησκευτικής αναγέννησης».

Κατόπιν ο Γιούρι λέει για τη ζωή του; «Γεννήθηκα τη ματωμένη χρονιά του 1937 στο χωριό Κλίσεβ, τριάντα μίλια από τη Μόσχα... Ο πατέρας μου, επαγγελματίας σιδεράς, πέθανε στον πόλεμο και δεν τον θυμάμαι∙ η μητέρα μου, που δούλευε σε διάφορες δουλειές, ήταν, νομίζω, αδιάφορη θρησκευτικά. Η γιαγιά μου είναι αλήθεια ότι ήταν πολύ θρησκευόμενη» (Για την ακρίβεια, στη Ρωσία θα βρείτε σχεδόν πάντα μια γιαγιά ή μητέρα που είναι θρησκευόμενη και συχνά φέρνει την οικογένεια πίσω στην πίστη). «...Αλλά δεν είχε εξουσία στα μάτια μου γιατί ήταν εντελώς αγράμματη. Φυσικά βαπτίσθηκα σαν παιδί, αλλά κατά τα σχολικά μου χρόνια έβγαλα το σταυρό μου και μέχρι τα 25 μου χρόνια ήμουν ένας πεπεισμένος αθεϊστής.

Αφού τελείωσα το επτατάξιο (δημοτικό) σχολείο, είχα την καλή τύχη να μπω στο Γυμνάσιο Τέχνης και Βιομηχανίας της Μόσχας, κι εκεί σπούδασα τα πέντε από τα επτά χρόνια. Έτσι, εξωτερικά η ζωή μου είχε αρχίσει πολύ επιτυχημένα... Με τον καιρό θα έπαιρνα το δίπλωμα του καλλιτέχνη και θα μπορούσα να εργαστώ οπουδήποτε ήθελα».

Αυτή είναι μια τυπική Σοβιετική ακαδημαϊκή βιογραφία. ΢τη Σοβιετική Ένωση, παίρνουν την ακαδημαϊκή ζωή πολύ στα σοβαρά: αν περάσεις κερδίζεις ένα ανοιχτό εισιτήριο σε πολλά καλά πράγματα στη σοβιετική ζωή και αν αποτύχεις βρίσκεις μια δουλειά όπως οδοκαθαριστής.

«Αλλά η βαρετή σοβιετική ζωή και η έλλειψη πνευματικής ικανοποίησης», συνεχίζει ο Γιούρι, «δεν μου έδινε ειρήνη, και κάπου στα τέλη του 1955, στα 19 μου χρόνια, συνέβη ένα γεγονός εξωτερικά ασήμαντο, το οποίο πάντως το συμβάν έγινε στην ψυχή μου και συνίστανται στο γεγονός ότι κατάλαβα σε τι είδους κοινωνία ζούσα. Παρ’ όλη την απροκάλυπτη σοβιετική προπαγάνδα, κατάλαβα ότι ζούσα κάτω από ένα καθεστώς απόλυτης αδικίας και απόλυτης σκληρότητας. Πάρα πολλοί φοιτητές έφταναν στο ίδιο συμπέρασμα εκείνο τον καιρό, και εν καιρώ εμφανίστηκαν αυτοί που σκέπτονταν όπως εγώ, και θεωρήσαμε όλοι καθήκον μας να πούμε στον κόσμο για την ανακάλυψή μας και να δράσουμε με κάποιον τρόπο ενάντια στο θρίαμβο του κακού. (Αυτό, φυσικά, αντανακλά την ιδεαλιστική τάση που κυριαρχεί στη νεότητα, η οποία συναντάται επίσης στο Δυτικό κόσμο.) Αλλά η μυστική αστυνομία παρακολουθεί με μεγάλη προσοχή όλους τους πολίτες των Ενωμένων Σοβιετικών Δημοκρατιών, και όταν στις 7 Νοεμβρίου του 1958 (οπότε ήμουν μόλις 21 χρονών) συγκεντρωθήκαμε σε μια οργανωτική συνάθροιση για να αποφασίσουμε σχετικά με το ερώτημα μιας ‘’υπόγειας’’ έκδοσης, έξι από εμάς συνελήφθησαν και όλοι όσοι δεν μεταμελήθηκαν δέχθηκαν την υψηλότερη ποινή για αντισοβιετική κινητοποίηση:7 χρόνια ο καθένας σ’ ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Έτσι άρχισε ένα νέο μονοπάτι στη ζωή μου.» Μέχρι εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει καθόλου θρησκευτική μεταστροφή. Ο Γιούρι είναι ακόμα ένας ιδεαλιστής νέος που ξαφνικά τον στρίμωξαν και τον έστειλαν στα Γκουλάγκ. «Όλοι μας ήμασταν τότε αθεϊστές και μαρξιστές του ευρωκομμουνιστικού στρατοπέδου. Αυτό σημαίνει ότι πιστεύαμε ότι ο μαρξισμός είναι μια αληθινή διδασκαλία που οδηγεί το λαό σ’ ένα λαμπρό μέλλον, σ’ ένα βασίλειο ελευθερίας και δικαιοσύνης, κι ότι οι εγκληματίες της Μόσχας δεν ήθελαν για κάποιο λόγο να πραγματοποιήσουν αυτή τη διδασκαλία στη ζωή. Στο στρατόπεδο συγκέντρωσης αυτή η ιδέα πέθανε και για πάντα σε όλους μας».

Εδώ δεν θα εισέλθω στο ερώτημα της φιλοσοφίας του κομμουνισμού, αλλά θα σημειώσω μόνο το γεγονός ότι ο Γιούρι έπεσε σε μια κατάσταση απελπισίας. Έχασε την πίστη σ’ αυτό που είχε πιστέψει μέσω της εκπαίδευσής του: ότι δηλαδή ο κομμουνισμός είναι μια ιδεαλιστική διδασκαλία που φέρνει ευτυχία και ειρήνη. Είδε ότι, στην πράξη, ο κομμουνισμός δεν ήταν αυτό που αξίωνε πως είναι. Τότε κάτι άρχισε να συμβαίνει στην ψυχή του. «Θα ήθελα να αποκαλύψω λίγο την πορεία της πνευματικής αναγέννησης», λέει, «έτσι ώστε να μπορείτε να δείτε πόσο αδιάκοπα ενεργεί στο ρωσικό λαό. Δεν είμαι μόνο εγώ κι όσοι ήταν μαζί μου, που διήλθαν το πνευματικό μονοπάτι από τον αθεϊσμό στη θρησκευτική πίστη. Αυτή είναι μια τυπική εκδήλωση

για τα σοβιετικά πολιτικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Τι συμβαίνει με το λαό μας; Η διεργασία της πνευματικής αναγέννησης έχει δύο στάδια. Πρώτα διακρίνουμε καθαρά την αληθινή φύση του Μαρξισμού και απελευθερωνόμαστε από οποιεσδήποτε ψευδαισθήσεις σχετικές με αυτήν. Μετά από εμβριθή και βαθυστόχαστη ανάλυση ανακαλύπτουμε ότι ο μαρξισμός στην ουσία του είναι μια σκέτη διδασκαλία ολοκληρωτισμού, που είναι μια απόλυτη σκλαβιά και κάθε κομμουνιστικό κόμμα σε οποιαδήποτε χώρα, εφ’ όσον αναλάβει την πραγμάτωση του μαρξιστικού προγράμματος, θα αναγκαστεί να επαναλάβει ό,τι έκαναν και να κάνουν οι κομμουνιστές της Μόσχας, αλλιώς θα αποκηρύξει το Μαρξισμό και τον αθεϊσμό και θα διαλυθεί. Έχοντας καταλάβει αυτή την απλή αλήθεια, χάνουμε την ιδεολογική βάση πάνω στην οποία είχαμε εναντιωθεί στη μαρξιστική σκλαβιά. Πέφτουμε σ’ ένα πνευματικό κενό, που δέρνει πίσω του μια ακόμα βαθύτερη κρίση.»

Μετά ο Γιούρι μας λέει πως αυτός ο ίδιος άρχισε να μπαίνει σ’ αυτή τη βαθιά κρίση: «Αφ’ ότου ελευθερωθήκαμε από το στρατόπεδο (δηλαδή από ποινή επτά χρόνων) οι προοπτικές μας για το μέλλον ήταν τέτοιες που δεν θα μπορούσαμε να ευχόμαστε ούτε για έναν εχθρό: είτε θα πηγαίναμε πίσω στο στρατόπεδο και θα παραμέναμε εκεί για το υπόλοιπο της ζωής μας είτε θα πεθαίναμε σε κάποια ψυχιατρική φυλακή είτε θα μας δολοφονούσε η μυστική αστυνομία χωρίς δίκη ή ανάκριση. Σ’ αυτές τις συνθήκες πνευματικής κρίσης, χωρίς διέξοδο, ανακύπτει αναπόφευκτα το πρωτεύον ερώτημα για μια κοσμοθεωρία: για ποιο λόγο ζω αν δεν υπάρχει διέξοδος; Και όταν έρχεται αυτή η τρομερή στιγμή, ο καθένας από μας νιώθει ότι ο θάνατος τον έχει πιάσει από το λαιμό: αν δεν έρθει κάποιο είδος πνευματικής απάντησης, η ζωή φτάνει σ’ ένα τέλος, γιατί χωρίς Θεό όχι μόνο «όλα επιτρέπονται», αλλά η ίδια ζωή δεν έχει αξία και νόημα, Είδα στο στρατόπεδο πως οι άνθρωποι τρελαίνονται ή έδιναν τέρμα στη ζωή τους αυτοκτονώντας. Κι εγώ ο ίδιος ένιωσα καθαρά ότι αν, σε τελευταία ανάλυση, έφτανα στο οριστικό και τελεσίδικο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει Θεός, θα ήμουν απλά υποχρεωμένος να αυτοκτονήσω, εφ’ όσον είναι αισχρό και υποτιμητικό για ένα λογικό πλάσμα να παρατείνει μια βασανιστική ζωή χωρίς νόημα. Έτσι, στο

δεύτερο στάδιο της πνευματικής αναγέννησης ανακαλύπτουμε ότι ο αθεϊσμός, αν μελετηθεί ως προς την λογική του κατάληξη, μοιραία φέρνει έναν άνθρωπο στον όλεθρο, γιατί είναι μια τέλεια διδασκαλία ανηθικότητας, κακού και θανάτου.

Ένα τραγικό τέλος (αυτοκτονία ή τρέλα) θα ήταν και το δικό μου μερίδιο αν, για καλή μου τύχη, δεν συνέβαινε, την 1η Σεπτεμβρίου το 1962, το μεγαλύτερο θαύμα στη ζωή μου. Εκείνη τη μέρα δεν συνέβη κανένα γεγονός, δεν υπήρχαν εξωτερικές επιρροές∙ συλλογιζόμουν σε απομόνωση το πρόβλημά μου: ‘’Να ζει

κανείς ή να μη ζει;’’ Εκείνον τον καιρό ήδη συνειδητοποιούσα ότι το να πιστεύεις στο Θεό ήταν σωτηριώδες.

Ήθελα πολύ να πιστέψω σ’ Αυτόν∙ αλλά δεν μπορούσα να κοροϊδέψω τον εαυτό μου: δεν είχα πίστη. Και ξαφνικά ήρθε ένα δευτερόλεπτο όταν με κάποιον τρόπο είδα για πρώτη φορά (σαν να ‘χε ανοίξει το παράθυρο ενός σκοτεινού δωματίου στον ηλιοφώτιστο δρόμο), και το επόμενο δευτερόλεπτο ήξερα ήδη με

βεβαιότητα ότι ο Θεός υπάρχει και ότι ο Θεός είναι ο Ιησούς Χριστός της Ορθοδοξίας, και όχι κάποιος άλλος θεός. Αποκαλώ τη στιγμή αυτή το μεγαλύτερο θαύμα, γιατί αυτή η ακριβής γνώση δεν ήρθε σε μένα μέσω της λογικής (αυτό του ξέρω σίγουρα), αλλά με κάποιον άλλο τρόπο, και είμαι ανίκανος να εξηγήσω αυτή τη στιγμή ορθολογιστικά... Κι έτσι από ένα τέτοιο θαύμα άρχισε η νέα πνευματική μου ζωή, η οποία με βοήθησε να αντέξω άλλα τριάντα χρόνια ζωής σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και φυλακές, μια μετανάστευση με το ζόρι, και ελπίζω να με βοηθήσει να αντέξω όλες τις δυσκολίες της ζωής ενός μετανάστη.»

«Και αυτή η ‘’στιγμή πίστης’’, αυτό το μέγιστο θαύμα, βιώνεται τώρα στη Ρωσία από χιλιάδες ανθρώπους, και όχι μόνο σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και φυλακές. Ο Ιγκόρ Ογκουρτσώφ, ιδρυτής της Χριστιανοσοσιαλιστικής Ένωσης, ήρθε στην πίστη όχι στα στρατόπεδα αλλά στο Πανεπιστήμιο. Η θρησκευτική αναγέννηση είναι ένα τυπικό φαινόμενο στη σύγχρονη Ρωσία. Καθετί πνευματικά ζωντανό αναπόφευκτα επιστρέφει στο Θεό. Και είναι απόλυτα φανερό ότι ένα τέτοιο σωτηριώδες θαύμα, παρ’ όλη την ισχύ της κομμουνιστικής πολιτικής, μπορεί να επιτελεσθεί μόνο από τον Παντοδύναμο Θεό, ο Οποίος δεν άφησε το Ρωσικό λαό σε τρομερή δυστυχία κι εντελώς ανυπεράσπιστο μπροστά σε πολλούς εχθρούς.» (Από το βιβλίο «Η Ρωσική αναγέννηση».)

Ετοίμασε Πελασγός Κορυτσάς

4. RILINDJA




Tani do të doja të them disa fjalë për një njeri më të thjeshtë, me emrin Juri Maskov, i cili rrëfen kthimin e tij në besim në Rusi. Ai u dëbua me forcë nga Rusia para tre vjetësh dhe, ndërsa ishte në fillim të të dyzetave të jetës së tij, u sëmur nga kanceri dhe vdiq vitin e kaluar. Vetëm tre muaj pasi mbërriti në këtë vend, mbajti një fjalim në të cilin tha se si ishte kthyer në besim: se Perëndia iu zbulua përmes vuajtjeve që kishte përjetuar.


Ai ishte ftuar të fliste në një konferencë ruse në New Jersey në vitin 1978 dhe, kur filloi të fliste, u tha të pranishmëve se para se të vinte atje nuk e dinte çfarë do të thoshte.


«Isha i trazuar», tha ai. «Më dukej se nuk kisha asgjë për t’ju thënë. Gjysmën e parë të jetës sime e kalova si student, dhe gjysmën e dytë në burgje dhe në kampet politike të përqendrimit të Gulagut. Në të vërtetë, çfarë mund t’u them njerëzve që janë më të arsimuar se unë, më të ditur dhe madje më të informuar për ngjarjet në Bashkimin Sovjetik?»


Këtu mund të shohim një kontrast me atë që ndodh në Perëndim. Është e vërtetë se shumë njerëz në Perëndim kthehen në Orthodhoksi. Zakonisht ata kanë një njohuri të gjerë teorike për Orthodhoksinë, por jo këtë përvojë të dhimbjes dhe të shpërblimit real për atë që fiton. Juri, nga ana tjetër, nuk flet nga librat, por nga përvoja e tij.



«Prandaj», thotë Juri, «vendosa të mos e shkruaj fjalimin tim, por të them atë që Perëndia do të vendoste në shpirtin tim. Dhe atëherë, ndërsa po vinim me shpejtësi nga Bridgeport i Connecticut-it me një tren të mrekullueshëm përgjatë një rruge të mahnitshme, në mes të një natyre të pasur, kuptova se e gjithë jeta ime shpirtërisht martirike në “parajsën” komuniste, rruga ime nga ateizmi dhe marksizmi në besimin orthodhoks… është i vetmi informacion i çmuar që mund t’ju interesojë. Jeta ime është interesante vetëm për aq sa është një pikë në oqeanin e rilindjes fetare ruse.»




Pastaj Juri flet për jetën e tij:

«Kam lindur në vitin e përgjakshëm 1937 në fshatin Klishev, tridhjetë milje larg Moskës… Babai im, një farkëtar profesionist, vdiq në luftë dhe nuk e mbaj mend. Nëna ime, që punonte në punë të ndryshme, mendoj se ishte indiferente ndaj fesë. Gjithsesi gjyshja ime ishte shumë besimtare.»

(Në të vërtetë, në Rusi pothuajse gjithmonë do të gjeni një gjyshe ose një nënë besimtare, e cila shpesh e kthen familjen përsëri në besim.)

«Por ajo nuk kishte autoritet në sytë e mi, sepse ishte krejtësisht analfabete. Natyrisht u pagëzova si fëmijë, por gjatë viteve të shkollës e hoqa kryqin tim dhe deri në moshën njëzet e pesë vjeç isha një ateist i bindur.

Pasi mbarova shkollën shtatëvjeçare (filloren), pata fatin të hyj në Gjimnazin e Arteve dhe Industrisë në Moskë dhe aty studiova pesë nga shtatë vitet. Kështu, nga jashtë, jeta ime kishte filluar shumë me sukses… Me kalimin e kohës do të merrja diplomën e artistit dhe do të mund të punoja kudo që të doja.»

Kjo është një biografi tipike akademike sovjetike. Në Bashkimin Sovjetik jeta akademike merret shumë seriozisht: nëse arrin sukses, fiton një biletë të hapur për shumë gjëra të mira në jetën sovjetike, dhe nëse dështon, gjen një punë si pastrues rruge.




«Por jeta e mërzitshme sovjetike dhe mungesa e kënaqësisë shpirtërore», vazhdon Juri, «nuk më jepnin paqe. Diku nga fundi i vitit 1955, në moshën nëntëmbëdhjetë vjeç, ndodhi një ngjarje nga jashtë e parëndësishme, por që në shpirtin tim u bë vendimtare: kuptova në çfarë shoqërie jetoja.

Pavarësisht propagandës së hapur sovjetike, kuptova se jetoja nën një regjim padrejtësie absolute dhe mizorie absolute. Shumë studentë arritën në të njëjtin përfundim në atë kohë dhe me kalimin e kohës u shfaqën edhe të tjerë që mendonin si unë. Të gjithë e konsideruam detyrë tonën t’i tregonim botës për këtë zbulim dhe të vepronim në njëfarë mënyre kundër triumfit të së keqes.»

(Kjo, natyrisht, pasqyron prirjen idealiste që sundon në rini, e cila gjendet edhe në botën perëndimore.)

«Por policia sekrete i vëzhgon me shumë kujdes të gjithë qytetarët e Bashkimit Sovjetik. Dhe, më 7 nëntor 1958 — kur isha vetëm njëzet e një vjeç — u mblodhëm në një takim organizativ për të vendosur mbi çështjen e një botimi “të fshehtë”, gjashtë prej nesh u arrestuan dhe të gjithë ata që nuk u penduan morën dënimin më të lartë për veprimtari antisovjetike: shtatë vjet secili në një kamp përqendrimi.

Kështu filloi një rrugë e re në jetën time.»




Deri në këtë pikë duhet të theksohet se nuk ka ende asnjë kthim fetar. Juri është ende një i ri idealist që papritur u kap dhe u dërgua në Gulag.

«Të gjithë ne atëherë ishim ateistë dhe marksistë të kampit eurokomunist. Kjo do të thotë se besonim se marksizmi ishte një mësim i vërtetë që e çon popullin drejt një të ardhmeje të ndritshme, drejt një mbretërie lirie dhe drejtësie, dhe se kriminelët e Moskës, për ndonjë arsye, nuk donin ta zbatonin këtë mësim në jetë.Në kampin e përqendrimit kjo ide vdiq përgjithmonë për të gjithë ne.»






Nuk do të hyj këtu në çështjen e filozofisë së komunizmit, por do të shënoj vetëm faktin se Juri ra në një gjendje dëshpërimi. Ai humbi besimin në atë që kishte besuar përmes arsimimit të tij: se komunizmi ishte një mësim idealist që sillte lumturi dhe paqe. Ai pa se në praktikë komunizmi nuk ishte ajo që pretendonte të ishte.

Atëherë diçka filloi të ndodhte në shpirtin e tij.


«Do të doja të zbuloja pak rrugën e rilindjes shpirtërore», thotë ai, «që të mund të shihni se sa në mënyrë të pandërprerë vepron ajo në popullin rus. Nuk jam vetëm unë dhe ata që ishin me mua që kaluam rrugën shpirtërore nga ateizmi në besimin fetar. Kjo është një dukuri tipike në kampet politike sovjetike.


Çfarë ndodh me popullin tonë? Procesi i rilindjes shpirtërore ka dy faza.

Së pari dallojmë qartë natyrën e vërtetë të marksizmit dhe çlirohemi nga çdo iluzion lidhur me të. Pas një analize të thellë dhe serioze zbulojmë se marksizmi, në thelb, është thjesht një mësim i totalitarizmit, që është një skllavëri absolute. Çdo parti komuniste në çdo vend, nëse merr përsipër të realizojë programin marksist, do të detyrohet të përsërisë atë që kanë bërë dhe vazhdojnë të bëjnë komunistët e Moskës. Përndryshe do të duhet të heqë dorë nga marksizmi dhe ateizmi dhe do të shpërbëhet.



Duke kuptuar këtë të vërtetë të thjeshtë, ne humbasim bazën ideologjike mbi të cilën kishim kundërshtuar skllavërinë marksiste. Bie mbi ne një boshllëk shpirtëror, i cili sjell pas vetes një krizë edhe më të thellë.»

Pastaj Juri na tregon se si ai vetë hyri në këtë krizë të thellë:

«Pasi u liruam nga kampi (pas dënimit shtatëvjeçar), perspektivat tona për të ardhmen ishin të tilla që nuk do t’ia uronim as një armiku: ose do të ktheheshim përsëri në kamp dhe do të qëndronim atje për pjesën tjetër të jetës, ose do të vdisnim në ndonjë burg psikiatrik, ose do të na vriste policia sekrete pa gjyq dhe pa hetim.

Në këto kushte krize shpirtërore, pa asnjë rrugëdalje, lind në mënyrë të pashmangshme pyetja themelore e botëkuptimit: përse të jetoj nëse nuk ka rrugdalje?



Dhe kur vjen kjo çast i tmerrshëm, secili prej nesh ndien se vdekja e ka kapur për gryke: nëse nuk vjen një lloj përgjigjeje shpirtërore, jeta merr fund. Sepse pa Perëndinë jo vetëm që “gjithçka lejohet”, por vetë jeta nuk ka më vlerë dhe kuptim.

Në kamp pashë njerëz që çmendeshin ose i jepnin fund jetës duke u vetëvrarë. Edhe unë vetë ndjeva qartë se, nëse do të arrija përfundimisht në përfundimin se nuk ka Perëndi, do të isha i detyruar të vetëvritesha, sepse është e turpshme dhe poshtëruese për një qenie të arsyeshme të zgjasë një jetë torturuese pa kuptim.




Kështu, në fazën e dytë të rilindjes shpirtërore, zbulojmë se ateizmi, po të ndiqet deri në përfundimin e tij logjik, e çon patjetër njeriun në shkatërrim, sepse është një mësim i plotë imoraliteti, i së keqes dhe i vdekjes.»


Një fund tragjik — vetëvrasje ose çmenduri — do të kishte qenë edhe fati im, nëse, për fat të mirë, më 1 shtator 1962 nuk do të kishte ndodhur mrekullia më e madhe e jetës sime.

Atë ditë nuk ndodhi asnjë ngjarje, ndodhi, nuk pati asnjë ndikim nga jashtë. Po mendoja në vetmi për problemin tim: “Të jetosh apo të mos jetosh?” Në atë kohë tashmë e kuptoja se të besoje në Perëndinë ishte shpëtimtare. Doja shumë të besoja në Të, por nuk mund ta mashtroja veten: nuk kisha besim. Dhe papritur erdhi një çast kur, në njëfarë mënyre, pashë për herë të parë — sikur të ishte hapur dritarja e një dhome të errët drejt një rruge të ndriçuar nga dielli — dhe në çastin tjetër e dija tashmë me siguri se Perëndia ekziston dhe se Perëndia është Jezu Krishti i Orthodhoksisë dhe jo ndonjë tjetër “zot”.


E quaj këtë çast mrekullinë më të madhe, sepse kjo njohuri e saktë nuk erdhi tek unë përmes arsyes (këtë e di me siguri), por në një mënyrë tjetër, dhe jam i paaftë ta shpjegoj racionalisht.

Dhe kështu, nga një mrekulli e tillë filloi jeta ime e re shpirtërore, e cila më ndihmoi të përballoj tridhjetë vjet të tjera në kampe përqendrimi dhe burgje, një emigrim të detyruar dhe — shpresoj — do të më ndihmojë të përballoj edhe të gjitha vështirësitë e jetës së një emigranti.»


«Dhe ky “çast besimi”, kjo mrekulli e madhe, përjetohet sot në Rusi nga mijëra njerëz, dhe jo vetëm në kampe dhe burgje. Igor Ogurcov, themeluesi i Bashkimit të Krishterë-Socialist, përqafoi besimin jo në kamp, por në universitet.

Rilindja fetare është një fenomen tipik në Rusinë bashkëkohore. Çdo gjë që është shpirtërisht e gjallë, në mënyrë të pashmangshme kthehet te Perëndia.

Dhe është plotësisht e qartë se një mrekulli e tillë shpëtuese, pavarësisht nga fuqia e politikës komuniste, mund të kryhet vetëm nga Zoti i Plotfuqishëm, i cili nuk e ka lënë popullin rus në një mjerim të tmerrshëm dhe plotësisht të pambrojtur përballë shumë armiqve.»

(Nga libri “Rilindja Ruse”)

Përgatiti Përktheu: Pelasgos Koritsas


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ιστοσελίδα μας προάγει τον πολιτισμένο διάλογο και τη γόνιμη ανταλλαγή απόψεων. Παρακαλούμε θερμά, πριν σχολιάσετε:

Να διατηρείτε ευγένεια και σεβασμό προς όλους τους συνομιλητές.

Να αποφεύγετε προσβλητικούς ή υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς.

Να στηρίζετε τις απόψεις σας με επιχειρήματα και καλή διάθεση.

Να μην κάνετε χρήση λεκτικής βίας, ειρωνείας ή φανατισμού.

Τα σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο δεν θα δημοσιεύονται.

📌 Θυμηθείτε: η ελεύθερη έκφραση είναι πολύτιμη όταν συνοδεύεται από σεβασμό, σοβαρότητα και αληθινό ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο και την αλήθεια.

Σας ευχαριστούμε που συμβάλλετε σε έναν πολιτισμένο και δημιουργικό διάλογο.
..........................
Komentet e lexuesve
Faqja jonë promovon dialogun e qytetëruar dhe shkëmbimin e frytshëm të mendimeve. Ju lutemi, para se të komentoni:

Tregoni mirësjellje dhe respekt ndaj çdo bashkëbiseduesi.

Shmangni fjalët fyese apo përçmuese.

Mbështetni mendimet tuaja me argumente dhe frymë bashkëpunimi.

Mos përdorni gjuhë të dhunshme, ironi poshtëruese apo fanatizëm.

Komentet me përmbajtje fyese, raciste apo përçarëse nuk do të publikohen.

📌 Mbani mend: liria e shprehjes është e vlefshme vetëm kur shoqërohet me respekt, maturi dhe dashamirësi ndaj të tjerëve dhe ndaj së vërtetës.
Ju falënderojmë që kontribuoni në një dialog të qytetëruar dhe konstruktiv