|
Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ Ανάμεσα σ’ όλες τις προσευχές και τους ύμνους της Μεγάλης Σαρακοστής,
μια σύντομη προσευχή μπορεί να ονομαστεί η προσευχή της Μεγάλης Σαρακοστής. Η
Παράδοση την αποδίδει σ’ έναν από τους μεγάλους δασκάλους της πνευματικής
ζωής, τον Άγιο Εφραίμ τον Σύρο. Να το κείμενο της προσευχής: Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου, πνεύμα αργίας, περιεργίας,
φιλαρχίας και αργολογίας μη μοι δως. Τούτη η προσευχή λέγεται δύο φορές στο τέλος κάθε ακολουθίας της
Μεγάλης Σαρακοστής, από τη Δευτέρα ως την Παρασκευή. Δεν τη λέμε το Σάββατο
και την Κυριακή, όπως θα δούμε και πιο κάτω, γιατί οι ακολουθίες αυτές τις
δύο μέρες δεν έχουν το τυπικό της Σαρακοστής. Την πρώτη φορά, λέγοντας την
προσευχή, κάνουμε μια μετάνοια σε κάθε αίτηση. Έπειτα κάνουμε δώδεκα
μετάνοιες, λέγοντας: «Ελέησόν με τον αμαρτωλόν». Ολόκληρη η προσευχή
επαναλαμβάνεται με μια τελική μετάνοια στο τέλος της. Γιατί αυτή η σύντομη και απλή προσευχή κατέχει μια τόσο σημαντική
θέση στην όλη λατρεία της Μεγάλης Σαρακοστής; Διότι απαριθμεί, μ’ ένα
μοναδικό τρόπο, όλα τα αρνητικά και τα θετικά στοιχεία της μετάνοιας και
αποτελεί, θα λέγαμε, ένα «κανόνα ελέγχου» του προσωπικού μας αγώνα στην
περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής. Αυτός ο αγώνας σκοπεύει πρώτα απ’ όλα στην
απελευθέρωσή μας από μερικές βασικές πνευματικές ασθένειες, που διαμορφώνουν
τη ζωή μας και μας κάνουν πραγματικά ανίσχυρους ακόμη και για να κάνουμε αρχή
στροφής στο Θεό. Η βασική ασθένεια είναι η αργία. Είναι η παράξενη εκείνη τεμπελιά και
η παθητικότητα ολόκληρης της ύπαρξής μας, που πάντα μας σπρώχνει προς τα
«κάτω» μάλλον παρά προς τα «πάνω» και που διαρκώς μας πείθει ότι δεν είναι
δυνατό ν’ αλλάξουμε και επομένως δε χρειάζεται να επιθυμούμε την αλλαγή.
Είναι ένας βαθιά ριζωμένος κυνισμός που σε κάθε πνευματική πρόκληση απαντάει
με το «γιατί;» και καταντάει τη ζωή μας μια απέραντη πνευματική φθορά. Αυτή
είναι η ρίζα όλης της αμαρτίας, γιατί δηλητηριάζει κάθε πνευματική ενεργητικότητα
στην πιο βαθιά της πηγή. Το αποτέλεσμα της «αργίας» είναι η λιποψυχία. Είναι μια κατάσταση
δειλίας που όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας τη θεώρησαν το μεγαλύτερο κίνδυνο
της ψυχής. Η λιποψυχία, η αποθάρρυνση, είναι η ανικανότητα του ανθρώπου να
βλέπει καθετί καλό ή θετικό. Είναι η αναγωγή των πάντων στον αρνητισμό και
στην απαισιοδοξία. Είναι στ’ αλήθεια μια δαιμονική δύναμη μέσα μας, γιατί ο
Σατανάς είναι βασικά ένας ψεύτης. Ψιθυρίζει ψευτιές στον άνθρωπο για το Θεό
και για τον κόσμο· γεμίζει τη ζωή με σκοτάδι και αρνητισμό. Η λιποψυχία είναι
η αυτοκτονία της ψυχής, γιατί όταν ο άνθρωπος κατέχεται απ’ αυτή είναι
εντελώς ανίκανος να δει το φως και να το επιθυμήσει. Πνεύμα φιλαρχίας! Φαίνεται παράξενο πώς η αργία και η
λιποψυχία είναι ακριβώς εκείνα που γεμίζουν τη ζωή μας με τον πόθο της
φιλαρχίας. Μολύνοντας όλη μας την τοποθέτηση απέναντι στη ζωή, κάνοντάς την
άδεια και χωρίς νόημα, μας σπρώχνουν ν’ αναζητήσουμε αντιστάθμισμα σε μια
ριζικά λανθασμένη στάση απέναντι στα άλλα πρόσωπα. Αν η ζωή μου δεν είναι
προσανατολισμένη προς το Θεό, αν δεν σκοπεύει σε αιώνιες αξίες, αναπόφευκτα
θα γίνει εγωιστική και εγωκεντρική, πράγμα που σημαίνει ότι όλοι οι άλλοι
γίνονται τα μέσα για τη δική μου αυτοϊκανοποίηση. Αν ο Θεός δεν είναι ο
«Κύριος και Δεσπότης της ζωής μου», τότε το εγώ μου γίνεται ο κύριος και
δεσπότης μου, γίνεται το απόλυτο κέντρο του κόσμου μου και αρχίζω να εκτιμώ
καθετί με βάση τις δικές μου ανάγκες, τις δικές μου ιδέες, τις δικές μου
επιθυμίες και τις δικές μου κρίσεις. Έτσι η επιθυμία της φιλαρχίας γίνεται η
βασική μου αμαρτία στις σχέσεις με τις άλλες υπάρξεις, γίνεται μια αναζήτηση
υποταγής τους σε μένα. Δεν είναι πάντοτε απαραίτητο να εκφράζεται η φιλαρχία μου
σαν έντονη ανάγκη να διατάζω και να κηδεμονεύω τους «άλλους». Μπορεί επίσης
να εκφράζεται και σαν αδιαφορία, περιφρόνηση, έλλειψη ενδιαφέροντος,
φροντίδας και σεβασμού. Και είναι ακριβώς η «αργία», μαζί με τη «λιποψυχία»,
που απευθύνονται αυτή τη φορά προς τους άλλους. Έτσι συμπληρώνεται η
πνευματική αυτοκτονία με την πνευματική δολοφονία. Τέλος είναι η αργολογία. Απ’ όλα γενικά τα δημιουργήματα, μόνο ο
άνθρωπος προικίστηκε με το χάρισμα του λόγου. Όλοι οι Πατέρες βλέπουν σ’ αυτό
το χάρισμα την ακριβή «σφραγίδα» της θείας εικόνας στον άνθρωπο, γιατί ο
ίδιος ο Θεός αποκαλύφτηκε σαν Λόγος (Ιωάν. 1,1). Αλλά, όντας ο λόγος το
ύψιστο δώρο, έτσι είναι και ο ισχυρότερος κίνδυνος. Όπως είναι η κυρίαρχη
έκφραση του ανθρώπου, το μέσο για την προσωπική του πλήρωση, για τον ίδιο
λόγο είναι και το μέσο για την πτώση του, για την αυτοκαταστροφή του, για την
προδοσία και την αμαρτία. Ο λόγος σώζει και ο λόγος σκοτώνει, ο λόγος εμπνέει
και ο λόγος δηλητηριάζει. Ο λόγος είναι το μέσο της αλήθειας, αλλά είναι και
μέσο για το δαιμονικό ψέμα. Έχοντας μια βασικά θετική δύναμη ο λόγος, έχει
ταυτόχρονα και μια τρομακτικά αρνητική. Ο λόγος δηλαδή δημιουργεί θετικά ή
αρνητικά. Όταν αποσπάται από τη θεία καταγωγή και το θείο σκοπό του, γίνεται
αργολογία. Ενισχύει την αργία, τη λιποψυχία και τη φιλαρχία και μετατρέπει τη
ζωή σε κόλαση. Γίνεται η κυρίαρχη δύναμη της αμαρτίας. Αυτά τα τέσσερα σημεία είναι οι αρνητικοί «στόχοι» της μετάνοιας.
Είναι τα εμπόδια που πρέπει να μετακινηθούν. Αλλά μόνο ο Θεός μπορεί να τα
μετακινήσει. Ακριβώς γι’ αυτό και το πρώτο μέρος της προσευχής αυτής είναι
μια κραυγή από τα βάθη της καρδιάς του αβοήθητου ανθρώπου. Στη συνέχεια η
προσευχή κινείται στους θετικούς σκοπούς της μετάνοιας, που πάλι είναι
τέσσερις. Σωφροσύνη! Αν δεν περιορίσουμε — πράγμα που συχνά και πολύ
λανθασμένα γίνεται — την έννοια της λέξης «σωφροσύνη» μόνο στη σαρκική
σημασία της, θα μπορούσε να γίνει κατανοητή σαν το θετικό αντίστοιχο της
λέξης «αργία». «Αργία» πρώτα απ’ όλα είναι η αδράνεια, το σπάσιμο της
διορατικότητας και της ενεργητικότητάς μας, η ανικανότητα να βλέπουμε
καθολικά, σφαιρικά. Επομένως αυτή η ολότητα είναι το εντελώς αντίθετο από την
αδράνεια. Αν συνηθίζουμε με τη λέξη σωφροσύνη να εννοούμε την αρετή την
αντίθετη από τη σαρκική διαφθορά, είναι γιατί ο διχασμένος χαρακτήρας μας
πουθενά αλλού δεν φαίνεται καλύτερα παρά στη σαρκική επιθυμία, που είναι
αλλοτρίωση του σώματος από τη ζωή και τον έλεγχο του πνεύματος. Ο Χριστός
επαναφέρει την «ολότητα» (τη σωφροσύνη) μέσα μας και το κάνει αυτό
αποκαθιστώντας την αληθινή κλίμακα των αξιών, με το να μας οδηγεί πίσω στο
Θεό. Ο πρώτος και υπέροχος καρπός της σωφροσύνης είναι η ταπεινοφροσύνη.
Ήδη έχουμε μιλήσει γι’ αυτή. Πάνω απ’ όλα είναι η νίκη της αλήθειας μέσα μας,
η απομάκρυνση του ψεύδους μέσα στο οποίο συνήθως ζούμε. Μόνη η ταπεινοφροσύνη
είναι άξια της αλήθειας· μόνο μ’ αυτή δηλαδή μπορεί κανείς να δει και να
δεχτεί τα πράγματα όπως είναι και έτσι να δει το Θεό, το μεγαλείο Του, την
καλοσύνη Του και την αγάπη Του στο καθετί. Να γιατί, όπως ξέρουμε, ο Θεός
«υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν». Μετά τη σωφροσύνη και την ταπεινοφροσύνη, κατά φυσικό τρόπο,
ακολουθεί η υπομονή. Ο «φυσικός» ή «πεπτωκώς» άνθρωπος είναι ανυπόμονος,
γιατί είναι τυφλός για τον εαυτό του και βιαστικός στο να κρίνει και να
καταδικάσει τους άλλους. Με διασπασμένη, ατελή και διαστρεβλωμένη γνώση των
πραγμάτων που έχει, μετράει τα πάντα με βάση τις δικές του προτιμήσεις και
τις δικές του ιδέες. Αδιαφορεί για τον καθένα γύρω του, εκτός από τον εαυτό
του, θέλει η ζωή του να είναι πετυχημένη τώρα, αυτή τη στιγμή. Η υπομονή, βέβαια,
είναι μια αληθινά θεϊκή αρετή. Ο Θεός είναι υπομονετικός όχι γιατί είναι
«συγκαταβατικός», αλλά γιατί βλέπει το βάθος όλων των πραγμάτων, γιατί η
εσωτερική πραγματικότητά τους, την οποία εμείς με την τυφλότητά μας δεν
μπορούμε να δούμε, είναι ανοιχτή σ’ Αυτόν. Όσο πιο κοντά ερχόμαστε στο Θεό
τόσο περισσότερο υπομονετικοί γινόμαστε και τόσο πιο πολύ αντανακλούμε αυτή
την απέραντη εκτίμηση για όλα τα όντα, πράγμα που είναι η κύρια ιδιότητα του
Θεού. Τέλος, το αποκορύφωμα και ο καρπός όλων των αρετών, κάθε καλλιέργειας
και κάθε προσπάθειας, είναι η αγάπη. Αυτή η αγάπη που, όπως έχουμε πει,
μπορεί να δοθεί μόνο από το Θεό, είναι το δώρο που αποτελεί σκοπό για κάθε
πνευματική προετοιμασία και άσκηση. Όλα αυτά συγκεφαλαιώνονται στην τελική αίτηση της προσευχής του Αγίου
Εφραίμ, με την οποία ζητάμε: «...δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα και μη
κατακρίνειν τον αδελφόν μου...». Εδώ τελικά δεν υπάρχει παρά μόνο ένας
κίνδυνος: η υπερηφάνεια. Η υπερηφάνεια είναι η πηγή του κακού και όλο το κακό
είναι η υπερηφάνεια. Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι αρκετό για μένα να βλέπω τα
«εμά πταίσματα», γιατί ακόμα και αυτή η φαινομενική αρετή μπορεί να
μετατραπεί σε υπερηφάνεια. Τα πατερικά κείμενα είναι γεμάτα από προειδοποιήσεις
για την ύπουλη μορφή ψευτοευσέβειας, η οποία στην πραγματικότητα, με το
κάλυμμα της ταπεινοφροσύνης και της αυτομεμψίας, μπορεί να οδηγήσει σε μια
πραγματικά δαιμονική υπερηφάνεια. Αλλά όταν βλέπουμε τα δικά μας σφάλματα και
δεν κατακρίνουμε τους αδελφούς μας, όταν με άλλα λόγια η σωφροσύνη, η
ταπεινοφροσύνη, η υπομονή και η αγάπη γίνονται ένα σε μας, τότε και μόνο τότε
ο αιώνιος εχθρός — η υπερηφάνεια — θ’ αφανιστεί μέσα μας. Μετά από κάθε αίτηση στην προσευχή τούτη κάνουμε μια μετάνοια
(γονυκλισία). Οι μετάνοιες δεν περιορίζονται στην προσευχή του Αγίου Εφραίμ,
αλλά αποτελούν ένα από τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά ολόκληρης της λατρείας της
Μεγάλης Σαρακοστής. Εδώ πάντως το νόημά τους αποκαλύπτεται περισσότερο απ’
οπουδήποτε αλλού. Στη συνεχή και δύσκολη προσπάθεια της πνευματικής ανάρρωσης, η
Εκκλησία δεν ξεχωρίζει την ψυχή από το σώμα. Ο όλος άνθρωπος απομακρύνθηκε
από το Θεό· ο όλος άνθρωπος πρέπει να ανορθωθεί, ο όλος άνθρωπος πρέπει να
γυρίσει. Η καταστροφή της αμαρτίας υπάρχει όταν νικάει η σάρκα — το ζωώδες,
το παράλογο, η σαρκική επιθυμία μέσα μας — το πνευματικό και το θείο. Αλλά το
σώμα είναι δοξασμένο, το σώμα είναι άγιο, τόσο άγιο που ο ίδιος ο Θεός «σαρξ
εγένετο». Η σωτηρία και η μετάνοια, επομένως, δεν είναι η περιφρόνηση του
σώματος ούτε η παραμέλησή του, αλλά είναι αποκατάσταση του σώματος στην
πραγματική του λειτουργικότητα, που είναι η έκφραση και η ζωή του πνεύματος,
ο ναός της ανεκτίμητης ανθρώπινης ψυχής. Η χριστιανική ασκητική είναι αγώνας
όχι κατά αλλά υπέρ του σώματος. Γι’ αυτό το λόγο ο όλος άνθρωπος — ψυχή και
σώμα — μετανοεί. Το σώμα παίρνει μέρος στην προσευχή της ψυχής, καθώς αυτή
προσεύχεται μέσα στο σώμα και διά του σώματος. Έτσι οι γονυκλισίες, τα
«ψυχοσωματικά» δείγματα της μετάνοιας, της ταπεινοφροσύνης, της λατρείας και
της υπακοής, είναι μια ιεροτελεστία κατ’ εξοχήν της Μεγάλης Σαρακοστής. Alexanter Shcmemann-
Μεγάλη Σαρακοστή- Πορεία προς το Πάσχα, Εκδόσεις Ακρίτας, σελ. 30-34 |
LUTJA E SHËN EFREM
SIRIANIT Ndërmjet të gjitha lutjeve
dhe himneve të Kreshmës së Madhe, një lutje e shkurtër mund të quhet lutja e
Kreshmës së Madhe. Tradita ia atribuon atë njërit prej mësuesve më të mëdhenj
të jetës shpirtërore, Shën Efrem Sirianit. Ja teksti i lutjes: Zot dhe Mjeshtër i jetës
sime, mos më jep frymë përtese, kureshtjeje, lavdidashjeje dhe kotësie. Kjo lutje thuhet dy herë në
fund të çdo shërbese të Kreshmës së Madhe, nga e Hëna deri të Premten. Nuk e
themi të Shtunën dhe të Dielën, siç do ta shohim edhe më poshtë, sepse
shërbesat e këtyre dy ditëve nuk kanë tipikonë e Kreshmës. Herën e parë, duke
thënë lutjen, bëjmë një metani në çdo kërkesë. Më pas bëjmë dymbëdhjetë
metani, duke thënë: “Ki mëshirë për mua mëkatarin”. E gjithë lutja përsëritet
me një metani të fundit në fund të saj. Pse kjo lutje e shkurtër dhe
e thjeshtë zë një vend kaq të rëndësishëm në gjithë adhurimin e Kreshmës së
Madhe? Sepse numëron, në një mënyrë të veçantë, të gjitha elementet negative
dhe pozitive të pendimit dhe përbën, mund të themi, një “rregull kontrolli”
të përpjekjes sonë personale gjatë periudhës së Kreshmës së Madhe. Kjo
përpjekje synon para së gjithash në çlirimin tonë nga disa sëmundje themelore
shpirtërore, të cilat formësojnë jetën tonë dhe na bëjnë vërtet të pafuqishëm
madje edhe për të bërë fillimin e kthimit drejt Perëndisë. Sëmundja themelore është
përtesa. Është ajo përtaci e çuditshme dhe pasiviteti i tërë qenies sonë, që
gjithmonë na shtyn më tepër drejt “poshtë” sesa drejt “lart” dhe që
vazhdimisht na bind se nuk është e mundur të ndryshojmë dhe, rrjedhimisht,
nuk ka nevojë ta dëshirojmë ndryshimin. Është një cinizëm i rrënjosur thellë,
i cili ndaj çdo sfide shpirtërore përgjigjet me “pse?” dhe e katandis jetën
tonë një kalbëzim të pafund shpirtëror. Kjo është rrënja e gjithë mëkatit,
sepse helmon çdo aktivitet shpirtëror në burimin e saj më të thellë. Pasojë e “përtesës” është
ligështimi, dekurajimi. Është një gjendje frike shpirtërore, të cilën të
gjithë Etërit e Kishës e konsideruan si rrezikun më të madh të shpirtit.
Ligështimi, dekurajimi, është paaftësia e njeriut për të parë çdo gjë të mirë
apo pozitive. Është shndërrimi i gjithçkaje në negativizëm dhe pesimizëm.
Është vërtet një forcë djallëzore brenda nesh, sepse Satanai është në thelb
një gënjeshtar. Ai i pëshpërit njeriut gënjeshtra për Perëndinë dhe për
botën; e mbush jetën me errësirë dhe negativizëm. Ligështimi është vetëvrasja
e shpirtit, sepse kur njeriu pushtohet prej saj, është krejtësisht i paaftë
ta shohë dritën dhe ta dëshirojë atë. Frymë lavdidashjeje! Duket e çuditshme se si përtesa dhe
ligështimi janë pikërisht ato që e mbushin jetën tonë me dëshirën për
lavdidashje. Duke helmuar të gjithë qëndrimin tonë ndaj jetës, duke e bërë
atë bosh dhe pa kuptim, na shtyjnë të kërkojmë një kundërpeshë në një qëndrim
rrënjësisht të gabuar ndaj personave të tjerë. Nëse jeta ime nuk është e
orientuar drejt Perëndisë, nëse nuk synon vlera të përjetshme, në mënyrë të
pashmangshme ajo do të bëhet egoiste dhe egocentrike, gjë që do të thotë se
të gjithë të tjerët bëhen mjete për vetëkënaqësinë time. Nëse Perëndia nuk
është “Zoti dhe Mjeshtri i jetës sime”, atëherë Uni im bëhet zot dhe mjeshtër
i imi, bëhet qendra absolute e botës sime dhe filloj të vlerësoj gjithçka mbi
bazën e nevojave të mia, ideve të mia, dëshirave të mia dhe gjykimeve të mia.
Kështu dëshira për lavdidashje bëhet mëkati im themelor në marrëdhëniet me
qeniet e tjera, bëhet një kërkim për nënshtrimin e tyre ndaj meje. Nuk është
gjithmonë e domosdoshme që lavdidashja ime të shprehet si nevojë e fortë për
të urdhëruar dhe për të sunduar “të tjerët”. Mund të shprehet gjithashtu edhe
si indiferencë, përçmim, mungesë interesi, kujdesi dhe respekti. Dhe është
pikërisht “përtesa”, bashkë me “ligështimin”, që kësaj here drejtohen ndaj të
tjerëve. Kështu vetëvrasja shpirtërore plotësohet me vrasjen shpirtërore. Së fundi është kotësia. Nga
të gjitha krijesat në përgjithësi, vetëm njeriu u pajis me dhuratën e fjalës.
Të gjithë Etërit shohin në këtë dhuratë “vulën” e saktë të ikonës hyjnore tek
njeriu, sepse vetë Perëndia u zbulua si Fjalë (Gjon. 1,1). Por, duke qenë
fjala dhurata më e lartë, ajo është edhe rreziku më i fuqishëm. Ashtu siç përbën
shprehjen sunduese të njeriut, mjetin për përmbushjen e tij personale, po për
të njëjtën arsye është edhe mjeti i rënies së tij, i vetëshkatërrimit të tij,
i tradhtisë dhe i mëkatit. Fjala shpëton dhe fjala vret, fjala frymëzon dhe
fjala helmon. Fjala është mjeti i së Vërtetës, por është edhe mjet për
gënjeshtrën djallëzore. Duke pasur një fuqi në thelb pozitive, fjala ka
njëkohësisht edhe një fuqi tmerrësisht negative. Fjala, domethënë, krijon
pozitivisht ose negativisht. Kur shkëputet nga prejardhja e saj hyjnore dhe
qëllimi i saj hyjnor, bëhet kotësi. Ajo e forcon përtesën, ligështimin dhe
lavdidashjen dhe e shndërron jetën në ferr. Bëhet forca mbizotëruese e
mëkatit. Këto katër pika janë
“synimet” negative të pendimit. Janë pengesat që duhet të hiqen. Por vetëm
Perëndia mund t’i heqë ato. Pikërisht për këtë arsye pjesa e parë e kësaj
lutjeje është një britmë nga thellësitë e zemrës së njeriut të pafuqishëm. Më
pas lutja kalon te synimet pozitive të pendimit, të cilat përsëri janë katër. Urtësi! Nëse nuk e kufizojmë — gjë që shpesh
dhe shumë gabimisht bëhet — kuptimin e fjalës “urtësi” vetëm në domethënien e
saj trupore, ajo mund të kuptohej si e kundërta pozitive e fjalës “përtesë”.
“Përtesa”, para së gjithash, është plogështia, thyerja e mprehtësisë së të
parit dhe e veprimtarisë sonë, paaftësia për të parë gjithçka në mënyrë të
plotë dhe të gjithanshme. Prandaj kjo tërësi është krejt e kundërta e
plogështisë. Nëse jemi mësuar që me fjalën urtësi të kuptojmë virtytin e
kundërt me prishjen trupore, kjo është sepse karakteri ynë i përçarë nuk
shfaqet askund më mirë sesa në dëshirën trupore, e cila është tjetërsimi i
trupit nga jeta dhe kontrolli i shpirtit. Krishti e rikthen “tërësinë”
(urtësinë) brenda nesh dhe e bën këtë duke rivendosur shkallën e vërtetë të
vlerave, duke na udhëhequr përsëri te Perëndia. Fruti i parë dhe i
mrekullueshëm i urtësisë është përulësia. Kemi folur tashmë për të. Mbi të
gjitha, ajo është fitorja e së vërtetës brenda nesh, largimi i gënjeshtrës
brenda së cilës zakonisht jetojmë. Vetëm përulësia është e denjë për të
vërtetën; vetëm me të, domethënë, mundet dikush t’i shohë dhe t’i pranojë
gjërat ashtu siç janë dhe kështu të shohë Zotin, madhështinë e Tij, mirësinë
e Tij dhe dashurinë e Tij në çdo gjë. Ja përse, siç e dimë, Perëndia
“krenarëve u kundërvihet, por të përulurve u jep hirin”. Pas urtësisë dhe përulësisë,
në mënyrë të natyrshme, vjen durimi. Njeriu “natyror” ose “i rënë” është i
paduruar, sepse është i verbër ndaj vetvetes dhe i nxituar për të gjykuar dhe
dënuar të tjerët. Me njohjen e tij të copëzuar, të papërsosur dhe të shtrembëruar
të gjërave, ai mat gjithçka sipas parapëlqimeve dhe ideve të veta. Është
indiferent ndaj kujtdo rreth tij, përveç vetvetes; ai do që jeta e tij të
jetë e suksesshme tani, në këtë çast. Durimi, natyrisht, është një virtyt
vërtet hyjnor. Perëndia është i duruar jo sepse është “i butë”, por sepse
sheh thellësinë e të gjitha gjërave, sepse realiteti i tyre i brendshëm, të
cilin ne me verbërinë tonë nuk mund ta shohim, është i hapur për Të. Sa më
afër i afrohemi Perëndisë, aq më të durueshëm bëhemi dhe aq më shumë
pasqyrojmë këtë vlerësim të pafund për të gjitha qeniet, gjë që është vetia
kryesore e Perëndisë. Së fundi, kulmi dhe fryti i
të gjitha virtyteve, i çdo kultivimi dhe i çdo përpjekjeje, është dashuria.
Kjo dashuri, që siç kemi thënë, mund të jepet vetëm nga Perëndia, është
dhurata që përbën qëllimin e çdo përgatitjeje dhe ushtrimi shpirtëror. Të gjitha këto përmblidhen
në kërkesën përfundimtare të lutjes së Shën Efremit, me të cilën kërkojmë:
“...vlerësomë, o Zot dhe Mbret, t’i shikoj fajet e mia dhe të mos gjykoj
tim-vëlla...”. Këtu, në fund, nuk ka veçse një rrezik: krenaria. Krenaria
është burimi i së keqes dhe e gjithë e keqja është krenaria. Megjithatë, nuk
mjafton për mua të shoh “fajet e mia”, sepse edhe ky virtyt i dukshëm mund të
shndërrohet në krenari. Tekstet etërore janë të mbushura me paralajmërime për
formën e fshehtë të pseudo-besimtarisë, e cila, në të vërtetë, nën petkun e
përulësisë dhe të vetëqortimit, mund të çojë në një krenari vërtet
djallëzore. Por kur i shohim gabimet tona dhe nuk i gjykojmë vëllezërit tanë,
kur, me fjalë të tjera, urtësia, përulësia, durimi dhe dashuria bëhen një në
ne, atëherë dhe vetëm atëherë armiku i përjetshëm — krenaria — do të zhduket
brenda nesh. Pas çdo kërkese në këtë
lutje bëjmë një metani (gjunjëzim). Metanitë nuk kufizohen vetëm te lutja e
Shën Efremit, por përbëjnë një nga karakteristikat e veçanta të gjithë
adhurimit të Kreshmës së Madhe. Këtu, megjithatë, kuptimi i tyre zbulohet më
shumë se kudo tjetër. Në përpjekjen e vazhdueshme
dhe të vështirë të shërimit shpirtëror, Kisha nuk e ndan shpirtin nga trupi.
I gjithë njeriu u largua nga Perëndia; i gjithë njeriu duhet të ngrihet
përsëri, i gjithë njeriu duhet të kthehet. Shkatërrimi i mëkatit ekziston kur
mishi — kafshërorja, e paarsyeshmja, dëshira trupore brenda nesh — fiton mbi
atë që është shpirtërore dhe hyjnore. Por trupi është i lavdëruar, trupi
është i shenjtë, aq i shenjtë sa vetë Perëndia “u bë mish”. Si rrjedhim
shpëtimi dhe pendimi nuk janë përçmim i trupit, as neglizhencë ndaj tij, por
rivendosje e trupit në funksionimin e tij të vërtetë, që është shprehja dhe
jeta e shpirtit, tempulli i shpirtit njerëzor të paçmuar. Asketizmi i
krishterë është luftë jo kundër, por për trupin. Prandaj i gjithë njeriu —
shpirt dhe trup — pendohet. Trupi merr pjesë në lutjen e shpirtit, ndërsa ky
lutet brenda trupit dhe përmes trupit. Kështu gjunjëzimet, këto shenja “psikosomatike”
të pendimit, të përulësisë, të adhurimit dhe të bindjes, janë një rit i
veçantë i Kreshmës së Madhe. Alexanter Shcmemann-
Kreshma e madhe- Rrugëtim drejt Pashkës- Botimet Akritas Fq 30-34 Përktheu, Përgatiti Dr. Themistokli Bambulla |
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Η ιστοσελίδα μας προάγει τον πολιτισμένο διάλογο και τη γόνιμη ανταλλαγή απόψεων. Παρακαλούμε θερμά, πριν σχολιάσετε:
Να διατηρείτε ευγένεια και σεβασμό προς όλους τους συνομιλητές.
Να αποφεύγετε προσβλητικούς ή υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς.
Να στηρίζετε τις απόψεις σας με επιχειρήματα και καλή διάθεση.
Να μην κάνετε χρήση λεκτικής βίας, ειρωνείας ή φανατισμού.
Τα σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο δεν θα δημοσιεύονται.
📌 Θυμηθείτε: η ελεύθερη έκφραση είναι πολύτιμη όταν συνοδεύεται από σεβασμό, σοβαρότητα και αληθινό ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο και την αλήθεια.
Σας ευχαριστούμε που συμβάλλετε σε έναν πολιτισμένο και δημιουργικό διάλογο.
..........................
Komentet e lexuesve
Faqja jonë promovon dialogun e qytetëruar dhe shkëmbimin e frytshëm të mendimeve. Ju lutemi, para se të komentoni:
Tregoni mirësjellje dhe respekt ndaj çdo bashkëbiseduesi.
Shmangni fjalët fyese apo përçmuese.
Mbështetni mendimet tuaja me argumente dhe frymë bashkëpunimi.
Mos përdorni gjuhë të dhunshme, ironi poshtëruese apo fanatizëm.
Komentet me përmbajtje fyese, raciste apo përçarëse nuk do të publikohen.
📌 Mbani mend: liria e shprehjes është e vlefshme vetëm kur shoqërohet me respekt, maturi dhe dashamirësi ndaj të tjerëve dhe ndaj së vërtetës.
Ju falënderojmë që kontribuoni në një dialog të qytetëruar dhe konstruktiv