Σελίδες

Σεραφείμ Ρόουζ : Η αποκάλυψη του Θεού στην ανθρώπινη καρδιά -2. ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ!! - Serafim Rouz: Zbulimi i Perëndisë në zemrën njerëzore -2. ZBULESA!!

 


1. Η έρευνα 

2. ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

 

Αν εξετάσετε ένα βιβλίο Ορθόδοξης θεολογίας, θα διαπιστώσετε ότι η αλήθεια δεν μπορεί να βρεθεί

από τις δυνάμεις του ανθρώπου αβοήθητες. Μπορείτε να διαβάσετε τις Γραφές ή οποιοδήποτε ιερό βιβλίο και

να μην καταλάβετε καν τι λένε. Υπάρχει ένα τέτοιο παράδειγμα στο βιβλίο των πράξεων, στην ιστορία του

Αποστόλου Φιλίππου και του Αιθίοπα ευνούχου:  Τότε ο άγγελος Κυρίου είπε στον Φίλιππο: «Πήγαινε προς νότον, στο δρόμο που κατεβαίνει από την

Ιερουσαλήμ στη Γάζα (είναι δρόμος έρημος)». Και ξεκίνησε και πήγε. Ένας Αιθίοπας, ευνούχος, αξιωματικός

της Κανδάκης, της βασιλίσσης των Αιθιόπων, ο οποίος ήταν γενικός ταμίας της, είχε έλθει στην Ιερουσαλήμ

για να προσκυνήσει και επέστρεφε. Καθισμένος στο αμάξι του διάβαζε τον προφήτη Ησαΐα. Είπε τότε το

Πνεύμα στον Φίλιππο: «Πήγαινε και προσκολλήσου σ’ αυτό το αμάξι». Όταν ο Φίλιππος έφθασε κοντά, τον

άκουσε να διαβάζει τον προφήτη Ησαΐα και του είπε: «Άραγε καταλαβαίνεις αυτά που διαβάζεις;» Αυτός

είπε: «Πως να μπορέσω να καταλάβω εάν δεν με οδηγήσει κάποιος;»∙ και παρακάλεσε τον Φίλιππο να ανεβεί

και να καθίσει μαζί του. Η περικοπή της Γραφής που διάβαζε ήταν η εξής: ΢αν πρόβατο οδηγήθηκε στη

σφαγή και, όπως ο αμνός που είναι άφωνος εμπρός σ’ εκείνον που τον κουρεύει, έτσι δεν

ανοίγει το στόμα του∙ δια του πάθους του η καταδίκη έλαβε τέλος∙ την δε γενεά του ποιος

θα μπορέσει να την διηγηθεί; Διότι έφυγε η ζωή του από την γη. Τότε ο ευνούχος είπε στον

Φίλιππο: «΢ε παρακαλώ, πες μου, για ποιον το λέει αυτό ο προφήτης; Για τον εαυτό του ή για κάποιον

άλλον;» Τότε ο Φίλιππος άνοιξε το στόμα του και, ξεκινώντας από τη γραφή αυτή, του κήρυξε τη χαρμόσυνη

αγγελία περί του Ιησού. Καθώς δε προχωρούσαν στο δρόμο, έφθασαν σε ένα μέρος όπου υπήρχε νερό και

λέει ο ευνούχος, Να, νερό, τι με εμποδίζει να βαπτιστώ; Και ο Φίλιππος του είπε: Εάν πιστεύεις με όλη την

καρδιά σου, μπορείς. Εκείνος αποκρίθηκε: Πιστεύω ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Υιός του Θεού. Και διέταξε να

σταθεί το αμάξι και κατέβηκαν και οι δύο στο νερό, και ο Φίλιππος και ο ευνούχος, και τον βάπτισε. Όταν

ανέβηκαν από το νερό, το Πνεύμα του Κυρίου άρπαξε τον Φίλιππο και δεν τον είδε πλέον ο ευνούχος∙ και ο

ευνούχος συνέχισε το δρόμο του χαρούμενος.

Πράξεις Αποστόλων 8:26-39

Υπάρχουν πολλά υπερφυσικά, μυστικιστικά στοιχεία σ’ αυτό το γεγονός: ο άγγελος λέει στο Φίλιππο

που να πάει (παρ’ ότι στον Αιθίοπα φαίνεται απλά σαν μια τυχαία συνάντηση σ’ έναν έρημο δρόμο), και

αργότερα, μετά το βάπτισμα, το Πνεύμα του Κυρίου παίρνει μακριά τον Φίλιππο, που εξαφανίζεται μπροστά

στα μάτια του ευνούχου. Αλλά δεν είναι αυτό που κάνει τον ευνούχο να θέλει να βαπτιστεί και να γίνει

Χριστιανός. Είναι κάτι άλλο που τον ελκύει: όχι τα θαύματα, αλλά κάτι στην καρδιά του. Σα θαύματα,

μολονότι μερικές φορές βοηθούν κάποιον να φτάσει να πιστέψει, δεν είναι ο σωστός λόγος ν’ αποδεχθεί

κανείς τον Χριστιανισμό. Στο ίδιο βιβλίο των Πράξεων διαβάζουμε την ιστορία του Σίμωνα του μάγου, που

ήθελε να πληρώσει χρήματα για να μπει στην Εκκλησία και να κερδίσει τα δώρα του Αγίου Πνεύματος, γιατί

ήταν πολύ θεαματικά και θαυμαστά. Εξασκούσε το λίαν επικερδές «επάγγελμα» της μαγείας, σε μια εποχή

όπου όσο πιο υπερφυσικά πράγματα μπορούσε να κάνει κάποιος, τόσο περισσότερα χρήματα και κύρος

μπορούσε να αποκτήσει, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι συνέβαιναν περισσότερα τέτοια (υπερφυσικά) γεγονότα  στο Χριστιανισμό απ’ ότι στον παγανιστικό κόσμο. Όπως γνωρίζουμε από το βιβλίο των Πράξεων, το αίτημα  του Σίμωνα δεν έγινε δεκτό από τον Απόστολο Πέτρο κι αυτός είχε κακή κατάληξη, δίνοντάς μας τη λέξη  «σιμωνία» για την έννοια του να προσπαθείς να αγοράσεις τη χάρη του Θεού.

Αντιθέτως, όταν ο Φίλιππος μίλησε στον Αιθίοπα ευνούχο, κάτι στην καρδιά του ευνούχου άλλαξε.

΢τις Πράξεις διαβάζουμε ότι έφτασε να πιστέψει∙ δηλαδή η καρδιά του μαλάκωσε από την αλήθεια που

άκουσε. Οι λόγοι της Γραφής είναι πολύ ισχυροί, και όταν τους δίνεται η σωστή  ερμηνεία, κάτι στην καρδιά  διανοίγεται εάν η καρδιά είναι έτοιμη. Γι’ αυτό, ο ευνούχος δέχθηκε το Χριστό με όλη του την ψυχή∙ ήταν ένας  αλλαγμένος άνθρωπος. Αυτό δεν έγινε για χάρη των θαυμάτων, αλλά για χάρη εκείνου που ο Χριστός ήρθε  να φέρει στη γη.

Σο ίδιο μπορούμε να δούμε σ’ ένα άλλο σημείο της Καινής Διαθήκης, όταν δύο από τους μαθητές του

Χριστού βάδιζαν στο δρόμο προς Εμμαούς (κατά Λουκάν, κεφ. 24). Ο ίδιος ο Χριστός, ακριβώς την ημέρα της

Ανάστασής Σου, τους συνάντησε και προχώρησε μαζί τους, ρωτώντας τους γιατί ήταν τόσο ταραγμένοι.

Αυτοί με τη σειρά τους άρχισαν να Σον ρωτούν αν ήταν ο μόνος που δεν ήξερε τι είχε συμβεί στην  Ιερουσαλήμ. Είπαν ότι υπήρχε ένας μεγάλος προφήτης που είχε φονευθεί και μετά υπήρξαν ισχυρισμοί ότι  αναστήθηκε από τους νεκρούς∙ αλλά εκείνοι  δεν ήξεραν τι να πιστέψουν. Τότε ο Χριστός άρχισε να ανοίγει  τις καρδιές τους και να τους εξηγεί τι έλεγε η Παλαιά Διαθήκη ότι επρόκειτο να συμβεί στο Μεσσία. Όλη

εκείνη την ώρα οι μαθητές δεν Σον αναγνώριζαν, γιατί δεν ήρθε να τους καταπλήξει με σημεία και τέρατα.

Αργότερα, όταν έφτασαν στους Εμμαούς, ο Χριστός έκανε σαν να επρόκειτο να συνεχίσει πιο πέρα, και θα  έφευγε από κοντά τους χωρίς να τον αναγνωρίσουν αν δεν Σου ζητούσαν – από απλή αγάπη για ένα ξένο

που βρισκόταν σε δυσχέρεια – να περάσει τη νύχτα μαζί τους. Τελικά, όταν κάθισε μαζί τους στο τραπέζι και

έκοψε τον άρτο όπως στο Μυστικό Δείπνο, τα μάτια τους ανοίχθηκαν, είδαν ότι ήταν ο ίδιος ο Χριστός, και

τότε χάθηκε ακριβώς μπροστά στα μάτια τους. Άρχισαν να αναρωτιούνται και να θυμούνται ότι, όλη την

ώρα που Εκείνος ήταν μαζί τους, είχαν ένα φλόγισμα στην καρδιά τους, παρ’ ότι δεν Σον είχαν αναγνωρίσει

ακόμα. Αυτό που τελικά τους έκανε να αναγνωρίσουν το Χριστό ήταν αυτή η φλεγόμενη καρδιά, κι όχι απλά

το γεγονός ότι χάθηκε από μπροστά τους, γιατί αυτό μπορούν να το κάνουν επίσης και οι μάγοι. Για τον λόγο

αυτόν, δεν είναι τα θαύματα που αποκαλύπτουν πρώτα απ’ όλα το Θεό στους ανθρώπους, αλλά κάτι σχετικά

με το Θεό το οποίο αποκαλύπτεται σε μια καρδιά που είναι έτοιμη γι’ αυτό. Αυτό εννοούμε λέγοντας

«φλεγόμενη καρδιά» μέσω της οποίας οι δύο μαθητές είχαν επαφή με τον Ενσαρκωμένο Θεό.

Εδώ βλέπουμε πως προκύπτει αυτό που λέγεται αποκάλυψη: η καρδιά συγκινείται και αλλοιώνεται

από την παρουσία του Θεού, ή από κάποιον που είναι πληρωμένος με το Πνεύμα Σου, ή απλά ακούγοντας να

κηρύσσεται η αλήθεια γι’ Αυτόν. Επίσης, έτσι οι Απόστολοι είχαν τη δύναμη να πάνε σε όλη σχεδόν την

οικουμένη – στην Ινδία (και πιθανώς ακόμα μακρύτερα, στην Κίνα), στη Ρωσία στο Βορρά, όπου ζούσαν οι

Σκύθες, στη Βρετανία στη Δύση, και στην Αβησσυνία στο Νότο – με σκοπό να κηρύξουν το Ευαγγέλιο σε

όλους τους λαούς μέσα στις πρώτες δεκαετίες μετά την ανάσταση του Χριστού.

Έτσι συμβαίνει και σήμερα, μολονότι οι άνθρωποι έχουν γίνει πολύ περισσότερο αναίσθητοι και

ρηχοί πνευματικά, πολύ λιγότερο απλοί, και δεν ανταποκρίνονται τόσο εύκολα στην αλήθεια. Στην

περίπτωση του Αρχιεπισκόπου Ιωάννη, αυτοί που έρχονταν στην πίστη μέσω αυτού δεν είχαν κινηθεί πρώτα

πρώτα από τα θαύματά του, αλλά από κάτι σχετικό μ’ αυτόν που συγκινούσε τις καρδιές τους. Θα δώσω ένα

παράδειγμα από τη ζωή του, ένα γεγονός που συνέβη στη Σαγκάη, όπου ήταν επίσκοπος κατά τον Β’

Παγκόσμιο Πόλεμο. Μας το εξιστόρησε μια καλή μας φίλη που πέθανε πριν μερικά χρόνια, μια εκπαιδεύτρια

ομιλίας που λεγόταν Άννα. Όπως μας εξήγησε, η νηστεία του Αρχιεπισκόπου Ιωάννη ήταν τόσο αυστηρή,

που η κάτω σιαγόνα του έχανε δύναμη κατά τις περιόδους νηστείας και μιλούσε πολύ συγκεχυμένα. Είχε το

καθήκον να του παραδίδει μαθήματα για να ασκηθεί το σαγόνι του και να τον κάνει να μιλά λίγο

καθαρότερα. Ερχόταν σ’ αυτήν σε τακτικά διαστήματα, και όταν τελείωνε κάθε μάθημα συνήθιζε ν’ αφήσει

ένα αμερικανικό χαρτονόμισμα των είκοσι δολλαρίων. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, η γυναίκα αυτή

τραυματίστηκε και πέθαινε σ’ ένα γαλλικό νοσοκομείο στη Σαγκάη. Ήταν αργά τη νύχτα∙ έξω υπήρχε μια

τρομερή καταιγίδα, και οι επικοινωνίες στην πόλη δεν ήταν δυνατές. Αλλά εκείνη είχε μόνο μια ιδέα στην

καρδιά της. Καθώς οι γιατροί της είχαν πει ότι επρόκειτο να πεθάνει, η μόνη της ελπίδα ήταν ότι θα ερχόταν

ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης, θα της έδινε Θεία Κοινωνία και με κάποιον τρόπο θα την έσωζε. Ικέτεψε τους

ανθρώπους να του δώσουν μήνυμα, αλλά εκείνοι είπαν ότι ήταν αδύνατον. Σα τηλέφωνα δεν λειτουργούσαν

λόγω της καταιγίδας, και το νοσοκομείο (εφ’ όσον ήταν καιρός πολέμου) ήταν κλειδωμένο για τη νύχτα. Γι’

αυτό, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να φωνάξει: «Βοήθεια! Αρχιεπίσκοπε Ιωάννη έλα!» Φυσικά, οι

άνθρωποι είπαν ότι η φτωχή γυναίκα παραληρούσε, αφού δεν ήταν δυνατή η επαφή μαζί του. Αλλά εκείνη

τη νύχτα, καθώς η Άννα φώναζε αυτά τα λόγια, οι πόρτες άνοιξαν και στη μέση της καταιγίδας ο

Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης μπήκε μέσα με Θεία Κοινωνία. Ήρθε κοντά της, την εξομολόγησε, την καθησύχασε

(ήταν, φυσικά, ενθουσιασμένη), την μετέλαβε κι έφυγε.

Μετά από αυτό η γυναίκα κοιμήθηκε για 18 ώρες και, ξυπνώντας την επόμενη μέρα, ένοιωσε ότι είχε

αναρρώσει. «Πρέπει να ευθύνεται το γεγονός ότι ήρθε ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης», είπε. Ποιος Αρχιεπίσκοπος

Ιωάννης, ρώτησαν οι νοσοκόμες, λέγοντας ότι ήταν απίθανο να έμπαινε στο κλειδωμένο νοσοκομείο μια

τέτοια νύχτα. Σο πρόσωπο στο κρεββάτι δίπλα της είπε ότι κάποιος είχε στ’ αλήθεια έρθει εκεί, αλλά και πάλι

κανείς δεν την πίστευε. Άρχισε να αναρωτιέται μήπως είχε παραισθήσεις. Όμως καθώς εκείνη την ημέρα οι

νοσοκόμες έστρωναν το κρεββάτι της, ανακάλυψαν κάτω από το προσκέφαλό της ένα αμερικάνικο

χαρτονόμισμα των είκοσι δολλαρίων. «Αχά», είπε εκείνη, «αυτό είναι η απόδειξη ότι ήταν εδώ!»

Πως, μπορεί να ρωτήσει κάποιος, ήξερε ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης; Πως κατάφερε να φτάσει εκεί,

αφού ήταν απίθανο η ανθρώπινη επικοινωνία να του μεταδώσει το μήνυμα; Κάποιος μπορεί να πει ότι αυτό  του αποκαλύφθηκε, γιατί του αποκαλύφθηκαν τόσα πολλά πράγματα σαν αυτό. Αλλά πως του αποκαλύφθηκε; Γιατί σ’ αυτόν και όχι σε κάποιον άλλον; Γιατί αλήθεια αποκαλύπτεται σε κάποιους και όχι

σε άλλους; Υπάρχει κάποιο ειδικό όργανο για να δέχεται αποκαλύψεις από το Θεό; Ναι, σίγουρα υπάρχει ένα

τέτοιο όργανο, παρ’ ότι συνήθως το κλείνουμε και δεν το αφήνουμε ν’ ανοίξει: η αποκάλυψη του Θεού

δίνεται σε κάτι που λέγεται καρδιά που αγαπά. Ξέρουμε από τις Γραφές ότι ο Θεός είναι

αγάπη∙ ο Χριστιανισμός είναι η θρησκεία της αγάπης. (Μπορεί να κοιτάξετε στις αποτυχίες, να

βλέπετε ανθρώπους που αυτοαποκαλούνται Χριστιανοί και δεν είναι, και να λέτε ότι δεν υπάρχει αγάπη εκεί∙

όμως ο Χριστιανισμός είναι πράγματι η θρησκεία της αγάπης όταν έχει επιτευχθεί και ασκείται με το σωστό

τρόπο). Ο ίδιος ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός λέει ότι οι πραγματικοί μαθητές Σου

διακρίνονται πάνω από όλα για την αγάπη τους.

Αν ρωτήσετε οποιονδήποτε γνώριζε τον Αρχιεπίσκοπο Ιωάννη τι ήταν αυτό που έλκυε τους

ανθρώπους σ’ αυτόν, - και που ελκύει ακόμη ανθρώπους που δεν τον γνώρισαν ποτέ – η απάντηση είναι

πάντα η ίδια: ξεχείλιζε από αγάπη∙ θυσίαζε τον εαυτό του για τους συνανθρώπους του, από εντελώς μη

εγωϊστική αγάπη για το Θεό και γι’ αυτούς. Γι’ αυτό του αποκαλύπτονταν πράγματα τα οποία δεν

μπορούσαν να εξιχνιαστούν από τους άλλους ανθρώπους, και τα οποία δεν θα μπορούσε να είχε μάθει με

φυσικά μέσα. Ο ίδιος δίδασκε ότι, παρ’ όλο το «μυστικισμό» της Ορθόδοξης Εκκλησίας που βρίσκεται στους

βίους των Αγίων και στα γραπτά των αγίων Πατέρων, ο πραγματικά Ορθόδοξος πατά πάντα και με τα δυο

του πόδια σταθερά στη γη, αντιμετωπίζοντας οποιαδήποτε κατάσταση βρίσκεται ακριβώς μπροστά του.

Αποδέχεται τις δεδομένες καταστάσεις, πράγμα που απαιτεί μια καρδιά που αγαπά. Αυτή η καρδιά που

αγαπά είναι ο λόγος που κάποιος φτάνει στη γνώση της αλήθειας, παρ’ ότι μερικές φορές ο

Θεός πρέπει να συντρίψει και να ταπεινώσει μια καρδιά για να την κάνει δεκτική – όπως στην

περίπτωση του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος κάποτε έπνεε μένεα κατά των Χριστιανών και

τους καταδίωκε. Αλλά για το Θεό το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της ανθρώπινης

καρδιάς είναι όλα παρόντα, κι Εκείνος βλέπει που μπορεί να παρέμβει και να επικοινωνήσει.

Σο αντίθετο της καρδιάς που αγαπά και δέχεται αποκάλυψη από το Θεό, είναι ο ψυχρός υπολογισμός,

το να βγάζεις ό,τι μπορείς από τους ανθρώπους. Στη θρησκευτική ζωή αυτό παράγει απάτη και

τσαρλατανισμό κάθε είδους. Αν κοιτάξετε στο θρησκευτικό κόσμο σήμερα, βλέπετε να συμβαίνει αυτό σε

μεγάλη ευρύτητα: τόση πολλή απάτη, προσποίηση, υπολογισμός, τόση χρησιμοποίηση των ανέμων της μόδας, που φέρνουν στη μόδα πότε μια θρησκεία ή θρησκευτική συμπεριφορά, πότε μια άλλη. Για να βρεις την αλήθεια, πρέπει να κοιτάξεις βαθύτερα.

 Συνεχίζετε.... 



       1. Kërkimi

       2.    ZBULESA

 

Nëse shqyrtoni një libër të teologjisë Orthodhokse, do të zbuloni se e vërteta nuk mund të gjendet nga fuqitë e njeriut të pandihmuara. Mund të lexoni Shkrimet ose çfarëdo libri të shenjtë dhe të mos kuptoni as çfarë thonë. Ekziston një shembull i tillë në librin e Veprave, në historinë e Apostullit Filip dhe eunukut Etiopian:

Atëherë engjëlli i Zotit i tha Filipit: “Çohu dhe shko drejt jugut, në rrugën që zbret nga Jerusalemi për në Gazë (është rrugë e shkretë).” Dhe ai u nis e shkoi. Dhe ja, një njeri Etiopian, eunuk, funksionar i Kandakes, mbretëreshës së Etiopianëve, i cili ishte përgjegjësi i thesarit të saj, kishte ardhur në Jerusalem për peligrinazh dhe po kthehej. I ulur në karrocën e tij, po lexonte profetin Isaia. Atëherë Fryma i tha Filipit: “Afrohu dhe bashkohu me këtë karrocë.” Kur Filipi u afrua, e dëgjoi duke lexuar profetin Isaia dhe i tha: “A e kupton vallë atë që lexon?” Ai u përgjigj: “Si mund ta kuptoj nëse nuk më udhëzon dikush?” Dhe iu lut Filipit të ngjitej dhe të ulej me të. Pjesa e Shkrimit që po lexonte ishte kjo:

“Si dele u çua në thertore,
dhe si qengj i heshtur përpara atij që e qeth,
ashtu nuk e hapi gojën e tij;
në përuljen e tij iu hoq gjykimi;
dhe brezin e tij kush do ta tregojë?
Sepse jeta e tij u mor nga toka.”

Atëherë eunuku i tha Filipit: “Të lutem, më thuaj, për kë e thotë këtë profeti? Për veten e tij apo për ndonjë tjetër?” Atëherë Filipi hapi gojën dhe, duke filluar nga ky Shkrim, i shpalli lajmin e gëzuar për Jezusin. Ndërsa po vazhdonin rrugën, arritën në një vend ku kishte ujë, dhe eunuku tha: “Ja, ujë; çfarë më pengon të pagëzohem?” Dhe Filipi i tha: “Nëse beson me gjithë zemër, mundesh.” Ai u përgjigj: “Besoj se Jezu Krishti është Biri i Perëndisë.” Dhe urdhëroi të ndalej karroca; dhe të dy zbritën në ujë, Filipi dhe eunuku, dhe ai e pagëzoi. Kur dolën nga uji, Fryma e Zotit e rrëmbeu Filipin dhe eunuku nuk e pa më; dhe ai vazhdoi rrugën e tij i gëzuar.

(Veprat e Apostujve 8:26-39)

Ka shumë elemente të mbinatyrshme dhe mistike në këtë ngjarje: engjëlli i thotë Filipit ku të shkojë (ndonëse për Etiopianin duket thjesht si një takim i rastësishëm në një rrugë të shkretë), dhe më pas, pas pagëzimit, Fryma e Zotit e merr Filipin, i cili zhduket përpara syve të eunukut. Por nuk është kjo ajo që e bën eunukun të dëshirojë të pagëzohet dhe të bëhet i krishterë. Është diçka tjetër që e tërheq: jo mrekullitë, por diçka në zemrën e tij. Mrekullitë, megjithëse ndonjëherë e ndihmojnë dikë të arrijë në besim, nuk janë arsyeja e duhur për të pranuar Krishterimin. Në të njëjtin libër të Veprave lexojmë historinë e Simon magjistarit, i cili donte të paguante para për të hyrë në Kishë dhe për të fituar dhuntitë e Shpirtit të Shenjtë, sepse ato ishin shumë spektakolare dhe të mrekullueshme. Ai ushtronte “profesionin” shumë fitimprurës të magjisë, në një kohë kur sa më shumë gjëra të mbinatyrshme mund të bënte dikush, aq më shumë para dhe prestigj mund të fitonte, duke qenë se ndodhnin më shumë ngjarje të tilla (të mbinatyrshme) në Krishterim sesa në botën pagane. Siç dimë nga libri i Veprave, kërkesa e Simonit nuk u pranua nga Apostulli Pjetër dhe ai pati një fund të keq, duke na dhënë fjalën “simoni” për kuptimin e përpjekjes për të blerë hirin e Perëndisë.

Përkundrazi, kur Filipi i foli eunukut Etiopian, diçka në zemrën e tij ndryshoi. Në Veprat lexojmë se ai arriti të besojë; domethënë zemra e tij u zbut nga e vërteta që dëgjoi. Fjalët e Shkrimit janë shumë të fuqishme, dhe kur u jepet interpretimi i duhur, diçka në zemër hapet nëse zemra është e gatshme. Prandaj, eunuku e pranoi Krishtin me gjithë shpirtin e tij; ishte një njeri i ndryshuar. Kjo nuk ndodhi për hir të mrekullive, por për hir të asaj që Krishti erdhi të sillte në tokë.

Të njëjtën gjë mund ta shohim në një vend tjetër të Dhiatës së Re, kur dy nga dishepujt e Krishtit po ecnin në rrugën për në Emaus (sipas Lukës, kap. 24). Vetë Krishti, pikërisht ditën e Ringjalljes së Tij, i takoi dhe eci me ta, duke i pyetur pse ishin kaq të trazuar. Ata nga ana e tyre filluan ta pyesnin nëse ishte i vetmi që nuk dinte çfarë kishte ndodhur në Jerusalem. I thanë se kishte qenë një profet i madh që ishte vrarë dhe pastaj kishte pasur pretendime se ishte ngjallur prej së vdekurish; por ata nuk dinin çfarë të besonin. Atëherë Krishti filloi t’ua hapte zemrat dhe t’u shpjegonte se çfarë thoshte Dhiata e Vjetër për atë që do t’i ndodhte Mesias. Gjatë gjithë asaj kohe dishepujt nuk e njohën, sepse Ai nuk erdhi për t’i mahnitur me shenja dhe mrekulli.

Më vonë, kur arritën në Emaus, Krishti bëri sikur do të vazhdonte më tej, dhe do të ishte larguar prej tyre pa u njohur, nëse ata nuk do t’i kërkonin – nga dashuria e thjeshtë për një të huaj që ndodhej në vështirësi – të kalonte natën me ta. Më në fund, kur u ul me ta në tryezë dhe theu bukën si në Darkën e Fundit, sytë e tyre u hapën, panë se ishte vetë Krishti, dhe atëherë Ai u zhduk pikërisht përpara syve të tyre. Filluan të pyesnin veten dhe të kujtonin se, gjatë gjithë kohës që Ai ishte me ta, kishin një zjarr në zemrat e tyre, megjithëse ende nuk e kishin njohur. Ajo që më në fund i bëri ta njohin Krishtin ishte kjo zemër që digjej, dhe jo thjesht fakti që Ai u zhduk para tyre, sepse këtë mund ta bëjnë edhe magjistarët. Për këtë arsye, nuk janë mrekullitë ato që zbulojnë para së gjithash Perëndinë tek njerëzit, por diçka lidhur me Perëndinë që zbulohet në një zemër që është e gatshme për këtë. Këtë nënkuptojmë kur themi “zemër që digjet”, përmes së cilës dy dishepujt patën kontakt me Perëndinë e Mishëruar.

Këtu shohim si lind ajo që quhet zbulesë: zemra preket dhe ndryshohet nga prania e Perëndisë, ose nga dikush që është i mbushur me Frymën e Tij, ose thjesht duke dëgjuar të shpallet e vërteta për Të. Po kështu Apostujt patën fuqinë të shkonin pothuajse në të gjithë botën e njohur – në Indi (dhe ndoshta edhe më larg, në Kinë), në Rusi në Veri ku jetonin Skithët, në Britani në Perëndim, dhe në Abisini në Jug – për të predikuar Ungjillin tek të gjithë popujt brenda dekadave të para pas Νgjalljes së Krishtit.

Kështu ndodh edhe sot, megjithëse njerëzit janë bërë shumë më të pandjeshëm dhe të cekët shpirtërisht, shumë më pak të thjeshtë, dhe nuk i përgjigjen aq lehtë së vërtetës. Në rastin e Kryepeshkopit Joan, ata që erdhën në besim përmes tij nuk u lëvizën para së gjithash nga mrekullitë e tij, por nga diçka tek ai që prekte zemrat e tyre.

Do të jap një shembull nga jeta e tij, një ngjarje që ndodhi në Shangai, ku ishte peshkop gjatë Luftës së Dytë Botërore. Na e tregoi një mikeshë e mirë që vdiq disa vite më parë, një mësuese e artikulimit të quajtur Ana. Siç na shpjegoi, agjërimi i Kryepeshkopit Joan ishte aq i rreptë sa nofulla e tij e poshtme humbiste forcën gjatë periudhave të agjërimit dhe ai fliste shumë paqartë. Ajo kishte detyrë t’i jepte mësime për të ushtruar nofullën dhe për ta ndihmuar të fliste më qartë. Ai vinte tek ajo rregullisht, dhe kur mbaronte çdo mësim, zakonisht linte një kartëmonedhë amerikane prej njëzet dollarësh.

Gjatë luftës, kjo grua u plagos dhe po vdiste në një spital francez në Shangai. Ishte vonë natën; jashtë kishte një stuhi të tmerrshme dhe komunikimet në qytet nuk funksiononin. Por ajo kishte vetëm një mendim në zemër. Meqenëse mjekët i kishin thënë se do të vdiste, shpresa e saj e vetme ishte që të vinte Kryepeshkopi Joan, t’i jepte Kungimin e Shenjtë dhe në njëfarë mënyre ta shpëtonte. U lutej njerëzve t’i dërgonin një mesazh, por ata thoshin se ishte e pamundur. Telefonat nuk punonin për shkak të stuhisë dhe spitali (duke qenë kohë lufte) ishte i mbyllur për natën. Prandaj, e vetmja gjë që mund të bënte ishte të thërriste: “Ndihmë! Kryepeshkop Joan, eja!” Natyrisht, njerëzit thoshin se gruaja e shkretë po fliste në delir, sepse ishte e pamundur të kontaktohej me të.

Por atë natë, ndërsa Ana thërriste këto fjalë, dyert u hapën dhe në mes të stuhisë Kryepeshkopi Joan hyri me Kungimin e Shenjtë. U afrua pranë saj, e rrëfeu, e qetësoi (ajo ishte, natyrisht, e mbushur me gëzim), e kungoi dhe u largua.

Pas kësaj gruaja fjeti për 18 orë dhe, kur u zgjua të nesërmen, ndjeu se ishte shëruar. “Duhet të jetë për shkak se erdhi Kryepeshkopi Joan,” tha. “Cili Kryepeshkop Joan?” pyetën infermieret, duke thënë se ishte e pamundur që të hynte në spitalin e mbyllur një natë të tillë. Personi në shtratin pranë saj tha se dikush kishte ardhur vërtet atje, por përsëri askush nuk e besonte. Ajo filloi të dyshonte mos kishte pasur halucinacione. Por kur atë ditë infermieret po rregullonin shtratin e saj, zbuluan nën jastëk një kartëmonedhë amerikane prej njëzet dollarësh. “Aha,” tha ajo, “kjo është prova që ai ishte këtu!”

Si, mund të pyesë dikush, e dinte Kryepeshkopi Joan? Si arriti atje, kur ishte e pamundur që komunikimi njerëzor t’i kishte transmetuar mesazhin? Dikush mund të thotë se kjo iu zbulua, sepse atij i zbuloheshin shumë gjëra të tilla. Por si iu zbulua? Pse atij dhe jo dikujt tjetër? Pse e vërteta zbulohet tek disa dhe jo tek të tjerë? A ekziston ndonjë organ i veçantë për të marrë zbulesa nga Perëndia? Po, sigurisht që ekziston një organ i tillë, megjithëse zakonisht e mbyllim dhe nuk e lejojmë të hapet: zbulesa e Perëndisë i jepet asaj që quhet zemër që dashuron.

Ne dimë nga Shkrimet se Perëndia është dashuri; Krishterimi është feja e dashurisë. (Mund të shikoni dështimet, të shihni njerëz që e quajnë veten të krishterë dhe nuk janë, dhe të thoni se nuk ka dashuri atje; por Krishterimi është vërtet feja e dashurisë kur arrihet dhe ushtrohet në mënyrën e duhur). Vetë Zoti ynë Jezu Krisht thotë se dishepujt e Tij të vërtetë dallohen mbi të gjitha nga dashuria e tyre.

Nëse pyesni këdo që e njohu Kryepeshkopin Joan (Maksimoviç) se çfarë ishte ajo që tërhiqte njerëzit tek ai – dhe që ende tërheq njerëz që nuk e kanë njohur kurrë – përgjigjja është gjithmonë e njëjtë: ai ishte i tejmbushur me dashuri; sakrifikonte veten për bashkëqytetarët e tij, nga një dashuri plotësisht jo egoiste për Perëndinë dhe për ta. Për këtë arsye i zbuloheshin gjëra që të tjerët nuk mund t’i zbulonin dhe që nuk mund t’i kishte mësuar me mjete natyrore.

Ai vetë mësonte se, pavarësisht gjithë “misticizmi” së Kishës Orthodhokse që gjendet në jetët e Shenjtorëve dhe në shkrimet e Etërve të shenjtë, Orthodoksi i vërtetë qëndron gjithmonë me të dy këmbët fort në tokë, duke përballuar çdo situatë që ndodhet pikërisht përpara tij. Ai pranon realitetin e dhënë, gjë që kërkon një zemër që dashuron. Kjo zemër që dashuron është arsyeja pse dikush arrin në njohjen e së vërtetës, megjithëse ndonjëherë Perëndia duhet ta thyejë dhe ta përulë një zemër për ta bërë të pranueshme – si në rastin e Apostullit Pavëll, i cili dikur frymonte kërcënime kundër të krishterëve dhe i përndiqte. Por për Perëndinë, e kaluara, e tashmja dhe e ardhmja e zemrës njerëzore janë të gjitha të pranishme, dhe Ai sheh ku mund të ndërhyjë dhe të komunikojë.

E kundërta e zemrës që dashuron dhe pranon zbulesë nga Perëndia është llogaritja e ftohtë, nxjerrja e përfitimit nga njerëzit. Në jetën fetare kjo prodhon mashtrim dhe sharlatanizëm të çdo lloji. Nëse shikoni botën fetare sot, e shihni këtë në shkallë të gjerë: kaq shumë mashtrim, shtirje, llogaritje, kaq shumë shfrytëzim të erërave të modës, që herë bëjnë në modë një fe ose sjellje fetare, herë një tjetër. Për të gjetur të vërtetën, duhet të shikosh më thellë.

 Përgatiti, Përktheu Pelasgos Koritsas.

Vijon.....

Ετοίμασε Πελασγός Κορυτσάς

Δεν υπάρχουν σχόλια: