Σελίδες

Σεραφείμ Ρόουζ : Η αποκάλυψη του Θεού στην ανθρώπινη καρδιά -1. Η ΕΡΕΥΝΑ!! - Serafim Rouz: Zbulimi i Perëndisë në zemrën njerëzore -1. KËRKIMI!!

 



Η αποκάλυψη του Θεού

στην ανθρώπινη καρδιά

 

1.      Η ΕΡΕΥΝΑ

 

Γιατί κανείς μελετά τη θρησκεία; Υπάρχουν πολλές δευτερεύουσες αιτίες, αλλά μόνο μία αιτία αν

κάποιος μελετά στα σοβαρά: με μια λέξη, το κάνει για να έρθει σε επαφή με την πραγματικότητα, για να βρει

μια πραγματικότητα βαθύτερη από αυτήν της καθημερινότητας, που αλλάζει τόσο γρήγορα, ξεφτίζει, δεν

αφήνει τίποτα πίσω της και δεν προσφέρει στην ανθρώπινη ψυχή ευτυχία που να διαρκεί. Κάθε θρησκεία που είναι ειλικρινής προσπαθεί να φέρει σε επαφή με αυτή την πραγματικότητα. ΢ήμερα θα ήθελα να πω λίγα λόγια για το πως ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός προσπαθεί να το κάνει αυτό – να διανοίξει την πνευματική

πραγματικότητα στο θρησκευτικό αναζητητή.

Η έρευνα για την πραγματικότητα είναι ένα επικίνδυνο εγχείρημα. Προφανώς όλοι θα έχετε ακούσει

ιστορίες σχετικά με το πως νέοι της εποχής μας «κάηκαν» προσπαθώντας να βρουν την πραγματικότητα, και

είτε πέθαναν νέοι είτε κατέληξαν θλιβερές υπάρξεις με τις ψυχικές και νοητικές τους δυνατότητες

κατακερματισμένες. Προσωπικά θυμάμαι ένα φίλο από τον καιρό της δικής μου έρευνας, πριν 25 χρόνια,

όταν ο Άλντους Χάξλεϋ είχε μόλις ανακαλύψει την υποθετική «πνευματική» αξία του LSD και είχε επηρεάσει πολλούς να τον ακολουθήσουν. Αυτός ο νεαρός, ένας τυπικός αναζητητής της θρησκείας που ίσως να

παρακολουθούσε μια σειρά μαθημάτων όπως αυτή, μου είπε κάποτε: «Ό,τι κι να μπορείς να πεις για τους κινδύνους των ναρκωτικών, πρέπει να παραδεχτείς πως οτιδήποτε είναι καλύτερο από την αμερικανική

καθημερινή ζωή, που είναι πνευματικά νεκρή». Διαφώνησα, μια που ακόμα και τότε άρχιζα να βλέπω φευγαλέα ότι η πνευματική ζωή ανοίγει δύο κατευθύνσεις: μπορεί να οδηγήσει κάποιον ψηλότερα από αυτή

την καθημερινή ζωή της εξαχρείωσης, μπορεί όμως επίσης να τον οδηγήσει χαμηλότερα και να προκαλέσει

στην κυριολεξία έναν πνευματικό – όπως επίσης και φυσικό – θάνατο. Εκείνος ακολούθησε το δικό του

δρόμο, και πριν γίνει 30 χρονών ήταν ένα γερασμένο ανθρώπινο ναυάγιο με κατεστραμμένο  μυαλό, που είχε

εγκαταλείψει κάθε έρευνα για την πραγματικότητα. 

Παρεμφερή παραδείγματα μπορούν να βρεθούν ανάμεσα σε ανθρώπους που αναζητούν διάφορες

μορφές ψυχικών εμπειριών, πειραματίζονται με εξωσωματικές καταστάσεις, έχουν συναντήσεις με UFO, και τα παρόμοια. (Η εμπειρία της μαζικής αυτοκτονίας του Jonestown το 1980 είναι αρκετή για να μας θυμίσει

τους εγγενείς κινδύνους της θρησκευτικής αναζήτησης). Η Ορθόδοξη γραμματεία μας κατά τα τελευταία 2000 χρόνια έχει ουκ ολίγα διδακτικά παραδείγματα αυτού του είδους. Εδώ θα αναφέρω μόνο ένα, από τη ζωή

του αγίου Νικήτα των σπηλαίων του Κιέβου, που έζησε πριν από 1000 περίπου χρόνια στη Ρωσία:

Κινούμενος από ζήλο, ο Νικήτας ζήτησε από τον ηγούμενό του ευλογία για να γίνει ερημίτης. Ο ηγούμενος (που τότε ήταν ο άγιος Νίκων) του το απαγόρευσε, λέγοντας «Τέκνο μου, δεν είναι καλό για σένα που είσαι νέος, να μένεις αργός. Καλύτερο για σένα είναι να ζεις με τους αδελφούς. Διακονώντας τους δεν θα χάσεις την αμοιβή σου. Ξέρεις κι εσύ πως ο Ισαάκ εξαπατήθηκε από τους δαίμονες στην ερημιά. Θα είχε πεθάνει αν δεν τον έσωζε η ιδιαίτερη χάρη του Θεού, δια των προσευχών των αγίων Πατέρων μας Αντωνίου και Θεοδοσίου.»

«Πάτερ», απάντησε ο Νικήτας, «δεν θα ξεγελαστώ ποτέ από τέτοιου είδους απάτες, αλλά θέλω να

σταθώ ακλόνητος απέναντι στα τεχνάσματα των δαιμόνων και να  ζητήσω από το Θεό να μου δώσει το χάρισμα της θαυματουργίας, όπως στον Ισαάκ τον ασκητή, που μέχρι τώρα ακόμα τελεί πολλά θαύματα.»

«Η επιθυμία σου», είπε ξανά ο ηγούμενος, «είναι υπεράνω των δυνάμεών σου. Φυλάξου, μήπως

υπερυψωθείς και πέσεις. Εγώ, αντίθετα με τα σχέδια σου, σου βάζω κανόνα να υπηρετείς τους αδελφούς, και

θα λάβεις στέφανο από το Θεό για την υπακοή σου.»

Ο Νικήτας, παρασυρόμενος από τον ισχυρότερο ζήλο για την ερημική ζωή, δεν είχε την παραμικρή

επιθυμία να προσέξει αυτά που του είπε ο ηγούμενος. Έκανε αυτό που είχε βάλει στο μυαλό του. Έγινε ερημίτης

έγκλειστος και προσευχόταν συνεχώς χωρίς ποτέ να βγαίνει έξω. Μετά από κάποιον καιρό, μια φορά που

προσευχόταν, άκουσε μια φωνή να προσεύχεται μαζί του, και μύρισε ένα εξαιρετικό άρωμα. Παραπλανημένος

από αυτό, είπε μέσα του, «Αν αυτός δεν ήταν άγγελος, δεν θα προσευχόταν μαζί μου και δεν θα υπήρχε η ευωδία

του αγίου Πνεύματος.» Ο Νικήτας άρχισε να προσεύχεται ειλικρινά, λέγοντας: «Κύριε, φανέρωσε τον εαυτό Σου σε μένα, ώστε να μπορώ να Σε δω.»

Τότε, μια φωνή του είπε: «Δεν θα σου εμφανιστώ επειδή είσαι νέος, μήπως υπερυψωθείς και πέσεις.»

Ο ερημίτης απάντησε με δάκρυα, «Κύριε, δεν θα παραπλανηθώ, γιατί ο ηγούμενος με δίδαξε να μην

προσέχω τις δαιμονικές απάτες, αλλά θα κάνω ότι με διατάξεις».

Τότε, έχοντας κερδίσει εξουσία πάνω του, ο ψυχοκτόνος όφις είπε: «Είναι αδύνατο για έναν άνθρωπο να

με δει ενώ είναι ακόμα στο σώμα. Αλλά πρόσεξε, στέλνω τον άγγελό μου να μείνει μαζί σου. Κάνε το θέλημά

του.»

Μ’ αυτά τα λόγια, ένας δαίμονας με μορφή αγγέλου εμφανίστηκε στον ερημίτη. Ο Νικήτας έπεσε στα

πόδια του και τον προσκύνησε σαν να ήταν άγγελος. Ο δαίμονας είπε, «Από εδώ και στο εξής να μην

προσεύχεσαι, αλλά να διαβάζεις βιβλία. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα συνάψεις σταθερή σχέση με το Θεό και θα λάβεις τη δύναμη να δίνεις ωφέλιμα διδάγματα σ’ αυτούς που έρχονται σε σένα, και εγώ θα προσεύχομαι

αδιάλειπτα στον Δημιουργό των πάντων για τη σωτηρία σου.»

Ο ερημίτης πίστεψε αυτά τα λόγια και εξαπατήθηκε ακόμα περισσότερο. Σταμάτησε να προσεύχεται

και ασχολείτο με το διάβασμα. Έβλεπε το δαίμονα να προσεύχεται διαρκώς και αναγάλλιαζε, υποθέτοντας ότι

ένας άγγελος προσευχόταν μαζί του. Τότε άρχισε να μιλά πολύ από τη Γραφή σ’ αυτούς που έρχονταν σ΄ αυτόν,

και να προφητεύει  όπως οι έγκλειστοι της Παλαιστίνης.

Η φήμη του εξαπλώθηκε ανάμεσα στους κοσμικούς ανθρώπους κι έφτασε στην αυλή του μεγάλου

πρίγκιπα. Στην πραγματικότητα δεν προφήτευε, αλλά έλεγε σ’ εκείνους που έρχονταν σ’ αυτόν που ήταν

κρυμμένα κλεμμένα αγαθά, ή κάτι που συνέβαινε σ’ ένα μακρινό μέρος, παίρνοντας τις πληροφορίες του από το

δαίμονα που τον παρακολουθούσε. Έτσι είπε στον μεγάλο πρίγκιπα Ιζυασλάβ για το φόνο του πρίγκιπα Γκλέμπ του Νόβγκοροντ, και τον συμβούλεψε να στείλει το γιο του να αναλάβει το πριγκιπάτο και να κυβερνήσει στη

θέση του. Αυτό ήταν αρκετό για τους κοσμικούς ανθρώπους για να χαιρετίσουν τον έγκλειστο ως προφήτη. Είναι παρατηρημένο ότι οι κοσμικοί άνθρωποι, κι ακόμα κι οι μοναχοί χωρίς πνευματική διάκριση, σχεδόν πάντα

γοητεύονται από απατεώνες, τσαρλατάνους, υποκριτές κι εκείνους που βρίσκονται σε πνευματική πλάνη, και τους παίρνουν για αγίους και γνήσιους υπηρέτες του Θεού.

Κανείς δεν μπορούσε να συγκριθεί με το Νικήτα στη γνώση της Παλαιάς Διαθήκης. Αλλά δεν μπορούσε

να υποφέρει την Καινή Διαθήκη, ποτέ δεν χρησιμοποιούσε λόγους από τα Ευαγγέλια ή τις επιστολές των

Αποστόλων, και δεν επέτρεπε σε κανέναν από τους επισκέπτες του να αναφέρει οτιδήποτε από την Καινή

Διαθήκη. Από αυτή την παράξενη προτίμηση στη διδασκαλία του, οι πατέρες της μονής των σπηλαίων του

Κιέβου συνειδητοποίησαν ότι είχε εξαπατηθεί από δαίμονα. Εκείνο τον καιρό υπήρχαν στο μοναστήρι πολλοί

άγιοι μοναχοί προικισμένοι με πνευματικά χαρίσματα και θεία χάρη. Έδιωξαν το δαίμονα μακριά από το Νικήτα με τις προσευχές τους. Ο Νικήτας σταμάτησε να τον βλέπει. Οι πατέρες έβγαλαν το Νικήτα από το ερημητήριό

του και του ζήτησαν να τους πει κάτι από την Παλαιά Διαθήκη. Αυτός όμως βεβαίωσε με όρκο ότι δεν είχε

διαβάσει ποτέ τα βιβλία αυτά, που προηγουμένως ήξερε απ’ έξω. Αποκαλύφθηκε ότι είχε ακόμα ξεχάσει και πως να διαβάζει, τόσο μεγάλη ήταν η επιρροή της σατανικής πλάνης: και μόνο μετά από πολύ μεγάλη δυσκολία

έμαθε πάλι να διαβάζει. Δια των προσευχών των αγίων πατέρων, ήρθε στον εαυτό του, αναγνώρισε κι

εξομολογήθηκε την αμαρτία του, την έκλαψε με πικρά δάκρυα, και απέκτησε έναν υψηλό βαθμό αγιότητας και

το χάρισμα της θαυματουργίας με μια ταπεινή ζωή ανάμεσα στους αδελφούς. Ακολούθως ο άγιος Νικήτας

χειροτονήθηκε επίσκοπος του Νόβγκοροντ.*

(Επισκόπου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, «Η αρένα» - τίτλος αγγλικής έκδοσης)

Αυτή η ιστορία δημιουργεί ένα ερώτημα για μας σήμερα. Πως μπορεί ένας θρησκευτικός αναζητητής

να αποφύγει τις παγίδες και τις πλάνες που συναντά στην έρευνα του; Υπάρχει μόνο μια απάντηση σ’ αυτή

την ερώτηση: Κάποιος πρέπει να βρίσκεται σε θρησκευτική έρευνα όχι χάριν θρησκευτικών εμπειριών, που

μπορεί να εξαπατήσουν, αλλά χάριν της αλήθειας. Ο καθένας που μελετά τη θρησκεία στα σοβαρά έρχεται

αντιμέτωπος μ’ αυτό το ερώτημα. Είναι στην κυριολεξία ένα ερώτημα ζωής και θανάτου.

Καθώς η Ορθόδοξη χριστιανική πίστη μας συγκρίνεται με τις άλλες Δυτικές ομολογίες, καλείται

συχνά μυστικιστική. Είναι σε επαφή με μια πνευματική πραγματικότητα που δημιουργεί αποτελέσματα τα

οποία συνήθως αποκαλούνται υπερφυσικά – τα οποία είναι πέρα από κάθε είδος γήινης λογικής ή εμπειρίας.

Δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς στην αρχαία γραμματεία για να βρει παραδείγματα, γιατί η ζωή ενός

θαυματουργού των ημερών μας είναι γεμάτη από μυστικιστικά στοιχεία. Ο αρχιεπίσκοπος Ιωάννης

Μαξίμοβιτς, που πέθανε μόλις πριν 15 χρόνια και έζησε σ’ αυτό ακριβώς το σημείο της Καλιφόρνια ως

αρχιεπίσκοπος του ΢αν Φρανσίσκο, είχε θεαθεί πολλές φορές να εκπέμπει φως, να αιωρείται κατά την

προσευχή, ήταν διορατικός, έκανε θαυματουργικές θεραπείες... Πάντως κανένα από αυτά δεν είναι

αξιοσημείωτο από μόνο του∙ μπορεί εύκολα να γίνει απομίμηση από ψευδοθαυματοποιούς. Πως ξέρουμε ότι  ήταν σε επαφή με την αλήθεια;

συνεχίζετε.... 

Zbulimi i Perëndisë

në zemrën njerëzore

 

1.     KËRKIMI

 

Pse dikush studion fenë? Ka shumë arsye dytësore, por vetëm një arsye nëse dikush studion seriozisht: me një fjalë, e bën për të hyrë në kontakt me realitetin, për të gjetur një realitet më të thellë se ai i përditshmërisë, i cili ndryshon kaq shpejt, zbehet, nuk lë asgjë pas dhe nuk i ofron shpirtit njerëzor një lumturi që të zgjasë. Çdo fe që është e sinqertë përpiqet të sjellë njeriun në kontakt me këtë realitet. Sot do të doja të them disa fjalë mbi mënyrën se si Krishterimi Orthodhoks përpiqet ta bëjë këtë – të hapë realitetin shpirtëror për kërkuesin fetar.

Kërkimi i realitetit është një ndërmarrje e rrezikshme. Pa dyshim, të gjithë keni dëgjuar histori për mënyrën se si të rinj të kohës sonë “u dogjën” duke u përpjekur të gjenin realitetin, dhe ose vdiqën të rinj ose përfunduan si qenie të mjera, me aftësitë e tyre shpirtërore dhe mendore të copëtuara. Personalisht, kujtoj një mik nga koha e kërkimit tim, rreth 25 vjet më parë, kur Aldous Huxley sapo kishte zbuluar vlerën e supozuar “shpirtërore” të LSD-së dhe kishte ndikuar shumë njerëz ta ndiqnin. Ky i ri, një kërkues tipik i fesë që ndoshta do të ndiqte një cikël leksionesh si ky, më tha njëherë: “Çfarëdo që të mund të thuash për rreziqet e drogës, duhet të pranosh se gjithçka është më mirë se jeta e përditshme amerikane, e cila është shpirtërisht e vdekur.” Unë nuk rashë dakord, sepse edhe atëherë po filloja të shihja në mënyrë të zbehtë se jeta shpirtërore hap dy drejtime: mund ta çojë dikë më lart se kjo jetë e përditshme e shthurjes, por gjithashtu mund ta çojë më poshtë dhe të shkaktojë në kuptimin e drejtpërdrejtë një vdekje shpirtërore – si edhe fizike. Ai ndoqi rrugën e tij, dhe para se të mbushte 30 vjeç ishte një rrënojë njerëzore e plakur, me mendje të shkatërruar, që kishte braktisur çdo kërkim për realitetin.

Shembuj të ngjashëm mund të gjenden midis atyre që kërkojnë forma të ndryshme përvojash psikike, eksperimentojnë me gjendje jashtë trupit, kanë takime me UFO, e gjëra të ngjashme. (Përvoja e vetëvrasjes masive në Jonestown më 1980 mjafton për të na kujtuar rreziqet e brendshme të kërkimit fetar). Literatura jonë Orthodhokse gjatë 2000 viteve të fundit ka jo pak shembuj didaktikë të këtij lloji. Këtu do të përmend vetëm një, nga jeta e shën Nikitës së Shpellave të Kievit, i cili jetoi rreth 1000 vjet më parë në Rusi:

I nxitur nga zelli, Nikita kërkoi nga igumeni i tij bekim për t’u bërë eremit. Igumeni (atëherë ishte shën Nikoni) ia ndaloi, duke i thënë: “Biri im, nuk është e mirë për ty që je i ri të rrish në plogështi. Më mirë për ty është të jetosh me vëllezërit. Duke u shërbyer atyre, nuk do ta humbasësh shpërblimin tënd. Ti vetë e di se Isaaku u mashtrua nga demonët në shkretëtirë. Do të kishte vdekur po të mos e shpëtonte hiri i veçantë i Perëndisë, me anë të lutjeve të Etërve tanë të shenjtë Andonit dhe Theodosit.”

“Ati im,” u përgjigj Nikita, “nuk do të mashtrohem kurrë nga mashtrime të tilla, por dua të qëndroj i palëkundur përballë dredhive të demonëve dhe t’i kërkoj Perëndisë të më japë dhuntinë e mrekullibërjes, si Isaak asketit, i cili edhe tani kryen shumë mrekulli.”

“Dëshira jote,” tha përsëri igumeni, “është përtej forcave të tua. Ruaju, mos e lartëso veten dhe të biesh. Unë, në kundërshtim me planet e tua, të vendos si rregull t’u shërbesh vëllezërve, dhe do të marrësh kurorë nga Perëndia për bindjen tënde.”

Por Nikita, i tërhequr nga zelli i fortë për jetën eremitike, nuk pati as dëshirën më të vogël të dëgjonte fjalët e igumenit. Bëri atë që kishte vendosur në mendje. U bë eremit i mbyllur dhe lutej vazhdimisht pa dalë kurrë jashtë. Pas një kohe, ndërsa po lutej, dëgjoi një zë që lutej bashkë me të dhe ndjeu një aromë të jashtëzakonshme. I mashtruar nga kjo, tha me vete: “Nëse ky nuk do të ishte engjëll, nuk do të lutej me mua dhe nuk do të kishte aromën e Frymës së Shenjtë.” Nikita filloi të lutej me sinqeritet, duke thënë: “Zot, zbuloje Veten Tënde para meje që të mund të të shoh.”

Atëherë një zë i tha: “Nuk do të të shfaqem, sepse je i ri, që të mos lartësosh veten dhe të biesh.”

Eremiti u përgjigj me lot: “Zot, nuk do të mashtrohem, sepse igumeni më mësoi të mos i kushtoj vëmendje mashtrimeve demoniake, por do të bëj çfarëdo që të më urdhërosh.”

Atëherë, pasi fitoi pushtet mbi të, gjarpri vrasës i shpirtrave tha: “Është e pamundur për një njeri të më shohë ndërsa është ende në trup. Por ja, po dërgoj engjëllin tim të qëndrojë me ty. Bëj vullnetin e tij.”

Me këto fjalë, një demon me formë engjëlli iu shfaq eremitit. Nikita ra në këmbët e tij dhe e adhuroi sikur të ishte engjëll. Demoni i tha: “Që tani e tutje mos u lut, por lexo libra. Në këtë mënyrë do të lidhesh në mënyrë të qëndrueshme me Perëndinë dhe do të marrësh fuqinë për të dhënë mësime të dobishme atyre që vijnë tek ti; unë do të lutem pandërprerë te Krijuesi i gjithësisë për shpëtimin tënd.”

Eremiti i besoi këto fjalë dhe u mashtrua edhe më shumë. Ndaloi së luturi dhe merrej me lexim. E shihte demonin duke u lutur vazhdimisht dhe gëzohej, duke menduar se një engjëll lutej me të. Pastaj filloi të fliste shumë frymëzuar nga Shkrimet tek ata që vinin tek ai dhe të profetizonte si të mbyllurit e Palestinës.

Fama e tij u përhap mes njerëzve të botës dhe arriti deri në oborrin e princit të madh. Në të vërtetë nuk profetizonte, por u tregonte atyre që vinin tek ai ku ishin fshehur pasuritë e vjedhura, ose çfarë ndodhte në një vend të largët, duke marrë informacionin nga demoni që e mbikëqyrte. Kështu i tha princit të madh Izjasllav për vrasjen e princit Gleb të Novgorodit dhe e këshilloi të dërgonte të birin të merrte principatën dhe të qeveriste në vend të tij. Kjo mjaftoi që njerëzit e botës ta përshëndesnin të mbyllurin si profet. Është vënë re se njerëzit e botës, madje edhe murgj pa dhunti dalluese shpirtërore, pothuajse gjithmonë magjepsen nga mashtrues, sharlatanë, hipokritë dhe ata që janë në mashtrim shpirtëror, dhe i marrin për shenjtorë dhe shërbëtorë të vërtetë të Perëndisë.

Askush nuk mund të krahasohej me Nikitën në njohjen e Dhiatës së Vjetër. Por ai nuk mund ta duronte Dhiatën e Re, nuk përdorte kurrë fjalë nga Ungjijtë apo nga letrat e Apostujve dhe nuk lejonte asnjë nga vizitorët e tij të përmendte diçka nga Dhiata e Re. Nga kjo prirje e çuditshme në mësimin e tij, etërit e manastirit të shpellave të Kievit kuptuan se ishte mashtruar nga një demon. Në atë kohë kishte shumë murgj të shenjtë në manastir, të pajisur me dhunti shpirtërore dhe hir hyjnor. Me lutjet e tyre e dëbuan demonin nga Nikita. Nikita pushoi së pari atë. Etërit e nxorën nga vetmia e tij dhe i kërkuan t’u thoshte diçka nga Dhiata e Vjetër. Por ai u betua se nuk i kishte lexuar kurrë këto libra, të cilat më parë i dinte përmendësh. U zbulua se kishte harruar madje edhe si të lexonte, aq e madhe ishte ndikimi i mashtrimit satanik; dhe vetëm me shumë vështirësi mësoi sërish të lexonte. Me anë të lutjeve të etërve të shenjtë, erdhi në vete, njohu dhe rrëfeu mëkatin e tij, e qau me lot të hidhur dhe arriti një shkallë të lartë shenjtërie dhe dhuntinë e mrekullibërjes përmes një jete të përulur mes vëllezërve. Më pas shën Nikita u shugurua peshkop i Novgorodit.*

(Peshkop Ignati Brianchaninov, “Arena” – titulli i botimit në anglisht)

Kjo histori ngre një pyetje për ne sot. Si mundet një kërkues fetar të shmangë kurthet dhe mashtrimet që has në kërkimin e tij? Ka vetëm një përgjigje për këtë pyetje: Dikush duhet të jetë në kërkim fetar jo për hir të përvojave fetare, të cilat mund të mashtrojnë, por për hir të së vërtetës. Çdokush që studion fenë seriozisht përballet me këtë pyetje. Është në kuptimin e drejtpërdrejtë një çështje jete dhe vdekjeje.

Ndërsa besimi ynë Orthodhoks krahasohet me konfesionet e tjera perëndimore, shpesh quhet mistik. Besimi ynë është në kontakt me një realitet shpirtëror që prodhon rezultate që zakonisht quhen të mbinatyrshme – përtej çdo lloj logjike apo përvoje tokësore.

Nuk ka nevojë të kërkojë dikush në literaturën e lashtë për të gjetur shembuj, sepse jeta e një mrekullibërësi të kohëve tona është plot me elemente mistike. Kryepeshkopi Joan Maksimoviç, i cili vdiq vetëm 15 vjet më parë dhe jetoi pikërisht në këtë vend të Kalifornisë si Kryepeshkop i San Franciskos, është parë shumë herë duke rrezatuar dritë, duke u ngritur në ajër gjatë lutjes, ishte i tejdukshëm në njohje, kryente shërime mrekullibërëse... Megjithatë, asnjë nga këto nuk është i jashtëzakonshëm në vetvete; mund të imitohet lehtësisht nga mrekullibërës të rremë. Si e dimë se ai ishte në kontakt me të vërtetën?

vijon....

Përgatiti, përktheu: Pelasgos Koritsas.

 


Ετοίμασε Πελασγός Κορυτσάς

Δεν υπάρχουν σχόλια: