Η συστηματική προσπάθεια της Ρουμανίας να παρουσιάσει τους Βλάχους των Βαλκανίων ως προέκταση της ρουμανικής εθνικής ταυτότητας δεν είναι νέο φαινόμενο. Έχει βαθιές ρίζες στον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν η ρουμανική πολιτική επένδυσε οργανωμένα σε σχολεία, εκκλησιαστικές δομές, υποτροφίες και συλλόγους, επιδιώκοντας να επηρεάσει τους βλαχόφωνους πληθυσμούς της Μακεδονίας, της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της σημερινής Αλβανίας.
Η Κορυτσά, ως περιοχή με ιδιαίτερο ιστορικό και εθνοπολιτισμικό βάθος, δεν θα μπορούσε να μείνει έξω από αυτή την προσπάθεια. Άλλωστε, η πόλη και η ευρύτερη περιφέρειά της υπήρξαν διαχρονικά χώρος συνάντησης ελληνόφωνων, αλβανόφωνων και βλαχόφωνων Ορθοδόξων πληθυσμών, με έντονη όμως την παρουσία της ελληνικής παιδείας, της Ορθόδοξης Εκκλησίας και της ελληνικής εθνικής συνείδησης στο συντριπτικό μέρος των κοινοτήτων αυτών.
Στο πλαίσιο αυτό, η χθεσινή εκδήλωση στον Ιερό Ναό της Μεταμορφώσεως του Κυρίου στην Κορυτσά, ναό που συχνά συνδέεται με τους λεγόμενους «ρουμανίζοντες» Βλάχους, δεν μπορεί να θεωρηθεί μια απλή πολιτιστική δράση. Σύμφωνα με αλβανικό δημοσίευμα, στο πλαίσιο της «Ημέρας της Βαλκανικής Ρωμανικότητας», που εορτάζεται στις 10 Μαΐου, εγκαινιάστηκε στην Κορυτσά έκθεση με τίτλο «Ταξίδι στα Βαλκάνια προς τους Αρουμάνους της Βουλγαρίας, της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας και της Αλβανίας». Η συγκεκριμένη ημέρα συνδέεται με την οθωμανική απόφαση του 1905, όταν ο Σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ αναγνώρισε τους Βλάχους ως ιδιαίτερη κοινότητα, παρέχοντάς τους δικαίωμα ίδρυσης σχολείων και εκκλησιών στη γλώσσα τους.
Η ίδια ημερομηνία έχει αποκτήσει ιδιαίτερο συμβολισμό στη ρουμανική πολιτική μνήμη. Στη Ρουμανία η 10η Μαΐου έχει θεσπιστεί ως «Ημέρα της Βαλκανικής Ρωμανικότητας», όχι μόνο για τους Αρωμάνους, αλλά και για Μεγλενορουμάνους και Ιστρορουμάνους, μέσα από την οπτική ότι πρόκειται για ρουμανικές ομάδες νοτίως του Δούναβη.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η ρουμανική διπλωματική γλώσσα αναφέρεται στο οθωμανικό διάταγμα του 1905 ως γεγονός που αναγνώρισε στους Αρωμάνους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας καθεστώς ιδιαίτερης κοινότητας. Ωστόσο, για την ελληνική ιστορική μνήμη, η περίοδος αυτή υπήρξε ιδιαίτερα επώδυνη, καθώς η όξυνση του λεγόμενου «Κουτσοβλαχικού ζητήματος» συνδέθηκε με συγκρούσεις, προπαγανδιστικούς μηχανισμούς και τραγικά γεγονότα. Δεν είναι τυχαίο ότι μόλις έναν χρόνο μετά, το 1906, δολοφονήθηκε ο Εθνομάρτυρας Μητροπολίτης Κορυτσάς Φώτιος Καλπίδης, μία μορφή που σφράγισε με το μαρτύριό της την ιστορία της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού στην περιοχή.
Η έκθεση που παρουσιάστηκε στην Κορυτσά είχε ως αντικείμενο την προβολή των «Αρουμάνων» των Βαλκανίων, με αναφορές στη Βουλγαρία, στα Σκόπια και στην Αλβανία, και στόχο, όπως παρουσιάστηκε, τη «διατήρηση της μνήμης» και την ανάδειξη των δεσμών αυτών των κοινοτήτων με τη Ρουμανία. Το ερώτημα, όμως, είναι ποια μνήμη διατηρείται και ποια μνήμη αποσιωπάται.
Διότι η βλαχόφωνη παρουσία στα Βαλκάνια δεν μπορεί να ερμηνευθεί μονοδιάστατα ως ρουμανική εθνική συνέχεια. Ιδίως στον ελληνικό χώρο και στις περιοχές της Βορείου Ηπείρου και της Μακεδονίας, μεγάλα τμήματα των Βλάχων ταυτίστηκαν ιστορικά με την Ορθοδοξία, την ελληνική παιδεία και τον Ελληνισμό. Υπήρξαν ευεργέτες, δάσκαλοι, κληρικοί, αγωνιστές και έμποροι που στήριξαν ελληνικά σχολεία, κοινότητες, ναούς και εθνικούς αγώνες. Η προσπάθεια να παρουσιαστούν συλλήβδην ως «ρουμανική διασπορά» αποτελεί ιστορική απλούστευση και, σε πολλές περιπτώσεις, πολιτική εργαλειοποίηση.
Δεν προκαλεί, λοιπόν, έκπληξη ότι τέτοιες πρωτοβουλίες γίνονται δεκτές με ευμένεια από αλβανικούς εθνικιστικούς κύκλους. Για ένα μέρος αυτών των κύκλων, η ρουμανική ανάγνωση των Βλάχων λειτουργεί ως χρήσιμο εργαλείο για την αποδυνάμωση της ελληνικής εθνικής συνείδησης των ελληνόβλαχων και για την αμφισβήτηση της ιστορικής ελληνικής παρουσίας στην Κορυτσά και στην ευρύτερη περιοχή. Με άλλα λόγια, κάθε αφήγημα που αποσυνδέει τους βλαχόφωνους Ορθοδόξους από τον Ελληνισμό θεωρείται βολικό, ακόμη κι όταν βασίζεται σε επιλεκτική ανάγνωση της ιστορίας.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί η θεσμική παρουσία στην εκδήλωση. Παρέστησαν, σύμφωνα με το σχετικό δημοσίευμα, εκπρόσωποι της τοπικής αυτοδιοίκησης και της ρουμανικής διπλωματίας, μεταξύ αυτών ο Περιφερειάρχης Κορυτσάς Πετρίκα Τολκουτσί, ο Δήμαρχος Κορυτσάς Σωτηράκης Φίλο, ο Πρέσβης της Ρουμανίας και ο Μητροπολίτης Κορυτσάς κ. Αναστάσιος.
Εδώ ανακύπτει ένα εύλογο και σοβαρό ερώτημα. Οι πολιτικές αρχές του τόπου εμφανίζονται συχνά πρόθυμες να τιμήσουν εκδηλώσεις που προβάλλουν μικρές ή κατασκευασμένες εθνοπολιτισμικές ταυτότητες, όταν αυτές εξυπηρετούν συγκεκριμένες πολιτικές ισορροπίες. Την ίδια στιγμή, όμως, σπάνια δείχνουν την ίδια ευαισθησία και συνέπεια απέναντι στις εκδηλώσεις της Ελληνικής Κοινότητας ή απέναντι σε εκπαιδευτικούς θεσμούς με πραγματική και μακροχρόνια προσφορά, όπως το Ελληνοαλβανικό Σχολείο «Όμηρος» Κορυτσάς.
Και εδώ υπάρχει μια αντίφαση που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Από τη μία πλευρά, οι ελληνικές διπλωματικές αρχές, το σχολείο «Όμηρος» και γενικότερα οι φορείς της ελληνικής κοινότητας ανταποκρίνονται συχνά στις προσκλήσεις των τοπικών αρχών, δείχνοντας σεβασμό, θεσμική ευγένεια και διάθεση συνεργασίας. Από την άλλη πλευρά, οι ίδιες αυτές αρχές δεν δείχνουν πάντοτε την ανάλογη ανταπόδοση όταν πρόκειται για δράσεις που αφορούν την ελληνική παιδεία, την ορθόδοξη παράδοση και την ιστορική μνήμη της ελληνικής παρουσίας στην Κορυτσά.
Έτσι δημιουργείται η αίσθηση ότι κάποιοι τιμούν συνεχώς εκείνους που δεν τιμούν με την ίδια συνέπεια τίποτε από όσα οι ίδιοι εκπροσωπούν. Και αυτό είναι ζήτημα που οι αρμόδιοι οφείλουν να το λάβουν σοβαρά υπόψη τους.
Η χθεσινή δραστηριότητα οργανώθηκε από το Ρουμανικό Πολιτιστικό Ινστιτούτο, σε συνεργασία με τον Πολιτιστικό Σύλλογο «Οι Αρουμάνοι της Αλβανίας», παράρτημα Κορυτσάς, και το Ρουμανικό Κέντρο Πληροφόρησης. Στην παρουσίαση συμμετείχε καθηγήτρια από τη Ρουμανία, η οποία αναφέρθηκε στους Αρουμάνους της Βουλγαρίας, των Σκοπίων και της Αλβανίας, ενώ προβλήθηκαν πρόσωπα που συνδέθηκαν ιστορικά με την προώθηση αυτής της ρουμανικής αφήγησης.
Το ζήτημα, βεβαίως, δεν είναι να αρνηθεί κανείς σε οποιαδήποτε κοινότητα το δικαίωμα να καλλιεργεί τη γλώσσα, τις παραδόσεις και τη μνήμη της. Αυτό είναι θεμιτό και σεβαστό. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η πολιτιστική μνήμη μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής διείσδυσης και όταν μια ιστορικά σύνθετη ταυτότητα παρουσιάζεται επιλεκτικά, με τρόπο που εξυπηρετεί σύγχρονες εθνικές στρατηγικές.
Οι Βλάχοι της Κορυτσάς και των Βαλκανίων δεν είναι ένα άδειο πεδίο πάνω στο οποίο μπορεί ο καθένας να γράφει ό,τι εξυπηρετεί τη δική του πολιτική ατζέντα. Έχουν ιστορία, πίστη, γλώσσα, μνήμη, αλλά και συνειδητές επιλογές. Και μεγάλο μέρος αυτής της ιστορίας είναι άρρηκτα δεμένο με την Ορθοδοξία, την ελληνική παιδεία και την ελληνική εθνική συνείδηση.
Αυτό ακριβώς είναι που επιχειρείται συχνά να παρακαμφθεί. Και γι’ αυτό χρειάζεται εγρήγορση, σοβαρότητα και τεκμηριωμένη παρουσία. Όχι φωνές χωρίς περιεχόμενο, αλλά γνώση της ιστορίας. Όχι απλώς αντιδράσεις, αλλά σταθερή πολιτιστική και εκπαιδευτική εργασία.
Διότι η ιστορική μνήμη δεν προστατεύεται με σιωπή. Προστατεύεται με αλήθεια, συνέπεια και αξιοπρέπεια.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου