Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Χαμένοι και ξεχασμένοι Μακεδόνες Έλληνες!!

 

 

  1. Η " Ζωή εν τάφω" και οι χαμένοι και ξεχασμένοι Έλληνες  .

 

                                                                                               

                                                                                                                 

 Στράτης Μυριβήλης (1890 – 1969)

 

Απόσπασμα από  το γνωστό έργο του Στράτη Μυριβήλη «Η ζωή εν τάφω»    Γράφτηκε το 1910

 

«.....Νύχτα....μπήκαμε στο Μοναστήρι (πόλη της σημερινής Βόρειας Μακεδονίας Bitola).. Και νύχτα βγήκαμε. Είναι μια μεγάλη πολιτεία σέρβικη, που οι κάτοικοί της είναι Έλληνες. Οι δρόμοι της είναι χωρίς φώσια, τα σπίτια δίχως λάμπες. Οι ανθρώποι που την κατοικούν μιλάνε ψιθυριστά, περπατάνε τρομαγμένα σαν κλέφτες, κοιτάνε τον ουρανό με φόβο και κατοικούν στα κατώγια και στις τρύπες που σκάψανε κάτω από τα σπίτια τους. Αυτές οι τρύπες είναι τ’ «αμπριά». (Εδώ πρωτομάθαμε μια λέξη, χωρίς να ξέρουμε ακόμα το φριχτό της νόημα.) Σταματήσαμε σε μια πλατέα. Μας πήραν οι Φραντσέζοι οδηγοί και μας κατατόπισαν. Είναι μια πολιτεία-μέτωπο. Μας δείξανε σπίτια χτυπημένα από τις οβίδες σαν από αστροπελέκια, σπίτια καμένα από τις εμπρηστικές. (…)

Είδα έναν όμορφο δρόμο γεμάτον σιωπή και φεγγάρι. Δεξά και ζερβά του σηκώνανε προς τον μαβήν ουρανό τα καπνισμένα ντουβάρια τους δυο ατέλειωτες αράδες καμένα σπίτια. Ανάμεσ’ από τ’ άδεια παράθυρα, πίσω από τις μπαλκονόπορτες που έχασκαν, μπαινόβγαινε ανεμπόδιστα το φεγγαρόφωτο και τα γιόμιζε ερημιά και νέκρα. Ήτανε ξεσαρκωμένα σκελετά από πελώρια κουφάρια. Άλλη φορά θάταν πασίχαρα σπίτια και τώρα τα σκότωσε ο πόλεμος. Οι κάτοικοι εδωπέρα φοράν ολημερίς και ολονυχτίς κρεμασμένη στο στήθος μια μάσκα για τα ασφυξιογόνα. Μυστήριο το πώς μυρίστηκαν την εθνικότητά μας, αφού η στολή μας, η κάσκα μας, είναι φραντσέζικα όλα, κι ο ερχομός μας έγινε έτσι μυστικά. Χιμήξανε γύρω μας, ξετρυπώσανε σαν τα ποντίκια κάτω απ’ τη γης, άντρες, γυναίκες, προπάντων γυναίκες και παιδάκια. Και μας φιλάνε τα χέρια, μας χαϊδεύουν τα ντουφέκια, μας πασπατεύουν τις κάσκες, κουμπώνουν και ξεκουμπώνουν τα κουμπιά της μαντύας μας, κλαίνε, κλαίνε ήσυχα μέσα στη φεγγαροβραδιά.

-Είστε, αλήθεια, τ’ αδέρφια μας; Είστε Έλληνες, Έλληνες από την Ελλάδα;

-Μα ναι…

-Σας περιμέναμε χρόνια στη σκλαβιά. Σας ονειρευόμασταν, σας τραγουδούσαμε, σας προσκυνούσαμε, και δε σας ξέραμε. Και τώρα είστε κοντά μας. Ο Χριστός κ’ η Παναγιά να σας φυλάει! Και να μη μας αφήσετε πια, αδέρφια, στους Σέρβους. Μας τυραγνάνε σκληρά, που είμαστε Έλληνες…

Ένας γέρος μούπε:

-Μας δέρνουν με το βούρδουλα σαν μας ακούνε να μιλάμε ελληνικά, να λειτουργιούμαστε ελληνικά. Μας πήραν τις εκκλησιές, τα ωραία σκολειά μας. Μας ατιμάζουν τις γυναίκες. .. Μας ατίμασαν όλες τις γυναίκες. Η πολιτεία μας έγινε ένα πορνείο. .. Αλλιώτικα τις κόβουν το δελτίο του ψωμιού. Και δεν αφήνουνε κανέναν να φύγει από την πολιτεία, να γλιτώσει. Έχουνε κλείσει όλα τα περάσματα και ντουφεκάνε.

Κύριε ελέησον! Μα ήρθαμε λοιπόν να πολεμήσουμε τους Σέρβους για να λευτερώσουμε Έλληνες για ήρθαμε να πολεμήσουμε τους Γερμανούς και τους Βουλγάρους για να λευτερώσουμε τους σύμμαχούς μας τους Σέρβους, που τους πρόδωσε ο Βασιλιάς; Κάτι αρχινά να ραΐζει μέσα μας. Η πίστη; Κλαίμε και μεις μαζί τους, κ’ είμαστε σαστισμένοι. Μας φιλεύουν χίλια φτωχά μικροπράματα, και σ’ όλα τα υπόγεια τηγανίζουν γλυκίσματα με το τραγικό τους το σιτηρέσιο. Όλα για μας… Ένα σμάρι αγοράκια ήρθαν κοντά στη διμοιρία μου και όλα μαζί πιάσανε και τραγουδούσαν τον Εθνικό Ύμνο με τα κασκέτα στο χέρι. Τραγουδούσαν σιγανά, μας άγγιζαν και κλαίγανε. Ήρθε ένας Γάλλος του φρουραρχείου και διέταξε να σωπάσουν.

-Όχι φασαρίες!

Μια κυρία με μαύρη μαντίλα στο κεφάλι λέει ακόμα με τρυφερή φροντίδα:

-Νάχετε πρόχειρες τις μάσκες σας, αδέρφια. Προχτές μας ρίξαν οι Βουλγάροι αέρια και μας πέθαναν στη γειτονιά μου έξη παιδάκια, εκεί που κάθουνταν στριμωγμένα και λέγανε παραμύθια. Οι Φραντσέζοι τα πήρανε και τάχαν αράδα τα κορμάκια τους, μια μέρα ολάκερη, πάνω στο πεζοδρόμι. Τα φωτογραφίζαν και τα κινηματογραφούσαν όλη μέρα. Τα βγάλανε και καρτ-ποστάλ.

                                                           

         Ελληνική διαδήλωση στο Μοναστήρι το 1908 υπέρ του Συντάγματος των Νεοτούρκων. Πίστευαν ότι τα πράγματα θα βελτιώνονταν.... Φευ...

      Ένα κορίτσι λυγερό σαν νιο κυπαρίσσι, με σκοτεινά μαλλιά και υπερβολικά μεγάλα μάτια. Στέκεται τόσην ώρα πλάι μου και δε μιλά. Μόνο με κοιτάζει και παίζει ένα δάχτυλο στο λουρί του ντουφεκιού μου. Την κοιτάζω και γω, βλέπω το φεγγαρόφωτο μέσα στα μάτια της και χαμογελώ. Αυτή δεν χαμογελά. Μου βάζει ξαφνικά στο σακίδιο ένα δέμα σοκολάτα. Λέει σιγά:

-Να το πάρεις και να θυμάσαι στο χαράκωμα πως ένα κορίτσι του Μοναστηριού, που ποτέ δε θα το ξαναδείς πια…

-Μπα, δεν το ξέρεις αυτό…

Κουνά δυνατά το κεφάλι και μια μπούκλα κρεμάζει μαύρο ερωτηματικό ανάμεσα στα ζωηρά φρύδια της.

-Το ξέρω… Πες μου, αδερφέ, από πού είστε;

-Από τη Λέσβο είμαστε.

-Από τη Λέσβο; (Χαμογελά και παίρνει ύφος μαθήτριας που απαγγέλνει γρήγορα και κωμικά): «Η Λέσβος, η πατρίς της Σαπφούς, του Αλκαίου, του Αρίωνος, του Πιττακού και του Θεοφράστου, η κοιτίς της μουσικής και της λυρικής ποιήσεως…»

Είναι νόστιμο αυτό. Όλα αυτά τα ονόματα με συγκινούν βαθιά, έτσι σχολαστικά που βγαίνουν από το στόμα της. Μονομιάς αυτή η κοπέλα μπαίνει μέσα στην καρδιά μου με τα θάρρητα που ένας πολύ δικός σπρώχνει και μπαίνει στο δωμάτιό μας. Σα νάναι η φλογισμένη ψυχή της Ψάπφας, της ιερής μου Μάνας, σα νάναι η ίδια η ψυχή της Λέσβος που με περίμενε εδώ, μες στη Σερβία, για να με φιλέψει ένα πακέτο σοκολάτα.

Παίρνω το χεράκι της μέσα στο σκοτάδι και πολλήν ώρα στα χείλια μου. Είναι δροσερό και υπάκουγο.

-Σ’ ευχαριστώ μ’ όλη μου την ψυχή. .. Είσαι όμορφη και καλή. Πες μου τ’ όνομά σου. Θα το θυμάμαι μ’ ευγνωμοσύνη…

Κείνη τη στιγμή με πλησιάζει βιαστικά ο αξιωματικός της διμοιρίας μου. «Αμέσως, μου λέει, τρέξε νάβρεις το λοχία να συντάξει τη διμοιρία μας. Πρόσεξε. Χωρίς σφυρίχτρες, χωρίς τσιγάρο, χωρίς ομιλίες. Ξεκινάμε σε πέντε λεφτά.»

Τρέχω νάβρω τον αδερφό μου, πούναι ο λοχίας διμοιρίτης. Το κορίτσι σβήνει μέσα στον ίσκιο, χάνεται δίχως όνομα.

Φεύγουμε....» Γραμμένο το 1910

 

  1. Ποια η μοίρα των Ελλήνων στη σημερινή χώρα Βόρεια της Μακεδονίας;

          Μετά τον Α' Βαλκανικό Πόλεμο και την ενσωμάτωση της περιοχής (που αποκαλείται σήμερα Βόρεια Μακεδονία) στο νεοσύστατο Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913), η κατάσταση επιδεινώθηκε. Οι Σέρβοι ακολούθησαν πολιτική σλαβοποίησης και σερβοποίησης. Απαγόρευσαν τη χρήση της ελληνικής γλώσσας και έκλεισαν τα ελληνικά σχολεία και τις ελληνικές εκκλησίες. Σε ιδεολογικό επίπεδο, μετονόμασαν τους κατοίκους σε "Παλαιούς Σέρβους" (starii Srbrji). Αυτή η πολιτική αντικαταστάθηκε από πολιτική βουλγαροποίησης την περίοδο 1916-1918, όταν η περιοχή καταλήφθηκε από τις Κεντρικές Δυνάμεις κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Στη συνέχεια επέστρεψε στη σερβική δικαιοδοσία και η επαρχία ονομάστηκε Βαρδάρης. Μετά από αυτό, οι Βούλγαροι επέστρεψαν στην περιοχή και συνέχισαν την πολιτική του βουλγαρισμού. Αργότερα, ο Τίτο προσπάθησε να αντιστρέψει αυτήν την πολιτική, επινοώντας την ιδεολογία του μακεδονισμού.

             Κατά τη διάρκεια της γιουγκοσλαβικής περιόδου, οι Έλληνες των Σκοπίων υποβλήθηκαν στην πολιτική του μακεδονισμού, την οποία ακολούθησαν όλες οι γιουγκοσλαβικές κυβερνήσεις. Αυτή η πολιτική θα έβρισκε την πλήρη αποθέωσή της μετά την κατάρρευση της πολυεθνικής Γιουγκοσλαβίας, όταν το νέο κράτος της ΠΓΔΜ θα κυριαρχούνταν από Σλαβομακεδόνες εθνικιστές, οι οποίοι θα προσπαθούσαν να ακυρώσουν τη σλαβική καταγωγή της πλειοψηφίας των κατοίκων και να ενσταλάξουν στον πληθυσμό - με εξαίρεση τους Αλβανούς - τη βεβαιότητα ότι δήθεν «το έθνος των Μακεδόνων υπάρχει από την αρχαιότητα, το οποίο δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τους Έλληνες».

Μέγεθος πληθυσμού

          Τα πιο ρεαλιστικά δεδομένα μέχρι στιγμής προέρχονται είτε από δήλωση του ιδρυτή της εν λόγω χώρας  (πΓΔΜ) Ν. Γκλιγκόροφ, ο οποίος έκανε τη δήλωσή του κατά τη διάρκεια των πρώτων συνομιλιών για την επίτευξη συμφωνίας για το όνομα του νέου κράτους. Σε αυτή τη δήλωσή του στην τσεχική εφημερίδα «Česní Denik» τον Ιούνιο του 1992, ανέφερε την ύπαρξη 100.000 πολιτών ελληνικής καταγωγής.

                                        

  • Η τσέχικη εφημερίδα με την παραδοχή του Γκλιγκόρωφ

      [Γκλιγκόροφ]:  «Δεν μας συμφέρει να μειώσουμε τον αριθμό των Αλβανών σε λιγότερο από ό,τι είναι στην πραγματικότητα. Σε τι βασίζονται αυτές οι εκτιμήσεις ότι υπάρχουν 30 ή και 50 τοις εκατό Αλβανοί στη χώρα μας; Οι Έλληνες λένε ότι υπάρχουν 250.000 Έλληνες εδώ, ενώ σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία υπάρχουν μόνο 100.000» (δημοσιεύτηκε στο Cesny Denik, Πράγα, 10 Ιουνίου 1992, σελ. 5)

                                      

                                                      Θριαμβευτική είσοδος Μακεδονομάχων στο μοναστήρι 1908

         Ορισμένες δηλώσεις των Ελλήνων της χώρας διπλασιάζουν την εκτίμηση του Γκλιγκόροφ, ενώ ανεπιβεβαίωτες πηγές που δημοσιεύθηκαν στον τύπο της αντιπολίτευσης υποστηρίζουν ότι στην απογραφή του 1991 - στην οποία αναφέρεται και ο Γκλιγκόροφ - περίπου 200.000 άτομα δήλωσαν ελληνική εθνική ταυτότητα. Ο Κωνσταντίνος Χολέβας, αφού παραθέτει την εκτίμηση της εφημερίδας «Πολίτικα» στο σερβικό περιοδικό «Zabavnik» (Δεκέμβριος 1988) ότι υπάρχουν 150.000 «ομιλούντες Βλάχοι ή Τσιντς» στην περιοχή των Σκοπίων, ισχυρίζεται: «Όσο για τους Έλληνες Βλάχους, η απογραφή του 1948 τους εκτιμά σε 148.000. Η Στατιστική Υπηρεσία στα Σκόπια φαίνεται να αναγνώρισε 80-100.000 Βλάχους, όπως τους αποκαλούσαν, προσπαθώντας πονηρά να αποσπάσει τους βλαχόφωνους Έλληνες από τις ελληνικές τους ρίζες και να τους μετατρέψει σε ξεχωριστή μειονότητα. Ωστόσο, οι Βλάχοι, τόσο στην Αλβανία όσο και στα Σκόπια, δεν δέχτηκαν ποτέ την αλβανοποίηση ή την σκοπιανοποίηση, αλλά επειδή φοβόντουσαν να πουν «Έλληνες», διατήρησαν τον όρο «Βλάχος» ως τελευταία γραμμή άμυνας του Ελληνισμού.

            Οι παλαιότερες εκτιμήσεις είναι ενδιαφέρουσες. Το 1913, όταν η περιοχή έπεσε υπό σερβική κατοχή, 14.000 Έλληνες από τους συνολικά 42.000 ζούσαν στο Μοναστήρι. Στο Κρούσοβο, 3.218 Έλληνες από τους συνολικά 4.918 ζούσαν.

                                    

                                                                             Η φιλόπτωχος Αδελφότης Γευγελής

           Το Μεγάροβο ήταν αμιγώς ελληνικό με 2.410 κατοίκους, όπως και η Μιλόβιστα με 2.150, όπως και η Νιζόπολη με 1.890, το Τάρνοβο με 2.430, το Μπούκοβο με 1.474, το Ντράγκος με 717, η Ρέσνα με 1.000, κ.λπ.

                           

Το Μεγάροβο ήταν μια αμιγώς ελληνική κωμόπολη, κατοικούμενοι αποκλειστικά από βλαχόφωνους Έλληνες. Μετά την καταστολή της επανάστασης της Ηπείρου του 1767 που καταπνίγηκε δυο χρόνια αργότερα από τον Σιλιχτάρ Πασά, αρκετοί Ηπειρώτες –κυρίως από περιοχές της Βορείου Ηπείρου- κατέφυγαν στο Μεγάροβο. Εκείνη την εποχή αναφέρονται ως σλαβόφωνες, μόνο τρεις οικογένειες. Όλες οι άλλες είναι βλαχόφωνες και ελληνόφωνες. Το 1913 υπήρχαν 328 ελληνικές οικογένειες με σύνολο 2.417 άτομα.

                                                

(Επιστολή προκρίτων  του Μεγάροβου που βρίσκεται στο ΑΥΕ . Στην επιστολή περιγράφονται οι κίνδυνοι που απορρέουν από την εμφάνιση του σερβικού και  βουλγαρικού εθνικισμού   «Προφανούς πανταχόθεν επαπειλούντος τα πατρώα και πάτρια ημών κινδύνου και δη από των εντεύθεν και εκείθεν του Ίστρου….» Καταλήγει «…αίρομεν κραυγήν βαθείας οδύνης, κραυγήν αντλουμένην εκ της βαθείας συναισθήσεως της εξ Ελλήνων ημών καταγωγής…»

 

                                                

                                                                           Ελληνική Αστική Σχολή Σκοπίων

          Ακόμα και στα Σκόπια, σε μια διαμαρτυρία κατά της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου (1878) συγκεντρώθηκαν 10.000 υπογραφές.

                                                 

                                                                                                                                        Κρούσοβο

Σχετικά με το Μοναστήρι (σημερινή Μπίτολα)

         Η σύνθεση του πληθυσμού του Μοναστηρίου κατά την οθωμανική εποχή ήταν πολυεθνική. Κατοικούνταν από Έλληνες, Βούλγαρους, Οθωμανούς διαφόρων εθνοτικών καταβολών, Τσιγγάνους, Αρμένιους. Από άποψη θρησκείας, υπήρχαν Χριστιανοί (Ορθόδοξοι, λίγοι Ουνίτες και Προτεστάντες), Εβραίοι και Μουσουλμάνοι. Ο περιηγητής Βίκτορ Μπεράρ περιέγραψε το μοναστήρι στα τέλη του 19ου αιώνα: «Στη χριστιανική συνοικία του μοναστηριού, είναι αδύνατο να μην νιώσεις την ελληνικότητα στο "κάθε βήμα". Τα μεγάλα τετράγωνα σπίτια με τις τσιμεντένιες στέγες, τα πέτρινα μπαλκόνια αποκαλύπτουν με την πρώτη ματιά την ελληνική αγάπη για τον ήλιο και το φως.                           

                                                                    

                                      

Το Ελληνικό Γυμνάσιο Μοναστηρίου άρχισε να λειτουργεί στα τέλη του 19ου αιώνα και σε αυτό φοιτούσαν 200 περίπου μαθητές από την πόλη και από τη γειτονική περιοχή

                                                                                                                   

                                   

                                                                     Ελληνικό σχολείο στο Μοναστήρι

        Η μοίρα της πόλης θα κριθεί στον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο, όταν στις 5 Νοεμβρίου 1912, θα καταληφθεί από σερβικά στρατεύματα. Οι Σέρβοι θα ακολουθήσουν μια πολιτική εθνικής καταπίεσης των Ελλήνων και εποικισμού της περιοχής από έναν φιλικό σλαβικό πληθυσμό. Η περιοχή του Μοναστηρίου θα υποστεί τις γνωστές σκληρές διαδικασίες αλλαγής της εθνικής φυσιογνωμίας. Υπολογίζεται ότι μέχρι το 1935, 19.000 σερβικές και βόσνιες οικογένειες θα εγκατασταθούν στην περιοχή και πάνω από 8.000 ελληνικά σπίτια θα κατασχεθούν υπέρ των εποίκων. Το ελληνικό προξενείο στο Μοναστήρι θα κλείσει το 1923 και το 1924 θα επιβληθεί απαγόρευση στην ομιλία ελληνικών σε δημόσιους χώρους και στην ανάρτηση ελληνικών πινακίδων σε καταστήματα. Πέντε χρόνια αργότερα, τα ελληνικά σχολεία θα κλείσουν


Η δημοκρατία της Μιρντίτα

 

 Η Μιρντίτα είναι περιοχή της βόρειας Αλβανίας. Ορεινή και δασώδης, εκτείνεται βόρεια της κοιλάδας Ορόση που την διασχίζει ο ποταμός Μάτι.
Το όνομα της κοιλάδας προέρχεται από την γειτνιάζουσα περιοχή της Μιρντίτα, το Όρος. Φθάνει κοντά στις ακτές της Αδριατικής όπου παλιά υπήρχαν κτήσεις της Βενετικής δημοκρατίας. Άγιος Ιωάννης Μέδουας (σήμερα Shen Gjin, Αλέσιον (σήμερα Leza) & ΣκόδραΧάρη στην γειτνίαση με τις Βενετικές κτήσεις οι κάτοικοι παρέμειναν χριστιανοί και ακολούθησαν το καθολικό δόγμα. Σαν ορεσίβιοι παρέμεναν ανυπότακτοι. Ακολούθησαν τον πρίγκιπα Γεώργιο Καστριώτη στους πολέμους κατά των Τούρκων εισβολέων όπου έδειξαν τις πολεμικές τους αρετές.
Η λέξη Μιρντίτα στα αλβανικά σημαίνει «καλημέρα» και πιστεύεται πως σε αυτές τις ορεινές περιοχές για πρώτη φορά μιλήθηκε η γκέγκικη διάλεκτος, κάπου στον 12ο ή 13ο αιώνα, από την ανάγκη να συνεννοηθούν διάφοροι αλλόγλωσσοι και αλλόφυλοι που κατοικούσαν σε αυτούς τους ορεινούς όγκους. Λατινόφωνοι, Ελληνόφωνοι, Σλαβόφωνοι κλπ για αιώνες συνυπήρχαν στα βουνά της ΜιρντίταΣτα χρόνια των αγώνων με τον Καστριώτη, κατά
των Τούρκων η χρήση της νέας αυτής γλώσσας γενικεύθηκε και σε άλλες περιοχές οι οποίες έπρεπε επίσης να επικοινωνήσουν.
Χωρίς κάποια κεντρική εξουσία ακολουθούσαν το εθιμικό δίκαιο, τον Κανόνα ή Kanuni. Τα συμβούλια των δημογερόντων των διαφόρων οικισμών φρόντιζαν για την σωστή εφαρμογή του.
Η περιοχή της Μιρντίτα κατά την τουρκοκρατία είχε καθεστώς αυτονομίας και έτσι φτάνουμε στο τέλος του Α’ παγκοσμίου πολέμου. Οι μεγάλες δυνάμεις είχαν αποφασίσει την απόδοση της περιοχής στο νεοσύστατο αλβανικό κράτος, όμως η ιδέα πως θα ανακατευτούν με τους μουσουλμάνους των άλλων περιοχών δεν άρεσε καθόλου στους Μιρντίτες. Διάχυτη υπάρχει η ιδέα στην Μιρντίτα πως «οι Τούρκοι», έτσι αποκαλούν την αλβανική κυβέρνηση, θα κυνηγήσουν τους καθολικούς.
Το 1919 ο καπεντάν (αρχηγός) της Μιρντίτα Πρενκ Μπιμπ Ντόντα πεθαίνει χωρίς να αφήσει απογόνους και ο εξάδελφός του Μάρκο Γκιόνι τον διαδέχεται.
Ο νέος καπεντάν επισκέπτεται το Πρίζρεν του Κοσσυφοπεδίου που ανήκε στο νεοσύστατο βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων  (SHS), αυτό που αργότερα ονομάστηκε Γιουγκοσλαβία. Στο Πρίζρεν ή Πριζρένη ο Γκιόνι συναντιέται με αξιωματούχους του βασιλείου, οι οποίοι του υπόσχονται βοήθεια οικονομική και σε οπλισμό. Η ιδέα πως θα έχουν στα νότιά τους ένα κράτος εξαρτώμενο από αυτούς αρέσει ιδιαίτερα στους αξιωματούχους του νέου βασιλείου οι οποίοι δεν κρύβουν την επιθυμία τους για ενσωμάτωση όλης της βόρειας Αλβανίας.
Στις 17 Ιουλίου 1921 στην Πριζρένη ο Μάρκο Γκιόνι ανακηρύσσει την ανεξαρτησία της Δημοκρατίας της Μιρντίτα στην οποία ο ίδιος ορίζεται ως 1ος πρόεδρος (και μοναδικός). Το βασίλειο των ΣΚΣ αναγνωρίζει αμέσως την νέα δημοκρατία και υπόσχεται στον Γκιόνι πως θα πείσει τις άλλες  ευρωπαϊκές χώρες να πράξουν το ίδιο και ο ίδιος επιστρέφει στην Μιρντίτα με χρήμα και όπλα για να οργανώσει την νέα δημοκρατία.
Πρώτη η Μεγάλη Βρετανία στέλνει έντονη διαμαρτυρία στην κυβέρνηση των ΣΚΣ και ζητάει από την Κοινωνία των Εθνών να επιβάλλει κυρώσεις στο νέο βασίλειο των νότιων Σλάβων. Η ΚτΕ δηλώνει πως αναγνωρίζει μόνο τα σύνορα της Αλβανίας όπως προσδιορίζονται από την σύνοδο της Φλωρεντίας (1913).
Η αλβανική κυβέρνηση στέλνει τον Αχμέτ Ζόγου επικεφαλής δύναμης τακτικού στρατού και ατάκτων οι οποίοι αρχίζουν αποκλεισμό και πολιορκία της νέας δημοκρατίας. Έρχεται σε επαφή με ντόπιους παράγοντες στους οποίους υπόσχεται πως δεν θα υπάρξουν αντεκδικήσεις και πως όσοι συνεχίσουν τον αγώνα θα δικαστούν επί εσχάτη προδοσία. Ο πρόεδρος Μάρκο Γκιόνι εγκαταλείπει την θέση του και βρίσκει καταφύγιο στο βασίλειο των νότιων Σλάβων. Η Μιρντίτα καταλαμβάνεται, χάνει τα μειονοτικά της δικαιώματα, περιοχές της ενσωματώνονται σε γειτονικές επαρχίες με μία πολύ μικρότερη επαρχία της Μιρντίτα στην νέα διοικητική διαίρεση.
Στις 20 Νοεμβρίου 1921 η Δημοκρατία της Μιρντίτα έπαψε να υπάρχει, 4 μήνες και 3 ημέρες μετά την ανακήρυξή της.

Για τις ανάγκες της νεοσύστατης ταχυδρομικής υπηρεσίας της είχαν παραγγελθεί γραμματόσημα τα οποία έφτασαν πολύ αργά και δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ για ταχυδρόμηση. Διέρρευσαν στην φιλοτελική αγορά όπου βρίσκονται και σήμερα σχετικά εύκολα. Ιδιώτες επωφελήθηκαν της περίστασης για να τυπώσουν πλαστά. Τα γνήσια είναι τυπωμένα σε γομμαρισμένο χαρτί ενώ οι «ιδιωτικές ανατυπώσεις» σε χαρτί χωρίς γόμμα.
Τα γραμματόσημα της Μιρντίτα δεν βρήκαν ποτέ καμία θέση σε όσους καταλόγους γραμματοσήμων γνωρίζω.

Δημήτρης Περδίκης   

Σταυρός και ντουφέκι. Αυτά τα δύο είναι η Ελλάδα


Related image
Σταυρός και ντουφέκι.  Αυτά τα δύο είναι η Ελλάδα


Τον  Οκτώβριο του 1964, ο Ηλίας Βενέζης, ο σπουδαίος λογοτέχνης μας και ακαδημαϊκός, εκφώνησε λόγο στην Ακαδημία Αθηνών με τίτλο «το πάθος των Φιλικών».
Στον επίλογο της ομιλίας του αναφέρθηκε στον θάνατο ή, καλύτερα, στην «οσιακή κοίμηση» του Αλέξανδρου Υψηλάντη, του αθάνατου αρχηγού της Φιλικής Εταιρείας.
Διαβάζω:
«Όταν οι Αυστριακοί αποφυλάκισαν τον πρίγκηπα ήταν πια αργά.  Λίγες μέρες μετά την αποφυλάκισή του ο Αλέξανδρος Υψηλάντης πέθανε στην Βιέννη, στις 9 Ιανουαρίου του 1828.  Ετοιμοθάνατο τον βρήκε ο συμπολεμιστής του του Ιερού Λόχου, ο Λασάνης. Του έφερε την εφημερίδα του τόπου, τον Αυστριακόν Παρατηρητήν.
-         Τι νέα γράφουν; ρώτησε αργά τον Λασάνη ο πρίγκηψ.
-         Ο Καποδίστριας έφθασε στην Μάλτα. Μια φρεγάδα αγγλική τον περιμένει να τον μεταφέρει στην Ελλάδα, του αποκρίθηκε.
-         Ας έχει δόξαν ο Θεός, μουρμούρισε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης.
Άρχισε να ψελλίζει το Πάτερ Υμών.  Αλλά πριν τελειώσει την προσευχή του, είχε ξεψυχήσει». (Ακαδημία Αθηνών, Πανηγυρικοί Λόγοι Ακαδημαϊκών για την 28η Οκτ. 1940, σελ. 399).
Τι διαβάζουμε εδώ; Το οσιακό τέλος ενός πραγματικού Έλληνα, ενός αληθινού Ορθοδόξου Χριστιανού.  Το διαβάζεις και μουρμουρίζεις «την ευχή σου να έχουμε, αρχηγέ», όπως αυθόρμητα λέμε όταν αναχωρούν, για την αιωνιότητα περιώνυμοι για την αρετή και την αγιότητά τους Γέροντες, όπως πρόσφατα ο οσιακής μνήμης Γέροντας Εφραίμ ο Φιλοθεϊτης. 
Δοξάζει τον Θεό, όταν ακούει πως ο Καποδίστριας, άλλος φιλόθεος και φιλόπατρις Έλληνας, κατέρχεται να την κυβερνήσει. Συγκινείται. Η εύθραυστη καρδιά του – 7 χρόνια σάπιζε στην φυλακή, στην υγρή και φρικτή ειρκτή του κάστρου Μούνκατς της Αυστροουγγαρίας – δεν αντέχει. Αισθάνεται το τέλος.  Δεν κλαίει, δεν οδύρεται,  δεν καταριέται.  Όχι.  Είναι αητός υψιπέτης, η γενιά του Εικοσιένα.  «Για του Χριστού την πίστη την αγία και της Πατρίδος την ελευθερία». Αγιασμένη Επανάσταση, αγιασμένοι και οι πολεμιστές της. Έκλεισε τα μάτια του, ψιθυρίζοντας το «Πάτερ ημών». Δοξολογώντας τον Θεό για τις ευεργεσίες του στην αιματοκυλισμένη Πατρίδα, παρακαλώντας το έλεός Του για την βασανισμένη ψυχή του.  Οι σπουδαίοι, οι γενναίοι, οι υψηλόφρονες, δείχνουν την λεβεντιά τους ενώπιον του θανάτου, όταν τον αντικρίζουν. Τότε αποκαλύπτεται η μεγαλοσύνη τους, η παλληκαριά, η εμπιστοσύνη στον δικαιοκρίτη Σωτήρα του κόσμου.  (Υπάρχουν και σήμερα κάποιοι «μεγαλομάρτυρες» με ανίατες, βαριές και επώδυνες ασθένειες που “φεύγουν” αλύγιστοι, όρθιοι, αγογγύστως. «Ο υπομείνας χρόνιον ασθένειαν αγογγύστως ως μάρτυς παραλειφθήσεται» λέει ο άγιος Διάδοχος Φωτικής).
Αυτήν την αγέρωχη και ηρωική στάση μπροστά στον θάνατο, διαβάζουμε στους βίους πολλών αγωνιστών του Γένους.
Στο βιβλίο «Τελευταίες ώρες, τελευταία λόγια των αγωνιστών του ΄21», του Κ. Παπαδημητρίου, διαβάζουμε για κάποιους επιφανείς της Ιστορίας μας. Ο Ρήγας Φερραίος, πριν εκπνεύσει, από τις σφαίρες των Τούρκων, είπε τα εξής:  «Έτσι πεθαίνουν τα παλληκάρια.  Αρκετό σπόρο έσπειρα και θα έρθει η ώρα που άλλοι θα θερίσουν». (Το διηγήθηκε Τούρκος στο Βελιγράδι, που υπήρξε δήμιος του Ρήγα, στον γλύπτη Ιω. Κόσσο που έφτιαξε τον ανδριάντα του ήρωα που κοσμεί τον προαύλιο χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών).
Οι τρομεροί Κατσαντωναίοι, που μαρτύρησαν στα χέρια του κτηνώδους Αλή πασά, πέθαναν, έχοντας το όνομα του αγίου Κοσμά του Αιτωλού στα χείλη τους.  (Ήταν πνευματικοπαίδια του).
Ο Εμμανουήλ Ξάνθος, που τον ποδοπάτησαν στην Βουλή, το 1852, και τραυματίστηκε, πέθανε στο νοσοκομείο «δεόμενος του Υψίστου να δικάσει ευμενώς τα παραπτώματα αυτού».
Ο Παπαφλέσσας, στο Μανιάκι, θα πει σε όσους δειλόψυχους τον προτρέπουν να κρυφτεί στα βουνά:
-         «Καθίστε εδώ να πεθάνουμε σαν αρχαίοι Έλληνες».
Και πέθανε, ο νέος Λεωνίδας, με σπασμένο το γιαταγάνι του….
Ο Καραϊσκάκης, ο φόβος και τρόμος της Τουρκιάς, «έσβησε», παρακαλώντας τους αγωνιστές «να γλιτώσουν την Αθήνα», δηλαδή την Πατρίδα.
Ο Δημ. Μακρής, ο αρματολός του Ζυγού, ο ήρωας της Εξόδου του Μεσολογγίου, έβαλε την γερόντισσα γυναίκα του, λίγο πριν «κοιμηθεί», να του τραγουδήσει το αναστάσιμο, κλέφτικο μοιρολόι:
«Να ‘μουν πουλί να πέταγα, να πήγαινα τ’ αψήλου,
ν’ αγνάντευα τη Ρούμελη, το έρμο Μεσολόγγι
πώς πολεμά με την Τουρκιά με τέσσερις πασάδες.
Πέφτουν κανόνια στη στεριά και μπόμπες του πελάγου
πέφτουν τα λιανοντούφεκα σαν άμμος, σα χαλάζι.
Και ο Μακρής τους φώναζε και ο Μακρής φωνάζει:
Παιδιά βαστάτε τ’ άρματα και τα βαριά ντουφέκια….». 
Το άκουσεε και βασίλεψαν τα μάτια του.  Αυτός που όταν ο Όθων τον ζήτησε για υπασπιστή του,   του απάντησε:  «Δεν έμαθα εγώ να τσακάω τ’ μέση μ’».
Ο Κανάρης, ο μπουρλοτιέρης των Αγαρηνών, γέροντας πια, εκοιμήθη λέγοντας σε μια τελευταία συνομιλία, με ξένο ιστορικό, που τον ρώτησε, που οφείλονται τα κατορθώματα του ‘21. Απάντησε ο ήρωας απεικονίζοντας την γενιά μας, του «φάγωμεν, πίωμεν». «Τότε μεγαλουργούσαν οι καρδιές, τώρα μεγαλουργούν τα χρήματα».  Κατεβάζω από το Εικονοστάσι του Γένους και άλλους.  Ο Παύλος Μελάς, ο αητός της Μακεδονίας μας, ψυχορραγούσε λέγοντας: «Τον σταυρό να τον δώσεις στην γυναίκα μου και το τουφέκι του Μίκη και να τους πεις ότι το καθήκον μου έκαμα».
Σταυρός και ντουφέκι.  Αυτά τα δύο είναι η Ελλάδα.  Πίστη στον Χριστό και την Θεομάνα μας και .. ντουφέκια στους αντίχριστους Κιουταχήδες, τους Ερντογάνηδες που απειλούν, όπως έκαναν οι πρόγονοί του, με αιματοχυσίες και δηώσεις.  (Και ο Δράμαλης απειλούσε ώσπου γνώρισε το κολοκοτρωναίικο ντουφέκι).
Και σπεύδω στους ήρωες της Κύπρου, τα λιοντάρια της ΕΟΚΑ, τους αθλητές της αγχόνης.  Αποσπώ από το “Συναξάρι”  τους, το πολυτίμητο βιβλίο του Σπύρου Παπαγεωργίου «Διά χειρός ηρώων», μιαν επιστολή του Ιακώβου Πατάτσου.  (Τον κρέμασαν οι τρισάθλιοι Άγγλοι, όταν ήταν βασίλισσα η εσχατόγρια Ελισσάβετ).
Διαβάζω και «προσκυνώ» τα πάθη του λαού μας.  Γράμμα στην μάνα του, στις 8 Αυγούστου του 1956:
«Χαίρε. Ευρίσκομαι μεταξύ των αγγέλων. Τώρα απολαμβάνω τους κόπους μου. Το πνεύμα μου φτερουγίζει γύρω από τον θρόνο του Κυρίου. Θέλω να χαρείς, όπως κι εγώ.  Αν κλαις, θα λυπούμαι. Το όνομά σου θα γραφεί στην ιστορία, γιατί εδέχθης να θυσιασθεί το παιδί σου για την Πατρίδα. Είναι καιρός τώρα να καμαρώσεις το παιδί σου.  Ευρίσκεται εκεί ψηλά όπου ψάλλουν οι αγγέλοι.  Χαίρε αγαπημένη μου μητέρα.  Μη κλαίς για να ακούσεις την αγγελική φωνή μου που ψάλλει:  Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ. Ψάλλε και συ μαζί μου. Ψάλλε, προσεύχου, δόξαζε τον Θεόν  σ’ όλη σου την ζωήν».  Αυτό δεν είναι επιστολή, είναι δοξαστικό αθλητού του Έθνους μας. Ο Γρηγόρης Αυξεντίου, ο ελεύθερος πολιορκημένος του Μαχαιρά, βροντοφώναζε «μολών λαβέ».
Τούτος ο λαός, στις μεγάλες του ώρες, είχε παλληκαρίσια ψυχή. Και σήμερα κάτω από τα μπάζα που μας έριξαν ο καντιποτένιοι, ίσως σιγοκαίει η φλόγα, το πύρωμα της καρδιάς…
Δημήτρης Νατσιός
δάσκαλος-Κιλκίς