Χαμένοι και ξεχασμένοι Μακεδόνες Έλληνες!!

 

 

  1. Η " Ζωή εν τάφω" και οι χαμένοι και ξεχασμένοι Έλληνες  .

 

                                                                                               

                                                                                                                 

 Στράτης Μυριβήλης (1890 – 1969)

 

Απόσπασμα από  το γνωστό έργο του Στράτη Μυριβήλη «Η ζωή εν τάφω»    Γράφτηκε το 1910

 

«.....Νύχτα....μπήκαμε στο Μοναστήρι (πόλη της σημερινής Βόρειας Μακεδονίας Bitola).. Και νύχτα βγήκαμε. Είναι μια μεγάλη πολιτεία σέρβικη, που οι κάτοικοί της είναι Έλληνες. Οι δρόμοι της είναι χωρίς φώσια, τα σπίτια δίχως λάμπες. Οι ανθρώποι που την κατοικούν μιλάνε ψιθυριστά, περπατάνε τρομαγμένα σαν κλέφτες, κοιτάνε τον ουρανό με φόβο και κατοικούν στα κατώγια και στις τρύπες που σκάψανε κάτω από τα σπίτια τους. Αυτές οι τρύπες είναι τ’ «αμπριά». (Εδώ πρωτομάθαμε μια λέξη, χωρίς να ξέρουμε ακόμα το φριχτό της νόημα.) Σταματήσαμε σε μια πλατέα. Μας πήραν οι Φραντσέζοι οδηγοί και μας κατατόπισαν. Είναι μια πολιτεία-μέτωπο. Μας δείξανε σπίτια χτυπημένα από τις οβίδες σαν από αστροπελέκια, σπίτια καμένα από τις εμπρηστικές. (…)

Είδα έναν όμορφο δρόμο γεμάτον σιωπή και φεγγάρι. Δεξά και ζερβά του σηκώνανε προς τον μαβήν ουρανό τα καπνισμένα ντουβάρια τους δυο ατέλειωτες αράδες καμένα σπίτια. Ανάμεσ’ από τ’ άδεια παράθυρα, πίσω από τις μπαλκονόπορτες που έχασκαν, μπαινόβγαινε ανεμπόδιστα το φεγγαρόφωτο και τα γιόμιζε ερημιά και νέκρα. Ήτανε ξεσαρκωμένα σκελετά από πελώρια κουφάρια. Άλλη φορά θάταν πασίχαρα σπίτια και τώρα τα σκότωσε ο πόλεμος. Οι κάτοικοι εδωπέρα φοράν ολημερίς και ολονυχτίς κρεμασμένη στο στήθος μια μάσκα για τα ασφυξιογόνα. Μυστήριο το πώς μυρίστηκαν την εθνικότητά μας, αφού η στολή μας, η κάσκα μας, είναι φραντσέζικα όλα, κι ο ερχομός μας έγινε έτσι μυστικά. Χιμήξανε γύρω μας, ξετρυπώσανε σαν τα ποντίκια κάτω απ’ τη γης, άντρες, γυναίκες, προπάντων γυναίκες και παιδάκια. Και μας φιλάνε τα χέρια, μας χαϊδεύουν τα ντουφέκια, μας πασπατεύουν τις κάσκες, κουμπώνουν και ξεκουμπώνουν τα κουμπιά της μαντύας μας, κλαίνε, κλαίνε ήσυχα μέσα στη φεγγαροβραδιά.

-Είστε, αλήθεια, τ’ αδέρφια μας; Είστε Έλληνες, Έλληνες από την Ελλάδα;

-Μα ναι…

-Σας περιμέναμε χρόνια στη σκλαβιά. Σας ονειρευόμασταν, σας τραγουδούσαμε, σας προσκυνούσαμε, και δε σας ξέραμε. Και τώρα είστε κοντά μας. Ο Χριστός κ’ η Παναγιά να σας φυλάει! Και να μη μας αφήσετε πια, αδέρφια, στους Σέρβους. Μας τυραγνάνε σκληρά, που είμαστε Έλληνες…

Ένας γέρος μούπε:

-Μας δέρνουν με το βούρδουλα σαν μας ακούνε να μιλάμε ελληνικά, να λειτουργιούμαστε ελληνικά. Μας πήραν τις εκκλησιές, τα ωραία σκολειά μας. Μας ατιμάζουν τις γυναίκες. .. Μας ατίμασαν όλες τις γυναίκες. Η πολιτεία μας έγινε ένα πορνείο. .. Αλλιώτικα τις κόβουν το δελτίο του ψωμιού. Και δεν αφήνουνε κανέναν να φύγει από την πολιτεία, να γλιτώσει. Έχουνε κλείσει όλα τα περάσματα και ντουφεκάνε.

Κύριε ελέησον! Μα ήρθαμε λοιπόν να πολεμήσουμε τους Σέρβους για να λευτερώσουμε Έλληνες για ήρθαμε να πολεμήσουμε τους Γερμανούς και τους Βουλγάρους για να λευτερώσουμε τους σύμμαχούς μας τους Σέρβους, που τους πρόδωσε ο Βασιλιάς; Κάτι αρχινά να ραΐζει μέσα μας. Η πίστη; Κλαίμε και μεις μαζί τους, κ’ είμαστε σαστισμένοι. Μας φιλεύουν χίλια φτωχά μικροπράματα, και σ’ όλα τα υπόγεια τηγανίζουν γλυκίσματα με το τραγικό τους το σιτηρέσιο. Όλα για μας… Ένα σμάρι αγοράκια ήρθαν κοντά στη διμοιρία μου και όλα μαζί πιάσανε και τραγουδούσαν τον Εθνικό Ύμνο με τα κασκέτα στο χέρι. Τραγουδούσαν σιγανά, μας άγγιζαν και κλαίγανε. Ήρθε ένας Γάλλος του φρουραρχείου και διέταξε να σωπάσουν.

-Όχι φασαρίες!

Μια κυρία με μαύρη μαντίλα στο κεφάλι λέει ακόμα με τρυφερή φροντίδα:

-Νάχετε πρόχειρες τις μάσκες σας, αδέρφια. Προχτές μας ρίξαν οι Βουλγάροι αέρια και μας πέθαναν στη γειτονιά μου έξη παιδάκια, εκεί που κάθουνταν στριμωγμένα και λέγανε παραμύθια. Οι Φραντσέζοι τα πήρανε και τάχαν αράδα τα κορμάκια τους, μια μέρα ολάκερη, πάνω στο πεζοδρόμι. Τα φωτογραφίζαν και τα κινηματογραφούσαν όλη μέρα. Τα βγάλανε και καρτ-ποστάλ.

                                                           

         Ελληνική διαδήλωση στο Μοναστήρι το 1908 υπέρ του Συντάγματος των Νεοτούρκων. Πίστευαν ότι τα πράγματα θα βελτιώνονταν.... Φευ...

      Ένα κορίτσι λυγερό σαν νιο κυπαρίσσι, με σκοτεινά μαλλιά και υπερβολικά μεγάλα μάτια. Στέκεται τόσην ώρα πλάι μου και δε μιλά. Μόνο με κοιτάζει και παίζει ένα δάχτυλο στο λουρί του ντουφεκιού μου. Την κοιτάζω και γω, βλέπω το φεγγαρόφωτο μέσα στα μάτια της και χαμογελώ. Αυτή δεν χαμογελά. Μου βάζει ξαφνικά στο σακίδιο ένα δέμα σοκολάτα. Λέει σιγά:

-Να το πάρεις και να θυμάσαι στο χαράκωμα πως ένα κορίτσι του Μοναστηριού, που ποτέ δε θα το ξαναδείς πια…

-Μπα, δεν το ξέρεις αυτό…

Κουνά δυνατά το κεφάλι και μια μπούκλα κρεμάζει μαύρο ερωτηματικό ανάμεσα στα ζωηρά φρύδια της.

-Το ξέρω… Πες μου, αδερφέ, από πού είστε;

-Από τη Λέσβο είμαστε.

-Από τη Λέσβο; (Χαμογελά και παίρνει ύφος μαθήτριας που απαγγέλνει γρήγορα και κωμικά): «Η Λέσβος, η πατρίς της Σαπφούς, του Αλκαίου, του Αρίωνος, του Πιττακού και του Θεοφράστου, η κοιτίς της μουσικής και της λυρικής ποιήσεως…»

Είναι νόστιμο αυτό. Όλα αυτά τα ονόματα με συγκινούν βαθιά, έτσι σχολαστικά που βγαίνουν από το στόμα της. Μονομιάς αυτή η κοπέλα μπαίνει μέσα στην καρδιά μου με τα θάρρητα που ένας πολύ δικός σπρώχνει και μπαίνει στο δωμάτιό μας. Σα νάναι η φλογισμένη ψυχή της Ψάπφας, της ιερής μου Μάνας, σα νάναι η ίδια η ψυχή της Λέσβος που με περίμενε εδώ, μες στη Σερβία, για να με φιλέψει ένα πακέτο σοκολάτα.

Παίρνω το χεράκι της μέσα στο σκοτάδι και πολλήν ώρα στα χείλια μου. Είναι δροσερό και υπάκουγο.

-Σ’ ευχαριστώ μ’ όλη μου την ψυχή. .. Είσαι όμορφη και καλή. Πες μου τ’ όνομά σου. Θα το θυμάμαι μ’ ευγνωμοσύνη…

Κείνη τη στιγμή με πλησιάζει βιαστικά ο αξιωματικός της διμοιρίας μου. «Αμέσως, μου λέει, τρέξε νάβρεις το λοχία να συντάξει τη διμοιρία μας. Πρόσεξε. Χωρίς σφυρίχτρες, χωρίς τσιγάρο, χωρίς ομιλίες. Ξεκινάμε σε πέντε λεφτά.»

Τρέχω νάβρω τον αδερφό μου, πούναι ο λοχίας διμοιρίτης. Το κορίτσι σβήνει μέσα στον ίσκιο, χάνεται δίχως όνομα.

Φεύγουμε....» Γραμμένο το 1910

 

  1. Ποια η μοίρα των Ελλήνων στη σημερινή χώρα Βόρεια της Μακεδονίας;

          Μετά τον Α' Βαλκανικό Πόλεμο και την ενσωμάτωση της περιοχής (που αποκαλείται σήμερα Βόρεια Μακεδονία) στο νεοσύστατο Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913), η κατάσταση επιδεινώθηκε. Οι Σέρβοι ακολούθησαν πολιτική σλαβοποίησης και σερβοποίησης. Απαγόρευσαν τη χρήση της ελληνικής γλώσσας και έκλεισαν τα ελληνικά σχολεία και τις ελληνικές εκκλησίες. Σε ιδεολογικό επίπεδο, μετονόμασαν τους κατοίκους σε "Παλαιούς Σέρβους" (starii Srbrji). Αυτή η πολιτική αντικαταστάθηκε από πολιτική βουλγαροποίησης την περίοδο 1916-1918, όταν η περιοχή καταλήφθηκε από τις Κεντρικές Δυνάμεις κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Στη συνέχεια επέστρεψε στη σερβική δικαιοδοσία και η επαρχία ονομάστηκε Βαρδάρης. Μετά από αυτό, οι Βούλγαροι επέστρεψαν στην περιοχή και συνέχισαν την πολιτική του βουλγαρισμού. Αργότερα, ο Τίτο προσπάθησε να αντιστρέψει αυτήν την πολιτική, επινοώντας την ιδεολογία του μακεδονισμού.

             Κατά τη διάρκεια της γιουγκοσλαβικής περιόδου, οι Έλληνες των Σκοπίων υποβλήθηκαν στην πολιτική του μακεδονισμού, την οποία ακολούθησαν όλες οι γιουγκοσλαβικές κυβερνήσεις. Αυτή η πολιτική θα έβρισκε την πλήρη αποθέωσή της μετά την κατάρρευση της πολυεθνικής Γιουγκοσλαβίας, όταν το νέο κράτος της ΠΓΔΜ θα κυριαρχούνταν από Σλαβομακεδόνες εθνικιστές, οι οποίοι θα προσπαθούσαν να ακυρώσουν τη σλαβική καταγωγή της πλειοψηφίας των κατοίκων και να ενσταλάξουν στον πληθυσμό - με εξαίρεση τους Αλβανούς - τη βεβαιότητα ότι δήθεν «το έθνος των Μακεδόνων υπάρχει από την αρχαιότητα, το οποίο δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τους Έλληνες».

Μέγεθος πληθυσμού

          Τα πιο ρεαλιστικά δεδομένα μέχρι στιγμής προέρχονται είτε από δήλωση του ιδρυτή της εν λόγω χώρας  (πΓΔΜ) Ν. Γκλιγκόροφ, ο οποίος έκανε τη δήλωσή του κατά τη διάρκεια των πρώτων συνομιλιών για την επίτευξη συμφωνίας για το όνομα του νέου κράτους. Σε αυτή τη δήλωσή του στην τσεχική εφημερίδα «Česní Denik» τον Ιούνιο του 1992, ανέφερε την ύπαρξη 100.000 πολιτών ελληνικής καταγωγής.

                                        

  • Η τσέχικη εφημερίδα με την παραδοχή του Γκλιγκόρωφ

      [Γκλιγκόροφ]:  «Δεν μας συμφέρει να μειώσουμε τον αριθμό των Αλβανών σε λιγότερο από ό,τι είναι στην πραγματικότητα. Σε τι βασίζονται αυτές οι εκτιμήσεις ότι υπάρχουν 30 ή και 50 τοις εκατό Αλβανοί στη χώρα μας; Οι Έλληνες λένε ότι υπάρχουν 250.000 Έλληνες εδώ, ενώ σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία υπάρχουν μόνο 100.000» (δημοσιεύτηκε στο Cesny Denik, Πράγα, 10 Ιουνίου 1992, σελ. 5)

                                      

                                                      Θριαμβευτική είσοδος Μακεδονομάχων στο μοναστήρι 1908

         Ορισμένες δηλώσεις των Ελλήνων της χώρας διπλασιάζουν την εκτίμηση του Γκλιγκόροφ, ενώ ανεπιβεβαίωτες πηγές που δημοσιεύθηκαν στον τύπο της αντιπολίτευσης υποστηρίζουν ότι στην απογραφή του 1991 - στην οποία αναφέρεται και ο Γκλιγκόροφ - περίπου 200.000 άτομα δήλωσαν ελληνική εθνική ταυτότητα. Ο Κωνσταντίνος Χολέβας, αφού παραθέτει την εκτίμηση της εφημερίδας «Πολίτικα» στο σερβικό περιοδικό «Zabavnik» (Δεκέμβριος 1988) ότι υπάρχουν 150.000 «ομιλούντες Βλάχοι ή Τσιντς» στην περιοχή των Σκοπίων, ισχυρίζεται: «Όσο για τους Έλληνες Βλάχους, η απογραφή του 1948 τους εκτιμά σε 148.000. Η Στατιστική Υπηρεσία στα Σκόπια φαίνεται να αναγνώρισε 80-100.000 Βλάχους, όπως τους αποκαλούσαν, προσπαθώντας πονηρά να αποσπάσει τους βλαχόφωνους Έλληνες από τις ελληνικές τους ρίζες και να τους μετατρέψει σε ξεχωριστή μειονότητα. Ωστόσο, οι Βλάχοι, τόσο στην Αλβανία όσο και στα Σκόπια, δεν δέχτηκαν ποτέ την αλβανοποίηση ή την σκοπιανοποίηση, αλλά επειδή φοβόντουσαν να πουν «Έλληνες», διατήρησαν τον όρο «Βλάχος» ως τελευταία γραμμή άμυνας του Ελληνισμού.

            Οι παλαιότερες εκτιμήσεις είναι ενδιαφέρουσες. Το 1913, όταν η περιοχή έπεσε υπό σερβική κατοχή, 14.000 Έλληνες από τους συνολικά 42.000 ζούσαν στο Μοναστήρι. Στο Κρούσοβο, 3.218 Έλληνες από τους συνολικά 4.918 ζούσαν.

                                    

                                                                             Η φιλόπτωχος Αδελφότης Γευγελής

           Το Μεγάροβο ήταν αμιγώς ελληνικό με 2.410 κατοίκους, όπως και η Μιλόβιστα με 2.150, όπως και η Νιζόπολη με 1.890, το Τάρνοβο με 2.430, το Μπούκοβο με 1.474, το Ντράγκος με 717, η Ρέσνα με 1.000, κ.λπ.

                           

Το Μεγάροβο ήταν μια αμιγώς ελληνική κωμόπολη, κατοικούμενοι αποκλειστικά από βλαχόφωνους Έλληνες. Μετά την καταστολή της επανάστασης της Ηπείρου του 1767 που καταπνίγηκε δυο χρόνια αργότερα από τον Σιλιχτάρ Πασά, αρκετοί Ηπειρώτες –κυρίως από περιοχές της Βορείου Ηπείρου- κατέφυγαν στο Μεγάροβο. Εκείνη την εποχή αναφέρονται ως σλαβόφωνες, μόνο τρεις οικογένειες. Όλες οι άλλες είναι βλαχόφωνες και ελληνόφωνες. Το 1913 υπήρχαν 328 ελληνικές οικογένειες με σύνολο 2.417 άτομα.

                                                

(Επιστολή προκρίτων  του Μεγάροβου που βρίσκεται στο ΑΥΕ . Στην επιστολή περιγράφονται οι κίνδυνοι που απορρέουν από την εμφάνιση του σερβικού και  βουλγαρικού εθνικισμού   «Προφανούς πανταχόθεν επαπειλούντος τα πατρώα και πάτρια ημών κινδύνου και δη από των εντεύθεν και εκείθεν του Ίστρου….» Καταλήγει «…αίρομεν κραυγήν βαθείας οδύνης, κραυγήν αντλουμένην εκ της βαθείας συναισθήσεως της εξ Ελλήνων ημών καταγωγής…»

 

                                                

                                                                           Ελληνική Αστική Σχολή Σκοπίων

          Ακόμα και στα Σκόπια, σε μια διαμαρτυρία κατά της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου (1878) συγκεντρώθηκαν 10.000 υπογραφές.

                                                 

                                                                                                                                        Κρούσοβο

Σχετικά με το Μοναστήρι (σημερινή Μπίτολα)

         Η σύνθεση του πληθυσμού του Μοναστηρίου κατά την οθωμανική εποχή ήταν πολυεθνική. Κατοικούνταν από Έλληνες, Βούλγαρους, Οθωμανούς διαφόρων εθνοτικών καταβολών, Τσιγγάνους, Αρμένιους. Από άποψη θρησκείας, υπήρχαν Χριστιανοί (Ορθόδοξοι, λίγοι Ουνίτες και Προτεστάντες), Εβραίοι και Μουσουλμάνοι. Ο περιηγητής Βίκτορ Μπεράρ περιέγραψε το μοναστήρι στα τέλη του 19ου αιώνα: «Στη χριστιανική συνοικία του μοναστηριού, είναι αδύνατο να μην νιώσεις την ελληνικότητα στο "κάθε βήμα". Τα μεγάλα τετράγωνα σπίτια με τις τσιμεντένιες στέγες, τα πέτρινα μπαλκόνια αποκαλύπτουν με την πρώτη ματιά την ελληνική αγάπη για τον ήλιο και το φως.                           

                                                                    

                                      

Το Ελληνικό Γυμνάσιο Μοναστηρίου άρχισε να λειτουργεί στα τέλη του 19ου αιώνα και σε αυτό φοιτούσαν 200 περίπου μαθητές από την πόλη και από τη γειτονική περιοχή

                                                                                                                   

                                   

                                                                     Ελληνικό σχολείο στο Μοναστήρι

        Η μοίρα της πόλης θα κριθεί στον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο, όταν στις 5 Νοεμβρίου 1912, θα καταληφθεί από σερβικά στρατεύματα. Οι Σέρβοι θα ακολουθήσουν μια πολιτική εθνικής καταπίεσης των Ελλήνων και εποικισμού της περιοχής από έναν φιλικό σλαβικό πληθυσμό. Η περιοχή του Μοναστηρίου θα υποστεί τις γνωστές σκληρές διαδικασίες αλλαγής της εθνικής φυσιογνωμίας. Υπολογίζεται ότι μέχρι το 1935, 19.000 σερβικές και βόσνιες οικογένειες θα εγκατασταθούν στην περιοχή και πάνω από 8.000 ελληνικά σπίτια θα κατασχεθούν υπέρ των εποίκων. Το ελληνικό προξενείο στο Μοναστήρι θα κλείσει το 1923 και το 1924 θα επιβληθεί απαγόρευση στην ομιλία ελληνικών σε δημόσιους χώρους και στην ανάρτηση ελληνικών πινακίδων σε καταστήματα. Πέντε χρόνια αργότερα, τα ελληνικά σχολεία θα κλείσουν


Σχόλια

Raki Mani Boboshtice

Raki Mani Boboshtice
Prodhuar në mënyrë tradicionale për shekuj me radhë. Një produkt i rrallë i një tradite të vyer!

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Γλωσσικός ρατσισμός απ’ την Υφυπουργό Τουρισμού της Αλβανίας – η καθεστωτική νοοτροπία καταπίεσης της ΕΕΜ.-Racizmi linguistik nga ana e Zv. Ministres së Turizmit të Shqipërisë – mentalitet regjimor diskriminimi të MEG.