Εγγραφο της CIA αποκαλύπτει ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να ενωθεί με την Β.Ηπειρο το 1994 αν οι Βορειοηπειρώτες ξεκινούσαν αντάρτικο!

 του Γιάννη Πετρίδη
 
Η CIA θεωρούσε ότι αν ξεκινούσε ελληνικός απελευθερωτικός αγώνας της Βορείου Ηπείρου στις αρχές της δεκαετίας του 1990, μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου θα μπορούσε να ενωθεί η Ελλάδα με την Βόρειο Ηπειρο και να αποκατασταθεί η ιστορική αδικία.
 
Με αφορμή το αιματηρό επεισόδιο της επίθεσης της ΜΑΒΗ την 10η Απριλίου του 1994 σε αλβανικό συνοριακό φυλάκιο στην Επισκοπή η CIA ενημερώνει την Αλβανία, ότι μια ένωση της Ελλάδας, με τη Βόρεια Ήπειρο, είναι εφικτή και θα περιλαμβάνει την περιοχή μεταξύ των ποταμών Σκουμπίνι και Βιόσα όπως αποκαλύπτεται από αποχαρακτηρισμένα έγγραφά της.
 
Δηλαδή στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου πριν οι Αλβανοί γίνουν σημαντικότεροι για τα αμερικανικά σχέδια στην περιοχή κάτι που φάνηκε με τον βομβαρδισμό ισοπέδωσης της Σερβίας από το ΝΑΤΟ και την βίαιη αποκοπή του Κοσόβου από τον σερβικό εθνικό «κορμό» υπήρχε η προοπτική της ένωσης της Ελλάδας με την Βόρεια Ήπειρο και το αναγνώριζε η ίδια η CIA η οποία χαρακτήριζε το μειονοτικό ελληνικό κόμμα της «Ομόνοιας» ως «πέμπτη φάλαγγα» στην Αλβανία.
 
Η εποχή, το 1994, είναι λίγο πριν την αμερικανική και ΝΑΤΟϊκή επέμβαση στην Βοσνία και την δημιουργία του μουσουλμανικού κράτους σταα εδάφη της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Αλλά και ένα χρόνο μετά την άγνωστη τους περισσότερους, συμφωνία Μιλόσεβιτς-Μητσοτάκη για την επέκταση των ελληνικών συνόρων μέχρι την περιοχή του Μοναστηρίου στα Σκόπια, όπου τότε κατοικούσαν περίπου 200.000 ελληνικής συνείδησης κάτοικοι. 
 
Αναφέρει δε χαρακτηριστικά ότι «εάν δεν βρουν μια προσέγγιση Αθήνα και Τίρανα ο ελληνικός πληθυσμός της Β.Ηπείρου μπορεί να δημιουργήσει μια αποσταθεροποιητική κρίση»
 
Το έγγραφο κάνει σαφή αναφορά στα ιστορικά δεδομένα της περιοχής και πως βρέθηκε υπό αλβανική κυριαρχία και για το Πρωτόκολο της Κέρκυρας το οποίο δεν τηρήθηκε ποτέ το οποίο προέβλεπε αυτονομία της Β.Ηπείρου και έδινε τη νομική βάση για την δημιουργία αντάρτικου και την ένωση Ελλάδας-Βορείου Ηπείρου.
 
Μάλιστα δίνει και όρια αυτής της περιοχής, πολύ βορειότερα από την Βόρεια Ηπειρο, με τον χαρακτηρισμό "Περιοχή που διεκδικείται από τους Ελληνες εξτρεμιστές"!
 
 
 
 
 
 
 
 
Στις 29 Ιουλίου 1913 οι Μεγάλες δυνάμεις με τη Συνθήκη του Λονδίνου (1913), αναγνωρίζουν την Αλβανία ως ανεξάρτητο κράτος και με το Πρωτόκολλο Φλωρεντίας (1913) της παραχωρείται η περιοχή της Βορείου Ηπείρου. Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Ελευθέριος Βενιζέλος αρχικά αρνήθηκε να παραχωρήσει την περιοχή που κατοικούσαν ελληνικοί πληθυσμοί και ήδη κατείχε με ισχυρές δυνάμεις (13 Οκτωβρίου 1913). 
 
Έτσι οι Μεγάλες Δυνάμεις, με υπόμνημα που απέστειλαν στο ελληνικό κράτος στις 13 Φεβρουαρίου 1914, μετά την υπογραφή του νέου Πρωτοκόλλου Φλωρεντίας (1914) απαιτούσαν την αποχώρηση των ελληνικών δυνάμεων από την περιοχή σε διαφορετική περίπτωση δεν θα αναγνωρίζονταν η ελληνική επικυριαρχία επί των νήσων του Αιγαίου (εκτός της Ίμβρου, Τένεδου και Καστελόριζου. Επιπλέον, ζητούσαν από την Ελλάδα να μην ενθαρρύνει καμιά μορφή αντίδρασης στους ελληνικούς πληθυσμούς της περιοχής.
 
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, αφού εξέφρασε τη λύπη του για την αποχώρηση και ζήτησε εγγυήσεις για την ασφάλεια των πληθυσμών, συμφώνησε και ξεκίνησε η σταδιακή αποχώρηση του στρατού. Παρόλα αυτά, οι κάτοικοι της περιοχής αρνήθηκαν να συμβιβαστούν και στις 28 Φεβρουαρίου 1914 επαναστάτησαν και σχημάτισαν προσωρινή κυβέρνηση, με πρωτεύουσα το Αργυρόκαστρο και πρόεδρο τον Γεώργιο Χρηστάκη-Ζωγράφο. Οι Ηπειρώτες αυτοί πίστευαν ότι είχαν προδοθεί από το ελληνικό κράτος, γιατί όχι μόνο αποχώρησε από την περιοχή τους, αλλά και δεν τους προμήθευσε με όπλα για να αμυνθούν έναντι των Αλβανών.
 
Η αυτόνομη Βόρειος Ήπειρος περιελάμβανε αρχικά εκτός από το Αργυρόκαστρο, την Χειμάρρα, το Δέλβινο, τους Άγιους Σαράντα και την Πρεμετή. Μετά την αποχώρηση όμως των ελληνικών δυνάμεων ξέσπασαν ταραχές μεταξύ των Αλβανών και των Ηπειρωτικών δυνάμεων. Έπειτα από έντονες στρατιωτικές συγκρούσεις οι Βορειοηπειρώτες κατέλαβαν διαδοχικά την Ερσέκα, την περιοχή της Κολώνιας και την Κορυτσά, που είχαν παραδοθεί νωρίτερα στην νεοσύστατη Αλβανική χωροφυλακή από τον ελληνικό στρατό κατά την αποχώρησή του. Η αλβανική κυβέρνηση οδηγήθηκε σε συμβιβασμό και στις 17 Μαρτίου υπογράφτηκε Πρωτόκολλο της Κέρκυρας. Σύμφωνα με το πρωτόκολλο αναγνώριζαν την αυτονομία της Β. Ηπείρου και δεσμεύονταν για την διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στα σχολεία αλλά και την θρησκευτική ελευθερία του ελληνικού πληθυσμού.
 
Το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας ποτέ δεν τέθηκε σε ουσιαστική εφαρμογή
 
Την 10η Απριλίου 1994 σημειώθηκε αιματηρό επεισόδιο στο αλβανικό συνοριακό φυλάκιο της Επισκοπής. Οι Αλβανοί κατηγόρησαν την ελληνική πλευρά ως υπεύθυνη για το επεισόδιο και προχώρησαν σε μαζικές συλλήψεις και ανακρίσεις Ελλήνων μειονοτικών. Λίγες ήμερες αργότερα φυλάκισαν έξι απο τα ηγετικά στελέχη της «Ομόνοιας». 
Παραπέμφθηκαν οι πέντε σε δίκη με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, αλλά δεν τηρήθηκαν οι στοιχειώδεις δικονομικές εγγυήσεις και οι κατηγορούμενοι στερήθηκαν στην ουσία στο δικαστήριο, το δικαίωμα στην υπεράσπιση. 
 
Οι προσπάθειες της ελληνικής κυβερνήσεως να διεθνοποιήσει το ζήτημα προσείλκυσαν το ενδιαφέρον της παγκόσμιας κοινής γνώμης, το οποίο εκδηλώθηκε ενεργά κατά την διεξαγωγή της δίκης των πέντε Ελλήνων, που άρχισε στις 15 Αυγούστου. Ωστόσο, παρ όλες τις πιέσεις που ασκήθηκαν προς την αλβανική κυβέρνηση απο διάφορες πλευρές, οι ποινές που επιβλήθηκαν απο το δικαστήριο ήσαν βαριές και ανέρχονταν απο 6 έως 8 χρόνια φυλάκιση.
 
Η ελληνική ηγεσία τήρησε σκληρή στάση απέναντι στην αλβανική αδιαλλαξία, διακόπτοντας απο την πρώτη στιγμή της συλλήψεως των έξι στελεχών της «Ομόνοιας» κάθε διάλογο με την αλβανική πλευρά και θέτοντας ως όρο για την επανέναρξη του την απελευθέρωση των κρατουμένων. Ταυτόχρονα, φρόντισε να διατηρήσει ενεργό το ενδιαφέρον της διεθνούς διπλωματίας, καταφεύγοντας σε επανειλημμένες καταγγελίες των αλβανικών ενεργειών σε όλους τους διεθνείς οργανισμούς και παρεμποδίζοντας την χορήγηση της οικονομικής βοήθειας που είχε προγραμματίσει η Ευρωπαϊκή Ενωση για την ενίσχυση της Αλβανίας.
 
Περισσότερο όμως και από τις ελληνικές ενέργειες, οι γενικότερες εξελίξεις τόσο στα εσωτερικά της Αλβανίας όσο και ευρύτερα στον χώρο της Βαλκανικής φαίνεται ότι ήσαν εκείνες που συνέβαλαν στην τελική διευθέτηση του ζητήματος και στην αποφυλάκιση των Ελλήνων μειονοτικών στις 10 Φεβρουαρίου 1995. 
 
Μετά όλα άλλαξαν και οι αλβανικοί πληθυσμοί αναβαθμίστηκαν στους σχεδιασμούς των ΗΠΑ ειδικά επί κυβερνήσεων των «Δημοκρατικών». Μένει να δούμε ποια πολιτική θα ακολουθήσει απέαντί τους ο Αμερικανός πρόεδρος Ν.Τραμπ.
 
To Μέτωπο Απελευθέρωσης Βορείου Ηπείρου (MABH), ήταν ελληνική απελευθερωτική οργάνωση που έδρασε στον γεωγραφικό χώρο της Βορείου Ηπείρου κατά την διάρκεια της ιταλικής και γερμανικής κατοχής της Αλβανίας από τον Άξονα (1941-1944).
 
Η οργάνωση τελικά διαλύθηκε από τους Αλβανούς εθνικιστές της Μπαλί Κομπετάρ και τους άνδρες του αλβανικού Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου, του Ενβέρ Χότζα.
 
Είχε σχέσεις με τον ΕΔΕΣ, και πολέμησε ηρωικά στα βουνά της Βορείου Ηπείρου, τόσο τους Γερμανούς και Ιταλούς κατακτητές, όσο και τους κομμουνιστές του Χότζα και τους Αλβανούς εθνικιστές.
 
Με την αποχώρηση του ελληνικού Στρατού από την Βόρειο Ήπειρο (Απρίλιος 1941), σημειώθηκαν βιαιότητες στην περιοχή, από ομάδες ατάκτων ενόπλων καθώς και ιταλικού στρατού κατά του ελληνικού πληθυσμού.
 
Ως αντΤο ίδραση τον Μάιο του 1942 οργανώθηκαν τα πρώτα αντάρτικα τμήματα από Βορειοηπειρώτες στην περιοχή του Δέλβινου, επικεφαλής των οποίων ήταν δύο ντόπιοι αξιωματικοί του ελληνικού στρατού, οι Σπυρίδων Λύτος και Ιωάννης Βιδέλης.
 
Τον ίδιο μήνα βορειοηπειρώτικα αντάρτικα οργανώθηκαν και σε άλλες περιοχές: Δρόπολη, Ρίζα, Χειμάρρα, Αυλώνας, Λιούντζη, Πωγώνι, Λεσκοβίκι, Κορυτσά.
 
Τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου στα Τίρανα, σε συγκέντρωση εκπροσώπων της ελληνικής μειονότητας, συγκροτήθηκε η ΜΑΒΗ.
 
Επικεφαλής της ΜΑΒΗ τίθεται ο Βασίλειος Σαχίνης, άλλα βασικά στελέχη της ήταν οι Ηλίας Κώνστας, Γιώργος Τάσος, Σπύρος Ντάσιος και ο Χειμαριώτης εισαγγελέας Αναστάσιος Κοκκαβέσης. Το αρχηγείο του Μ.Α.Β.Η. ήταν ο Άγιος Δημήτριος, η κεντρική εκκλησία του χωριού Γλύνα Βορείου Ηπειρου
 
Στόχος και πεδίο δράσης
 
Κύριος στόχος της ήταν η προστασία των Ελλήνων της Βορείου Ηπείρου και, λόγω των διάφορων αντάρτικων και δοσίλογων οργανώσεων που δρούσαν εκείνη την περίοδο στην ευρύτερη περιοχή ανεξέλεγκτα λόγω της έλλειψης κάποιας κρατικής αρχής για την προστασία των πολιτών.[6]
 
Οι κύριες περιοχές δράσης της ΜΑΒΗ ήταν η περιοχή του Δέλβινου, της Δρόπολης, της Χειμάρρας, του Βούρκου (η ευρύτερη περιοχή των Αγίων Σαράντα), της Ρίζας και της Ζαγοράς (περιοχή κοντά στην Πρεμετή).
 
Σχέση με την ελληνική αντίσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η ΜΑΒΗ διατηρούσε κοινό σύνδεσμο με τον Εθνικό Δημοκρατικό Ελληνικό Σύνδεσμο (ΕΔΕΣ), ο οποίος συνελήφθη από τον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (ΕΛΑΣ), με συνέπεια ο τελευταίος να μεταβιβάσει πληροφορίες σχετικά με τη δραστηριότητα της ΜΑΒΗ στο αντίστοιχο αλβανικό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο.[8] Στα χωριά Βούρκος, Άγιος Ανδρέας ( Ριζά ) και Άλυκο[9] υπήρχαν ένοπλες ομάδες υπό τους Θύμιο Λιώλη, Κόκκαλη, Παππά και Πήλιο οι οποίες υποστηριζόμενες από τον ΕΔΕΣ, ήλεγχαν από το Φθινόπωρο του 1943 την περιοχή. Αν και αρχικά οι ένοπλοι αυτοί συνεργάστηκαν με την αλβανική εθνική αντίσταση αλλά και με τις προσκείμενες στο αλβανικό κομμουνιστικό κόμμα ελληνικές μειονοτικές ομάδες, κατά τα τέλη του 1943 ήρθαν σε σύγκρουση. Συγκεκριμένα, το ένοπλο σώμα του Πήλιου αφοπλίστηκε κοντά στα χωριά της Λεσινίτσας ενώ στις αρχές του 1944, ο Θύμιος Λιώλης και το τάγμα «Θανάσης Ζήκος», το οποίο αποτελείτο από Βορειοηπειρώτες προσκείμενους στον Εθνικοαπελευθερωτικό Αλβανικό Στρατό, ήρθαν σε σύγκρουση στη Δίβρη. Λίγο καιρό αργότερα, ο Θύμιος Λιώλης και οι υπόλοιποι οπλαρχηγοί εγκατέλειψαν τα εδάφη της Βόρειας Ηπείρου και κατέφυγαν στις δυνάμεις του ΕΔΕΣ στην Ελλάδα. Η πλειοψηφία της ελληνικής μειονότητας παρέμεινε σταθερά προσανατολισμένη στο αλβανικό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο με τουλάχιστον 1500 αντάρτες.
 
Σταδιακό τέλος της δράσης
 
Ο Σαχίνης αντιδρούσε με τις διαμαρτυρίες του στους Ιταλούς για υπόθαλψη της αλβανικής καταπίεσης προς τους τοπικούς ελληνικούς πληθυσμούς. Στις 17 Νοεμβρίου 1943, ο αρχηγός της ΜΑΒΗ, Βασίλειος Σαχίνης, συλλαμβάνεται από άτομα της οργάνωσης του Εμβέρ Χότζα στο Αργυρόκαστρο, οι οποίοι κατόπιν εντολής, αφού τον βασανίζουν για να αποσπάσουν πληροφορίες, τον εκτελούν.
 
Στις 3 Δεκεμβρίου δολοφονείται ο επικεφαλής της οργάνωσης στην περιοχής Χειμάρρας, Γεώργιος Μπολάνος. Ακολούθησε η καταστροφή του χωριού Γλὐνα, στην περιοχή Αργυροκάστρου που αποτελούσε βάση της ΜΑΒΗ. Από τον Δεκέμβριο του 1944 ενεργό ρόλο αναλαμβάνει ο Γρηγόριος Λαμποβιτιάδης, γιατρός από το Αργυρόκαστρο.
 
Τελικά η οργάνωση διαλύθηκε ύστερα από σειρά έντονων συγκρούσεων με τις γερμανικές δυνάμεις, αλλά ταυτόχρονα και με τους Αλβανούς εθνικιστές της Μπαλί Κομπετάρ.
 
Ως αποτέλεσμα, η δράση της ΜΑΒΗ έπαψε να υφίσταται και κατά το στάδιο της αποχώρησης του Άξονα από τον περιοχή δεν έπαιξε κανένα ρόλο στο τοπικά πολιτικά δρώμενα. Με το τέλος του πολέμου επιβλήθηκε το Εθνικοαπελευθερωτικό μέτωπο του Ένβερ Χότζα στην Αλβανία.
 
Η νέα ΜΑΒΗ.: Οι επιθέσεις του 1984, 1991 και 1994
 
Τα έτη 1984 επί Εμβέρ Χότζα, το 1991 και το 1994, πραγματοποιήθηκαν επιθέσεις κατά αλβανικών στόχων, σε Αλβανία και Ελλάδα. Η οργάνωση που ανέλαβε την ευθύνη για τις επιθέσεις έφερε το ίδιο όνομα (Μέτωπο Απελευθέρωσης Βορείου Ηπείρου).
 
Δεν υπάρχουν στοιχεία, όμως, για υποτιθέμενη σύνδεση με την οργάνωση που έδρασε την δεκαετία του ’40, καθώς υπάρχει μεγάλο χρονικό κενό και δεν έχουν υποστηριχθεί υποθέσεις για πιθανή επιβίωσή της καθ’ όλο το διάστημα του καθεστώτος Ε. Χότζα στην Αλβανία.

Σχόλια