Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Η διάβαση του Έβρου το 1922 και ο αλβανικός εθνικισμός

William R. Shepherd, Ethnic groups in the Balkans and Asia Minor as of early 20th century (1911).


Για τους Αρβανίτες,  το πέρασμα από τα χωριά τους στο ελληνικό έδαφος τον Οκτώβριο του 1922 μαζί με όλο τον ελληνισμό της Ανατολικής Θράκης ήταν κάτι αυτονόητο. Έντρομοι οι ελληνικοί πληθυσμοί εγκατέλειψαν την Ανατολική Θράκη στο άκουσμα της επικείμενης επιστροφής των Τούρκων. Αν για τον αλβανικό εθνικισμό η διεκδίκηση (έστω και θεωρητική) των αλβανοφώνων του ελληνικού κράτους στις αρχές του 20ου αιώνα είχε κάποια  λογική (μιας και όπως είδαμε και για τον ελληνικό εθνικισμό οι Έλληνες και οι Αλβανοί μετείχαν της ίδιας εθνικής ουσίας), στη σημερινή εποχή μια τέτοια αναδρομική διεκδίκηση φαντάζει, εκτός από ανώφελη, γραφική και κυρίως ανιστόρητη. Τέτοιου είδους διεκδικήσεις σήμερα προσιδιάζουν σε έναν παλιομοδίτικο εθνικισμό μεσοπολεμικής κοπής, εξυπηρετούν βραχυπρόθεσμους μικροπολιτικούς στόχους και κινούνται εκτός της κοινής λογικής και της ιστορικής πραγματικότητας.[1] Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται όμως και όσοι θεωρούν την προαιωνιότητα του «γλωσσικού» έθνους ως φυσικό φαινόμενο. Στη διαδικτυακή εγκυκλοπαίδεια  wikipedia, στην αγγλική της έκδοση, οι αλβανόφωνοι της Δυτικής Θράκης Albanian speakers of Western Thrace» είναι ο τίτλος του λήμματος το κείμενο του οποίου είναι ανυπόγραφο) παρουσιάζονται ως «μία γλωσσική μειονότητα στην ελληνική Μακεδονία και στη Δυτική Θράκη στα σύνορα με την Τουρκία».[2]
«Μιλούν  το βόρειο παρακλάδι της τοσκικής αλβανικής και είναι απόγονοι των αλβανικών πληθυσμών της Ανατολικής Θράκης  που μετανάστευσαν κατά τη διάρκεια της ανταλλαγής των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας τη δεκαετία του 1920». Η αλήθεια είναι ότι οι Αρβανίτες της Ανατολικής Θράκης δεν μετανάστευσαν βάσει της συνθήκης της Λωζάνης, αλλά είχαν ήδη μεταναστεύσει στη Δυτική Θράκη από τον Οκτώβριο του 1922, ήταν δηλαδή πρόσφυγες και όχι ανταλλάξιμοι,[3] η δε άγνοια του συγγραφέα του εν λόγω κειμένου είναι εμφανής αφού δεν οριοθετεί χρονικά αυτή τη μετανάστευση αλλά αναγράφει αορίστως ότι αυτή έλαβε χώρα κατά τη δεκαετία του 1920.[4]Στη συνέχεια, ο συγγραφέας,  κινούμενος στις συντεταγμένες του αλβανικού εθνικισμού, γράφοντας για την αρχική μετανάστευση των «Αλβανών» από την Αλβανία  στη Θράκη, συναθροίζει τους ορθόδοξους και τους μουσουλμάνους σε μία ομάδα. Είναι βέβαια γνωστό το πόσο υπέφερε από τους ομογλώσσους μουσουλμάνους το αλβανόφωνο χριστιανικό στοιχείο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και αυτός ήταν άλλωστε ο λόγος της μετακίνησής του από την περιοχή της Ηπείρου στην Ανατολική Θράκη.
Έπειτα, δίνει στοιχεία για  τους μουσουλμάνους Αλβανούς, σχετικά με τα προνόμια που αυτοί είχαν στην οθωμανική διοίκηση αλλά και στο ρόλο που διαδραμάτισαν κατά την αλβανική Αναγέννηση. Το οξύμωρο είναι ότι συναθροίζει αυθαίρετα τους μουσουλμάνους με τους ορθοδόξους αλβανόφωνους, ενώ, όπως εύκολα μπορεί να αντιληφθεί κανείς, τίποτα απολύτως δεν συνέδεε αυτές τις δύο ομάδες -η γλώσσα τότε δεν έπαιζε κανέναν ρόλο όσον αφορά τις πάσης φύσεως συνομαδώσεις.  Οι Τουρκαλβανοί ήταν –μαζί με τους λιποτάκτες του οθωμανικού στρατού- οι πιο επικίνδυνοι ληστές στη Θράκη και λυμαίνονταν την ευρύτερη περιοχή. Το 1779, η οθωμανική διοίκηση έστειλε τον καπουδάν Πασά Γαζή Χασάν για να επιβάλει την τάξη. Οι Τουρκαλβανοί απάντησαν με λεηλασίες χριστιανικών χωριών. Ο Ρώσος Πρόξενος στο Βελιγράδι που επισκέφτηκε εκείνη την εποχή την Αδριανούπολη εδιηγείτο σκηνές φρίκης. Στο ταξίδι του συνάντησε καμμένα χωριά και ρημαγμένες εκκλησίες. Οι χωρικοί ζητούσαν βοήθεια από τις τοπικές αρχές, που βρίσκονταν σε αδυναμία να αντιμετωπίσουν την λαίλαπα των τουρκαλβανικών συμμοριών. Τον Μάρτιο του 1844, σώμα Τουρκαλβανών αποτελούμενο από 1.500 άτομα, πιεζόμενο από τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του οθωμανικού στρατού, έφτασε στα πρόθυρα της Αδριανούπολης σπέρνοντας τον τρόμο στους κατοίκους της πόλης οι οποίοι δεν τολμούσαν να βγούνε έξω από αυτήν. Οι περισσότεροι αλβανόφωνοι μουσουλμάνοι ήταν Τόσκηδες από την Νότια Αλβανία, οργανωμένοι σε στρατιωτικά σώματα. Υπήρχαν και Γκέγκηδες από την Βόρεια Αλβανία, που συνήθιζαν κάθε χρόνο να φεύγουν από τα σπίτια τους για να ληστέψουν χωριά. Οι περισσότερες ληστοσυμμορίες λυμαίνονταν τη Βόρεια Θράκη και ιδιαίτερα τις επαρχίες Φιλιππουπόλεως και Παζαρτζικίου. Ο Πρόξενος Ι. Βαρότσης ανέφερε: «τριών ωρών δρόμον φοβείται τις να περιπατήση… εις Βελισσά εγύμνωσαν γυναίκες και τέκνα, ήρπασαν οι τρισκατάρατοι Αλβανοί. Την Βράβιαν επάτησαν, έκαυσαν και ελεηλάτησαν, ολίγον έλλειψεν να πιάσουν και τον πασάν, όστις ετάχυνε να κλεισθή εις το κάστρον».[5] Το 1862 η δραστηριότητα των συμμοριών εντείνεται και οι οθωμανικές αρχές τις αντιμετωπίζουν με νωθρότητα και απροθυμία, μιας και στο σύνολό τους έχουν ως θύματα τα χριστιανικά χωριά και φαίνεται να παρεμβαίνουν μόνο όταν η τάξη διασαλεύεται παντελώς και η κατάσταση ξεφεύγει από κάθε έλεγχο.[6]
Ο συγγραφέας συνεχίζει: «[…]οι Ορθόδοξοι Αλβανοί της Ανατολικής Θράκης έμεναν σε εν μέρει ομοιογενείς κοινότητες, είτε χωριά είτε γειτονιές, και ήταν κυρίως απόγονοι μεταναστών από την περιοχή της Κορυτσάς. Με το πέρας του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1919-1922, η Ελλάδα και η Τουρκία υπέγραψαν την Συνθήκη της Λωζάνης, η οποία περιείχε στους όρους της την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ των δύο χωρών».   Αφού προσπεράσουμε το λάθος ότι οι αλβανόφωνοι της Ανατολικής Θράκης έμεναν σε εν μέρει ομοιογενείς -γλωσσικά προφανώς εννοεί ο συγγραφέας- κοινότητες (partly homogeneous communities), αφού ως γνωστόν τα αρβανιτοχώρια ήταν καθ’ολοκληρίαν αλβανόφωνα (πλην του Αμπαλάρ στο οποίο έμεναν λίγες γκαγκαβούζικες οικογένειες), ερχόμαστε στον ιδεολογικό πυρήνα του κειμένου: οι αλβανόφωνοι της Ανατολικής Θράκης, κατά τον συγγραφέα του κειμένου, αναγκάστηκαν να ανταλλαχθούν λόγω της ιδιαιτερότητας της συνθήκης της Λωζάνης, αν και «Αλβανοί» ή δυνάμει «Αλβανοί».  Η πραγματικότητα βέβαια είναι ότι οι Έλληνες της Θράκης (ελληνόφωνοι, αλβανόφωνοι και τουρκόφωνοι) εγκατέλειψαν την Ανατολική Θράκη τον Οκτώβριο του 1922 (εννιά μήνες δηλαδή πριν από την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης) μετά την υπογραφή της  ανακωχής των Μουδανιών σύμφωνα με την οποία η Ανατολική Θράκη έπρεπε να εκκενωθεί από τον ελληνικό στρατό και στη συνέχεια να αποδοθεί από τις συμμαχικές δυνάμεις στην Τουρκία.  Η εν λόγω εκκένωση για τους χριστιανικούς πληθυσμούς ήταν εθελοντική και όχι υποχρεωτική, μόνο που όσοι επέλεγαν να παραμείνουν θα ήταν στο έλεος των Τούρκων.[7]
Η ανακωχή των Μουδανιών είχε ως κύριο θέμα συζήτησης την παράδοση της Ανατολικής Θράκης από τον ελληνικό στρατό στους συμμάχους και από αυτούς στον τουρκικό στρατό, γι’αυτό και οι συμμετέχουσες χώρες εκπροσωπούνταν σε επίπεδο στρατιωτικής και όχι πολιτικής ηγεσίας. Το πρόβλημα των  μειονοτήτων ήταν εκτός των θεμάτων των συνομιλιών της διάσκεψης των Μουδανιών.[8]
Στις ελληνικές αρχές μάλιστα υπήρχε ο προβληματισμός για το αν έπρεπε να επιτραπεί η εθελοντική αυτή μετανάστευση, με δεδομένα τα προβλήματα στέγασης και σίτισης των εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων που θα προέκυπταν. Ο Χαράλαμπος Σιμόπουλος, Αρμοστής της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη, σε τηλεγράφημά του προς τον Βενιζέλο στις  3.10.1922 –κατά τη διάρκεια δηλαδή της εγκατάλειψης της Ανατολικής Θράκης από τους Έλληνες, ανέφερε πως ο Αλ.Πάλλης εξέφραζε τη γνώμη πως οι ελληνικές αρχές της Ανατολικής Θράκης έπρεπε να παρακινήσουν τον πληθυσμό να παραμείνει στην περιοχή.[9] Υπήρχε η σκέψη επίσης να ζητηθεί αρχικά από τους Τούρκους επίσημη δέσμευση για  καλή μεταχείριση των Ελλήνων που θα παρέμεναν στην Ανατολική Θράκη και έπειτα να ανασταλεί η μετανάστευση που εκείνη τη στιγμή ήταν σε εξέλιξη.[10]
Σχετικά δε με την ανταλλαγή των πληθυσμών που προέβλεπε η  συνθήκη της Λωζάνης,[11] εκεί η άγνοια του συγγραφέα είναι πλήρης:  «Η συνθήκη χρησιμοποίησε τη θρησκεία ως δηλωτικό εθνικής ένταξης, αν και περιείχε πληθυσμούς χωρίς εθνική συνείδηση, ακόμη και Αλβανούς. Κατ’εφαρμογήν αυτής της συνθήκης οι μουσουλμάνοι της Ελλάδος ανταλλάχθηκαν με τους χριστιανούς της Τουρκίας, με την εξαίρεση των μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης και των Χριστιανών της Κωνσταντινούπολης». Στο σημείο αυτό, ο συγγραφέας αναλύοντας επιδερμικά το κείμενο της εν λόγω συνθήκης  περιέρχεται στο ίδιο ιδεολογικό αδιέξοδο στο οποίο εγκλωβίζονται όσοι προσπαθούν να αποσυνδέσουν πλήρως την ρωμαίικη ταυτότητα από την αντίστοιχη ελληνική εθνική, στο πλαίσιο είτε ενός ιδεολογηματικού διεθνισμού είτε ενός ιδεοληπτικού εθνικισμού, χρησιμοποιώντας απλοϊκές συνεπαγωγές ή αυθαίρετα πορίσματα του τύπου «αφού η ανταλλαγή έγινε με βάση τη θρησκεία, άρα  οι ανταλλαχθέντες δεν είχαν εθνική συνείδηση». Στο ίδιο ιδεολογηματικό μήκος κύματος κινείται και η -επίσης ανυπόγραφη- έκθεση του «Ελληνικού Παρατηρητηρίου των συμφωνιών του Ελσίνκι-Ελληνική ομάδα για τα δικαιώματα των μειονοτήτων». Εκτός του ότι ο συντάκτης της εν λόγω εκθέσεως γνωρίζει ελάχιστα πράγματα για τους Αρβανίτες, προσπαθεί μέσα από ιδεολογικές ακροβασίες να παρουσιάσει τα αρβανίτικα ως μειονοτική γλώσσα. Το ότι δεν γνωρίζει τίποτα για τους Αρβανίτες της Θράκης το αποδίδει στο ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία και έτσι αναπαράγει άκριτα τα όσα ανιστόρητα αναγράφονται πιο πάνω από τον ανώνυμο συντάκτη της Wikipedia, ενώ  επιπρόσθετα  αγνοεί ακόμη και την γεωγραφική διασπορά των Αρβανιτών το 1922 στην Ελλάδα. Τέλος, αρνούμενος το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό των Αρβανιτών της Θράκης -βασικότατο δικαίωμα των μειονοτήτων  που υποτίθεται ότι προστατεύει ο εν λόγω φορέας- τους θεωρεί Αλβανούς: 
«Πολύ λίγα είναι γνωστά για την αλβανική παρουσία στη Θράκη η οποία πιθανόν προέρχεται από κάποια από τις μετακινήσεις που αναφέρονται πιο πάνω. Υπήρχαν πολλοί Αλβανοί στην Ανατολική Θράκη και στον νομό Έβρου της γειτονικής Δυτικής Θράκης. Οι της Ανατολικής Θράκης, ως χριστιανοί, εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της αναγκαστικής ανταλλαγής Χριστιανών και Μουσουλμάνων μεταξύ της σημερινής Τουρκίας και της Ελάδος τη δεκαετία του 1920. Πολλοί εγκαταστάθηκαν στον νομό Θεσσαλονίκης».[12] Όπως είναι εύκολα αντιληπτό, η μόνη περίπτωση να δικαιολογηθεί η εγκατάσταση των Αρβανιτών στη Δυτική Θράκη και όχι στην Αλβανία είναι να έχει πραγματοποιηθεί  υποχρεωτικά. Γι’ αυτό το λόγο,  το Παρατηρητήριο του Ελσίνκι, όπως και ο συγγραφέας του κειμένου της Wikipedia, εκεί ακριβώς ποντάρουν: να παρουσιάσουν τη  μετανάστευση των Αρβανιτών της Θράκης ως υποχρεωτική. Η ιστορική πραγματικότητα βέβαια τους διαψεύδει πανηγυρικά διότι οι Αρβανίτες πέρασαν από την Ανατολική Θράκη στην Ελλάδα εθελοντικά, πολύ πριν αποφασισθεί η υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών. Όσον αφορά την  ανταλλαγή των πληθυσμών, αυτή όντως πραγματοποιήθηκε με βάση τη θρησκεία και όχι την εθνική συνείδηση ή τη γλώσσα.[13] Το Άρθρο 1 της «Συμβάσεως περί της ανταλλαγής των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών», που υπεγράφη στις 30 Ιανουαρίου 1923, αναφέρει: «Από της 1ης Μαΐου 1923, θέλει διενεργηθή η υποχρεωτική ανταλλαγή των Τούρκων υπηκόων, ελληνικού ορθοδόξου θρησκεύματος, των εγκατεστημένων επί των τουρκικών εδαφών, και των Ελλήνων υπηκόων, μουσουλμανικού θρησκεύματος, των εγκατεστημένων επί των ελληνικών εδαφών». Η αλυτρωτική πολιτική της Αλβανίας επικεντρώθηκε στην αλβανόφωνη μουσουλμανική μειονότητα των Τσάμηδων της Θεσπρωτίας. Συνεπικουρούμενη από την Ιταλία επιχειρούσε εξ αρχής να προσεταιριστεί τους αλβανόφωνους μουσουλμάνους της Τσαμουριάς και να πετύχει (όπως τελικά πέτυχε) να εξαιρεθούν από την ανταλλαγή ως εθνικά Αλβανοί.[14] Τελικά, τον Φεβρουάριο του 1926, ο δικτάτορας στρατηγός Πάγκαλος επιβεβαίωσε την ισχύ της εξαίρεσης, αν και 3.000 αλβανόφωνοι μουσουλμάνοι είχαν ήδη μεταφερθεί στην Τουρκία.[15] Επίσης, εξαιρέθηκαν και περίπου 2.000 αλβανόφωνοι μουσουλμάνοι οι οποίοι «κατάφεραν (κυρίως στη Μακεδονία) να χαρακτηριστούν «αλβανικής καταγωγής» με πιστοποιητικά των μουφτειών ή των αλβανικών αρχών, και οι οποίοι τέθηκαν υπό τις διατάξεις της Συνθήκης των Σεβρών περί μειονοτήτων στην Ελλάδα».[16] Φυσικά, κάτι τέτοιο ουδέποτε ζήτησαν οι αλβανόφωνοι χριστιανοί Έλληνες και εξ αυτού αποδεικνύεται για άλλη μια φορά η πολύ ισχυρή συνάφεια της προνεωτερικής παραδοσιακής ελληνορθόδοξης ταυτότητας με την αντίστοιχη ελληνική εθνική που προέκυψε κατά τον 19ο αιώνα.
Η ανταλλαγή ωστόσο δεν έγινε εξ ολοκλήρου με βάση τη θρησκευτική πίστη, καθώς υπήρξαν εξαιρέσεις που κατέδειξαν τη δυσκολία της ανταλλαγής με βάση μόνο τη θρησκεία: «[…] στην Τουρκία οι εξαιρέσεις που υιοθετήθηκαν από την Μεικτή Επιτροπή υποδηλώνουν ότι το εθνικό κριτήριο υπολανθάνει του θρησκευτικού. Με το κριτήριο της  μη εθνικής συνάφειας ως προς τη χώρα νέας εγκατάστασης εξαιρέθηκαν τελικά οι ελληνορθόδοξοι Άραβες της Κιλικίας, ύστερα από τη μεσολάβηση της Γαλλίας και τις διαμαρτυρίες του πατριάρχη Αντιόχειας Γρηγορίου του Δ’ καθώς και άλλες ομάδες ορθοδόξων της Τουρκίας (Αλβανοί, Βούλγαροι, Σέρβοι, Ρουμάνοι) οι οποίοι θεωρήθηκε ότι δεν είχαν εθνικούς δεσμούς με την Ελλάδα και οι οποίοι υπάγονταν στην αρμοδιότητα των Πατριαρχείων των Ιεροσολύμων, της Αντιόχειας και της Αλεξάνδρειας ή των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών της Κύπρου, του Όρους Σινά, της Σερβίας, της Ρουμανίας, του Μαυροβουνίου, της Βουλγαρίας και της Αλβανίας. Ειδικά εξετάστηκαν από τη Μεικτή Επιτροπή περιπτώσεις Αλβανών ορθοδόξων, οι οποίοι τελικά εξαιρέθηκαν, αν και υπάγονταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, ως μη ανήκοντες στην ελληνική μειονότητα της Τουρκίας, αλλά και ως αντιστάθμισμα στην εξαίρεση των Αλβανών μουσουλμάνων της Ελλάδας.[17]Αντίστροφα, το εθνικό κριτήριο κατίσχυσε υπέρ της Ανταλλαγής στην περίπτωση ορισμένων Ελλήνων ευαγγελικών και καθολικών, οι οποίοι τελικά αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν».[18] Οι Αρβανίτες της Ανατολικής Θράκης, αν ένιωθαν Αλβανοί, είχαν αρχικά την επιλογή να μην μεταναστεύσουν στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1922. Άλλωστε, κατά την έξοδο του ελληνικού στοιχείου από την Ανατολική Θράκη, η οποία όπως προαναφέρθηκε δεν ήταν υποχρεωτική αλλά εθελοντική, κάποιοι Έλληνες (άγνωστο γιατί) παρέμειναν και δεν μετανάστευσαν: «Έλλην κατορθώσας ν’αναχωρήση εκ Σαράντα Εκκλησιών και αφιχθείς ενταύθα ανέφερεν [ότι] […] η προς τους παραμείναντας Έλληνας συμπεριφορά των αρχών δεν τυγχάνει κακή».[19] Οι ελάχιστοι χριστιανοί που παρέμειναν στην Ανατολική Θράκη αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις κάποιων Γκαγκαβούζηδων[20] και των Σαρακατσάνων της Λευκίμης Έβρου: οι 250 περίπου Σαρακατσάνοι (228 στην απογραφή του 1961) της Λευκίμης Έβρου πήγαν εκεί «δυνάμει αριθ.7 συμβάσεως ανταλλαγής ελληνοτουρκικού πληθυσμού ως ανταλλάξιμος εκ Τουρκίας» όπως σημειώνεται στη στήλη του δημοτολογίου ο τρόπος κτήσεως ελληνικής ιθαγενείας.[21]  Επίσης, πριν τη μετανάστευση του 1922, οι Αρβανίτες της Θράκης είχαν εκπατριστεί πολλές φορές εξαιτίας της πίεσης και των διωγμών της οθωμανικής κυβέρνησης. Πάντοτε όμως κατέφευγαν στην Ελλάδα και κανείς τους δεν πήγε ούτε ζήτησε να μεταβεί στην Αλβανία η οποία στις αρχές του 1913 άρχισε να υφίσταται ως κράτος. Το περιεχόμενο των δύο επιστολών των Ζαλουφιωτών προς την ελληνική κυβέρνηση που είδαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο βρίθει από αναφορές για την μητέρα-Ελλάδα και όλες οι ενέργειες των εκπατρισμένων Αρβανιτών απευθύνονταν προς τις ελληνικές αρχές και τις μητροπόλεις του Πατριαρχείου.[22]
Αφού  παρέμεναν οι Αρβανίτες στην Ανατολική Θράκη, στη συνέχεια θα μπορούσαν είτε να εξαιρεθούν της ανταλλαγής και να παραμείνουν στην Τουρκία ως εθνικά Αλβανοί, πράγμα που όπως είδαμε στην προηγούμενη παράγραφο έπραξαν αρκετοί αλβανόφωνοι ορθόδοξοι της Τουρκίας –διαβιούντες κυρίως στην Κωνσταντινούπολη- που αυτοπροσδιορίζονταν ως Αλβανοί και ήταν μέλη της νεοδιακηρυχθείσης αυτοκεφάλου ορθόδοξης αλβανικής εκκλησίας, είτε  κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών να ζητήσουν να μεταναστεύσουν στην Αλβανία και όχι στην Ελλάδα: «Σε πολλές περιπτώσεις οι υπό ανταλλαγή πληθυσμοί και στις δύο πλευρές αντέδρασαν στην είδηση του υποχρεωτικού ξεριζωμού. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, πολλοί μουσουλμάνοι προύχοντες διαμαρτυρήθηκαν για την υποχρεωτικότητα της Ανταλλαγής και ζήτησαν να παραμείνουν στον τόπο τους ή τουλάχιστον να τους διατεθεί ικανός χρόνος για να μπορέσουν να πουλήσουν την περιουσία τους σε δίκαιη τιμή. […] Αντίστοιχα στην Τουρκία μεγάλο τμήμα των ελληνορθόδοξων της Καππαδοκίας αντέδρασε στη διαταγή να εγκαταλείψουν τις εστίες τους για μιαν άγνωστη πατρίδα».[23] Κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών, εκτός από τις εξαιρέσεις των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης της Ίμβρου και της Τενέδου και των μουσουλμάνων της Θράκης, υπήρξαν και άλλες ενδιαφέρουσες περιπτώσεις όπου Έλληνες και Τούρκοι ζήτησαν και άλλες εξαιρέσεις: «[…] η ελληνική κυβέρνηση πρότεινε αρχικά, χωρίς αποτέλεσμα, την εξαίρεση των μουσουλμάνων Τσιγγάνων της Μακεδονίας. Επίσης, κατά τη φάση της εφαρμογής της Σύμβασης πολλές προσπάθειες για εξαίρεση έπεσαν στο κενό, όπως για παράδειγμα η πρόταση να εξαιρεθούν οι μουσουλμάνοι καπνοκαλλιεργητές του νομού Δράμας με κριτήριο την οικονομική τους χρησιμότητα στην Ελλάδα. Από τους πολυάριθμους μουσουλμάνους οι οποίοι επικαλέστηκαν ότι είχαν προσφέρει «υψηλές υπηρεσίες στον Ελληνισμό», μόνο λίγοι κατόρθωσαν να αποφύγουν την Ανταλλαγή: «έμπιστος του Βενιζέλου», «μυστικός πράκτορας», «προστάτευσε χριστιανούς», «εξήρε το μίσος ομοθρήσκων του», «πολέμησε στη Μ.Ασία εναντίον των Τούρκων», «φιλέλλην ο οποίος κινδυνεύει στην Τουρκία», «απαραίτητος για ανασκαφές στην Κρήτη», αποτελούν ενδεικτικές περιπτώσεις τις οποίες το Υπουργικό Συμβούλιο αιτιολόγησε ως εξαιρετικές και τις οποίες ενέκρινε. Ωστόσο, η σημαντικότερη εξωσυμβατική εξαίρεση αφορά τους πολυπληθείς αλβανόφωνους μουσουλμάνους. Ύστερα από μακρές διαπραγματεύσεις, η Μεικτή Επιτροπή αποφάσισε στις 14 Μαρτίου 1924 να εξαιρέσει και τους μουσουλμάνους αλβανικής καταγωγής της Ελλάδας σύμφωνα με σχετική πρόταση της Αλβανίας και της Ελλάδας. Ο Τούρκος αντιπρόσωπος Riza Nur μπέης επίσης αναγνώρισε ότι οι Αλβανοί έπρεπε να εξαιρεθούν από την Ανταλλαγή και απέσυρε την πρόταση για ανταλλαγή «Ελλήνων πολιτών τουρκομουσουλμανικής θρησκείας». Ο Έλληνας αντιπρόσωπος Κακλαμάνος είχε ήδη δηλώσει ότι οι μουσουλμάνοι της Ηπείρου θα έπρεπε να εξαιρεθούν, καθώς «αν και είναι ομόθρησκοι με τους Τούρκους δεν είναι με κανέναν τρόπο ομοεθνείς».[24]
Κατά τις διαπραγματεύσεις της  ανταλλαγής, ουδέποτε ετέθη θέμα «Αλβανών» για τους Αρβανίτες της Θράκης, ούτε από την Τουρκία, ούτε από την Ελλάδα, ούτε από την Αλβανία, ούτε φυσικά από τους ίδιους τους Αρβανίτες. Έτσι, αποδεικνύεται το άτοπο των φανταστικών θεωριών του αλβανικού εθνικισμού και η πλήρης αντιδιαστολή αυτών των  θέσεων με την ιστορική πραγματικότητα. Οι Αρβανίτες ουδέποτε θεωρήθηκαν ως εθνική ή άλλου είδους μειονότητα και καμία διεθνής ή διμερής συνθήκη, από καταβολής του ελληνικού κράτους, δεν τους θεώρησε ως κάτι διαφορετικό από τον ελληνισμό.[25]
Στη  συνέχεια του κειμένου της wikipedia γίνεται αναφορά στον αυτοπροσδιορισμό των Αρβανιτών της Θράκης και προσπάθεια να αποδοθεί σε αυτόν αναδρομικά εθνικό περιεχόμενο: «Είναι γνωστοί ως Αρβανίτες, ένα όνομα που χαρακτηρίζει όλους τους αλβανικής καταγωγής πληθυσμούς της Ελλάδος, αλλά αυτό πρωτίστως αφορά τη νότια ομάδα των Arbërëshe. Οι αλβανόφωνοι της Δυτικής Θράκης και της Μακεδονίας χρησιμοποιούν τον κοινό [σ.σ. με τους Αλβανούς] αυτοπροσδιορισμό, Σκιπτάρ». Εδώ, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τεχνηέντως τον όρο «Σκιπτάρ» για να αποδώσει εθνικότητα στους Αρβανίτες της Θράκης. Τα ίδια  γράφει και η έκθεση του Παρατηρητηρίου του Ελσίνκι: «Όσον αφορά τους Αρβανίτες της Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας, αυτοί θεωρούνται ότι είναι τμήμα του σύγχρονου αλβανικού έθνους, κάτι το οποίο εξηγεί τον αυτοπροσδιορισμό τους ως Shqiptars και όχι ως Arberor».[26]  Οι αλβανόφωνοι χριστιανοί της Ηπείρου όταν έφυγαν από το Βιθκούκι και τα γύρω χωριά, κυνηγημένοι από τους -υποτίθεται- συμπατριώτες τους Τουρκαλβανούς, ήρθαν στη Θράκη ως μέλη του «ρωμαϊκού» γένους, ως χριστιανοί ορθόδοξοι και μέτοχοι της ελληνορθόδοξης θρησκευτικής παράδοσης και παιδείας. Ο αυτοπροσδιορισμός τους ως «Σκιπτάρ» δεν είχε ποτέ εθνικό πρόσημο παρά μόνο γεωγραφικό ή γλωσσικό και γι’αυτό  τον διατηρούν ως σήμερα -«Ουν γιαμ σκιπτάρ» λένε ακόμη και σήμερα οι Αρβανίτες στη Θράκη, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι έχουν αλβανική εθνική συνείδηση. Έτσι, είναι άστοχη και αυθαίρετη η εθνική ένταξη των Αρβανιτών της Θράκης στο αλβανικό έθνος,  λόγω της χρήσης εξ αυτών ενός όρου που όταν υιοθετήθηκε δεν έφερε «εθνικό» φορτίο. Είναι σαν να λέμε ότι οι χριστιανοί  της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν Ρωμαίοι (δηλαδή με λατινική καταγωγή) επειδή οι ίδιοι αυτοπροσδιορίζονταν ως «Ρωμαίοι/Ρωμιοί» ή σαν να λέμε ότι οι σημερινοί «Έλληνες» είναι παγανιστές ή δωδεκαθεϊστές επειδή έτσι  χαρακτηρίζονταν επί πολλούς αιώνες από τους βυζαντινούς. Η χρήση του όρου «Σκιπτάρ» θα πρέπει να ιδωθεί και να ερμηνευτεί με βάση τα δεδομένα της εποχής διότι δημιουργεί σύγχυση και οδηγεί σε λάθος συμπεράσματα: «Διαφωτιστική είναι η ανάλυση του ζητήματος από τον απεσταλμένο της  ελληνικής κυβέρνησης στο Αργυρόκαστρο Ν.Σίνη σε ανέκδοτη έκθεση της 18-11-1908:  «Προ ετών, και σήμερον έτι, ο αλβανόφωνος Χριστιανός, λέγων «είμαι Αλβανός» έλεγε και λέγει τούτο απλώς και μόνον ένεκα της μητρικής του γλώσσης… Σήμερον εν τούτοις το πράγμα διαφέρει… Αι αλβανικαί ιδέαι, γενικευόμεναι παρά τοις Αλβανοίς, στραφείσαι δ’εν τοις διαμερίσμασι τούτοις προς κατάστασιν πραγμάτων και πνευμάτων οξυτάτου φανατισμού και σύστημα σκέψεων αυτόχρημα μισελληνικόν […] ο πρώην ελληνικώτατος Αλβανόφωνος δέον να λέγη μόνον ότι είναι Έλλην, ή, αν τω ζητηθή η ιδιαιτέρα πατρίς, ότι είναι Ηπειρώτης».[27]
Οι κάθε λογής αυτοπροσδιορισμοί θα πρέπει να εντάσσονται και να αναλύονται με βάση τα ιστορικά συμφραζόμενά τους και πάντοτε η θεώρησή τους πρέπει να γίνεται οριζόντια και όχι με αυθαίρετους κάθετους αναδρομικούς προβολισμούς και με κριτήρια μεταγενέστερων εποχών. Στο σημείο αυτό, οι συντάκτες της Wikipedia και του Παρατηρητηρίου του Ελσίνκι, ή δεν γνωρίζουν ιστορία και έτσι κινούνται σε ένα πλαίσιο ευσεβών πόθων και τηλεκατευθυνόμενων συμπερασμάτων, ή γνωρίζουν ιστορία και την παραποιούν εσκεμμένα, αρνούμενοι να δεχτούν το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό των υπό εξέταση κοινοτήτων- το δε Παρατηρητήριο του Ελσίνκι είναι υποτίθεται προστάτης των μειονοτήτων. Με αυτόν τον τρόπο εκφυλίζονται σε φερέφωνα ενός ακραίου εθνικισμού που προσιδιάζει στις θεωρίες του Soury, του Fichte και του ναζισμού.[28] Σχετικά με τις αυτοπροσδιοριστικές τάσεις εν σχέσει με τη γλώσσα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν κάποιες περιπτώσεις  που ανέκυψαν μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και λύθηκαν από τη διεθνή κοινότητα μέσω δημοψηφισμάτων. Λόγω της μακραίωνης ύπαρξης των αυτοκρατοριών οι οποίες αποτελούσαν ένα μωσαϊκό γλωσσικών, εθνοτικών και θρησκευτικών συσσωματώσεων χωρίς αυτές οι ομαδώσεις να διαχωρίζονται εδαφικά, τα προβλήματα που προέκυψαν από τη δημιουργία των εθνικών κρατών ήταν τεράστια, ειδικά όσον αφορά το θέμα των πάσης φύσεως μειονοτήτων οι οποίες εγκλωβίστηκαν εδαφικά μέσα στα κράτη που δημιουργήθηκαν και εξαιτίας αυτών έγιναν πόλεμοι απίστευτης αγριότητας.
Μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και την (ανα)διανομή των εδαφών των πρώην αυτοκρατοριών, υπήρξαν περιπτώσεις όπου οι μειονότητες εκλήθησαν μέσω δημοψηφισμάτων να επιλέξουν αν επιθυμούσαν να ενωθούν με τη χώρα στην οποία επιδικάστηκε η περιοχή τους ή με την  ομόγλωσση γειτονική. Τα αποτελέσματα αυτών των δημοψηφισμάτων ίσως σήμερα να ακούγονται παράδοξα, όμως, αν συνεκτιμηθούν οι τότε περιστάσεις και ιδιαιτερότητες, είναι φυσιολογικά. Μέσα από  αυτά τα δημοψηφίσματα, και εν μέσω ισχυρής προπαγάνδας των αντιδίκων κρατών προς τους διεκδικούμενους αγροτικούς πληθυσμούς, οι σλαβόφωνοι της Ανατολικής Πρωσίας ψήφισαν ένωση με την Πρωσία/Γερμανία  και όχι με την ομόγλωσση Πολωνία,[29] οι σλοβενόφωνοι της Καρινθίας επέλεξαν να ενωθούν με την Αυστρία και όχι με το «Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων»[30] και οι  γερμανόφωνοι της πόλης Σόπρον ψήφισαν ένωση με την Ουγγαρία και όχι με τη γειτονική Αυστρία.[31]
Όσον αφορά δε τον ετεροπροσδιορισμό των Αρβανιτών, η ελληνικότητά τους δεν αμφισβητήθηκε ποτέ και από κανέναν στην Ελλάδα. Αν κάτι τέτοιο είχε συμβεί, τότε απλά η Ελλάδα θα τους είχε απομακρύνει -για λόγους εθνικής ασφαλείας-  από τα ελληνοτουρκικά σύνορα (όπου ζούνε πολλοί από αυτούς ακόμη και σήμερα) της Δυτικής Θράκης, όπως είχε κάνει κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου (1919-1922) με τους Βούλγαρους[32] και μετά το 1922 με τους μουσουλμάνους του Έβρου: «Στη δεκαετία 1922-1932 αυθαιρεσίες και στις δύο πλευρές ώθησαν σε μετανάστευση πολλούς τύποις εξαιρεθέντες. Η έκταση της εξαίρεσης περιορίστηκε, με την άσκηση έμμεσης ή άμεσης βίας, άτυπα και στις δύο χώρες. Οι μουσουλμάνοι του σημερινού Έβρου, οι οποίοι παρέμειναν ή μετανάστευσαν εκ νέου πίσω στα χωριά τους ύστερα από τη βουλγαροτουρκική ανταλλαγή των πληθυσμών του 1913, αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν και πάλι στην αντίπερα όχθη του ποταμού (δηλ. στην Τουρκία) για λόγους «εθνικής ασφάλειας» της Ελλάδας.[33] Παρόμοια, η Τουρκία απέλασε χιλιάδες Ρωμιούς από την Κωνσταντινούπολη την περίοδο 1926-1928, πριν οριστικοποιηθεί το περιεχόμενο του όρου «établis».[34] «Οι παραβιάσεις ξεκίνησαν ήδη με την εφαρμογή της Σύμβασης. […] και η Τουρκία και η Ελλάδα κατέβαλαν προσπάθειες να εκτοπίσουν τους établis που αποτελούσαν πλειοψηφία σε συγκεκριμένες στρατηγικές περιοχές. Η Ελλάδα τους εκδίωξε αμέσως από το τμήμα στα σύνορά της με την Τουρκία (στον Έβρο) και η Τουρκία από την Ίμβρο και την Τένεδο λίγα χρόνια αργότερα. Στην Ελλάδα […] η περιοχή του Έβρου εκκενώθηκε από τους Μουσουλμάνους-Τούρκους και εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες Ρωμιοί[…]».[35]

Πηγή: Δημήτρης Δαλάτσης, Οι Αρβανίτες της Ανατολικής Θράκης (υπό έκδοση), σσ.548-58.


[1] Όψιμες αλυτρωτικές διεκδικήσεις του επίσημου αλβανικού κράτους συναντά κανείς το 1994, όπου «Ο Αλβανός Υπουργός Εξωτερικών απαντά στις αιτιάσεις της τότε Δ.Α.Σ.Ε. [Διάσκεψη για την Ασφάλεια και την Συνεργασία στην Ευρώπη] για την ελληνική μειονότητα –εκτός των άλλων- και με την κατάσταση των εναπομείναντων Τσάμηδων («those who could remain»), Αλβανών που μένουν σε άλλες περιοχές στην Ελλάδα και των Αρβανιτών (της Νότιας Ελλάδας), όπου σε όλους αυτούς όχι μόνο τους αρνείται η Ελλάδα την παρουσία, αλλά και την επιβεβαίωση (affirmation) της εθνικής τους ταυτότητας» (CSCE, Secretariat, Department for Conference Services, CSCE Communication No.35, Vienna, 14 November 1994. Letter of the CSCE High Commissioner on National Minorities to the Acting Minister for Foreign Affairs of the Republic of Albania (His Excellency Mr Arian Starova) (The Hague, 2 Nov.1994) και η απάντηση του δεύτερου στον Max van der Stoel. Παρατίθεται στο Λάμπρος Μπαλτσιώτης, Η ελληνική μειονότητα της Αλβανίας: μια προσπάθεια προσέγγισης σε μια μεταβατική κοινωνία, στο Η ελληνική μειονότητα της Αλβανίας, Κ.Ε.Μ.Ο., Αθήνα 2003, σσ.60-1).
[2] Το πρωτότυπο κείμενο έχει ως εξής: «Albanian-speakers form a linguistic minority in Greek Macedonia and Western Thrace along the border with Turkey. They speak the Northern Tosk subbranch of Tosk Albanian and are descendants of the Albanian population of Eastern Thrace who migrated during the Population exchange between Greece and Turkey in the 1920s. They are known in Greece as Arvanites, a name applied to all groups of Albanian origin in Greece, but which primarily refers to the southern dialectological group of Arbëreshë. The Albanian-speakers of Western Thrace and Macedonia use the common Albanian self-appellation, Shqiptar.History: During the Ottoman Empire, Albanian communities migrated towards today's European Turkey (Eastern Thrace), especially near Istanbul. Many Muslim Albanians achieved high office in Ottoman society and many of them, most notably the Köprülü family, became Grand Viziers of the Empire. The majority of the Albanian emigration came from Northern Kosovo and the Korça region of Albania. Descendants of this immigrants would later play an important role in the National Renaissance of Albania. The number of Albanians that resided in the region is unknown, as statistical data of the Ottoman Empire were based on religious identification (millets). Thus, the Orthodox Albanians were part of the Rûm millet, while Muslims were categorised alongside Turks. Among this population, Orthodox Albanians in Eastern Thrace resided in partly homogeneous communities, either villages or neighborhoods,and were mainly descendants of immigrants from the Korça region. At the conclusion of the Greco-Turkish War of 1919–1922, Greece and Turkey signed the Treaty of Lausanne, which included a population exchange between the two countries. The treaty used religion as the indicator of national affiliation, thus including populations without ethnic provisions, even Albanians, in the population exchange. Under this treaty the Muslims of Greece were exchanged with the Christians of Turkey, with an exception of the Muslims of Western Thrace and the Christians of Istanbul. Under this provision, the Albanian Orthodox community of Eastern Thrace, was re-accommodated in Western Thrace, where they settled mainly in new and ethnically homogeneous villages built in order to receive the refugees. Today, this population lives in the same villages, but a part emigrated to bigger towns such as Thessaloniki and Athens, making the Albanian language less used. The direct descendants of the prominent Albanian writer and politician, Fan Noli, who was born in Eastern Thrace, today live in the Greek part of the region» (πηγή: http://en.wikipedia.org/wiki/ Albanian-speakers_of_Western_Thrace).
[3] «Το εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου του «ανταλλάξιμος» είναι σαφώς διαφορετικό από το ευρύτερο του «πρόσφυγα» ή του διπλωματικού όρου «μετανάστης» της Συνθήκης της Λοζάνης, και συνεπώς απαιτεί διαφορετικό χειρισμό στην πραγμάτευσή του. […] «Πρόσφυγας» ήταν αυτός που έφτασε στην Ελλάδα αμέσως μετά την ήττα του ελληνικού στρατού και την καταστροφή της Σμύρνης, το Σεπτέμβριο του 1922. «Ανταλλάξιμος»/μουατζίρης και «ματζίρης» ήταν αυτός που διετάχθη από το γράμμα της Συνθήκης της Λοζάνης να «μεταναστεύσει» και αναχώρησε οργανωμένα υπό την εποπτεία της Διεθνούς Μεικτής Επιτροπής από τον Οκτώβριο του 1923 ως το 1925» (Ευαγγελία Μπαλτά, Ιστορία και ιστοριογραφία για τους ανταλλάξιμους, στο Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης (επιμ.), Η ελληνοτουρκική ανταλλαγή των πληθυσμών, Πτυχές μιας εθνικής σύγκρουσης, Κ.Ε.Μ.Ο., Αθήνα 2006, σσ.98-9).
[4] Πολλοί Αλβανοί λόγιοι και πολιτικοί είχαν άγνοια σχετικά με την διασπορά των αλβανοφώνων εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ακόμη και στα «ρευστά» χρόνια όπου θα μπορούσε το αλβανικό κράτος να διεκδικήσει αυτούς τους πληθυσμούς. Όσον αφορά τη Θράκη, ο Constantin Chekreziέγραφε στα 1919: «Στη Θράκη και στην περιοχή της Κωνσταντινούπολης υπάρχει ένας αριθμός τυπικών αλβανικών χωριών τα οποία είναι διάσπαρτα στην περιοχή και δεν επικοινωνούν μεταξύ τους» (Constantine Chekrezi, Albania, past and present, New York, 1919, σ.210. Σε άλλο σημείο, ο Chekrezi, αναφέρει ότι το Ιμπρίκ Τεπέ/Κιουτέζα είναι «αλβανική αποικιακή εγκατάσταση» (ό.π., σ.229)).
[5] Α.Υ.Ε. Φ.37/13/28/20.4.1844. Παρατίθεται στο Καλλιόπη Παπαθανάση-Μουσιοπούλου, Ελληνικά Προξενεία στη Θράκη, Αθήνα 1976, σ.218.
[6] Καλλιόπη Παπαθανάση-Μουσιοπούλου, Ελληνικά Προξενεία στη Θράκη, ό.π., σσ.217-20. Η συγγραφέας χρησιμοποιεί για τους Τουρκαλβανούς τον όρο «Αρβανίτες». Ο όρος αυτός άλλοτε σήμαινε τους χριστιανούς και άλλοτε τους μουσουλμάνους αλβανόφωνους, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται εκ των υστέρων αρκετά προβλήματα στην κατανόηση πολλών κειμένων του 19ουαιώνα.
[7] «Κατόπιν συνεννοήσεως μετά Στρατιάς εκανονίσθη ως εξής τρόπος αποχωρήσεως επιθυμούντων τούτο εκ χριστιανικών πληθυσμών Ανατ.Θράκης, οίτινες παρά πάσαν οδηγίαν ήρξαντο πανικόβλητοι αναχωρούντες» (Αναφορά του Γενικού Διοικητή Θράκης Γ.Κατεχάκη προς το Υπουργείο Περιθάλψεως και προς τον πρόεδρο του Υπουργικού Συμβουλίου, Γεραγάς, ό.π., σ.160). Τον εθελοντικό χαρακτήρα της μετανάστευσης τόνιζε και το Υπουργείο Στρατιωτικών σε επικοινωνία του με τη Διοίκηση Στρατιάς Θράκης: «Κατόπιν 16297 κρυπτογρ. τηλεγραφικής καίτοι πεπεισμένος περί λήψεως σχετικών μέτρων υφ’υμών επί κάτωθι ζητημάτων, παρακαλώ ενταθώσι προσπάθειαι: 1) Επιτευχθή η εξ Ανατολικής Θράκης αποχώρησις των επιθυμούντων ομογενών αποκομιζόντων κινητή περιουσία των[…]»(Υπουργείο Στρατιωτικών, Επιτελική Υπηρεσία Στρατού, Γραφείον ΙΙΙ /τμ.β’,  Αρ.Πρωτ.16302/7.10.1922. Α.Υ.Ε. 1923, Φ.93/υποφ.4/τμ.2. Αρ.Πρωτ.11089/11.10.1922). Ο Βενιζέλος σε τηλεγράφημά του έγραφε λίγο πριν την εκκένωση της Ανατολικής Θράκης: «Νομίζω ότι Κυβέρνησις θα διέπραττεν έγκλημα αν απέτρεπε πληθυσμούς Ανατολικής Θράκης θέλοντας να μεταναστεύσωσι. Βεβαίως εάν ήτο δυνατόν να ασφαλισθή ζωή και περιουσία αυτών μέχρι της συνομολογήσεως ειρήνης θα ευρισκώμεθα εις καλυτέραν θέσιν όπως διαπραγματευθώμεν ανταλλαγήν πληθυσμών κατά συνομολόγησιν. Αλλά είνε απολύτως βέβαιον ότι αιρομένου μετά τριάκοντα ημέρας παντός συμμαχικού ελέγχου επί Τουρκικής διοικήσεως Θράκης, Τούρκοι θα διαρπάσωσι κινητάς περιουσίας ομογενών και θα εκδιώξωσιν αυτούς γυμνητεύοντας και αθλίους. Ενθυμηθείτε τι έγινεν εις παραμονάς μεγάλου πολέμου. Τούτο σήμερον θα επαναληφθή με μείζονα αγριότητα ως εκ της περιφρονήσεως ην Τούρκοι τρέφουσι προς τας Μεγάλας Δυνάμεις. Δια τούτο είνε ανάγκη διευκολύνωμεν διά παντός τρόπου ομογενείς να απέλθωσιν αποκομίζοντες κινητήν περιουσίαν των πριν ή απέλθη στρατός.[…] Μη πλανάσθε. Ανατολική Θράκη εχάθη οριστικώς διά Ελληνισμόν[…]» (Ελληνική Πρεσβεία Λονδίνου, Αρ.Πρωτ.3417/3-16.10.1922. Α.Υ.Ε. 1922, Φ.8/υποφ.4. Αρ.Πρωτ.10673/4.10.1922).
[8] Σταύρος Γιωλτζόγλου, Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις (1922-1930). Θεσσαλονίκη: Διδακτορική διατριβή, Α.Π.Θ. 2006, σσ.84,96, 101-2. Κώστας Γεραγάς,  Αναμνήσεις εκ Θράκης 1920-1922,Αθήνα, 1925, σ.161. «Την 28 Αυγούστου υπεγράφη μεταξύ των συμμάχων Δυνάμεων και της κυβερνήσεως της Αγκύρας πρωτόκολλον, καθ’ ό η Ανατολική Θράκη μετά της Αδριανουπόλεως απεδίδοντο εις την κυβέρνησιν της Αγκύρας υπό τους εξής όρους: α) να καθορισθή η γραμμή πέρα της οποίας αι εν Θράκη ελληνικαί δυνάμεις θα κληθώσιν όπως αποσυρθώσι. β) να καθορισθή ο τρόπος της εκκενώσεως υπό των ελληνικών στρατευμάτων και της ελληνικής διοικήσεως και ο τρόπος της εγκαταστάσεως των υπαλλήλων και της χωροφυλακής της μεγάλης τουρκικής Εθνοσυνελεύσεως εις τα εδάφη ταύτα. γ) να εξασφαλισθή ο έλεγχος της περιφερείας ταύτης, κατά την μεταβατικήν περίοδον, προς τον σκοπόν της διατηρήσεως της τάξεως και της δημοσίας ασφαλείας» (Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του ελληνικού έθνους: από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του 1930 (προσθήκες, σημειώσεις και βελτιώσεις υπό Παύλου Καρολίδου), ό.π., τόμ. έκτος, μέρος β’, Αθήνα 1932, σ.330).
[9] Ο Πάλλης πρότεινε το εξής: «Υποβάλλω ευλαβώς γνώμην ότι πληρεξούσιοι και υπάλληλοι Θράκης δέον να παρακινήσωσι πληθυσμόν παραμείνη διότι παρ’ενδεχομένους κινδύνους παραμένοντες έχουσι στέγην και τροφήν εξησφαλισμένην ενώ εν Ελλάδι όπως γνωρίζετε κατάστασις προσφύγων απελπιστική» (Τηλεγράφημα Χ.Σιμόπουλου προς Ελ.Βενιζέλο, Αρ.πρωτ. 4909/Κωνσταντινούπολη 3/15.10.1922. Μουσείο Μπενάκη, Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου, Φ.030/6. Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ.Βενιζέλος», Ψηφιακό αρχείο: http://www.venizelosarchives.gr).
[10] Σε τηλεγράφημά του προς τον Ελ.Βενιζέλο, ο Ευθύμιος Κανελλόπουλος, Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης Κροκιδά, ανέφερε: «Εξ άλλου παραμονή ελληνικών πληθυσμών εν τη Ανατολική Θράκη υπό Τουρκικήν Κυριαρχίαν εκθέτει αυτούς εις προσεχές ή απώτερον μέλλον εις διωγμούς και πιέσεις αποσκοπούσας εις συστηματικήν και εσκεμμένην εξόντωσιν εκτός αν ήθελον παρασχεθή σοβαραί εγγυήσεις και εφαρμοσθή πράγματι μέτρα προς προστασίαν αυτών. Αν υπάρχη τοιαύτη ελπίς προτιμώτερον θα ήτο συστηθή εις τους πληθυσμούς να αναστείλωσιν ή να μη επισπεύσωσι την αθρόαν έξοδον περιοριζόμενοι εις αποχώρησιν των μάλλον εκτεθέντων αν μάλιστα επετυγχάνετο όπως παραταθή μέχρι της συνάψεως τελικής ειρήνης[…]» (Τηλεγράφημα Ε.Κανελλόπουλου προς τον Ελ.Βενιζέλο, Αρ.πρωτ.65/Αθήνα 3/15.10.1922. Μουσείο Μπενάκη, Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου, Φ.030/7. Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ.Βενιζέλος», Ψηφιακό αρχείο: http://www.venizelosarchives.gr)
[11] Το «Σύμφωνο για την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας» το οποίο υπεγράφη στις 30 Ιανουαρίου 1923,  στη συνέχεια κατέστη μέρος της Συνθήκης της Λωζάνης της 24ης Ιουλίου του ίδιου έτους δυνάμει του άρθρου 142 της τελευταίας.
[12] Ελληνικό Παρατηρητήριο των συμφωνιών του Ελσίνκι-Ελληνική ομάδα για τα δικαιώματα των μειονοτήτων (Greek Helsinki Monitor- Minority Rights Group-Greece), The Arvanites, General data onthe language. www.greekhelsinki.gr.
[13] Εύστοχα θέτει o Bruce Clark το ιδεολογικό πλαίσιο στο οποίο θα εκινείτο ο τουρκικός και ελληνικός εθνικισμός μετά την ανταλλαγή: «Ήταν πολύ πιο εφικτό να δημιουργηθεί μία νέα, πολιτιστικά και εθνικά ενιαία κοινότητα –μια κοινότητα Ελλήνων πολιτών ας πούμε, ή Τούρκων πολιτών- αν η «πρώτη ύλη» της κάθε μιας ήταν ομόθρησκη. Με άλλα λόγια, προκειμένου να δημιουργηθούν κράτη στα οποία ο ρόλος της θρησκείας ως ρυθμιστικού παράγοντα θα ήταν λιγότερο σημαντικός, έπρεπε πρώτα να συγκεντρωθούν όσοι είχαν κοινή πίστη –και να απομακρυνθούν όσοι δεν είχαν» (Bruce Clark, Δύο φορές ξένος, Αθήνα 2007, σ.35).
[14] Στις οδηγίες που έστειλε το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών στις 25.10.1923 στις υποεπιτροπές που είχαν συσταθεί προς εξακρίβωση της αλβανικής ή μη καταγωγής των Τσάμηδων δινόταν ο ορισμός των εξαιρεθέντων της ανταλλαγής: «Θεωρούνται αλβανικής καταγωγής και εξαιρετέοι οι κατοικούντες εν Ελλάδι μουσουλμάνοι Έλληνες υπήκοοι που δεν έχουν τουρκική συνείδησιν και οι οποίοι εγεννήθησαν είτε εις την σημερινήν Αλβανίαν, είτε εις την Ελλάδαν εκ πατρός γεννηθέντος εις την σημερινήν Αλβανίαν» (Α.Υ.Ε. 1923, ΚτΕ/ΑΠ 17,18, α.π. 31475. Παρατίθεται στο Λένα Διβάνη,Ελλάδα και μειονότητες, Το σύστημα διεθνούς προστασίας της κοινωνίας των Εθνών, Αθήνα  1995 (β’έκδ.), σ.224, υποσ.14). 
[15] Γιώργος Μαυρογορδάτος, Εθνικές μειονότητες, στο Ιστορία της Ελλάδας του 20ου  αιώνα, Αθήνα 2003, τόμ. Β’ μέρος 2ο, σ.12.
[16] Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, Μουσουλμανικές κοινότητες στην Ελλάδα πριν και μετά το 1923: Δικαιικές συνέχειες και ιδεολογικές ασυνέπειες, στο Η Ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών, ό.π., σ.378. Οι διάσπαρτες αυτές μικρο-ομάδες των αλβανόφωνων μουσουλμάνων της Μακεδονίας αφομοιώθηκαν ή εγκατέλειψαν την Ελλάδα (ό.π., σ.379).
[17] «Members of the Greek Orthodox religion and of Albanian origin in Turkey should be exempted from the exchange on two grounds, because they were not members of the Greek minority in Turkey according to the meaning of the Convention, and in reciprocity to the exclusion from the exchange of Moslems of Albanian origin in Greece. The Turkish delegation in the four cases that were presented was not willing to take this view, but the Commission decided in favor of the exemption» (Stephen Ladas, The exchange of minorities. Bulgaria, Greece and Turkey, New York 1932, σ.384. Commission Mixte,Procès verbaux V, 65th meeting, 16.8.1924).
[18] Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, Ανιχνεύοντας το ιστορικό και ιδεολογικό υπόβαθρο της Ανταλλαγής, στο Η Ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών, ό.π., σσ.30-1. Commission Mixte pour l’èchange des populations grecques et turques, Dècision XXXV, σ.78, Αρχείο Αλ.Πάλλη, Φάκελλος 8. Οι ανωτέρω πηγές παρατίθενται στο Τσιτσελίκης, ό.π., σ.38. Βλ.και Clark, ό.π., σ.127.
[19] Δ’ Σώμα Στρατού, ΙΙον Επιτελ.Γραφείον, Αριθ.Ε.Π. 11658/4312/2/21.11.1922. Α.Υ.Ε. 1923/Φ.7/υποφ.2/τμ.2.
[20] Οι Γκαγκαβούζηδες, «ακολουθώντας τη μοίρα του υπόλοιπου ελληνισμού της Ανατολής το 1924, πήραν και πάλι το δρόμο της προσφυγιάς. Η εγκατάστασή τους αυτή τη φορά στα ελληνικά εδάφη ήταν μόνιμη» (Χρήστος Κοζαρίδης, Εμείς οι Γκαγκαβούζηδες, Κομοτηνή, 2009, οπισθόφυλλο).
[21] Ευάγγελος Αυδίκος, Χάλασε το χωριό μας χάλασε. Ιστορίες περί ακμής και πτώσης στη Λευκίμη Έβρου, Αλεξανδρούπολη 2002, σ.200.
[22] Οι Ζαλουφιώτες έγραφαν προς την ελληνική κυβέρνηση: «[…] εφιλοτιμήθημεν να έχωμεν υπ’όψιν τα ύψιστα συμφέροντα της πατρίδος και του έθνους μας[…]», «[…]επροτιμήσαμεν την φυγήν διά της ενεργείας των Πατριαρχείων εις το ελεύθερον χώμα των προγόνων μας[…]», «[…] και να φύγωμεν ενταύθα εις το ελεύθερον χώμα» (Επιστολές (2) Ζαλουφιωτών προς Υπουργείο Εξωτερικών, 17.3.1914. Α.Υ.Ε. 1914, Φ.Β/44 (Περί Θράκης)).
[23] Τσιτσελίκης, ό.π., στο Η ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών, ό.π., σσ.23-4. «[…] είκοσι τέσσερις τοπικοί ηγέτες μουσουλμάνων της Ρούμελης που ζούσαν στις περιοχές της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας, της Ηπείρου, της Δυτικής Θράκης και της Αττικής […] έλεγαν το ίδιο πράγμα: «[…] σας παρακαλούμε να εγκαταλείψετε αυτή την ιδέα περί ανταλλαγής πληθυσμών. Εμείς ζούμε με τους Έλληνες σαν αδέρφια αιώνες τώρα. Δεν μας ενοχλούν στα τζαμιά ή στα σχολεία μας. Ζούμε σε καθεστώς ισότητας με τους υπόλοιπους Έλληνες πολίτες. Μη μας πάρετε από τον τόπο μας και την πατρίδα μας. Μη μας χωρίσετε από τους γείτονες και τους φίλους μας» (Ayhan Aktar, Το πρώτο έτος της ελληνοτουρκικής ανταλλαγής πληθυσμών: Σεπτέμβριος 1922-Σεπτέμβριος 1923, στο Η ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών, ό.π., σ.136).
[24] Τσιτσελίκης, ό.π., στο Η ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών, ό.π., σσ.27-8.
[25] Οι Αρβανίτες δεν συμπεριελήφθησαν σε καμία συνθήκη περί μειονοτήτων: Το 1830, με το 3οΠρωτόκολλο του Λονδίνου της 3.2.1830, η Ελλάδα δεσμεύτηκε για τη θρησκευτική, αστική και πολιτική ισότητα στους καθολικού δόγματος κατοίκους της Ελλάδος. Η προστασία των καθολικών επεκτάθηκε και στα Ιόνια νησιά με το άρθρο 4 της Συνθήκης του Λονδίνου της 29.3.1864. Το 1881, με την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα, η τελευταία δεσμεύθηκε για τη θρησκευτική ελευθερία και την κοινοτική αυτονομία των μουσουλμάνων της Θεσσαλίας με την ελληνοτουρκική συνθήκη της Κωνσταντινούπολης που υπεγράφη στις  2.7.1881.  Οι επόμενοι μειονοτικοί όροι περιέχονταν στις επιστολές που αντήλλαξαν ο Βενιζέλος και ο Μαγιορέσκου (Πρωθυπουργός της Ρουμανίας) στο Βουκουρέστι στις 5.8.1913 και για πρώτη φορά αφορούσαν γλωσσική (ή κατ'άλλους εθνική) μειονότητα, τους ρουμανίζοντες Κουτσόβλαχους. Με το άρθρο 11 της Σύμβασης των Αθηνών που υπεγράφη στις  14.11.1913 εξασφαλίζονταν η θρησκευτική ελευθερία και η κοινοτική αυτονομία των Μουσουλμάνων των Νέων Χωρών.  Με τη συνθήκη των Σεβρών (10.8.1920) η Ελλάδα εγγυήθηκε την προστασία των μειονοτικών πληθυσμών των προσαρτηθεισών περιοχών. Στο Άρθρο 86 της εν λόγω συνθήκης αναφερόταν ότι «η  Ελλάς αποδέχεται, δεχομένη και την εν ιδιαιτέρα Συνθήκη καταχώρισίν των, τας αποφάσεις εκείνας, αίτινες θα κριθώσιν αναγκαίαι, ιδίως ως προς την Αδριανούπολιν, προς προστασίαν εν Ελλάδι των συμφερόντων των κατοίκων οίτινες διαφέρουσι της πλειονότητος του πληθυσμού ως προς την φυλήν, την γλώσσαν ή την θρησκείαν» (Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ των συμμάχων και συνησπισμένων δυνάμεων και της Τουρκίας. Υπογραφείσα εν Σέβραις τη 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920. Εθνικό Τυπογραφείο Αθήνα 1920,σ.24. Διβάνη, ό.π., σσ.75,81,88-9).
[26] Ελληνικό Παρατηρητήριο των συμφωνιών του Ελσίνκι, ό.π..
[27] Μιχάλης Κοκολάκης, Το Ύστερο Γιαννιώτικο Πασαλίκι. Χώρος, διοίκηση και πληθυσμός στην Τουρκοκρατούμενη Ήπειρο (1820-1913), Αθήνα 2003, σσ.58-9, υποσ.71.
[28] «Για τον καθηγητή της Σορβόννης Jules Soury, ο κόσμος των κοινωνιών διοικείται από σιδερένιους, μοιραίους νόμους. Η ελευθερία επιλογής είναι μύθος, όπως και η έννοια του ηθικού ανθρώπου.[…] Σύμφωνα με τον Jules Soury «οι νόμοι της μοίρας» κυβερνούν τον κόσμο. Οι άνθρωποι δεν έχουν ηθική υπόσταση, ούτε αποτελούν υποκείμενα της ιστορίας αλλά απλώς υποχείριά της. Η ανθρώπινη συνείδηση δεν παίζει κανέναν ρόλο, ούτε ο νους και η σκέψη» (Πέτρος Θεοδωρίδης, Οι μεταμορφώσεις της ταυτότητας. Έθνος, νεωτερικότητα και εθνικιστικός λόγος, Θεσσαλονίκη  2004,  σ.90). «Στη θεωρία του Fichte το γερμανικό έθνος ως «συλλογικό εγώ» αποτελεί και προνομιακό είδωλο όλης της ανθρωπότητας και αναλαμβάνει το μέλλον της. […] Το πρώτο από τα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση ήταν αυτό του «γενετικού προσδιορισμού του έθνους», η πίστη δηλαδή ότι κάθε Γερμανός είναι γενετικά δεμένος με το έθνος του και δεν μπορεί ποτέ να αρνηθεί την ταυτότητά του, επειδή αυτή αποτελεί ένα αναπόδραστο πεπρωμένο» (Θεοδωρίδης, ό.π., σσ.82-3).
[29] Παρ’ότι στην Ανατολική Πρωσία υπήρχαν πολλοί σλαβόφωνοι, το ποσοστό του δημοψηφίσματος που έλαβε χώρα στις 11.7.1920 ήταν συντριπτικό υπέρ της παραμονής της περιοχής στην Δημοκρατία της Βαϊμάρης: 92% ήταν το ποσοστό στην περιφέρεια Allenstein/Olsztyn και επίσης 92% στην περιφέρεια Marienweider/Kwidzyn. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην πόλη Sthuhm/Sztum, στην οποία οι σλαβόφωνοι ήταν 42%, μόλις το 19,7% ψήφισε υπέρ της ένωσης με την Πολωνία.
[30] H Καρινθία (Kärnten) είναι ένα από τα εννιά ομόσπονδα κρατίδια (bundesländer)  της Αυστρίας. Έχει έκταση 9.538 τ.χλμ. και πληθυσμό 559.019 κατοίκους. Είναι το μοναδικό κρατίδιο της χώρας που είναι επίσημα δίγλωσσο με δεύτερη γλώσσα τα σλοβενικά. Μετά την λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και σε εφαρμογή της συνθήκης του Saint-Germain (10.9.1919), θα διεξαγόταν δημοψήφισμα σχετικά με το αν η Καρινθία θα αποτελούσε έδαφος της Αυστρίας ή του «βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων». Η περιοχή χωρίστηκε σε δύο ζώνες για το δημοψήφισμα. Στη ζώνη Α, σύμφωνα με την αυστριακή απογραφή του 1910, οι σλοβενόφωνοι αποτελούσαν το  70% των κατοίκων. Στο δημοψήφισμα που διεξήχθη στις 10.10.1920, το 59,1% (22.025 ψήφοι) επέλεξε να ενσωματωθεί η Καρινθία στην Αυστρία, έναντι ποσοστού 40,9% (15.279 ψήφοι) που ψήφισε υπέρ της ένωσης με το «βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων». Η προτίμηση της σλοβενόφωνης πλειοψηφίας να συνυπάρξει με ένα πλούσιο και σταθερό κράτος το οποίο θα εγγυάτο τη διατήρηση της σλοβενικής γλώσσας σε όλα τα επίπεδα (πράγμα που οι Αυστριακοί έπραξαν στο ακέραιο) από το να προσχωρήσει σε ένα ανομοιογενές, φτωχό και  θνησιγενές όπως αποδείχτηκε βασίλειο χωρίς κανένα λαμπρό μέλλον να προδιαγράφεται σε αυτό, ήταν καταφανής. Βλ. Thomas Barker and Andreas Moritsch, The Slovene Minority of Carinthia, New York, 1984.
[31] Με τη συνθήκη του Saint-Germain, η Σόπρον και η γύρω  γερμανόφωνη περιοχή επιδικάστηκε αρχικά στην Αυστρία. Έπειτα από αντιδράσεις των κατοίκων, θα αποφασιζόταν σε δημοψήφισμα σε ποια χώρα θα προσχωρούσε η περιοχή αυτή. Το δημοψήφισμα διεξήχθη στις 14.12.1921 και το 65% των γερμανόφωνων κατοίκων της πόλης ψήφισε υπέρ της ένωσης με την Ουγγαρία. Οι περιοχές που ψήφισαν ένωση με την Αυστρία ενσωματώθηκαν με αυτήν και  αποτελούν σήμερα το ομόσπονδο αυστριακό κρατίδιο Burgenland.
[32] Η Ελλάδα εκτόπισε αρκετούς Βούλγαρους από την ελληνική μεθόριο της Δυτικής Θράκης προς τα ελληνικά νησιά: «Τη στιγμή που τα στρατεύματα του Κεμάλ πολεμούσαν στο μέτωπο του Σαγγάριου και η νίκη τους ήταν πολύ προβληματική, οι Βούλγαροι της Δ.Θράκης συνεργαζόμενοι με τους Τούρκους προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες παρενοχλώντας τα νώτα του ελληνικού στρατού και μη επιτρέποντας στους Έλληνες να αποσπάσουν ούτε έναν στρατιώτη στο μέτωπο του Σαγγάριου. Γι’αυτό άλλωστε και η ελληνική κυβέρνηση μας εξόρισε στα νησιά» (Άρθρο της εφημερίδας «Νότος» της Φιλιππούπολης στις 9.10.23, που κατηγορεί τους Τούρκους για αχαριστία. Παρατίθεται στο Διβάνη, ό.π., σ.311, υποσ.32).
[33] «Οι Έλληνες πρόσφυγες που λίγες εβδομάδες νωρίτερα είχαν φτάσει από την ανατολική Θράκη στρατοπέδευαν  όπου μπορούσαν και Έλληνες χωροφύλακες και στρατιώτες έδιωχναν συνεχώς τους μουσουλμάνους για να δημιουργήσουν χώρο» (Clark, ό.π., σ.124. Βλ. και σσ.162-3, 179).
[34] Τσιτσελίκης,  ό.π., στο Η ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών, ό.π., σσ.26-7. Το άρθρο 2 της Συνθήκης της Λωζάνης όριζε αυτούς που θα εξαιρούνταν από την Ανταλλαγή, τους αποκαλούμενους établis (εγκατεστημένοι). Στην Τουρκία αυτοί ήταν οι Έλληνες  που ήταν εγκατεστημένοι στην επαρχία Κωνσταντινούπολης πριν από τις 31.10.1918 και στην Ελλάδα οι Μουσουλμάνοι κάτοικοι της Δυτικής Θράκης. Ως συνέπεια του άρθρου 2, περίπου 130.000 Μουσουλμάνοι και άλλοι τόσοι Έλληνες δεν αντηλλάχθησαν. Βλ. και Αθανάσιος Πρωτονοτάριος, Το προσφυγικόν πρόβλημα από ιστορικής, νομικής και κρατικής απόψεως, Αθήνα 1929, σσ.35-9.
[35] Baskin Oran, Διδάγματα από τα άρθρα 1 και 2 της Σύμβασης της Λοζάνης, στο Η ελληνοτουρκική ανταλλαγή των πληθυσμών, ό.π., σ.296. «Ο τουρκικός τύπος καθημερινά δημοσίευε καταγγελίες κατά της Ελλάδας για παραβιάσεις των υποχρεώσεων που ανέλαβε στη Λωζάνη. Αναφερόταν επίσης σε εκτοπισμό των Μουσουλμάνων κατά μήκος του Έβρου με την οικοδόμηση νέων χωριών για τους πρόσφυγες» (Διβάνη, ό.π., σ.179).

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Οι ΗΠΑ αποστέλλουν 950 τεθωρακισμένα οχήματα στην Αλβανία.

Οι ΗΠΑ αποστέλλουν εσπευσμένα 70 θωρακισμένα οχήματα στην Αλβανία (πρώτη  αποστολή) ενώ τους επόμενους  μήνες θα αποσταλούν άλλα 180 τα οποία  θα ανέλθουν συνολικά σε  950, εξοπλίζοντας τον αλβανικό στρατό για χερσαίες επιχειρήσεις . Πρόκειται για μια σαφή και κατηγορηματική κίνηση της Ουάσιγκτον στα τεκταινόμενα στο Κοσσυφοπέδιο και την ένταση  που έχει αναπτυχθεί τις τελευταίες ημέρες.

Ηπειρώτες Ευεργέτες της Τουρκοκρατίας και Ελληνοκρατίας

Το Ισλαμικό Κράτος στρατολογεί «φουρνιές» Αλβανών από Σκόπια και Κοσσυφοπέδιο