Τετάρτη, 30 Απριλίου 2014

Από την ιστορία της Ηπείρου (β μέρος): O θρησκευτικός βίος – Εξισλαμισμός

Από του Σουλτάν Μουράτ, μετά την ήττα του Σκεντέρμπεη, στο βαθύ σκοτάδι, που έφερε η εισβολή των Τούρκων στην Ήπειρο, αρχίζουν οι εξισλαμισμοί των χριστιανών. Η ανάμνηση του Δεσποτάτου και των Κομνηνών όλο κι έσβυνε στου χρόνου το πέρασμα. Πρώτοι έδωσαν το παράδειγμα οι μεγάλοι κτηματίαι, οι αρχηγοί πατριών για να διατηρήσουν τα φέουδά τους. Εμιμήθησαν αυτούς και οι φτωχοί κολλήγοι κάτω από τον ψυχολογικό καταναγκασμό.
Όμως οι νεοφώτιστοι, αγράμματοι και αμαθείς, δεν εγνώριζαν τίποτε από το Κοράνιο κι εξακολουθούσαν να προσκυνούν τον Άγιο Γεώργιο και τον Άγιο Νικόλαο. Διατηρούσαν τα χριστιανικά τους ονόματα , γιόρταζαν τακτικά τις ημέρες του εορτολογίου, πού τις γνώριζαν απ' έξω και φορούσαν μετάλλια με σταυρό. Αν ο μουλάς ( ιερολογιώτατος) αγνοεί την ευχή για τη θεραπεία του παιδιού του, φέρνει αυτό στον παπά της γειτονιάς του και αυτός τη διαβάζει ελληνικά. Δεν ξέυρει το σεριάτι ( ιερό νόμο) και το βρίσκει πολύ φυσικό ν' ακολουθήσει την παράδοση των πατέρων του.
Πολλές φορές στον εξισλαμισμό συντελούν και επίσκοποι, που με αψυχολόγητα τακρίρια αφόριζαν κατοίκους φτωχών περιοχών, διότι δεν εκρατούσαν όλες τις επιβεβλημένες νηστείες, όπως στην περιοχή του Κουρβελεσίου, όπου τα μοναδικά προϊόντα ήταν λίγο κριθάρι, γάλα τυρί, κορόμηλα και λεφτόκαρα.
Κοντά στους αφορισμούς και η πίεση για την είσπραξη των εκκλησιαστικών δικαιωμάτων και των επαρχιακών εισοδημάτων, όπως ήταν τα κύρια και τυχερά τα συνήθη και νενομισμένα δηλ. βοήθεια, φιλότιμα, κανονικά, εμβατοίκια, τα των γάμων και πανηγύρεων, η τοπική ζητεία, παρρησία, προθέσεις, σαρανταλείτουργα και ψυχομερίδια, έσπρωχνε στον εξισλαμισμό και τους υπολοίπους. ' Ό, τι επί χρόνια φιλότιμοι Επίσκοποι έκαναν για να διατηρήσουν στην πίστη του Γένους τους πιστούς, μπορούσε να καταστρέψει μέσα σε λίγο διάστημα ένας ανάξιος διάδοχός τους.
Αλλά σ' αυτήν τη χώρα που κατέχει τα παράλια του Αδριατικού και κρατεί τα κλειδιά της πόρτας του διασταυρώνονται κι άλλα ξίφη. Δεν είναι μόνο η πάλη ανάμεσα στο χριστιανισμό και το Ισλάμ. Μαύρες κουκούλες Φραγκισκανών μοναχών από τον 14ον αιώνα εφωδισμένων με φιρμάνια του Μωάμεθ του Β' ξεκινώντας από τη Βοσνία διατρέχουν την Αλβανία και την Ήπειρο απ' άκρου εις άκρον με ευχολόγια και παράδες.
Από τον 17ον αιώνα επωφελούνται των νικών του πρίγκιπος Ευγενίου και γίνονται όργανα της Αυστριακής πολιτικής.
Σαν να μη έφθαναν αυτοί, από του 1840 εμφανίζονται και Ισουΐται με εντολές από τη Ρώμη. Τα νήματα πού ξεκινούν από τη Βιέννη και τη Ρώμη τυλίγουν σ' ένα αδιαπέραστο πλέγμα όλη τη χώρα. Έτσι οι Μιρδίται της Βορείου Αλβανίας έγιναν καθολικοί επί Πάπα Ινοκεντίου του Δ' , αλλά διατηρώντας τύπους της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας μετελάμβαναν των Αχράντων Μυστηρίων.
Η διαρροή προς τον Ισλαμισμό εξακολουθούσε ομαδικά πότε με τη βία του κατακτητού και πότε εθελουσία μέχρι το 1860. Εκατοντάδες κάτοικοι της Αρπίτσας του Μαργαριτίου της Τσαμουργιάς ωνομάζονταν μέχρι προ ολίγων χρόνων Πασχαλινοί και Μπαϊραμίτες διότι εξισλαμίσθησαν το Πάσχα και το Μπαϊράμι. Όλοι οι Τούρκοι της Αρβανιτιάς και της Ηπείρου είναι Χριστιανοί γυρισμένοι, ρωμηογυρίσματα.
Ο κατακτής είχε ανάγκη από ένα υπόστρωμα δικού του πληθυσμού και στην αρχή ευνόησε ποικιλοτρόπως τον εκμουσουλμανισμό.
Και όταν το κακό παραγινόταν και ολιγόστευαν οι ραγιάδες ( ποιος θα δούλευε;) τότε η Κεντρική Οθωμανική Διοίκηση, συνήθως διά των βερατίων των Επισκόπων, προσπαθούσε ν' αναχαιτίσει την πλημυρίδα.

Ιστορικά. Εις βεράτι του Μητροπολίτου Λαρίσσης Λεοντίου εκδοθέν το 1604 :
« Κανείς ραγιάς ποτέ ακουσίως να μη βιάζεται παρ' ουδενός να εξομόση» (Περιοδ. Προμηθεύς τεύχος 4 (1892) σελ. 311 κι εξ ).
Εις τον γνωστόν Ορισμόν του Σινάν Πασιά, έγγραφον παραχωρήσεων του Μουράτ του Β' προς τους Ιωαννίτας το 1430 αναφέρεται:
« Ο μητροπολίτης να έχη την κρίσιν την Ρωμαϊκήν και όλα τα εκκλησιαστικά δικαιώματα .... και οι εκκλησίαις σας να σημαίνουν καθώς έχουν συνήθειαν ( Βλ. Κ. Αμάντου: Οι χριστιανοί και ο Ορισμός του Σινάν Πασιά, Ηπειρ. Χρονικά τεύχ. Γ' 1930).
Ότι όμως ήταν πολιτική της κεντρικής Οθωμανικής Διοικήσεως, αλλ' αντέβαινε στα σχέδια των τοπικών οργάνων στις απομεμακρυσμένες επαρχίες της αυτοκρατορίας, των σπαχήδων και των ζαΐμιδων ( τιμαριούχων) δεν έμπαινε σε εφαρμογή, ύστερα μάλιστα από μικρές εξεγέρσεις των ραγιάδων ή και σοβαρώτερα κινήματα, όπως του Διονυσίου του Τρίκκης, του επιλεγομένου Σκυλοσόφου.
Έτσι έχουμε βιαίους εξισλαμισμούς από το 1612. Τότε εσταμάτησαν οι κωδωνοκρουσίες και αφηρέθησαν και τα προνόμια ( σιουρούτια). ( Βλ. Περιγραφή πόλεως Ιωαννίνων σελ. 45 Ηπειρ. Μελετήματα Ι. Λαμπρίδη).
Τα φρικτά μικτά συνοικέσια επεδείνωναν το κακό.( Βλ. Αθηναγόρα Νέος Κουβαράς Ηπ. , Χρον.τεύχος Α – Β 1929, σελ. 25 Χριστιανές πού συζούσαν με Οθωμανούς).
Ο Σπ. Αραβαντινός γράφει ότι « ο χείμαρρος του εξισλαμισμού ηπείλει να κατακλύση ολόκληρον την Ήπειρον» ( Βλ. Σπ. Αραβαντινού. Ιστορία Αλή Πασιά Τεπελενλή – Αθήναι 1895 εν σελ. 29-30 .
« Το δυστύχημα, γράφει ο Φαν. Μιχαλόπουλος , είναι πως οι περισσότεροι εξισλαμισμοί ήσαν με τη θέληση των κατοίκων. Βαριεστημένοι οι ραγιάδες από την καταθλιπτική φορολογία, από την εγκατάλειψη και ακηδία του ανωτέρου κλήρου... αλλαξοπιστούσαν, ελπίζοντας την καλυτέρευση της τύχης των. ( Βλ. Φ. Μιχαλοπούλου – Κοσμάς ο Αιτωλός (1774-1779) Ν. Κράτος τεύχος 9 σελ. 611).
« Κατά το 1739 οι χριστιανοί της Χαονίας και Θεσπρωτίας ήρξαντο ελαττούσθαι επαισθητώς ένεκεν της κατά καιρόν τουρκεύσεως γιγνομένης προς αποφυγήν των αδιαλείπτων κακουχιών, ας οι Οθωμανοί ενεποίουν εις τους Χριστιανούς. Πολλά λοιπόν τότε χωρία ηναγκάσθησαν να εναγκαλισθούν τον Ισλαμισμόν. Και της Επαρχίας Δελβίνου και Παραμυθίας και των Φιλιατών και της Αυλώνος και των Ακροκεραυνίων. Εις τα μεν των ως είρηται χωρίων ο Χριστιανισμός εις το παντελώς απεσβέσθη». ( Βλέπε χρονογραφ. της Ηπείρου Παν. Αραβαντινού, τόμ. Α' σελ. 245).
« Οι δυστυχείς Χριστιανοί ένεκα των ποικίλων καταπιέσεων και της παχυλής αμαθείας εις ήν δετέλουν, ήρχισαν να κλονίζωνται εν τη πίστει και ν' ασπάζωνται την πλείονα επίγεια αγαθά και απολαύσεις υποσχόμενην αυτοίς θρησκείαν». ( Ηπειρ. Ημερ. 1914 σελ. 218).
« Εις τες Δουκάτες του τμήματος Αυλώνος Επαρχίας Βελεγράδων εκ 300 Χριστιανικών οικογενειών άπασαι ησπάσθησαν τον Ισλαμισμό εκτός 25-30 απόρων οικογενειών. Γάμοι μεταξύ Οθωμανών και Χριστιανών ήσαν συνηθέστατοι. Εκ δύο αδελφών ο μεν οπαδός του Μωάμεθ, ο έτερος του Χριστού. Ο πατήρ Οθωμανός, η μήτηρ Χριστιανή και τ' ανάπαλιν. ( Βλ. Έκθεσιν Δ. Μαλιάδη. Επετηρίς Ηπειρωτ. Φιλεκπαιδ. Συλλόγου Κων/πόλεως 1873 σελ. 70).
«Εις τα 34 χωρία της άνω και κάτω Σπαθίας οι νέοι μετήλλασσον εκ φόβου τα ονόματα εγγραφόμενοι εις τους στρατολογικούς καταλόγους και τους απογραφικούς μετά την έκδοσιν του Τανζιματίου. ( Βλέπε ανωτέρω σελ. 70-71).
Αντίδρασιν κατά του κύματος αυτού έχομε φωτεινούς ιερωμένους, που ορθώνουν το ανάστημά τους. Πρώτος στους πρώτους ο πάτερ Κοσμάς ο Αιτωλός, με το ιερό κήρυγμα από το ένα μέρος και με τα συστατικά γράμματα προς τους προεστούς και δημογέροντες, προτρεπτικά για την ίδρυσι σχολείων, που σώζονται ακόμα και που μπορούν να θεωρηθούν σαν διατάγματα ιδρύσεως.
Μα και του Δριϊνουπόλεως Σοφιανού το παράδειγμα, που εγκατέλειψε τον επισκοπικό θρόνο και εγκαταστάθηκε στον Άγιο Αθανάσιο της Πολιτσάνης δεν είναι το μικρότερο.
Έχοντας ορμητήριον τούτον περιήλθε τα χωριά της Ζαγοριάς και ανεχαίτισε τον χείμαρρο του εξισλαμισμού. Πολλά χωριά είχαν εξωμότες. Τους συγκέντρωσε όλους στο Μαλέσοβο.
Στο χωριό Χάλιο του Δελβίνου, στο εικονοστάσι της οικογενείας Ιωάννου Παπά σωζόταν μέχρι το 1936 ιδιόγραφη επιστολή του Πάτερ Κοσμά. Αντίγραφο της επιστολής αυτής είχε κάνει προ ετών ο Ευάγγελος Ζάρος , Μπουλιαρατινός δάσκαλος. Αντίγραφον από το αντίγραφο του Ζάρου είχε κάνει ο επίσης δάσκαλος Γ. Κ. Καλυβόπουλος.
Του Πάτερ Κοσμά , που στέκει πλάι-πλάι ισάξια με τους τρεις ιεράρχες ο αναγώστης θα ιδή παρακάτω επιστολή:
« Ευγενέστατοι αγαπητοί μου αδελφοί , οι κατοικούντες την χώραν Χάλιου, σας ασπάζομαι και παρακαλώ τον Άγιον Θεόν διά την ψυχικήν και σωματικήν σας υγείαν. Εγώ, αδελφοί μου, ως δούλος ανάξιος Χριστού του Θεού ημών περιερχόμενος και διδάσκων το κατά δύναμιν τους χριστιανούς με άδειαν των κατά τόπον Αρχιερέων, ήλθα και εδώ εις την χώραν σας και βλέποντας ότι δεν έχετε σχολείον να διαβάζουν τα παιδιά σας χωρίς πληρωμήν, επαρακίνησα τους Χριστιανούς και έδωσαν τα κατά δύναμιν και προαίρεσιν διά το σχολείον σας , πρέπει δε και η ευγένειά σας , πάντες να βοηθάτε πάντοτε το σχολείον σας εξ ιδίων πόνων ή κοινώς από την χώραν ή και από βακούφια διά να λάβετε και παρά Θεού τον μισθόν σας και τιμήν παρά ανθρώπων. Είμαι και εγώ χρεώστης και παρακαλώ τον Κύριον τον ευλογούντα τα πάντα να ευλογήση και την χώραν σας και το σχολείον και τα παιδιά σας και να σας αξιώση να ζήσετε και εδώ καλά και θεάρεστα και να σας βάλη και εις τον παράδεισον να χαίρεσθε και να ευφραίνεσθε, να δοξάζετε την Αγία Τριάδα. Αμήν.
Έλαβα δε και επίτροπον , με την γνώμην πάντων, τον κύρ Ρίζον του Δήμου και επιστάτας και βοηθούς αυτού όλην την χώραν, μάλιστα δε τον κύρ Κυριάζον του Ζήση και τον κύρ Ιωάννην του Γκίκα και τον κύρ Ιωάννην του Ζώτου και τον κύρ Κυριάζον του Δημητρίου και τον κύρ Κώστα του Σπύρου και τον κύρ Πάντον του Δήμου να κυβερνήσουν το σχολείον καθώς ο Κύριος τους φωτίσει.
Ταύτα και υγιαίνετε εν Κυρίω
(1779) ΑΨΟΘ Ιούλιος
Κοσμάς Ιερομόναχος και ευχέτης σας
Αν όμως μεγάλο τμήμα του πληθυσμού κάτω από τις ιδιόμορφες συνθήκες έχασε την πίστην των προγόνων του, όμως οι εκδηλώσεις του , αποτέλεσμα παραδόσεων αιώνων, δεν έπαψαν να δείχνουν και να σελαγίζουν αυτό το παρελθόν προ της μεταστροφής. Ιδιαιτέρως αυτό συνέβαινε με τους Λιάμπιδες. Οι Λιάμπιδες ήταν καλοί, μα τους χαλούσαν οι Καστρινοί αγάδες, που τους είχαν όργανά τους.
Δανείζομαι από τον Αραβαντινό ( Ιστορία Αλή Πασιά του Τεπελενλή) δύο μπουγιουρντιά του σπουδαιοτέρου από τους Λιάμπιδες, του αρχηγού τους, του περιφήμου Πασιά των Ιωαννίνων.

Ετοίμασε η Ιωάννα Λουμπόνια, (Ιστορικός) με πληροφορείες από το βιβλιο ΗΠΕΙΡΟΣ (Λαογραφικά- Ηθογραφικά – Εθνογραφικά) του Αλεξ. Χ Μαμμόπουλου, Αθήνα 1961, Τομος Α, σελ 5-8


Απο την ιστορία της Ηπείρου: Μεσελέδες (Α' Μέρος)

Μεσελέδες


Α' Τι είναι οι μεσελέδες ;

Σπειριά σιτάρι, σπειριά νταρί, σπειριά αραποσίτι! Γεννήματα του νου και της καρδιάς , παιδιά της μνήμης. Έρχονται από το βάθος των αιώνων και κυλούν από τα γεροντικά χείλη προτού τα σφραγίσει του θανάτου το βαμπάκι και τα σκεπάσει του τάφου το χώμα. Φτεροκοπούν από τα χείλη στ' αυτιά και χάνονται στου χρόνου το αχνό σβύσιμο.
Μεσελέδες, μουαμπέτι ελαφρό, αφήγηση χωρίς αξιώσεις, που απλώνεται παντού, στο χώρο και στο χρόνο, σε πρόσωπα και σε πράγματα.
Στοματικές παραδόσεις, που μέσα σ' αυτές σπιθίζει το πνέυμα. Συχνά συμπληρώματα της ιστορίας.

Β' Πού και πώς λέγονται ;

Στις μακρές χειμωνιάτικες ώρες, που ξεφυλλίζουν οι χωρικοί το καλαμπόκι, μεσελέδες λένε. Χειμώνα στην παραστιά, που ξεφλουδίζουν το ρεβίθι, μεσελέδες λένε. Στης εκκλησίας το χαγιάτι, ύστερα από την απόλυση της λειτουργίας, όταν το παγούρι του ρακιού φέρνει γύρω από στόμα σε στόμα στους λαμπροφορεμένους χωριανούς κι ενώ μασουλάνε τα κόλλυβα του μνημοσύνου, πάλι μεσελέδες λένε. Στο μύλο, που περιμένουν ν' αλέσουν τα γεννήματα, στο μεσοχώρι το γλυκό ανοιξιάτικο βραδυνό τριγύρω- γύρω καθισμένοι στα πεζούλια οι γερόντοι, στου νεκρού το ξενύχτισμα, στα πογκανίκια και στα επιστρόφια του γάμου οι συμπεθέροι, μεσελέδες λένε. Λένε μεσελέδες κάθε πού θ' αδειάσουν από της δουλειάς τον πικρό μόχθο.

Γ' Πού αναφέρονται;

Θέματα των μεσελέδων είναι πρόσωπα και πράγματα, η θρησκεία, η παιδεία, το εμπόριο, οι πόλεμοι, το έθνος, η δουλεία και η απελευθέρωση, τα ήθη και τα έθιμα κι οι δοξασίες του λαού.
Ο μεσελές, ο λόγος ο φιλοσοφημένος, το μολόγημα είναι πουλί πετούμενο
που δεν γνωρίζει σύνορα, που δεν έχει ανάγκη από διαβατήριο για να διαβεί από τόπο σε τόπο κι από στόμα σε στόμα.
« Κίνησε ο Ρόβας κίνησε, μεσ' στη Βλαχιά να πάη»
Σπίθα από τ' ασημένια πέταλα τ' αλόγου κι ο μεσελές παρακολουθεί τον ταξιδιώτη και γυρίζει και γυρίζει στου χρόνου το διάβα.

Δ' Πώς μαζευτήκαν ; Λίγα λόγια επιμνημόσυνα. Ένα μπουκέτο λουλούδια γι' αυτούς που ζούνε.

Κατά την ωραία συνήθεια του τόπου μας έμαθα να τιμώ τους γερόντους καινα τους φιλώ το χέρι. Σκεφτόμουν πάντα πως αυτοί, παρά την αγραμματωσύνη, που έιχαν μερικοί, ήταν σοφώτεροι από μένα. Αν έιχαν διπλάσια χρόνια από μένα, ήταν δυο φορές ανώτεροί μου, αν έιχαν τριπλάσια, τρεις φορές ανώτεροί μου.
Έτσι κέρδιζα την αγάπη τους, έτσι κέρδιζα την εμπιστοσύνη τους.
Κατά το στάδιο της συλλογής των μεσελέδων ποτέ μου δεν προσπάθησα να διορθώσω κανέναν. Πάντοτε επεδοκίμαζα με επιφωνήματα θαυμασμού κάθετι που λέγαν. Έγραφα και ζητούσα διασαφήσεις. Ποτέ δεν είπα σε κανέναν, ότι τούτο δεν χρειάζεται ή εκείνο είναι ανούσιο. Με υπομονή κατέγραφα και τις παραμικρότερες ανοησίες ή και γεροντικές κομπορρημοσύνες για να μη τους αποθαρρύνω. Όταν σταματούσαν, τους υπέβαλα ερωτήσεις και η γεροντική τους μηχανή άρχιζε και δούλευε.
Ποτέ δεν πήγα προγραμματισμένος με το μολύβι στο χέρι. Η ανάκριση είναι πάντοτε ενοχλητική. Η εργασιά άρχιζε πάντα σαν φυσιολογική συνέπεια της συζητήσεως.
- Α! Να γράψουμε κι αυτό γιατί είναι ωραίο! Να σώσουμε και εκείνο γιατί είναι σπουδαίο!
Πολλοί δίναν την ελπίδα πως θα ήταν μαντέμια γι' αυτή τη δουλειά. Μάταιος κόπος. Παράδειγμα: Ένας παπάς ανώνυμος εβδομήντα ετών, τελειόφοιτος σχολαρχείου. Μόλις άρχιζε η συζήτηση διαπιστώνονταν πως ήταν ξερός, σαν την συκιά την κατάξερη, που δεν κάνει ούτε σύκα , ούτε φύλλα!
Άλλοι πάλι ξέρουν πολλά κι έχουν και αρχειακές πηγές στα χέρια τους. Μα να φανούν γενναίοδωροι ποτέ δεν το σκέφθηκαν. Γι' αυτούς ταιριάζει η παροιμία της λυσσιασμένης σκύλλας, που φέρνοντας γύρω σ' ένα σωρό κριθάρι, ούτε αυτή τρώγει, γιατί δεν είναι η τροφή της, μα ούτε το άλογο αφήνει να φάει, παρά το γαυγίζει με επιμονή και το διώχνει.
Πολλές φορές στάθηκα τυχερός. Της τύχης αυτής γεννήματα είναι οι μεσελέδες. Κερήθρες με κερί και μέλι χρυσαφί της φτωχής μας ιστορίας βοηθήματα και της λαογραφίας.

Ετοίμασε η Ιωάννα Λουμπόνια, (Ιστορικός) με πληροφορείες από το βιβλιο ΗΠΕΙΡΟΣ (Λαογραφικά- Ηθογραφικά – Εθνογραφικά) του Αλεξ. Χ Μαμμόπουλου, Αθήνα 1961, Τομος Α, σελ 1-3.


Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

Ποιοι θέλουν το Βορειοηπειρωτικό Ελληνισμό χωρίς μνήμη και ιστορία; Η μία όψη ενός παλιού νομίσματος

Ποιοι θέλουν το Βορειοηπειρωτικό Ελληνισμό χωρίς μνήμη και ιστορία; Η μία όψη ενός παλιού νομίσματος


Του Λεωνίδα Παππά, 8/4/2014
Ευχαριστούμε τον Λεωνίδα και συμφωνούμε πλήρως με όσα γράφει!

Ο τρόπος που το Αλβανικό κράτος αντιμετώπιζε την ελληνική μειονότητα δεν ήταν ποτέ ίδιος. Αν κάποιος θέλει να δει μονόπλευρα  την ιστορία των τελευταίων 100 χρόνων του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού, θα δει ότι «το αλβανικό κράτος σκότωσε, φυλάκισε και δίωξε με κάθε τρόπο, αυτούς που αγωνίστηκαν για τα δίκαια του ελληνισμού. 
Υπάρχει όμως και η αλβανική πλευρά που λέει ότι «Η ελληνική μειονότητα χαίρει όλα τα δικαιώματα στην Αλβανία,  ζει σε ίδιες και σε καλύτερες συνθήκες από τους αλβανούς, από την κοινότητα αυτή έχει αναλογικά περισσότερη εκπροσώπηση στην  κεντρική εξουσία με βουλευτές, υπουργούς κλπ».
Κάποιος θα έλεγε πως είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Στην πραγματικότητα όμως δεν έχουμε να κάνουμε με δύο όψεις αλλά με μία. Είναι η όψη ενός νομίσματος και μάλιστα παλιού. Το αλβανικό κράτος από τη δημιουργία του, δεν δίστασε ποτέ να εντάξει στην εξουσία τους έλληνες, όχι βέβαια από σεβασμό προς την ελληνική μειονότητα αλλά για δύο άλλους λόγους: Πρώτον για την έξωθεν καλή μαρτυρία ότι δηλαδή σέβεται τα δικαιώματα των ελλήνων και δεύτερον για να εκμεταλλευτεί τις ικανότητες του εφόσον βέβαια θα συμφωνούσε να υπηρετεί ένα κράτος που ήταν και ανθελληνικό.  
Από το 1913 μέχρι σήμερα άλλαξαν πολλά καθεστώτα και ακόμα περισσότερες πρακτικές που το αλβανικό κράτος αντιμετωπίζει τους έλληνες. Αυτό που δεν άλλαξε και δεν σταμάτησε ποτέ, είναι ο στόχος της συρρίκνωσης του Ελληνισμού.  Συρρίκνωση Γεωγραφική, περιορίζοντας την ΕΕΜ στα 99 χωριά του Βούρκου, των Ριζών, της Δρόπολης και του Πωγωνίου. Συρρίκνωση Δημογραφική, προσπαθώντας πάντα να μειώνει τον αριθμό των Ελλήνων. Συρρίκνωση Ιστορική, βαπτίζοντας όλα τα μνημεία εντός του χώρου της Βορείου Ηπείρου σε αλβανικά και σβήνοντας ή αλλοιώνοντας την ιστορία.  Συρρίκνωσηπολιτισμική, αποκόπτοντας τους δεσμούς με το υπόλοιπο τμήμα της Ηπείρου και την Ελλάδα γενικότερα.
Σήμερα;
Η σύγχρονη πρακτική, δεν είναι νέα αλλά κληρονομιά του κομουνιστικού καθεστώτος (εξού και το παλιό νόμισμα).  Για το 45χρονο καθεστώς, το πλαίσιο του «σωστού» έλληνα (αυτούς που αναγνώριζε ως τέτοιους και όχι όσοι αισθάνονταν) έχει ως εξής: Μπορεί να μιλάει και να διδάσκεται τη γλώσσα του αλλά η αναφορά και οι δεσμοί με την παλιά ιστορία και τον υπόλοιπο εθνικό κορμό είναι απαράδεκτη, εξτρεμιστική και δικάσιμη, καλλιεργώντας έτσι τη συνείδηση του «σωστού» μειονοτικού (και όχι του έλληνα) ή όπως μας λένε οι ίδιοι του μινοριτάρι.
Οι πολιτικοί εκπρόσωποι της ΕΕΜ (αλβανικών αλλά μειονοτικών κομμάτων) τιμούν την ιστορία του αλβανικού έθνους  με δηλώσεις και καταθέσεις στεφάνων, τιμούν με ανάλογο τρόπο και τις εθνικές γιορτές της Ελλάδος, δεν τολμούν όμως να τιμήσουν την ιστορία της ιδιαίτερης τους πατρίδας, συνδράμοντας έτσι στον αλβανικό σκοπό που θέλει μία ελληνική μειονότητα χωρίς ιστορία.  Η μόνη ανησυχία που έχουν είναι πως θα κερδίσουν την εύνοια του αλβανικού πολιτικού συστήματος, ένα σύστημα που θέλει μία μειονότητα χωρίς ιστορία και ένα βορειοηπειρώτη με μινοριτάρικη συνείδηση. Η φυλάκιση και δίκη των πέντε ηγετών της Ομόνοιας, ήταν κορυφαίο γεγονός στην σύγχρονη ιστορία του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού. Και ενώ το θέμα αυτό δεν πήρε μόνο πανελλήνια και παναλβανική αλλά παγκόσμια διάσταση, κάποιοι «δικοί» μας φροντίζουν να το αποσοβήσουν! Οι αποφυλακισθέντες της Ομόνοιας, όχι μόνο δεν υποδέχτηκαν ως ήρωες αλλά υπήρχαν φωνές ακόμα και στο  Γ.Σ. που τους έβλεπαν ως ανθρώπους του κοινού ποινικού κώδικα και τους ζητούσαν να απομακρυνθούν από την Ομόνοια για να διευκολυνθεί το «έργο» τους!!! Ευτυχώς τότε δεν επικράτησε αυτή η άποψη αλλά η συνέχεια τους ποια ήταν;  Αυτό, δεν μαρτυρά μόνο την έλλειψη εθνικών ελατηρίων αλλά και πολιτικών. Πως μπορεί κάποιος να παράγει πολική χωρίς αναφορές, σύμβολα και πρότυπα;! Αυτοί που δεν τα έχουν τα δημιουργούν ενώ για κάποιο λόγο κάποιοι «δικοί» μας προσπαθούν να τα κρύψουν! 
Στην 50χρονη κομουνιστική δικτατορία υπήρχαν άνθρωποι που απαρνήθηκαν καταγωγή, συγγενείς, ακόμα και γονείς για να κερδίσουν την εύνοια του κόμματος. 23 χρόνια μετά, η «νέα τάξη πραγμάτων» δεν απαιτεί από εμάς πόλεμο τάξεων αλλά την άρνηση της ιστορίας μας για να είμαστε «μετριοπαθείς» και όχι «εξτρεμιστές».  
Η Εξέγερση του Λυκουρσίου, ο Αυτονομιακός Αγώνας του 1914,  το Σχολικό Κίνημα του 1934-35, αλλά και σπουδαίες προσωπικότητες του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού όπως οι Ζαπαίοι, ο Λίτσας, ο Θ. Λώλης, Ο Σαχίνης, ο Σπυρομήλιος, η Οικογένεια Λαμποβιτιάδη κ.α. περιμένουν στο χρονοντούλαπο κάποιους να τους αντικρίσει. Όχι γιατί το έχουν ανάγκη οι ίδιοι αλλά γιατί το έχουμε ανάγκη εμείς και η κοινωνία μας.