Σελίδες

Γιατί ενανθρώπησε ο Υιός και όχι ο Πατήρ ή το Πνεύμα - Pse u trupëzua Biri dhe jo Ati ose Shpirti i Shenjtë.

Γιατί ενανθρώπησε ο Υιός και όχι ο Πατήρ ή το Πνεύμα

Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός

Ο Πατήρ δεν μεταπίπτει στον Υιό, παραμένει πάντα Πατήρ- ο Υιός δεν μεταπίπτει στον Πατέρα, παραμένει πάντα Υιός· το Πνεύμα δεν μεταπίπτει στον Πατέρα ή τον Υιό, παραμένει πάντα Πνεύμα άγιο. Η ιδιότητα καθενός προσώπου της Αγίας Τριάδας είναι σταθερή και αμετάβλητη. Πώς, άλλωστε, θα παρέμενε ιδιότητα αν ε­ναλλασσόταν συνεχώς περνώντας κάθε φορά σε άλλο πρόσωπο; Γι’ αυτό ο Υιός του Θεού είναι που γίνεται Υιός του ανθρώπου, για να παραμείνει ακριβώς η ιδιότητα αμετακίνητη. Γιατί, όντας Υιός του Θεού, όταν έγινε Υιός του ανθρώπου παίρνοντας σάρκα ανθρώπινη απ’ την αγία Παρθένο, δεν αλλοτριώθηκε από την υιική του ιδιότητα.
Ο Υιός του Θεού ενανθρώπησε για να χαρίσει ξανά στον άνθρωπο εκείνο για το οποίο δημιουργώντας τον, τον προόρισε. Τον δημιούργησε σύμφωνα με τη δική του εικόνα, διανοητή και ελεύθερο, προορισμένο να του μοιάζει, δηλαδή να είναι, όπως κι ο δημιουργός του, τέ­λεια ενάρετος, πράγμα κατορθωτό για την ανθρώπινη φύση. Γιατί οι αρετές, δηλαδή η νηφαλιότητα, η ηρεμία, η ακεραιότητα, η αγαθοσύνη, η σοφία, η δικαιοσύνη, η ανεξικακία είναι, πρωταρχικά, γνωρίσματα της θείας φύ­σης. Ο Θεός, λοιπόν, δημιούργησε τον άνθρωπο σε πλήρη κοινωνία μαζί του (τον δημιούργησε για να μείνει άφθαρτος, τον ανέβασε στην αθανασία με το να τον κρα­τά κοντά του). Εμείς, όμως, αυτά τα γνωρίσματα της θείας φύσης τα αλλοιώσαμε και τα μπερδέψαμε με την παράβαση της εντολής, και περάσαμε στην παράταξη της κακίας με αποτέλεσμα να χάσουμε την κοινωνία με το Θεό. Τίς γαρ μετουσία φωτί προς σκότος; Και όταν πια στερηθήκαμε τη ζωή, πέσαμε στη φθορά του θανά­του.
Επειδή, τώρα, ο Θεός μάς πρόσφερε το ύψιστο και δεν το διαφυλάξαμε, χρειάστηκε να κατέβει αυτός ότι χείριστο, δηλαδή στη δική μας ξεπεσμένη φύση, ώστε να μας ξαναδώσει, προσφέροντας και ενεργώντας ο ίδιος, την εξομονωμένη μ’ αυτόν εικόνα και τον αρχαίο προο­ρισμό. Κι ακόμα να μας διδάξει το ενάρετο ήθος της βιωτής, αυτό το ήθος που ο ίδιος με την επίγεια ζωή του κατέστησε συγκεκριμένο και ευκολοκατόρθωτο. Κι ακό­μα να μας ελευθερώσει από τη φθορά, γέρνοντάς μας πάλι σε κοινωνία με τη ζωή, με το να ανοίξει ο ίδιος το δρόμο της δικής μας ανάστασης. Και ακόμα να ξανακάνει και­νούργιο το θρυμματισμένο κι αγνώριστο κανάτι της ύ­παρξής μας, να λύσει τα δεσμά της κυριαρχίας του δια­βόλου επάνω μας προσκαλώντας μας να αναγνωρίσουμε την κυριαρχία του Θεού. Και ακόμα να μας γεμίσει κου­ράγιο και να μας εκπαιδεύσει να πολεμούμε τον τύραννο με την υπομονή και την ταπείνωση.
Με την ενανθρώπηση, λοιπόν, του Υιού του Θεού καταργήθηκε η λατρεία των δαιμόνων, όλη η κτίση αγιά­στηκε με το θείο του αίμα, οι βωμοί και οι ναοί των ει­δώλων κατεδαφίστηκαν, ρίζωσε η γνώση του Θεού, λα­τρεύεται πια η ομοούσια Τριάδα, η άκτιστη θεότητα, ο ένας αληθινός Θεός ο δημιουργός και κυβερνήτης του σύμπαντος. Τώρα πια, πάλι, οι αρετές είναι κατορθωτός τρόπος ζωής, προσφέρθηκε η ελπίδα με την ανάσταση του Χριστού· τώρα πια οι δαίμονες τρέμουν τους ανθρώ­πους που προηγουμένως ήταν του χεριού τους.
Και το πράγματι αξιοθαύμαστο, είναι πως όλα αυτά κατορθώθη­καν με το σταυρό και τα πάθη και το θάνατο. Κηρύχθηκε σ’ όλη τη γη το Ευαγγέλιο της υποταγής στο Θεό, όχι με πολέμους και όπλα και στρατούς που σύντριβαν εχθρούς. Κηρύχθηκε από λίγους γυμνούς, φτωχούς κι αγράμμα­τους, που διώχνονταν από παντού, που δέχονταν κτυπήματα, που θανατώνονταν, που κήρυτταν ένα σταυρωμένο και νεκρό, που όμως επικράτησαν απέναντι στους σο­φούς και τους ισχυρούς γιατί ακριβώς τους ακολουθούσε η ακαταμάχητη δύναμη του σταυρωμένου. Ο θάνατος, ο πριν τρομακτικός, νικιέται, και καταδικάζεται τώρα ο α­πόβλητος και μισητός της ζωής.
Αυτά είναι τα αποτελέσματα της παρουσίας του Χρι­στού· αυτές είναι οι συνέπειες της επιβολής της δύναμής του. Δεν έσωσε ένα λαό, όπως ο Μωυσής που φυγάδευσε από την Αίγυπτο τους Εβραίους περνώντας τους μέσα από τη θάλασσα για ν’ απαλλαγούν από τη δουλεία του Φαραώ. Έσωσε ολόκληρη την ανθρωπότητα από τη φθο­ρά του θανάτου και το γεμάτο κακία τύραννο, την αμαρτία. Και έσωσε τους ανθρώπους όλους, όχι πειθαναγκάζοντάς τους να ασκήσουν την αρετή, όχι παραχώνοντάς τους στο χώμα, όχι καίοντάς τους και διατάσσοντας να λιθοβολούνται οι αμαρτωλοί, αλλά πείθοντάς τους με πραότητα, υπομονή και συγχωρετικότητα να διαλέξουν την αρετή και να συναγωνίζονται στους κόπους γι’ αυτήν και έτσι να ικανοποιούνται. Προηγουμένως όταν αμάρταναν ετιμωρούντο με κτυπήματα κι όμως επέμεναν στην αμαρτία και την είχαν θεοποιήσει· τώρα δέχονται να υφίστανται κτυπήματα για χάρη της υπακοής στο Θεό και για χάρη της αρετής, δέχονται να κακοπάθουν και να θα­νατώνονται.
Δόξα σε σένα Χριστέ, Λόγε του Θεού και Σοφία και Δύναμη και Θεέ Παντοκράτορα. Τί να σου αντιδωρίσουμε εμείς οι άπραγοι για όλα όσα μας χάρισες; Όλα μας τα έχεις δοσμένα εσύ και τίποτ’ άλλο δε ζήτησες από εμάς παρά ν’ αποδεχτούμε τη σωτηρία που μας πρόσφερες, δίνοντάς μας ακόμα και τη δύναμη για να το κάνουμε. Και την προσπάθεια μας πάλι νιώθεις για χάρη γιατί εί­σαι απερίγραπτα αγαθός. Σ’ ευχαριστούμε, εσένα που μας έδωσες την ύπαρξη, μα και μας χάρισες την αιώνια ζωή· εσένα που  όταν την χάσαμε και την αρνηθήκαμε, μας οδήγησες πίσω σ’ αυτήν με την ενανθρώπησή σου που καμιά γλώσσα δεν τολμά να ερμηνεύσει.
(Πηγή: «Χριστούγεννα», εκδ. Ακρίτας, σ.76-81)

Pse u trupëzua Biri dhe jo Ati ose  Shpirti i Shenjtë.


Shën Joan Damaskinoi

Ati nuk bie (kërcen/zë vendin ) në Bir, mbetet gjithmonë At – Biri nuk bie në At, mbetet gjithmonë Bir, Shpirti i Shenjtë nuk bie në At ose Bir, mbetet gjithmonë Shpirti i Shenjtë. Cilësia e secilit prej personave të Trinisë së Shenjtë është stabël dhe e pandryshueshme. Si do të mbetej ndryshe cilësi, nëse ndryshonte vazhdimisht duke kaluar nga njëri person tek tjetri? Për këtë arsye Biri i Zotit ishte që u bë Biri i njeriut, me qëllim të mbetej pikërisht cilësia e pandryshueshme. Sepse duke qënë Biri i Zotit, kur u bë Biri i njeriut duke marrë trupin njerëzor nga Virgjëresha e shenjtë nuk u ndryshua cilësia e tij e të qënit “Bir”.


Biri i Zotit u trupëzua që t’i falë sërish njeriut atë për të cilën, duke e krijuar, e destinonte. E krijoi sipas shëmbëlltyrës së tij, mendimtar dhe të lirë, të destinuar që ti ngjasë, dmth të jetë, ashtu si dhe krijuesi i tij, përsosmërisht i virtytshëm, gjë e arritshme nga natyra njerëzore. Sepse virtytet dmth qartësia e të menduarit, qetësia, integriteti, mirësia, mençuria, drejtësia, mungesa e ligësisë janë, si fillim, karaktersitka të natyrës hyjnore. Zoti, pra krijoi njeriu në një kungim të plotë me të ( e krijoi që të mbetet i pacënueshëm/i pakorruptueshëm, e ngjiti tek pavdekshmëria duke e mbajtur pranë tij). Por ne, këto karakteristika të natyrës hyjnore i tjetërsuam dhe i ngatërruam me shkeljen e urdhërit dhe kaluam në krahun e së keqes me rezultat të humbasim kungimin tonë me Zotin.  Çfarë lidhje ka drita me errësirën? Dhe kur tashmë kishim humbur jetën, u rrëzuam në degradimin e vdekjes.


Por, mqs, tani Zoti ynë na ofroi më të lartën dhe nuk e ruajtëm, na u desh që zbresë ai tek më e ulta, dmth në natyrën tonë të rrënë, në mënyrë të na jepte sërish, duke ofruar dhe duke vepruar ai vetë, ngjashmërinë e shëmbëlltyrës me të dhe destinacionin e lashtë.

Për më tepër na mësoi moralin e virtytshëm të jetës, atë moral që ai vetë me jetën e tij tokësore e bëri konkret dhe lehtësisht të arritshëm. Po ashtu të na çlirojë nga shpërbërja, duke na kthyer sërish në kungimin me jetën, duke na hapur ai vetë rrugën e ngjalljes së tij.
Për më tepër të ribëjë të re dhe të padallueshme kanatën e coptuar të ekzistencës tonë, të zgjidhë zinxhirët e zotërimit të djallit mbi ne duke na ftuar që të pranojmë pushtetin e Zotit. Gjithashtu të na mbushte me kurajo dhe të na edukojë që të luftojmë tiranin me durimin dhe përulësinë.


Por me trupëzimin, pra të Birit të Perëndisë u shfuqizua adhurimi i demonëve, e gjithë natyra u shenjtërua me gjakun hyjnore, flijtoret dhe tempujt e idhujve u rrëzuan, zuri rrënjë njohuria  e Zotit, adhurohet tashmë Triadha e njëqënëshme, hyjnia e pakrijuar,  i vetmi Zot i vërtetë, krijues i gjithësisë. Tashmë, sërish, virtytet janë formë e arritëshme e të jetuarit, u ofrua shpresa me ngjalljen e Krishtit, tashmë demonët dridhen para njerëzve ndërsa më parë i kishin në dorë ata.



Ajo që me të vërtetë është për të admiruar, është se të gjitha këto u arritën me kryqin dhe pësimet dhe vdekjen. U shpall në të gjithë botën Ungjilli i nënshtrimit tek Zoti, jo me luftra dhe armë dhe me ushtri që dërrmonin armiqtë.
U predikua nga të pakët, lakuriq, të varfër, të pashkolluar, të cilët dëboheshin nga kudo, të cilët pranonin rrahje, që virteshin, që predikonin një të vdekur të kryqëzuar, por që mbizotëruan përballë të urtëve dhe të fortëve sepse pikërisht i ndiqte forca e paluftueshme e të kryqëzuarit. Vdekja, që më parë terrorizonte, u mund dhe u ndëshkua tashmëi dështuari dhe urryesi  i jetës.

Këto pra janë rezultatet e prezencës së Krishtit, këto janë rrjedhimet e zbatimit të fuqisë së tij. Nuk shpëtoi një popull, si Moisiu që shpëtoi nga Egjipti Hebrenjtë duke i kaluar nga deti për ti çliruar nga skllavëria e Faraonit. Shpëtoi të gjithë njerëzimin nga degradimi i vdekjes dhe nga tirani i mbushur me ligësi, që është mëkati. Shpëtoi të gjithë njerëzit, jo duke i bindur me detyrim që të ushtrojnë virtytin, jo duke i dorëzuar ata tek dheu, jo duke i djegur dhe duke urdhëruar që të goditen me gurë mëkatarët, por duke i bindur me qetësi,butësi dhe duke falur që të zgjedhin virtytin dhe të bashkëluftojnë me mundime për atë dhe ashtu të kënaqen.

Më përpara kur mëkatonin ndëshkoheshin me goditje por mgjth atë këmbëngulnin në mëkat dhe e kishin kthyer atë në hyjni, tani pranojnë që të marrin goditje për hir të bindjes tek Zoti dhe për hir të virtytit, pranojnë që të pësojnë të këqija e mundime por dhe të vriten.


Lavdi më ty o Krisht, Fjala e Zotit dhe Urtësia dhe Fuqia dhe Zoti i Gjithëpushtetshëm. Çfarë të të kthejmë ne si dhuratë në vend të dhuratës, ne që nuk bëmë asgjë për të gjitha sa na dhurove? Të gjitha na i ke dhënë ti dhe asgjë tjetër nuk kërkove nga ne përveç se të pranojmë shpëtimin që na dhe, duke na ofruar akoma dhe fuqinë që ta bëjmë.
Akoma dhe përpjekjen tonë e ndjen për nder sepse je në mënyrë të papërshkrueshme i mirë. Të falenderojmë, ty që na dhe ekzistencën tonë, por dhe na fale jetën e përjetëshme, ty që kur të humbëm dhe të mohuam na udhëzove sërish tek ajo me trupëzimin tënd që asnjë gjuhë nuk guxon të interpretojë.

(Burimi “Krishtlindje” botimet Akritas fq 76-81).
Përktheu T.
Nuk lejohet kopjimi apo riprodhimi i përkthimit pa ju rreferuar burimit nga ku u huazua materiali

ΜΕΓΑΛΟ ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΟ ΣΤΗ ΦΛΩΡΙΝΑ 23.8.1986 ΓΙΑ ΤΑ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΒΟΡΕΙΟΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ TOYΣ ΚΑΘΗΚΩΝΤΩΝ

Ἀκοῦτε ἀποσπάσματα
1) Ἀπὸ τὸ μήνυμα τῶν Χριστουγέννων τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου, τοῦ 1980.
2)Τοῦ μεγάλου Συλλαλητηρίου ἐναντίον τοῦ ἄθεου καθεστώτως τοῦ Ἐμβέρ Χότζα.
Καὶ βλέπετε ρεπορτάζ ἐφημερίδων ἐκείνης τῆς ἐποχῆς.

ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΑΚΟΜΑ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΞΟΥΜΕ
Μιλῶντας γιὰ τὴν σκληρὴ ἀθεΐα τοῦ Χότζα, λέει δύο προφητεῖες ποὺ ἐκπληρώθηκαν

α) Ἀναφερώμενος στὸν Φλωράκη τον ἀρχηγό τοῦ Κουμουνιστικοῦ κόμματος στὴν Ἑλλάδα, βλέπει την μεταστροφή του στον Χριστό, ποὺ ἔγινε ὕστερα ἀπὸ ἀρκετά χρόνια. Δεῖτε τὸ βίντεο ἐδῶ:
Καὶ στὴν συνέχεια στέλνει τὸ μήνυμα, ὅτι·


Ἡ Ἑλλάδα χωρὶς πιρούνια καὶ κουτάλια ζεῖ, ἀλλὰ χωρὶς Θεό δὲν ζεῖ.

β) Τέσσερα χρονια πρίν ἀπὸ τὴν πτώση τοῦ τυραννικοῦ καθεστώτως τῆς “Αλβανίας, λέει· Ἐλπίζω εἰς τὸν Θεό καὶ προφητεύω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὅτι· Δὲν εἶναι μακράν ἡ ἡμέρα, -βγαίνει ἡλιος- καὶ θὰ λειτουργήσουμε στὴν Κορυτσιά και τὸ Ἀργυρόκαστρο τὴν ἡμέραν αὐτήν.
1. ΜΗΝΥΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΤΟΥ 1980, ΑΠΟ ΤΟΝ ΗΡΩΪΚΟ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ ΚΑΝΤΙΩΤΗ.
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΔΕΝ ΞΕΧΝΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ
Ὀ Μητροπολίτης Φλωρίνης π. Αὐγουστῖνος Καντιώτης ἀκουγε τὸν ἀναστεναγμό τῶν Ἑλλήνων τῆς Βορείου Ἡπειρου καὶ πάντοτε τους μνημόνευε στὴν μεγάλη εἰσοδο

Κάθε χρόνο στὸ Χριστουγεννιάτικο καὶ τὸ Πασχαλινό μήνυμα ποὺ ἀπηύθυνε στὸ Ποίμνιό του μετὰ δακρύων μνημόνευε τοὺς ἀδελφούς μας Βορειοηπειρῶτες, τοὺς χριστιανοὺς τῆς Μικρας Ἀσίας, τοῦ Πόντου καὶ τοὺς ἀδελφούς μας Κύπρους.
Ἀκούστε τί λέει στὸ μήνυμα γιὰ τοὺς βορειοηπειρῶτες τὸ1980.

2. ΕΚΑΝΕ ΜΕΓΑΛΟ ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΟ ΣΤΗ ΦΛΩΡΙΝΑ, ΣΤΙΣ 23.8.1986
Ὁ μητροπολίτης Φλωρίνης Αὐγουστῖνος δὲν ἔμεινε στὰ μηνύματα καὶ στὶς εὐχές, ἔκανε συλλαλητήριο στὴν Φλώρινα καὶ κατάφερε νὰ ἀνακατέψει τὰ νερὰ τοῦ Ἐνβέρ Χότζα.
Τὴν ἀγάπη του καὶ τὸν πόνο του για τοὺς 300.000 Βορειοηπειρῶτες ποὺ ὑπέφεραν κάτω ἀπὸ τὸ τυραννικὸ καὶ ἄθεο καθεστῶς τοῦ Ενβέρ Χότζα τὸ μετέδωσε στὸν πιστό λαό καὶ διοργάνωσε μεγάλο συλλαλητήριο μὲ 5.000 ἀνθρώπους, ὅταν ἕνα Ἀλβανικὸ συγκρότημα στὶς 23.8.1986 ἐσταλη ἀπὸ τὸ Χότζα για νὰ διασκεδάση τοὺς Φλωρινιῶτες.

Ἡ ὁμιλία ἦταν δυναμικὴ καὶ ὁ παλμός τοῦ λαοῦ μεγάλος.

ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ - Bekimi i Kohës.




 ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
π. Δημητρίου Μπόκου
Μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρὸ - λέει τὸ παραμύθι - ὁ Θεὸς ἔσκυψε απὸ τὸν οὐρανὸ κι ἔριξε ἕνα βλέμμα στὴ γῆ. Δὲν ἔμεινε όμως εὐχαριστημένος μὲ ὅσα εἶδε ἐκεῖ. Οἱ ανθρωποι, αν καὶ τοὺς εἶχε δώσει ὅλα τὰ καλά, εἶχαν γεμίσει τὴ ζωή τους μὲ προβλήματα. Ὁ Θεὸς στενοχωρήθηκε πολύ, γιατὶ τοὺς αγαποῦσε καὶ ἤθελε νὰ εἶναι ὅλοι καλά. Ἔπεσε σὲ βαθειὰ συλλογή. Τί άλλο θὰ μποροῦσε νὰ κάμει γιὰ νὰ τοὺς βοηθήσει; Ποιὰ εὐλογία δὲν τοὺς ἔδωσε ακόμα; Σκέφθηκε τότε νὰ ἐπιστρατεύσει τὸν Χρόνο. Θὰ τὸν ἔστελνε στοὺς ανθρώπους, ὥστε νὰ ἔχουν κάθε εὐκαιρία μὲ ὅλη τους τὴν άνεση νὰ φτιάχνουν σωστὰ τὴ ζωή τους.
Τὸν φώναξε λοιπὸν αμέσως κοντά του, τὸν καθοδήγησε καὶ τὸν ἔστειλε στὴ γῆ γιὰ νὰ βοηθήσει τοὺς άνθρώπους. Ὁ Χρόνος, νεαρὸ παλληκάρι γεμάτος ὄρεξη, ξεκίνησε αμέσως τὸ ἔργο του. Δὲν εἶχε καιρὸ γιὰ χάσιμο. Ἔπρεπε νὰ γυρίσει ὅλη τὴ γῆ κι αὐτό, αν το καλοσκεφθείς, δὲν ἦταν καθόλου εὔκολη καὶ ξεκούραστη δουλειά.
Σταμάτησε στὴν πρώτη πόρτα ποὺ συνάντησε μπροστά του καὶ χτύπησε. Τοῦ άνοιξε ἕνας συνομήλικός του νεαρός. Ὁ Χρόνος τοῦ εἶπε:
- Εἶναι καιρὸς νὰ αρχίσεις.
- Ν᾿ αρχίσω τί; ρώτησε μὲ φανερὴ απορία ὁ νέος.
- Ὅλα τὰ σημαντικὰ ποὺ φτιάχνουν τὴ ζωή σου. Τὰ σχέδιά σου καὶ τὰ ὄνειρα ποὺ θὰ τῆς δώσουν ὀμορφιὰ καὶ νόημα.
- Μὰ εἶναι πολὺ νωρὶς ακόμα, απάντησε ὁ νέος. Ἔχω καιρό. Τὸ μέλλον εἶναι μπροστά μου.
- Δὲν ξέρεις κάν, όν θὰ ἔρθει ποτὲ τὸ μέλλον, απάντησε ὁ Χρόνος. Δικός σου χρόνος εἶναι μόνο αὐτὸς ποὺ τώρα ζεῖς. Αὐτὸ ποὺ κρατᾶς μὲ σιγουριὰ στὰ χέρια σου εἶναι μονάχα τὸ παρόν.
Μὰ ὁ νέος δὲν πείσθηκε.
- Ὄχι, εἶπε. Νοιώθω πὼς εἶναι πολὺ νωρὶς ακόμα γιὰ ὁτιδήποτε. Θὰ περιμένω τὸ μέλλον.
Ὁ Χρόνος δὲν μποροῦσε νὰ ἐπιμείνει περισσότερο. Εἶχε πολὺ δρόμο μπροστά του. Ἔφυγε στενοχωρημένος. Ἀπὸ πόλη σὲ πόλη, απὸ χωριὸ σὲ χωριό, απὸ σπίτι σὲ σπίτι, συνέχισε νὰ τρέχει πάνω στὴ γῆ, νὰ συναντήσει ὅλους τοὺς ανθρώπους. Ὅταν ἐπιτέλους συμπλήρωσε τὸ γύρο της, ὁ Χρόνος ἦταν πιὰ ἕνας γέρος μὲ χιονισμένα μαλλιά. Καὶ τότε βρέθηκε ξανὰ μιὰ νύχτα στὸ ἴδιο σημεῖο, απ᾿ ὅπου εἶχε ξεκινήσει: στὴν πόρτα τοῦ νεαροῦ ποὺ εἶχε πρωτοσυναντήσει. Μὰ τώρα τοῦ άνοιξε ἕνας ασπρομάλλης γέρος. - Πρόλαβες νὰ κάνεις κάτι σπουδαῖο στὴ ζωή σου; ρώτησε ὁ Χρόνος. - Δυστυχῶς ὄχι, απάντησε ὁ γέρος σκυθρωπός. Τὰ άφηνα πάντα ὅλα γιὰ τὸ μέλλον. Μὰ κάποτε κατάλαβα, πὼς εἶναι πιὰ πολὺ αργὰ γιὰ ὁτιδήποτε. Τὸ μέλλον δὲν ὑπῆρχε πιὰ γιὰ μένα. Μὲ εἶχε προσπεράσει. Χωρὶς νὰ τὸ αντιληφθῶ, ἡ ζωή μου ἔγινε σιγὰ - σιγὰ ἕνα παρελθόν. Δὲν περιμένω τίποτε πιά. - Σταμάτα νὰ κοιτᾶς αὐτὸ τὸ παρελθόν, εἶπε ὁ Χρόνος. Δὲν χάθηκε κάθε ἐλπίδα. Στὰ χέρια σου κρατᾶς ακόμα τὸ παρόν. Γιὰ ὅσο ζεῖς, αὐτὸ θὰ ὑπάρχει. Καὶ εἶναι δικό σου. Τὸ κάνεις ὅ,τι θέλεις ἐσύ. Κανένας δὲν μπορεῖ νὰ σοῦ τὸ πάρει. Τὸ παρόν, αὐτὸ μονάχα εἶχες πάντοτε δικό σου. Τὸ μέλλον δὲν ἤξερες ποτὲ αν θὰ σοῦ δινόταν. Τὸ παρελθόν σου πάλι δὲν γυρίζει πίσω. Μὰ τὸ παρόν σου, καὶ τώρα ακόμα, εἶναι ἐδῶ. Ἔχεις καιρό, ἐκμεταλλεύσου το. Ἔστω καὶ τώρα μπορεῖς νὰ κάνεις μιὰ αρχή, νὰ χτίσεις τουλάχιστον τὴ σχέση σου μὲ τὸν Θεό. Ἀρκεῖ νὰ τὸ θελήσεις μόνο. Μὰ ὁ γέρος μόρφασε απαισιόδοξα: - Πολὺ αργὰ πιὰ γιὰ ὁτιδήποτε. Τὸ ρολόι χτύπησε τρεῖς φορὲς μέσα στὴ νύχτα. - Νά, αὐτὴ ἡ ὥρα ἐκφράζει ὅλη τὴ ζωή μου, ξαναμίλησε ὁ γέρος μελαγχολικά. «Τρεῖς τὴ νύχτα: πολὺ νωρὶς καὶ συνάμα πολὺ αργὰ γιὰ ὁτιδήποτε» (Ζὰν-Πὼλ Σάρτρ). Ὁ Χρόνος τότε κίνησε νὰ φύγει. «Μυστήριο πράγμα ὁ άνθρωπος», σκεφτόταν. «Πῶς καταφέρνει νὰ χαραμίζει τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ, μεταστρέφοντας τὴν εὐλογία σὲ κατάρα;» (ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, αρ. φ. 366, Ἰαν. 2014)
Bekimi i Kohës.

Atë Dhimitër Bokou.
Një herë e një kohë – thotë përralla- Zoti u përkul nga qielli dhe hodhi një sy në tokë. Nuk mbeti i kënaqur me ato sa pa atje. Njerëzit, mgjth se ju kishte dhënë të gjitha të mirat, kishin mbushur jetën me probleme. Zoti u shqetësua shumë, sepse  i donte dhe dëshironte që të ishin të gjithë mirë.
Ra në mendim të thellë. Çfarë tjetër do të mund të bënte që ti ndihmonte?
Çfarë bekimi nuk iu kishte dhënë akoma? Mendoi atëhere që të përdorte Kohën. Do ta dërgonte tek njerëzit në mënyrë që ata të kishin çdo mundësi me të gjthë rehatin që të ndërtonin drejt jetën e tyre.
E thirri menjëherë pranë tij, e udhëzoi dhe e dërgoi në tokë që të ndihmonte njerëzit. Koha një djalë i ri me oreks, filloi menjëherë veprën e tij. Nuk kishte kohë për të humbur. Duhej të shkonte në të gjithë botën për këtë dhe po ta mendosh mirë, nuk ishte një punë e lehtë dhe pa lodhje. Ndaloi në derën e parë që gjeti dhe trokiti. Ia hapi një bashkëmoshatar i tij në moshë. Koha i tha:
-          Është koha për të filluar.
-          Të filloj çfarë? Pyeti me çudi i riu.
-          Të gjitha ato sa janë të rëndësishme dhe që rregullojnë jetën tënde. Planet e tua dhe ëndërrat  që do t’i japin bukuri dhe kuptim.
-          Por është shumë shpejt, u përgjigj i riu. Kam kohë. E ardhmja është përpara meje.
-          Nuk e di aspak, nëse do të vijë e ardhmja, u përgjigj  Koha. Koha jote është vetëm ajo që jeton tani. Ajo që mban me siguri në duart e tua është vetëm e tashmja.
Por i riu nuk u bind
-          Jo, tha. Ndjej se është shumë shpejt akoma për çfarëdo. Do të pres të ardhmen.
Koha nuk mund të këmbëngulte më tepër. Kishte shumë rrugë përpara. U largua i shqetësuar. Nga qyteti në qytet, nga shtëpia në shtëpi, vazhdoi që të vraponte mbi tokë, që të takonte të gjithë njerzët. Kur më në fund e mbylli vërdallosjen e tij, Koha ishte tashmë një plak me flokë të bardha si borë. Dhe atëhere u gjend sërish një natë në të njejtën pikë ku dhe kishte filluar: në derën e të riut që kishte takuar për herë të parë. Por tani hapi derën një plak flokëbardhë. – Arrite që të bëje diçka të mirë në jetën tënde? Pyeti koha
-          Fatkeqësisht, jo,  u përgjigj plaku i vrenjtur. I lija të gjitha për të ardhmen. Por dikur kuptova, se është shumë vonë për gjithçka. E ardhmja nuk ekzistonte më për mua. Më kishte parakaluar. Pa e kuptuar, jeta ime u bë me ngadalë e ardhmja. Nuk pres asgjë më.
-          Ndalo së pari këtë të kaluar – i tha Koha.
Nuk ka humbur çdo shpresë. Në duart e tua të mbash akoma të tashmen. Për sa kohë jeton, kjo do të ekzistojë. Dhe është e jotja. E përdor për çfarë të duash ti. Asnjë nuk mundet të të marrë. Të tashmen vetëm kishe gjithmonë tënden. E ardhmja nuk e di kurrë nëse do të jepej. E shkuara tënde sërish nuk kthehet prapa. Me të tashmen e cila dhe tani është këtu. Ke kohë shfrytëzoje. Qoftë dhe tani mundesh të bësh një fillim, të ndërtosh të paktën  marrdhënien tënde me Zotin. Mjafton që ta duash vetëm. Por plaku   mblodhi fytyrën pesimist
-          Tepër vonë për çdo llojë gjëje.
Ora tregoi mesnatë duke goditur tre herë natën.
-          Ja kjo orë tregon të gjithë jetën time,- foli sërish plaku melankolik.
-          “Tre herë në natë: shumë shpejt dhe në të njejtën kohë shumë vonë për gjithçka” (Zan Pol Sartr). Koha atëhere u nis që të ikte.
“Sa i mistershëm është njeriu” mendonte. “Si ja del që të shpërdorojë dhuratat e Zotit, duke e kthyer bekimin në mallkim?” (Lihnia Nikopoleos, nr 366 Janar 2014)
Përktheu për Pelasgos.
T.