Σελίδες

Λόγος Αρχιεπισκόπου Αναστασίου 07 02 2016 - Fjala e Kryepiskopit Anastas Tiranë 07 02 2016

anastasios cnn greece7

«Απλώς ξεροκατάπια. Είναι κι αυτό μια πράξη αντίστασης»

Οι Χριστιανοί, οι Ορθόδοξοι δεν είναι κότες, γι’ αυτό σ’ όλους τους αγώνες του Έθνους για ελευθερία ήταν στην πρώτη γραμμή. (Δέχεσαι προσβολές και ειρωνείες από τους ψευτοπροοδευτικούς του τύπου είσαι φασίστας, σκοταδιστής και λοιπά. Αν απαντήσεις δυναμικά ακούς την γνωστή επωδό: «Και το παίζεις και χριστιανός». «Αν δεν ήμουν δεν θα έμενα στα λόγια, θα σου είχα σπάσει το κεφάλι», όπως απάντησε σε ανάλογη περίπτωση, ευφυώς, αγαπητός φίλος και αδελφός)
Δημ. Νάτσιος, Δάσκαλος–Κιλκὶς
Θέτω στους αναγνώστες τον εξής προβληματισμό: Είσαι Έλληνας και πηγαίνεις μετανάστης, και όχι λαθρομετανάστης, ας πούμε στην Σουηδία. Βρίσκεις δουλειά και γνωρίζεις μια κοπέλα, ντόπια, ιθαγενή, και βγαίνεις μαζί της. Ένα βράδυ κάθεσαι σ’ ένα «μπαρ» με το κορίτσι. Κάποια στιγμή παρουσιάζεται ένας μεγαλόσωμος Σουηδός, ορμά στο τραπέζι σου πιάνει «με μεγάλη οικειότητα» τον ώμο του κοριτσιού και σε δείχνει με αποτροπιασμό λέγοντάς της: «Αυτό εδώ πού το βρήκες;».
Ερωτώ: Πώς θα αντιδρούσε ένας αξιοπρεπής, ένας σωστός και πραγματικός άντρας; Ή, αν ήταν αψύς και οξύθυμος, θα άρχιζε στις σφαλιάρες και τις κλοτσιές τον βλαμμένο και αγενή Σουηδό, ή μετά από ένα λαμπρό… ξεχεστήριο, θα έφευγε και κοιτούσε την δουλειά του. Υπάρχει και φιλότιμο να πάρει η ευχή.  
Εξηγώ την προαναφερόμενη ιστορία για τον διαπληκτισμό στο... «μπαρ».
Κάποιος γονέας, οργισμένος, με παρέπεμψε σε κείμενο, το οποίο φιλοξενείται στο «Τετράδιο Εργασιών» της Νεοελληνικής Γλώσσας της Β’ Γυμνασίου (σελ. 26), με τίτλο «...Γιατί ήμουν ξένος».
Παραθέτω το κείμενο ως έχει, για να μπορέσουμε να συνεννοηθούμε.
 «Δεν ξεχνώ ένα επεισόδιο από τα πρώτα χρόνια στη Σουηδία. Μόλις είχα συναντήσει την κοπέλα, της οποίας θα γινόμουν σύζυγος, όπως αποδείχθηκε, κι ένα όμορφο καλοκαιρινό βράδυ καθόμασταν σ’ ένα μπαρ προσπαθώντας να προσανατολιστούμε ο ένας στα χωρικά ύδατα του άλλου. Εκείνη πήρε ένα ποτήρι άσπρο κρασί, εγώ μία μπίρα.
Τότε παρουσιάζεται ένας άντρας της ηλικίας μου, ανάμεσα είκοσι πέντε και τριάντα, στέκεται στο τραπέζι μας και με μεγάλη οικειότητα την πιάνει από τον ώμο, μετά δείχνει εμένα και τη ρωτάει: “Αυτό εδώ πού το βρήκες;”.
Εκείνη κοκκίνισε, προσπάθησε να ξεπεράσει την αμηχανία της μ’ ένα γελάκι. Εγώ δεν είπα τίποτα. Τότε ζύγιζα πενήντα έξι κιλά κι εκείνος σίγουρα πάνω από ογδόντα. Απλώς ξεροκατάπια. Είναι κι αυτό μία πράξη αντίστασης.
Ύστερα από λίγο φύγαμε. Τη ρώτησα αν τον γνώριζε και η απάντηση με αιφνιδίασε. Όχι. Ιδέα δεν είχε ποιός ήταν.
Τι σημασία είχαν τέτοιες ή παρόμοιες σκηνές; Τι σήμαινε για κείνη να διαλέξει έναν άντρα, που όλοι, απολύτως όλοι, μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να τον αμφισβητήσουν; Γονείς κι αδέλφια, φίλοι και φίλες, γνωστοί και άγνωστοι. Πόση δύναμη έχει ξοδέψει για να υπερασπιστεί την εκλογή της; Πόσες φορές αμφέβαλλε αν έκανε σωστά, αν άξιζε τον κόπο; Όχι γιατί ήμουν εγώ, αλλά γιατί ήμουν ξένος». ( Tι ωραίο κείμενο για παιδιά! Ιστορίες για …μπαρόβιους. Εύγε στα σαϊνια του υπουργείου που το ανακάλυψαν).
 Έχω ακούσει πολλούς τα τελευταία χρόνια να διαμαρτύρονται, να οδύρονται μάλλον, διότι έλλειψε το αντιστασιακό ήθος του λαού μας, η λεβεντιά. Είναι υπερβολικοί! Μπορεί να μην βλέπουμε γύρω μας πράξεις αντίστασης, να είναι οι περισσότεροι «απραγέστεροι των βατράχων και αφωνότεροι των ιχθύων», αλλά καμμιά ανησυχία δεν πρέπει να μας κατέχει. Τα σχολικά βιβλία ετοιμάζουν την νέα γενιά των Καραϊσκάκηδων, των ατρόμητων και άφοβων αντιστασιακών του μέλλοντος. Ιδού, λοιπόν, η νέα μορφή αντίστασης, την οποία, αν είχαν ανακαλύψει οι πρόγονοί μας, θα αποφεύγαμε ποταμούς αιμάτων και θυσιών!
Όταν φτύνουν κατάμουτρα την αξιοπρέπειά σου, τον ανδρισμό σου (τώρα θα θιχτούν οι... «συμφωνημένες»), όταν σε ποδοπατούν σαν ελεεινό σκουλήκι και σε εξευτελίζουν, αντιδράς, κατά το σχολικό βιβλίο, με την εξής απροσμέτρητη ηρωϊκή πράξη: ξεροκαταπίνεις, βάζεις την ουρά στα σκέλια και φεύγεις κατησχυμμένος. (Θα την ονομάζαμε και μνημονιακή αντίδραση).
Διαβάζουμε στο κείμενο ότι το δειλό και ευτελές αυτό ανθρωπάριο-ο κιοτής, ο καντιποτένιος για να χρησιμοποιήσω γλώσσα του Εικοσιένα-κατάπιε την προσβολή  του Σουηδού, γιατί σκέφτηκε ότι ζύγιζε 56 κιλά κρέας. Ο Καραϊσκάκης δεν ζύγιζε παραπάνω. Ισχνός, ασθενής - τα παλληκάρια του πολλές φορές τον κουβαλούσαν στις μάχες για να τους ορμηνεύει, ξαπλωμένο σ’ ένα πρόχειρο φορείο, σε ξυλοκρέβατο - όμως «ήτο το φόβητρον των Τούρκων και των Ελλήνων το περιτείχισμα» (Περραιβός), ο ηρωικώς αθλήσας, «Αχιλλέας της Ρωμηοσύνης» κατά τον Παλαμά. (Είχε κι ένα γυναικείο παλιόβρακο, γράφει ο Φωτιάδης, με τ’ όνομα «το βρακί της Κατερίνας» που το φορούσε στους χέστηδες. Αλίμονο σ’ όποιον δείλιαζε. Ντροπιαζόταν όλη η οικογένειά του).
Μικρόσωμος ήταν και ο Κολοκοτρώνης, αλλά κι αυτός φόβος και τρόμος των Τούρκων. Πήγε κάποτε κάποιος να δει από κοντά τον φοβερό πολέμαρχο. Περίμενε να δει κανένα θεριό, κάποιον γίγαντα. Μόλις τον είδε, είπε απορών: «αυτός είναι ο Κολοκοτρώνης;». Και είπε ο θυμόσοφος Γέρος του Μοριά το εξής νόστιμο: «Καλύτερα να μας ακούν, παρά να μας βλέπουν».
Όσο για το ξυλοκόπημα παραπέμπω σ’ έναν άλλο απροσκύνητο λιοντάρι της Επανάστασης, τον Μακρυγιάννη, που συνήθιζε να δέρνει ανηλεώς κάτι απολειφάδια της κακιάς ώρας.
Διαβάζω στα απομνημονεύματά του και αγαλλιώ:
«Αφού είμουνα εις την Αρκαδιά, άκουγα τον πρόβοδον των Αράπηδων, ντρεπόμουν να καθήσω με τις γυναίκες, με τρακόσιους άντρες διαλεχτούς οπούχα. Το λέγω του διοικητή της Αρκαδιάς, να του αφήσω έναν αξιωματικόν με πενήντα ανθρώπους και να πάγω με τους άλλους εις την ανάγκη της πατρίδας. Μ’ αποκρίνεται: “Δεν έχεις να πας πουθενά, ότι εγώ είμαι από κείνους που κατεβάζω κι ανεβάζω στρατηγούς”. Είταν ένας μπαρμπέρης, φίλος του αρχηγού Κολοκοτρώνη και του Πρωτοσύγκελου κι αλλουνών. Εγώ ‘λεγα να πάγω να σκοτωθώ με τους οχτρούς, αυτός γύρευε να μου γκρεμίσει τον βαθμό μου. Του μίλησα δι’ αυτό, του κακοφάνη. Είπε ενού ανηψιού του, οπούχε εις το ψωμί και γεμεκλίκια και μας τάκοψε. Πήγα και τον έπιασα και τόδωσα ένα ξύλο διά πεθαμόν, κι αν δεν πήδαγε από το παλεθύρι κάτου ο διοικητής, δεν ξέρω αν έμενε ζωντανός».
Το διαβάζεις και σου έρχεται να φωνάξεις: Δώσ’ του κι άλλη μια, για μας, του κοπρίτη....
Ο Μακρυγιάννης ήταν γνήσιος και βαθύτατα ορθόδοξος, «η ανδρεία του, η τόσο επιβλητική λεβεντιά του, η μέχρις αυτοθυσίας αγάπη του για την πατρίδα, την θρησκεία, την ηθική και την δικαιοσύνη, επήγαζαν και ενισχύονταν από την ζωντανή πίστη του στην πρόνοια του Θεού και από τις συχνές προσευχές του», γράφει ο μακαριστός Γέροντας Θεόκλητος ο Διονυσιάτης στο βιβλίο του για τον Μακρυγιάννη. (εκδ. «Ο Άθωνας», σελ. 10). Όμως όταν χρειαζόταν το ξυλοκόπημα, το έριχνε και «διά πεθαμόν» μάλιστα.
Οι Χριστιανοί, οι Ορθόδοξοι δεν είναι κότες, γι’ αυτό σ’ όλους τους αγώνες του Έθνους για ελευθερία ήταν στην πρώτη γραμμή. (Δέχεσαι προσβολές και ειρωνείες από τους ψευτοπροοδευτικούς του τύπου είσαι φασίστας, σκοταδιστής και λοιπά. Αν απαντήσεις δυναμικά ακούς την γνωστή επωδό: «Και το παίζεις και χριστιανός». «Αν δεν ήμουν δεν θα έμενα στα λόγια, θα σου είχα σπάσει το κεφάλι», όπως απάντησε σε ανάλογη περίπτωση, ευφυώς, αγαπητός φίλος και αδελφός).
Στο κείμενο του σχολικού βιβλίου, ο λαγόκαρδος Γραικύλος, ξεροκατάπιε από φόβο και αυτό ήταν «πράξη αντίστασης». Αυτό είναι το είδος αντίστασης που διδάσκει το υπουργείο παιδείας, διότι «έκαστος κρίνει τα πράγματα κατά το ίδιον νόσημα». Όταν σε κυβερνούν, εδώ και δεκαετίες, δουλοπρεπείς και υποταγμένοι στους ξένους Νενέκοι, τι περιμένεις;
Πηγή

«Δυστυχισμένοι Έλληνες. Αναθεματισμένοι κυβερνήτες» Μακρυγιάννης

 «Δυστυχισμένοι Έλληνες. Αναθεματισμένοι κυβερνήτες» Μακρυγιάννης
«Για να σωθεί η Ελλάδα /στους καιρούς τους ύστατους/
θέλει έναν Καιάδα /γκρεμοτσακίστε τους»
Ν. Γκάτσος
Το νεοελληνικό κράτος το ελευθέρωσαν οι Έλληνες, αλλά το έστησαν οι Βαυαροί και το κυβερνούν 10-15 οικογένειες, δυναστείες πολιτικών. Το κράτος αυτό, αντί να αναδείξει τις αρετές του λαού, την αντοχή, την καρτερία, το πνεύμα θυσίας και αυταπάρνησης, που το κράτησαν όρθιο στα χρόνια της πολυαίωνης σκλαβιάς, «φρόντισε» να εκλύσει τις χειρότερες ροπές του και να υποσκάψει τον εσώτερο χαρακτήρα του, το φιλότιμό του. Από την πρώτη ημέρα του ελεύθερου βίου του, οι δαίμονες της πατρίδας, οι πολιτικοί του, κατακερμάτισαν τον λαό σε κομματικά σουλτανάτα. «Οι πολιτικοί μας και οι ξένοι τρώγονταν και καθένας κοίταζε να περισκύση η δική του φατρία. Άλλος το ήθελε Αγγλικόν, άλλο Ρούσικον, άλλος Γαλλικόν… τήραγαν να πάρουν κάνα λεπτό, ότι εις την Ελλάδα ηύραν αλώνι ν’ αλωνίσουν». (Μακρυγιάννης, «Απομνημονεύματα»). Το κράτος αυτό το ανέστησε το αίμα του λαού του, με τους πολέμους του ’12-’13, για να έρθουν μετά οι άπληστες κομματικές συμμορίες, να το βυθίσουν στο Διχασμό και να το οδηγήσουν στο μικρασιατικό σφαγείο. Το κράτος αυτό είδε τον ανθό του να πολεμά με ηρωισμό στα βουνά της Ηπείρου και της Μακεδονίας αυτοκρατορίες ολάκερες, για να βρεθεί μετά από έξι χρόνια εμφυλίου αιματοκυλίσματος, ντροπιασμένο, ερειπωμένο «παλιόψαθα των εθνών». Γιατί; Για το ποια «φατρία θα περισκύση».
«Α, ναι, πόσες ανόητες μάχες, ηρωισμοί και θυσίες και ήττες κι άλλες μάχες, για πράγματα που κιόλας ήταν από άλλους αποφασισμένα», θρηνεί ο Ρίτσος στην «Ελένη». Το κράτος αυτό έδιωξε τα καλύτερα παιδιά του στα ξένα και στοίβαξε τα υπόλοιπα σε τρισάθλιες τερατουπόλεις, μεταβάλλοντας τα σε κομματικά υποζύγια τυχοδιωκτών και απατεώνων. Το κράτος αυτό με εκφυλιστική απάθεια και δειλία ανέχτηκε ένα σφύζον και θαυμαστό κομμάτι του Ελληνισμού, να ποδοπατείται και να δηώνεται από τις ορδές του Αττίλα. Το κράτος αυτό, αντί να συνέλθει από την καταστροφή, επανέφερε τους ίδιους «εθνοσωτήρες» και τα εκγονά τους για να συνεχίσουν απτόητοι το ψεύτισμα των ψυχών και την διάλυση της πατρίδας. Και βαπτίζει τους διαγουμιστές της Κύπρου φίλους και τους στηρίζει αναίσχυντα στην επέλασή τους προς την Δύση. Το κράτος αυτό ανέχθηκε μία δράκα σλαβοτουρκόγυφτων να μαγαρίζει το όνομα της Μακεδονίας και να τους εκλιπαρεί ψοφοδεώς για συνεννόηση.
Το κράτος αυτό επέτρεψε σε μία ολιγομελή, άνομη ομάδα καλαναρχών, να μετατρέψει τη διασκέδαση και την ενημέρωσή του, σε διδασκαλείο ηθικής παραλυσίας και διαφθοράς. Την παιδεία σε αναξιοκρατικό άντρο, μπουκώνοντας τα παιδιά με άχρηστες γνώσεις και γεμίζοντάς τα «με μιαν αρρωστιάρικη ανησυχία, για το πώς θα βγάλουν το ψωμί τους μονάχα». Και επιτρέπει να κυκλοφορούν μες στις τάξεις βιβλία-προπαγανδιστικά σκουπίδια, πολύ πιο επικίνδυνα από Τουρκοκρατίες.
Το κράτος αυτό καταμόλυνε ακόμα και την Δικαιοσύνη- «πράγμα πολλών χρυσίων τιμιώτερον» κατά τον Πλάτωνα. Οι ανεπάγγελτοι, επαγγελματίες πολιτικοί, όταν κρίνονται για ατασθαλίες παράγοντες του αντίπαλου κόμματος, εκθειάζουν την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Όταν λογοδοτούν οι ίδιοι προπηλακίζουν τη Δικαιοσύνη και διαπομπεύουν τους λειτουργούς της εκτοξεύοντας ύβρεις και ονειδισμούς. Το κράτος αυτό κομματικοποίησε τις «ένστολες» δυνάμεις του τόπου, διαβρώνοντας την επαγγελματική τους συνείδηση. Τα νέα ιδεώδη των στρατιωτικών είναι οι γρήγορες προαγωγές και οι διοικήσεις. Το κράτος αυτό εμπορευματοποίησε τον έξοχο πολιτισμό μας. Η ελληνική μουσική παράδοση ψυχομαχεί. Την περιφρονούν οι Ελληνόπαιδες, την μυκτηρίζουν, υποτονθορίζοντας (=μουρμουρίζοντας) τις «μουσικές δημιουργίες» των διαφημιστικών. Κατάντησε την νεολαία νευρόσπαστο, λικνιζόμενο στους ρυθμούς του κάθε μασκαρά, που υποδύεται τον καλλιτέχνη. Το ανίκανο κομματικό κράτος διέφθειρε την γλώσσα μας - «εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών» (Ελύτης). Από τον 19ο αι. ακόμη ο συγγραφέας Χουρμούζης διεκτραγωδεί και γράφει για τα εκτρώματα της γλωσσικής ξενομανίας των Ελλήνων: «Συμπεριφορά γελοιωδεστάτη... ξιπασμένων οψιπλούτων αηδεστάτη επίδειξις! Πτωχοαλαζονεία αξία οίκτου, γλώσσα παρδαλή!».
Το κομματικό αυτό κράτος νοικιάζει μισθοφόρους «ψευτοδιανοούμενους», για ευνουχισμό της κοινωνίας και άλωση των ψυχών. «Γνωρίζω μερικούς όπου σχεδόν εντρέπονται να λέγωσιν ότι είναι Έλληνες!», έγραφε συγγραφέας του 18ου αι.
Το κράτος αυτό, το ψευτορωμαίικο, ανέχεται εδώ και δεκαετίες να το απομυζούν τρεις-τέσσερις οικογένειες και τα πορφυρογέννητα, πολλές φορές κνωδαλώδη, βλαστάρια τους, ομού με τις στρατιές των κηφήνων, των σφουγγοκωλάριων που τους δορυφορούν. Και όταν στέρεψε η ευρωπαϊκή θηλή, φόρτωσαν στον λαό τις μαγαρισιές και τις ανομίες τους, ρίχνοντάς τον βορά στα νύχια της τοκογλυφικής κτηνωδίας.
«Στ’ όνομα της αλήθειας, ας μου συγχωρεθεί η σημερινή οργή, οργή ιερή και χίλες φορές δίκαιη. Χρόνια τώρα κάνω υπομονή, για να αποθρασύνουνται ολοένα αυτά τα φουσκωμένα χαρτοφάναρα. Η Ελλάδα είναι εκεινού που δωρίζει σ’ αυτή έργα τιμημένα, κανωμένα με αίμα και με υπομονή, έργα που τα κάνει μονάχα η αγάπη. Δεν έχει κανένα δικαίωμα απάνω στην Ελλάδα ο «γυμνοσάλιαγκας», που τον καθίζει στην «έδρα» κάποιος ασήμαντος πολιτικός. Αυτά τα πρόσωπα που λέγω, τα πήρανε δεν ξέρω ποιοί από τις επαρχίες, κάτι δασκαλάκια φοβισμένα, και τα θρονιάσανε στα υπουργεία, στα Πανεπιστήμια και στ’ άλλα πόστα της πολιτείας, και γινήκανε, αυτά τα ψοφήμια, θηρία ανήμερα, να καταξεσκίσουν κάθε άξιον εργάτη….
Καθαρίστε από την πνευματική πανούκλα τη δυστυχισμένη την Ελλάδα, για να μπορέσουνε να δουλέψουνε οι άξιοι δουλευτάδες…. Τα σκουλήκια που είπα, για να σώσουνε την τιποτένια ύπαρξή τους, δεν αφήνουνε καμμιά άξια ψυχή να ορθοποδήσει, από συμφέρον κι από φθόνο. Όλοι τούτοι οι πνευματικοί σαλταδόροι έχουνε πιάσει τα πόστα, όλα τα πόστα, κι η δύναμή τους είναι ιερή συμμαχία που έχουνε κάνει μεταξύ τους, ενώ ο καθένας είναι σαν μιά μυτζήθρα, που παριστάνει το κάστρο. Αλλά είναι δεμένοι μεταξύ τους, όπως είναι οι κάμπιες κολλημένες η μία στον πισινό της άλλης. Μόλις τις χωρίσει κανένας ψοφάνε. Έτσι πρέπει να γίνει και με τις ανθρωποκάμπιες που μαραζώνουνε το πνευματικό ολόδροσο δέντρο της φυλής μας.
Τίμια αδέρφια μου, Έλληνες καθαρογεννημένοι, ξεριζώστε αυτά τα φαρμακερά βρωμοχόρταρα!»
(Φώτης Κόντογλου, «Μυστικά Άνθη», σελ. 338, εκδ. «Αστήρ»)
 Νατσιός Δημήτριος, δάσκαλος Κιλκίς