Σελίδες

Μία εικόνα 1000 λέξεις: Έλληνες αιχμάλωτοι επιστρέφουν το 1956 από την Αλβανία

Μετά από επτά χρόνια αιχμαλωσίας και καταναγκαστικών έργων στην Αλβανία οι Έλληνες φιλούν το χώμα της πατρίδας μετά την απελευθέρωση τους. Αυτή είναι η άγνωστη ιστορία τους
Μία από τις πιο άγνωστες και μαύρες ιστορίες του εμφυλίου είναι το κεφάλαιο που έκλεισε ακριβώς επτά χρόνια μετά την ολοκλήρωση του. Αφορά τις συνθήκες σκλαβιάς που έζησαν οι όμηροι που πήραν μαζί τους κατά την άτακτη υποχώρηση τους στην Αλβανία μετά την ήττα στον Γράμμο οι δυνάμεις του ΔΣΕ. Ένα μείγμα από αιχμαλώτους του τακτικού στρατού, ανδρών και γυναικών από γύρω χωριά αλλά και ανθρώπων που ακολούθησαν τις δυνάμεις του ΔΣΕ και πίστεψαν ότι στην γειτονική χώρα θα ζήσουν την ζωή που ονειρεύτηκαν σε μία σοσιαλιστική χώρα και τελικά αναγκάστηκαν να δουλεύουν κάτω από άθλιες συνθήκες σχεδόν σαν αιχμάλωτοι πολέμου.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή: Πριν μπει το καλοκαίρι του 1949 και γείρει οριστικά η πλάστιγγα υπέρ του τακτικού στρατού ο Δημοκρατικός Στρατός (ΔΣ) είχε καταφέρει καίρια πλήγματα κυρίως στην 75η ταξιαρχία όπου πέρα από τις ανθρώπινες απώλειες που προκάλεσε κατάφερε να αιχμαλωτίσει τόσο αξιωματικούς όσο και οπλίτες του Ελληνικού Στρατού. Προσπάθησε να τους εντάξει στις δυνάμεις του ΔΣΕ – ανεπιτυχώς, καθώς οι τελευταίοι γνώριζαν ότι ουσιαστικά ο πόλεμος είχε κριθεί –  παρέμεναν όμως αιχμάλωτοι και ακολουθούσαν τις κινήσεις του ΔΣ στα βουνά της Δυτικής Μακεδονίας και την Ηπείρου.
Μετά την κατάρρευση του ΔΣΕ τον Αύγουστο του 1949, οι αντάρτες περνούσαν στην Αλβανία και εκεί κατέθεταν τον οπλισμό τους στους Αλβανούς. Στην σύγχυση της υποχώρησης όσοι από τους αιχμαλώτους μπόρεσαν κατέφυγαν στον ΕΣ πολλοί όμως ακολούθησαν τους αντάρτες στην γειτονική χώρα και εγκλωβίστηκαν εκεί.
Οι μαχητές του ΔΣΕ στις επόμενες εβδομάδες που ακολούθησαν μοιράστηκαν στα κράτη του Ανατολικού μπλοκ, κανένα όμως ανατολικό κράτος δεν ήθελε να πάρει τους αιχμαλώτους που πέρασαν στην Αλβανία για να μη δημιουργηθούν διπλωματικές προστριβές με την Ελλάδα, έτσι οι αιχμάλωτοι αυτοί έμειναν στην Αλβανία, αιχμάλωτοι ενός στρατού (του ΔΣΕ) που πλέον δεν υπήρχε.
Οι μαρτυρίες
Ανάμεσα στους αιχμαλώτους ήταν και ο νεαρός τότε γιατρός – και μετέπειτα γνωστός χειρούργος στην Αθήνα – Νικήτας Αγαπητίδης ο οποίος κατέγραψε ψύχραιμα δεκαετίες αργότερα την εμπειρία του στο βιβλίο «Το Χρονικό της Αιχμαλωσίας (1949 – 1956). Εθελοντής οπλίτης από τα Δωδεκάνησα θα πιαστεί αιχμάλωτος από τους αντάρτες έξω από την Πυρσόγιαννη, την ώρα που χειρουργούσε. Θα τους ακολουθήσει έως τα τέλη Αυγούστου και θα περάσει «μέσα», όπως αποκαλούνταν η Αλβανία, μετά την τελική εκκαθάριση. Εκεί,  αρχικά θα φιλοξενηθεί αρχικά σε ένα νοσοκομείο ανταρτών στην Κορυτσά και στην συνέχεια πιστεύοντας η τύχη τους θα περάσει στα χέρια των Αλβανών. Όπως αφηγείται αρχικά θεωρούσαν την συγκεκριμένη εξέλιξη θετική καθώς πίστευαν ότι πλέον είχαν να κάνουν με ένα κράτος μέλος του ΟΗΕ το οποίο μέσα από τις τυπικές διαδικασίες θα φρόντιζε για τον επαναπατρισμό τόσο τον δικό του όσο και των εκατοντάδων άλλων που βρέθηκαν στην ίδια δυσχερή θέση.
Στο βιβλίο αναφέρονται οι άθλιες συνθήκες κράτησης τους σε στρατόπεδα συγκεντρώσεων χωρίς τις ελάχιστες συνθήκες υγιεινής και τις μηδαμινές μερίδες φαγητού καθώς και την εξοντωτική εργασία από την ανατολή έως την δύση του ήλιου που οδήγησε αρκετούς συμπατριώτες μας στον θάνατο. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά υπήρχαν περιπτώσεις όπου «τους κρατούμενους, εκτός από τις τιμωρίες, τους στέλνουν να κάνουν και βαριές δουλειές , πολλές φορές άσκοπες. Τους βάζουν να μπουν σε βάλτους για να κόψουν βούρλα, άλλα οι βάλτοι είναι γεμάτοι βδέλλες και σε λίγο από τα πόδια τους αρχίζουν να τρέχουν από πολλά σημεία αιματα. Το αίμα δεν σταματάει και οι κρατούμενοι σοφίζονται τους κόσμου τους τρόπους για να το σταματήσουν».
Γίνονται αναφορές για προσπάθειες απόδρασης, οι οποίες μεταφράστηκαν σε αρκετά χρόνια φυλάκισης, για σαδιστές επικεφαλής οι οποίοι τους αντιμετώπιζαν ως «σαμποτέρ στο όραμα του σοσιαλισμού» και άλλες κωμικοτραγικές ιστορίες. Και όλα αυτά με τα χρόνια να περνούν να αλλάζουν στρατόπεδα και εργασίες (γεωργικές, διάνοιξη δρόμων, αποστραγγιστικά, οικοδομικά κ.α.) χωρίς να υπάρχει φως στον ορίζοντα.
Η ελληνική πλευρά δεν επιθυμούσε να ανοίξει διάλογο με την Αλβανία – με την οποία να μην ξεχνάμε ήταν σε εμπόλεμη κατάσταση και αμφισβητούσε την εδαφική της υπόσταση – αλλά ταυτόχρονα φοβόταν να αγγίξει το θέμα άμεσα αν δεν ξεκαθάριζε την «εθνικοφροσύνη» των συμπολιτών μας που επέστρεφαν.
Το 1956 βρέθηκε τελικά μία φόρμουλα επαναπατρισμού με το σόφιμα ότι εισήλθαν παράνομα στο έδαφος της Αλβανίας και ως τέτοιους οι Αλβανοί τους απέλασαν.
Η επιστροφή
Τον Αύγουστο του 1956 η Ελλάδα θα στείλει στο λιμάνι του Δυρραχίου το πλοίο «Αλιάκμων» να παραλάβει 217 αιχμαλώτους από ένα σύνολο που ξεπερνούσε τους 500. Πρόκειται ουσιαστικά για την πρώτη φουρνιά που είχαν «λευκό μητρώο πολιτικών φρονημάτων» και οι οποίοι μεταφέρθηκαν στον Πειραιά στις 24 Αυγούστου 1956 από όπου και η κεντρική φωτογραφία με τους απελευθερωθέντες αιχμάλωτους να φιλούν το ελληνικό έδαφος με το που έδεσε το «Αλιάκμων».
Το επόμενο διάστημα υπήρξε απελευθέρωση και άλλων μικρότερων ομάδων. Τι έγιναν όλοι αυτοί οι άνθρωποι μετά; Οργανώθηκαν σε ένα σύλλογο επαναπατρισθέντων, "Η Ανάσταση" με σκοπό να τύχουν μίας χαμηλή αποζημίωση ώστε να ξεκινήσουν ξανά την ζωή τους. Η μόνη βοήθεια που έτυχαν ήταν 300 δραχμές από τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό και μία ...κουβέρτα από το Κράτος. Αντίστοιχα οι στρατιώτες που είχαν αιχμαλωτισθεί απόζημίωθηκαν με 20 δραχμές και οι αξιωματικοί με 1.200.
"Ούτε μία ηθική επβράβευση για ορισμένους που δεινοπάθησαν, δεν κατορθώθηκε... Η Πατρίδα φάνηκε πολύ φειδωλή. Έδωσε μόνο το δικαίωμα σε όλους όσουν ήσαν άρρωστοι ή ανάπηροι να παρουσιαστούν σε Επιτροπές για να νοσηλευτούν ή να συνταξιοδοτηθούν. Πράγμα βέβαια που έγινε. Στους 'υγιείς', για τα τόσα χρόνια, μόνο ο μισθός των δεκαπέντε ημερών από τον επαναπατρισμό μέχρι την απόλυση. Τίποτ' άλλο"

Σε εθνικιστική… υπερδιέγερση λόγω εκλογών η Αλβανία!

Γράφει ο ΝΙΚΟΣ Θ. ΥΦΑΝΤΗΣ

•  Η Αλβανία, λόγω των αυτοδιοικητικών εκλογών της 21ης Ιουνίου, βρίσκεται σε συνεχή εθνικιστική υπερδιέγερση. Ο Αλβανός Πρωθυπουργός Έντι Ράμα και η ηγετική ομάδα, σε καθημερινή βάση, παραληρούν, φλυαρούν χωρίς νόημα, κυρίως, για εσωτερική κατανάλωση, με έναν και μοναδικό σκοπό: Να πείσουν τους ψηφοφόρους να ψηφίσουν τους  «εκλεκτούς»  υποψήφιους  του  Σοσιαλιστικού Κόμματος.
Καταγράφονται συνεχή παραληρήματα, φανατική εξύμνηση της εθνικής ζωής, ένας τυφλός εθνικισμός, απόρροια κάποιου παρωχημένου συμπτώματος, γιατί διαφορετικά δεν εξηγούνται οι ακατάπαυστες ανθελληνικές θέσεις και δηλώσεις του ίδιου του πρωθυπουργού και στελεχών του κόμματός του. Οι διατελέσαντες πρωθυπουργοί στην Αλβανία ωχριούν μπροστά στις ανοίκιες και εμπρηστικές δηλώσεις του τωρινού πρωθυπουργού.
Το Σοσιαλιστικό Κόμμα συνεργάζεται με το κόμμα των Τσάμηδων, του προέδρου Σεπτίμ Ιντρίζι, τον οποίο αναβάθμισε ο πρωθυπουργός ορίζοντάς τον Γ’ Αντιπρόεδρο της Αλβανικής Βουλής, γεγονός που συνέτεινε στην παραίτηση από Αντιπρόεδρο της Βουλής, του Βαγγέλη Ντούλες, προέδρου του ελληνικού κόμματος ΚΕΑΔ (Κόμμα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων). Ο κ. Ντούλες ορθώς έπραξε, μάλιστα, σε μια δύσκολη καμπή για τον μειονοτικό ελληνισμό.
Καταδικαστέο είναι το γεγονός ότι τα δύο ελληνικά κόμματα δεν συμφιλιώθηκαν, δεν μόνιασαν, για να κατεβάσουν κοινούς υποψήφιους στις εκλογές. Έτσι παρατηρείται το φαινόμενο η «Ομόνοια» και τα δύο κόμματα να υποστηρίζουν δικούς τους υποψήφιους προς μεγάλη ζημιά του τόπου. Για την «Ομόνοια», ανώτατο γνωμοδοτικό όργανο της ελληνικής μειονότητας, έχουμε αναφερθεί πολλές φορές και παρέλκει κάθε αναφορά στον ρόλο της και στους σκοπούς, που δεν είναι άλλοι από την πραγμάτωση της πραγματικής ομόνοιας και ομοψυχίας του Βορειοηπειρωτικού κόσμου. Είθε ο νέος πρόεδρος, νέος στην ηλικία, με σύγχρονες ιδέες, άνθρωπος καλλιεργημένος, μορφωμένος, με συγκρότηση πνευματική, να συντελέσει ώστε ο πονεμένος ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου να έχει μια φωνή και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό και, επιτέλους, να σταματήσουν οι διχαστικές κινήσεις και οι μικροφιλοδοξίες.
Όμως, εκείνο που προξενεί αλγεινή εντύπωση είναι οι δηλώσεις του Τσάμη Γ’ Αντιπροέδρου της Βουλής. Έφτασε στο σημείο, χωρίς αιδώ, να δίνει συμβουλές στην ελληνική κυβέρνηση για το τι πρέπει να πράξει, ώστε οι Τσάμηδες να… δικαιωθούν. Ο άνθρωπος «καβάλησε το καλάμι» και από το ύψος του θρόνου του και του παραλογισμού, με θράσος ανήγγειλλε ότι θα έρθει ώρα που θα υπάρχει Τσιάμης αντιπρόεδρος στο Ελληνικό Κοινοβούλιο. Έλεος πια! Οι Αλβανοτσάμηδες έχουν καταδικαστεί από την ιστορία και κάθε άλλη άποψη αποτελεί ιστορική παραχάραξη και διαστρέβλωση της αλήθειας. Με το τέλος του πολέμου το Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων Ιωαννίνων, με απόφασή του (αριθ. 344/25-5-1945) καταδίκασε ερήμην τους μουσουλμάνους Τσάμηδες, αρκετούς με την ποινή του θανάτου. Για την Ελλάδα το ανύπαρκτο θέμα των Τσάμηδων έχει κλείσει οριστικά και αμετάκλητα.
Από την άλλη μεριά, οι δηλώσεις του Αλβανού πρωθυπουργού για υδρογονάνθρακες, για υφαλοκρηπίδα, όρια κρατών και άλλα συναφή, αναζωπυρώνουν τον αλβανικό αλυτρωτισμό για την δημιουργία… «Μεγάλης Αλβανίας». Ο μεγαλοϊδεατισμός πυροδοτείται από την αλβανική κυβέρνηση και από αλβανικούς σοβινιστικούς κύκλους. Ο μισελληνισμός διογκώνεται επικίνδυνα, «σαρώνει» την αλβανική κοινωνία. Σιγοβράζει άκρατος εθνικισμός που εξωτερικεύεται με ακραίες αντιδράσεις σε βάρος των Ελλήνων. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός με τις δηλώσεις του «ρίχνει λάδι στη φωτιά».
Ο μεγαλοϊδεατισμός διδάσκεται στα παιδιά από την τρυφερή τους ηλικία στα σχολεία, ενώ η συνεχής «πλύση εγκεφάλου» από τα Μέσα Ενημέρωσης πολλαπλασιάζουν και γιγαντώνουν το μίσος κατά των Ελλήνων. Και βέβαια η διολίσθηση της πολιτικής ηγεσίας της γειτονικής χώρας δεν βοηθάει την ευρωπαϊκή πολιτική της Αλβανίας.
Οι συνεχείς προκλήσεις ενισχύονται και από την ατολμία της ελληνικής κυβέρνησης. Οι μετριοπαθείς κυβερνητικές δηλώσεις δεν νομίζουμε ότι θα συνετίσουν τους ταγούς της Αλβανίας.
Είναι γεγονός ότι ενόψει των τοπικών εκλογών ο πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του ανεβάζουν τους τόνους, ασκώντας εκφοβισμό και ψυχολογική βία στην Μειονότητα, ώστε να μην ψηφιστούν Έλληνες υποψήφιοι. Το έργο αυτό το είδαμε να παίζεται πολλές φορές και σε προηγούμενες δημοτικές και εθνικές εκλογές. Σκοπός της αλβανικής ηγεσίας δεν είναι απλώς η συρρίκνωση του ελληνικού στοιχείου, αλλά ο εξαλβανισμός και τελικά ο αφανισμός του.
Γι’ αυτούς τους σοβαρούς λόγους χρειάζεται από μέρους των στελεχών της μειονότητας ψυχραιμία, ανάλυση των αλβανικών επιδιώξεων και αντιμετώπιση των εχθρικών βελών με σύνεση, με νηφαλιότητα και με τεκμηριωμένα επιχειρήματα.
Επιβάλλεται όλα τα στελέχη και οι μειονοτικοί υποψήφιοι να βρίσκονται σε συνεχή επαφή και επικοινωνία με τους Βορειοηπειρώτες, να τους ενθαρρύνουν και να τους εμψυχώνουν, παροτρύνοντάς τους να αναδείξουν Έλληνες δημοτικούς άρχοντες.
Θα πρέπει να γνωρίζουν όλοι ότι όσο θα περνούν οι μέρες και θα πλησιάζει ο χρόνος των εκλογών τόσο και θα εντείνεται ο φανατισμός, οι ανθελληνικές κραυγές, οι εκβιασμοί και, ίσως, που το απευχόμαστε, η βία εις βάρος του Ελληνισμού.