Σελίδες

Σκόπια: Ο Ζορμπάς και η οικογένεια Γιάντα από τη Νικολίτσα του Γράμμου - Shkup: Zorbas dhe familja Janda nga Nikolica e Gramozit!




Ο οικογενειακός τάφος της ελληνοβλαχικής οικογένειας Γιάντα βρίσκεται στα Σκόπια. Είναι ο τάφος της κόρης του Ζορμπά, της Κατίνας Γιάντα και του άντρα της, Γιοβάν Γιάντα, καθώς και των γονιών του, Βαγγέλη και Ασπασίας Γιάντα, γραμμένος στα σλαβικά. Μαζί τους αναπαύεται κι ο Ζορμπάς. 
Η οικογένεια Γιάντα ήταν από το Κρούσοβο, με απώτερη καταγωγή από την Νικολίτσα (βλ. Ντούσαν Πόποβιτς ''Αρμάνοι Βλάχοι στα Βαλκάνια'', σελ. 324) και είχε μετοικήσει στη πόλη των Σκοπίων.

Varri familjar i familjes helenovlalhe Janda që gjendet në Shkup. Është vari i vajzës së Zorbasë, Katinas Janda, dhe burrit të saj, Joavan Janda, si dhe të prindërve të tyre Vangjeli dhe Aspasia Janda, të shkruara në sllavisht. Bashkë me ta prehet dhe Zorba. 
Familja Janda ishte nga Krushova, me origjinë më të hershme nga fshati Nikolicë (shiko Dushan Popopviç "Vllehët arëmanë të Ballkanit" fq 324) dhe ishte transferuar në qytetin e Shkupit,

Η απειλή διάλυσης της ΠΓΔΜ και η «σανίδα σωτηρίας»: Το θανάσιμο σπιράλ των Σκοπιανών και η Ελλάδα…


FILE PHOTO. Different Albanian youth organisations protest with a banner reading 'I am proud to be Albanian!' in front of FYROM Embassy in Tirana, Albania. EPA, MALTON DIBRA
Η ΠΓΔΜ εχει μπει σε ένα θανάσιμο σπιράλ, όπου όλα αυτά που συνέβαλαν στην συγκρότηση της ως ανεξάρτητης κρατικής οντότητας, η τεχνητή δημιουργία «μακεδονικής ταυτότητας» και η υποχρέωση της αλβανικής μειονότητας να υποταχθεί σε αυτήν, κλείνοντας τα αυτιά στις σειρήνες του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού, δοκιμάζονται σκληρά.
Τα διλήμματα και οι προκλήσεις για την Ελλάδα είναι πολλά.
Είναι προφανές ότι για την χώρα μας αποτελεί στρατηγική επιλογή η διάτρηση της κρατικής οντότητας στα βόρεια σύνορα μας, όπου παρά τα προβλήματα που προκαλεί η διαφορά για το όνομα, οι σχέσεις των δυο χωρών κινούνται σε καλό επίπεδο, ενώ η ΠΓΔΜ έχει λειτουργήσει ως ένα αποτελεσματικός μηχανισμός απορρόφησης των κραδασμών που προκαλεί η αντιπαλότητα των εθνικισμών στα Βαλκάνια.
Η ΠΓΔΜ αποτέλεσε το ανάχωμα μιας αντιπαράθεσης του αλβανικού με τον σερβικό και τον βουλγαρικό εθνικισμό με λάφυρο την γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας (που έμεινε εκτός του «κορμού» της Ελληνικής Μακεδονίας), κάτι που είχε ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα καθώς η  χώρα μας που δεν είχε τουλάχιστον μετά την Ενδιάμεση Συμφωνία, την οποιαδήποτε εδαφική βλέψη εις βάρος της ΠΓΔΜ.
Το θέμα της ονομασίας έχει φθάσει στα όρια του. Δεν υπάρχουν νέες ιδέες, ούτε νέες προτάσεις. Έχουν όλα εξαντληθεί. Η Ελλάδα έχει περιορίσει στο ελάχιστον τις απαιτήσεις της: να βρεθεί μια λύση που θα εξασφαλίσει τουλάχιστον μια αξιοπρεπή για την χώρα διέξοδο που δεν θα υπονομεύσει την διπλωματική και πολίτικη αξιοπιστία της ως μιας σημαντικής δύναμης στα Βαλκάνια, και κυρίως να βρεθεί μια ονομασία με την οποία θα υπάρχει σαφής διάκριση με τον κορμό της γεωγραφικής ενότητας της  Μακεδονίας  που ανήκει στην Ελλάδα.
Και αυτό είναι αναγκαίο ώστε να αποτραπούν αλυτρωτισμοί και αιτήματα «επανένωσης» της γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας.
Όλα αυτά τα χρόνια και ειδικά μετά τον πόλεμο του Κοσσόβου, όταν άρχισε η αφύπνιση του αλβανικού αλυτρωτισμού, το θέμα της ονομασίας απέκτησε μια ακόμη σημαντική διάσταση: η ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας» και η επιβολή «μακεδονικής» ταυτότητας και γλώσσας, ακύρωνε τον διεθνοτικό χαρακτήρα της  ΠΓΔΜ, όπου οι Αλβανοί αποτελούν τουλάχιστον το 23% του πληθυσμού.
Ο Νίκολα Γκρουέφσκι επιβίωσε πολιτικά κτίζοντας ένα καθεστώς, που στα τελευταία χρόνια διολίσθησε στον αυταρχισμό και στην διαφθορά, στα θεμέλια ότι «Μακεδονισμού» και ενός καταδικασμένου εκ προοιμίου σε αποτυχία  αλυτρωτισμού, εις βάρος κυρίως της Ελλάδας.
Με βασικό όπλο σε αυτή την πολιτική, το θέμα της ονομασίας συνέβαλλε ουσιαστικά στο να παραμένει η χώρα του στάσιμη στην ευρωατλαντική πορεία της  ,να σπαταλά διπλωματικό και οικονομικό κεφάλαιο στην διαρκή σύγκρουση της με την Ελλάδα και τελικά να προσφέρει την ευκαιρία στον αλβανικό παράγοντα να απαιτήσει πλέον όχι απλώς κάποια δικαιώματα αλλά την επιβολή ενός δικοινοτικού κράτους.
Έτσι η ΠΓΔΜ βρέθηκε στην τρομερή θέση η επιβίωση της  να εξαρτάται από την εξεύρεση modus vivendi με την αλβανική μειονότητα (που έχει την στήριξη της γειτονικής Αλβανίας και του Κοσσόβου) και από  την υπέρβαση της  «μακεδονικής» ταυτότητας ως αποκλειστικής ταυτότητας του κράτους,  ώστε πλέον να μπορεί να χωρέσει κάτω από την νέα ομπρέλα και η  αλβανική οντότητα.
Ο αλβανικός εθνικισμός και αναθεωρητισμός αποτελεί σημαντική απειλή για τα Βαλκάνια, όχι μόνο γιατί  αλληλοτροφοδοτείται από ένα σύστημα που έχει εύκολη πρόσβαση σε όπλα και συνδέεται με ιδιαίτερα επικερδή κυκλώματα διακίνησης ανθρώπων και ναρκωτικών. Η στήριξη που προσφέρθηκε από την δεκαετία του ’90 στον Αλβανικό παράγοντα ως ανάχωμα στην ρωσική διείσδυση στα Βαλκάνια αποθράσυνε τελικά τον αλβανικό εθνικισμό που λειτουργεί διαλυτικά για τα Βαλκάνια καθώς κινητοποιεί  έναν δυναμικό και νέο σε ηλικία πληθυσμό  και διατηρεί βλέψεις εναντίον τουλάχιστον πέντε βαλκανικών χωρών.
Το εμπόδιο για την  άρση του αδιέξοδου στην ΠΓΔΜ είναι ο ίδιος ο Γκρουέφσκι που ως εκφραστής του σκληρού «Μακεδονισμού» τροφοδοτεί τελικά τον Αλβανικό Μεγαλοϊδεατισμό.
Η όποια πρωτοβουλία αναπτυχθεί θα πρέπει να εχει σαν άξονα ,την συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής σωτηρίας με την αναλογική συμμέτοχη και των αλβανοφώνων, Συμφωνία για την υιοθέτηση νέας ονομασίας του κράτους που θα ξεμπλοκάρει την ευρωατλαντική πορεία του και πλήρη προστασία όλων των δικαιωμάτων των αλβανόφωνων υπό την εγγύηση των ευρωπαϊκών θεσμών κι αρχών και όχι της Αλβανίας. Ένα ξεκάθαρο μήνυμα απαιτείται να σταλεί και στα Τίρανα, ότι δεν θα επιτραπεί καμία απολύτως ανάμειξη στα εσωτερικά της ΠΓΔΜ, και ότι θα αποτραπεί με κάθε τρόπο κάθε νέα προσπάθεια δια της βίας αλλαγή των συνόρων στα Βαλκάνια.
Τα οξυμένα πάθη στην γειτονική χώρα ίσως δεν επιτρέπουν άμεσα την ανάληψη τέτοιων τολμηρών πρωτοβουλιών καθώς οι κινήσεις τόσο για την αλλαγή της ονομασίας όσο και για την αποκατάσταση των δικαιωμάτων των αλβανόφωνων θα στοχοποιηθούν από τους εθνικιστές.
Όμως θα πρέπει να καταστεί σαφές στον κ. Γκρουέφσκι ότι πλέον  δεν διακυβεύεται η προσωπική πολιτική του καριέρα  αλλά η τύχη και η επιβίωση της χώρας του. Και να μπορέσουν έτσι και οι πολίτες της ΠΓΔΜ να αντιληφθούν  ότι η επιβίωση τους και η ευημερία τους κάθε άλλο παρά ταυτίζονται  με τα παιγνίδια του Ν. Γκρουέφσκι και τον τυφλό εθνικισμό του. Η τελευταία «σανίδα σωτηρίας» δεν θα είναι για πολύ ακόμη διαθέσιμη.

Τα Βαλκάνια δεν βρίσκονται στα πρόθυρα του πολέμου… Μικρή η πιθανότητα αλβανικής επίθεσης στα Σκόπια


Του ΗΛΙΑ ΚΟΥΣΚΟΥΒΕΛΛΗ
Με αφορμή τα επεισόδια στα Σκόπια (27.04.2017) και σε συνδυασμό με τις δηλώσεις Ράμα (18.04.2017), ότι δεν θα πρέπει να αποκλείεται η ένωση της Αλβανίας με το Κοσσυφοπέδιο σε περίπτωση μη ένταξης της πρώτης στην ΕΕ, αναπτύχθηκε στα ελληνικά ΜΜΕ ένα κλίμα κινδυνολογίας.
Το αφήγημα που μεταδόθηκε στους πολίτες, με την βοήθεια αβάσιμων αναλύσεων, είναι ότι η περιοχή βρίσκεται, περισσότερο ή λιγότερο, στα πρόθυρα της ανάφλεξης.
Είναι όμως πράγματι έτσι;
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μετά από έξι μήνες ακυβερνησίας στα Σκόπια και της εμμονής του Γκρούεφσκι να παραμείνει στην εξουσία, η πιθανότητα σύγκρουσης μεταξύ των Σλαβόφωνων και των Αλβανόφωνων υπάρχει. Άλλωστε δεν θα είναι η πρώτη φορά, αφού οι δύο κοινότητες συγκρούσθηκαν το 2001. Ωστόσο τα πράγματα δεν είναι ίδια με το 2001. Πολύ απλά διότι οι εθνοτικές διαχωριστικές γραμμές έχουν υποχωρήσει έναντι των πολιτικών, καθώς μαζί με τους Αλβανόφωνους συμπράττει και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SDSM) των Σκοπίων.
Κύριος σκοπός είναι η απομάκρυνση του Γκρούεφσκι από την εξουσία, η διερεύνηση όλων εκείνων των υποθέσεων για τις οποίες κατηγορείται, αλλά και η πλήρης ισονομία και ισοπολιτεία μεταξύ των κοινοτήτων, όπως προέβλεπε η συμφωνία της Αχρίδας του 2001.Και εδώ μπαίνει στο παιχνίδι ο Γκρούεφσκι που κατηγορεί τους Σοσιαλδημοκράτες περίπου ως προδότες, διότι έχουν συμφωνήσει με τα κόμματα των Αλβανόφωνων την ομοσπονδοποίηση του κράτους, στην βάση μίας συμφωνία που έγινε με την βοήθεια της Αλβανίας, της «πλατφόρμας των Τιράνων». Ουσιαστικά, δηλαδή, ο Γκρούεφσκι πολώνει για να μην σχηματισθεί κυβέρνηση Σοσιαλδημοκρατών και κομμάτων των Αλβανόφωνων, και να ξαναγίνουν εκλογές, τις οποίες και ελπίζει πως, μέσω της πόλωσης που έχει καλλιεργήσει, θα κερδίσει.
Σε αυτήν την εικόνα, ας προστεθεί και ο ρόλος του διεθνούς παράγοντα, ο οποίος, εδώ και πολύ καιρό, πιέζει προς την κατεύθυνση σχηματισμού κυβέρνησης, με βάση την αρχή της δεδηλωμένης, που εμφανώς διαθέτει ο αντίπαλος του Γκρούεφσκι συνασπισμός. Με μία μόνη εξαίρεση: αυτήν της Ρωσίας, η οποία, χρησιμοποιώντας τακτικές αντίστοιχες της Μέσης Ανατολής, προσπαθεί να επιστρέψει στα Βαλκάνια και προς την οποία έχει στραφεί ο Γκρούεφσκι.
Τι θα μπορούσε κανείς να αναμένει; Το πιθανότερο και καλό σενάριο είναι να σχηματισθεί κυβέρνηση. Σε αυτήν την περίπτωση θα εξαλειφθούν οι τριβές; Όχι, απαραίτητα, καθώς τίποτε δεν αποκλείει να συνεχισθούν. Και αν το καλό σενάριο δεν προκύψει και η χώρα οδηγηθεί σε σύγκρουση, ποιές θα είναι οι συνέπειες για την Ελλάδα; Για να απαντηθεί το ερώτημα, προτείνω να θυμηθούμε το 2001: κάποια εμπόδια στις οδικές μεταφορές, κάποιες δυσκολίες για τους Έλληνες που δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά στα Σκόπια και, ασφαλώς, μείωση των όχι και τόσο πολύφερνων Σκοπιανών τουριστών. Αυτά… τίποτε άλλο!
Στην περίπτωση μίας τέτοιας σύγκρουσης, υπάρχει πιθανότητα η Αλβανία να επέμβει ώστε να βοηθήσει τους Αλβανόφωνους; Ναι, πιθανότητα πάντα υπάρχει. Ωστόσο είναι μικρή.
Πρώτον, γιατί η στρατιωτική και οικονομική ισχύς της Αλβανίας είναι περιορισμένες για μία τέτοια επιχείρηση και, δεύτερον, γιατί ο Ράμα, που βρίσκεται σε προεκλογική ουσιαστικά περίοδο, έχει ξεκάθαρα και αυστηρά προειδοποιηθεί και από το ΝΑΤΟ και από την ΕΕ, τόσο για το Κοσσυφοπέδιο όσο και για τα Σκόπια.
Από την άλλη πλευρά, όπως θέλει το σενάριο των κινδυνολογούντων, υπάρχει πιθανότητα η Βουλγαρία να επέμβει ώστε να βοηθήσει τους Σλαβόφωνους; Αυτή η πιθανότητα είναι ακόμη πιο μικρή, καθώς η Βουλγαρία είναι κράτος μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, και οι σαφείς της προτεραιότητες είναι αναπτυξιακές και οικονομικές.
Και η Ελλάδα; Σε αντίθεση με την Τουρκία ή άλλα κράτη, η χώρα μας δεν παρεμβαίνει στα εσωτερικά των γειτόνων. Υποστηρίζει πάντα την εφαρμογή των αρχών και των διαδικασιών της δημοκρατίας, τον σεβασμό του κράτους δικαίου και το απαραβίαστο των διεθνών συνόρων. Και, φυσικά, εφόσον της ζητηθεί, μπορεί, όπως το έκανε το 2001, να συμβάλει στην αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας.
Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, η ψύχραιμη επαγρύπνηση από τους αρμόδιους παράγοντες της χώρας μας είναι δικαιολογημένη, όπως και ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός, τον οποίο πάντα υποστήριζα. Όχι όμως και η διαχεόμενη κινδυνολογία, η οποία, σε αυτήν την οικονομικά δύσκολη περίοδο, προσθέτει στους πολίτες και την ανησυχία του πολέμου. Στον οποίο κανένας από τους βόρειους γείτονες δεν μπορεί να εμπλέξει την Ελλάδα, πολύ απλά γιατί δεν έχει την ισχύ να το κάνει.
Ωστόσο αυτή η κινδυνολογία μπορεί να στραφεί και εναντίον των συμφερόντων της χώρας μας. Διότι το επιχείρημα έχει ήδη διαμορφωθεί και ακούστηκε υπό μορφή ερώτησης: μήπως η γειτονική χώρα βιώνει την αστάθεια επειδή, λόγω της Ελλάδας, δεν έχει ενταχθεί στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ; Ο καθένας αντιλαμβάνεται ότι το επιχείρημα μπορεί να μετατραπεί σε πίεση προς την χώρα μας, δηλαδή να υποχωρήσει στις ενταξιακές επιδιώξεις των Σκοπίων και στο ζήτημα του ονόματος χάριν της «σταθερότητας» της περιοχής!
Αυτός είναι ο λόγος που πρέπει οι «αναλυτές» να είναι πιο προσεκτικοί. Διότι το παραπάνω επιχείρημα ξανακούστηκε και το 2001 και το 1992, αλλά ακόμη περισσότερο, το πρόβλημα της χώρας μας με τα Σκόπια έτσι περίπου ξεκίνησε. Όταν η Ελλάδα, ωθούμενη από τις συμμαχικές ανάγκες της δεκαετίας του 1950, συνήψε διπλωματικές σχέσεις με την Γιουγκοσλαβία του Τίτο και έθεσε το θέμα της «Σοσιαλιστικής Ομόσπονδης Δημοκρατίας της Μακεδονίας», τότε της ζητήθηκε να μην επιμείνει και της αντιτάχθηκε το επιχείρημα της σταθερότητας της περιοχής, της μεγάλης της συνεισφοράς προς την Δύση, αλλά και του ότι εν λόγω Δημοκρατία δεν είχε διεθνή οντότητα. Όμως, σαράντα χρόνια μετά, απέκτησε!
Με βάση τα παραπάνω, τα Βαλκάνια δεν βρίσκονται τώρα στα πρόθυρα του πολέμου! Δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς την ύπαρξη εθνικιστικών διεκδικήσεων ή την ανάμειξη παραγόντων εκτός περιοχής, όπως η Τουρκία και η Ρωσία, οι οποίες επιθυμούν την ανάπτυξη των επιρροών τους στα Βαλκάνια. Όμως, κανείς δεν γνωρίζει το άμεσο ή απώτερο μέλλον, καθώς τα ανθρώπινα πράγματα χαρακτηρίζονται από άγνοια του μέλλοντος και αβεβαιότητα. Συνεπώς καλό θα ήταν να παραμείνουμε στις πάγιες συμβουλές που προκύπτουν από την επιστημονική μελέτη των Διεθνών Σχέσεων:
Να παρακολουθούμε σταθερά, να αναλύουμε και να αντιμετωπίζουμε με νηφαλιότητα και ψυχραιμία τα γεγονότα, οι κινήσεις μας να στηρίζονται σε έναν μακροχρόνιο σχεδιασμό και, φυσικά, να αποφεύγουμε την κινδυνολογία, την συνομωσιολογία και την συγκυριακή προσέγγιση των σοβαρών ζητημάτων της ειρήνης και του πολέμου!
Πηγή: mignatiou.com