Σελίδες

Οι Άγιοι μας: Ο θρύλος της εικόνας και τα θαύματα της Αγίας Βαρβάρας Αλύκου




H παλιά εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας χτίστηκε τέλη του 5ου αρχές του 6ου αιώνα και έπαψε να στέκει όρθια από το βάρος των αιώνων, είτε από κάποια άλλη αιτία: καταστροφή από φωτιά, από επιδρομές βαρβάρων ή από σεισμό, στα τέλη του 17ου αιώνα. Στη διάρκεια των 12 αιώνων η εκκλησία επισκευάστηκε μερικές φορές. Μας το επιβεβαίωσε ο αρχαιολόγος κ. Τσιόντης από τα ευρήματα οικοδομικών υλικών διαφόρων περιόδων. Στην τελευταία ερείπωση η εικόνα της Αγίας Βαρβάρας βρέθηκε από τους χωρικούς στην κορυφή του λόφου. Την πήραν και την τοποθέτησαν ξανά στην μισογκρεμισμένη εκκλησία. Την επομένη η εικόνα βρέθηκε ξανά στην κορυφή του λόφου και αφού αυτό το θαυματουργό γεγονός επαναλήφθηκε, τότε οι χωρικοί των χωριών Αλύκο, Τσαούσι και Τρέμουλη αποφάσισαν και έκτισαν την εκκλησία στην κορυφή του λόφου, στο μέρος όπου επέλεξε η Αγία, εκεί όπου η θέα ήταν εξαιρετική, στο μέρος όπου βρίσκεται και σήμερα.

Τοn θρύλο της φυγής της εικόνας τον συναντάμε συχνά όπως: «Η θαυματουργή “Παναγία η Καναλιώτισσα” εργασμένη από το χέρι του Αγίου Λουκά, εικόνα που έφευγε μόνη της από το χωριό Κανάλια της Καρδίτσας και ανέβαινε στη Μεταμόρφωση που προτιμούσε να μείνει. Όσες φορές τη γύριζαν στη θέση της, τόσες ξανάφευγε, ώσπου την άφησαν ήσυχη να μένει 11 μήνες στα Μετέωρα κι ένα μήνα στο χωριό». Και άλλα παραδείγματα όπως: του Π. Αραβαντινού στο βιβλίο του: «Χρονογραφία της Ηπείρου», τόμος δεύτερος σελ. 185, όπου αναφέρει την μετάσταση της εικόνας της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ο Βασίλης Μπαράς στο βιβλίο του: «Το Δέλβινο …» γράφει: «Την πήραν την εικόνα της Αγίας Τριάδος με δώδεκα παπάδες ιεροφορεμένους και την έβαλαν στο προσκυνητάρι της εκκλησίας της Πέπελης, για να προσκυνάει ο κόσμος. Η εικόνα, όμως, έφυγε από κει και ξαναβρέθηκε στην πρώτη θέση της. Εκεί χτίστηκε η ονομαστή Μονή της Πέπελης». Όσο για τα θαύματα:

1. Όταν το χωριό Τρέμουλη έγινε τσιφλίκι, όπως μας μετέφερε η παράδοση, ο αγάς, ο ονομαζόμενος Μέτο, στο κέντρο του χωριού έχτισε το σαράι του με Έλληνες μαστόρους από την Κόνιτσα. Όταν φτάσανε στη σκεπή ρώτησαν τον αγά το πού θα έβρισκαν την ξυλεία. «Για ορέ», τους είπε και τους έδειξε το όμορφο δασάκι που βρίσκονταν γύρω στα 300 μ. ΒΑ του χωριού. Ένα μοναχικό δασάκι με αιωνόβια δέντρα, σ’ ένα λοφίσκο στους πρόποδες του μεγάλου λόφου. «Δε γίνεται, αγά μας, είναι βακούφι και είναι αμαρτία», του απάντησαν οι μαστόροι και άλλοι χωριανοί. Αντέδρασε δυναμικά και ο παπα-Γιώρης. «Δε γίνεται αυτό, αγά, δεν μπορείς να χαλάσεις την εκκλησιά». Ο αγάς οργισμένος, πήδηξε πάνω στο άλογό του και βρόντηξε: «Me ndiqni, ore” (ακολουθείσθε με, ορέ). Σε λίγα λεπτά όλοι τους βρέθηκαν στο δασάκι. Στο εσωτερικό του πύργοι. Άλλοι στέκονταν ακόμα όρθιοι και άλλοι είχαν γίνει σωροί από μαυρισμένες πέτρες. Βλέποντας το τοπίο ο αγάς, αφού είχε κατέβει από το άλογο, το οποίο όρμησε ορεξάτο στο παρθένο περιβόλι για βοσκή, βροντοφώναξε με ύφος θριάμβου: «Πού είναι η εκκλησιά, βρε παππά;. Εγκώ δε αλάω εκκλησιά, εδώ αλάσματα είναι, μπρε». «Δεν επιτρέπετε, αγά, είναι η εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας, είναι μεγάλη αμαρ…». Δεν πρόκανε να τελειώσει τη φράση ο παππάς, όταν ακούστηκε η αγριοφωνάρα του αγά. «Τι φοβάστε, μπρε γκιαούρηδες, από μια γκυναίκα; Αν έχει δύναμη ας κάνει ένα θαύμα, μπρε και τότε να την πιστέψω κι εγκώ». Άπλωσε το χέρι του να πάρει ένα τσεκούρι, για να ’ριχνε αυτός τις πρώτες τσεκουριές, αλλά για μεγάλη του έκπληξη το χέρι του δεν υπάκουγε, ήταν παράλυτο. Κρύος ιδρώτας έλουσε το σώμα του και οι χτύποι της καρδιάς του έμοιαζαν με χτύπους τσεκουριάς όπου γκρέμιζε το δέντρο. «Όχι δεν είναι δυνατόν», ψέλλισε με τρεμάμενη φωνή ο αγάς. Μετά από λίγο ακούστηκε το σπαραχτικό χλιμίντρισμα του αλόγου. Όλοι κοίταξαν προς τα κει. Το άλογο σπάραζε καταγής από φρικτούς πόνους. Είδαν ένα τεράστιο φίδι όπου το είχε δαγκώσει στο στόμα και του είχε ζωθεί στο λαιμό. Τότε ήταν που ο αγάς έπεσε καταγής και ψέλλισε: «Συγχώρα με, Παναγιά μου! Συγχώρα με, Αγία Βαρβάρα μου!». Λιποθύμησε για μια στιγμή και συνειδητοποίησε το τι είχε συμβεί όταν άκουσε τον παπα-Γιώρη να ψάλλει το: «Άγιος ο Θεός, Άγιος ισχυρός, Άγιος αθάνατος, ελέησον ημάς». Στα χέρια μετέφεραν τον αγά οι υπηρέτες του στο σπίτι του μουχτάρη του χωριού όπου τον έπλυναν, γιατί είχε λερωθεί και βραχεί για τα καλά. Ο Μέτος, ο αγάς, βοήθησε να χτιστεί η νέα εκκλησία και άφησε παρακαταθήκη στα παιδιά του να μην πειράξουν ποτέ την εκκλησία και τα βακούφια, αν και το χέρι του έμεινε παράλυτο για όλη του τη ζωή, για να θυμίζει στους απογόνους του να σέβονται το Θεό και τους Αγίους των Ελλήνων Χριστιανών.

2. Ένα άλλο θαυματουργό γεγονός συνέβη στις ημέρες του Δεκέμβρη του 1912 (λίγο μετά το χαλασμό του 12). Μετά τη σφαγή των τεσσάρων Αλυκιωτών και δεκάδων άλλων από τα γύρω χωριά από τους Τουρκαλβανούς, (28-29.11.1912) οι μέρες που ακολούθησαν στόχευαν στο πλιατσικολόγημα και σε ολοκληρωτικές καταστροφές σε κατοικίες, σχολεία και εκκλησίες. Μια ομάδα Κουρβελέσηδων, αφού είχε τελειώσει το μακάβριο έργο της με το χωριό Αλύκο, έβαλε φωτιά και στο σχολείο που βρίσκονταν δίπλα στην εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας. Με αναμμένο πυρσό, ένας νεαρός Κουρβελεσιώτης, όρμησε προς την εκκλησία φωνάζοντας: «Τώρα θα δεις τι θα πάθεις». Κλώτσησε την μισάνοιχτη πόρτα και μπήκε μέσα. Μετά από λίγο, οι άλλοι απ’ έξω, άκουσαν βογκητό και σπαρακτικές φωνές που ζητούσαν βοήθεια. Έτρεξαν και τον βρήκαν καταγής με τον πυρσό σβησμένο κοντά στα μάτια του, μπροστά στην εικόνα της Αγίας Βαρβάρας. «Τι έπαθες;» «Τι έπαθες;», του είπαν κι αυτός κλαίγοντας με λυγμούς τους απάντησε: «Δε βλέπω! Τυφλώθηκα, τυφλώθηκα».

Το Μάρτη του 1913, όταν επέστρεψαν οι διωγμένοι δια της βίας κάτοικοι του Αλύκου, αφού είδαν τα καμένα και ρημαγμένα σπίτια τους, επισκέφτηκαν την εκκλησία και το σχολείο. Το σχολείο ήταν ένα ερείπιο με αποκαΐδια και μισογκρεμισμένους τοίχους. Για απορία όλων η πόρτα της εκκλησίας ήταν ανοιχτή και η εκκλησία άθικτη. Μπροστά από την εικόνα της Αγίας Βαρβάρας ένας μισοκαμένος πυρσός. Η εκκλησία δεν είχε πάθει ούτε την παραμικρή ζημιά. «Μυστήριο, μυστήριο! Θαύμα, θαύμα!», έλεγαν οι χωριανοί. Μετά από χρόνια ένας αυτόπτης μάρτυρας, χωριανός του δράστη από το Κουρβελέσι, ομολόγησε το θαυματουργό συμβάν.

3. Πολλά θαύματα της Αγίας Βαρβάρας μάς είναι γνωστά, άλλα πολύ περισσότερα είναι άγνωστα για μας. Θ’ αναφερθώ στην ομολογία της άτυχης Κ. λίγο πριν φύγει απ’ τη ζωή: «Γέννησα το γιο μου με σοβαρά προβλήματα υγείας. Τον έτρεξα, για χρόνια, στους καλύτερους γιατρούς. Τον πήγα και ως την πρωτεύουσα στα Τίρανα και όλοι μου έλεγαν ό,τι δε γίνεται τίποτε με το γιο σου και ό,τι θα μείνει φυτό. Τότε έτρεξα στην εκκλησία και προσκύνησα την Αγία Βαρβάρα. Κάθισα στα γόνατα μπροστά στην εικόνα της και ζήτησα συγχώρεση και έλεος για το γιο μου. «Βοήθα τον, Αγία μου, να σηκωθεί στα πόδια του», έλεγα και τα δάκρυά μου έπεφταν βροχή. Κάποια στιγμή ένιωσα ένα χέρι στα μαλλιά μου και άκουσα μια φωνή να μου λέει: «Πήγαινε, ο γιος σου θα περπατήσει». Και το ’κανε το θαύμα η Αγία Βαρβάρα. Ο γιος μου περπάτησε».

Βασίλης Ιωάννου, τέως έπαρχος Αλύκου

Η δημιουργία της Αλβανίας


Παζάρι στα Τίρανα

Ενώ η Βουλγαρία αναγεννήθηκε το 1878, για να υπηρετήσει τα πανσλαβικά σχέδια του Τσάρου της Ρωσίας, η Αλβανία δημιουργήθηκε μέσα από τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-13, ως δυτικό ανάχωμα σε αυτά.
Εμπνευστές του σχεδίου η Αυστρία και η Ιταλία, είδαν το νέο κράτος ως μόνη λύση για να εμποδίσουν τη Σερβία να βγει στην Αδριατική.
Και χάρη στις πιέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων, οι Αλβανοί πήραν από το Μαυροβούνιο την περιοχή της Σκόδρας, από τη Σερβία όλα τα εδάφη που κυρίευσε ως το Δυρράχιο και από την Ελλάδα τη Βόρεια Ήπειρο, για να σχηματιστεί έτσι η Αλβανία.
Όλα ξεκίνησαν από την συμφωνία που είχαν συνυπογράψει Νεότουρκοι και Αλβανοί τον Αύγουστο του 1912, με την οποία η Οθωμανική αυτοκρατορία αναγνώρισε την ύπαρξη της αλβανικής εθνότητας και παραχώρησε προνόμια.
Τον Νοέμβριο του 1912, οι Οθωμανοί είχαν εγκλωβιστεί από τους Έλληνες στα Γιάννενα κι από τους Μαυροβούνιους στη Σκόδρα, και ανάμεσα σε αυτούς και τις λοιπές οθωμανικές δυνάμεις μεσολαβούσαν η Ήπειρος, η Μακεδονία και η Δυτική Θράκη, ενώ ο Ελληνικός Στόλος εμπόδιζε την θαλάσσια επικοινωνία.
Οι Αλβανοί φύλαρχοι εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία και στις 28 Νοεμβρίου 1912, στον Αυλώνα, ανακήρυξαν την αυτονομία της Αλβανίας. Αυστρία και Ιταλία είδαν τα σχέδιά τους να υλοποιούνται. Και έθεσαν το ζήτημα στη συνδιάσκεψη του Λονδίνου.
Στις 20 Δεκεμβρίου, και ενώ όλα τα άλλα ζητήματα ακόμη εκκρεμούσαν, οι Μεγάλες Δυνάμεις αναγνώρισαν την αυτονομία της Αλβανίας. Και την εφάρμοσαν με τα όπλα. Οι στόλοι των Μεγάλων Δυνάμεων ξεκίνησαν στις 28 Μαρτίου 1913 θαλάσσιο αποκλεισμό του Μαυροβουνίου. Έτσι αυτό, παρ’ όλο που στις 13 Απριλίου είχε καταλάβει τη Σκόδρα, εξαναγκάστηκε να την παραδώσει σε διεθνές απόσπασμα, στις 23 του ίδιου μήνα.
Κι ενώ η Σερβία πιεζόταν συνεχώς από την Βουλγαρία σχετικά με την διανομή των εδαφών, η Αυστρία την απείλησε πως θα εισέβαλλε στο έδαφός της, αν οι δυνάμεις της δεν αποχωρούσαν από την παραλία της Αδριατικής. Η Σερβία υπέκυψε. Η μισή Αλβανία είχε ήδη εξασφαλιστεί. Απέμενε η υπόλοιπη.
Στις 29 Ιουλίου 1913, την επομένη της συνθήκης του Βουκουρεστίου, ορίστηκε Διεθνής Επιτροπή για να χαράξει τα σύνορα της Αλβανίας. Ήταν φανερό πως, για να δημιουργηθεί το νέο κράτος, θα έπαιρναν εδάφη και από την Ελλάδα.
Επιτροπές Ελλήνων Βορειοηπειρωτών άρχισαν να οργώνουν τις Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ζητώντας δικαίωση, χωρίς αποτέλεσμα. Οργάνωσαν και έκτακτο «Ηπειρωτικό Συνέδριο» για να τεθούν οι βάσεις του μελλοντικού τους αγώνα.
Στις 17 Δεκεμβρίου 1913, ανακοινώθηκε ρύθμιση των ελληνοαλβανικών συνόρων με το «Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας»: Ότι υπάρχει πάνω από το Καλπάκι, κατακυρωνόταν στην Αλβανία. Μαζί και η νήσος Σάσων, που είχε δοθεί στην Ελλάδα το 1864, ως μέρος των Ιονίων νήσων.
Η Ελλάδα διαμαρτυρήθηκε με έντονη διακοίνωση, στις 21 Φεβρουαρίου 1914, αλλά τέθηκε προ του ωμού διλήμματος:
Την Βόρεια Ήπειρο ή τα νησιά του Αιγαίου; Και με την έμμεση απειλή για αναθεώρηση της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, την οποία διακαώς επιθυμούσαν Βούλγαροι και Ρώσοι, αναγκάστηκε να υποχωρήσει.
Η αποχώρηση του Ελληνικού Στρατού από τη Βόρεια Ήπειρο συνδυάστηκε με γενική εξέγερση των Βορειοηπειρωτών. Η περιοχή ανακηρύχτηκε Αυτόνομη και ο μέχρι τότε Γενικός Διοικητής Ηπείρου, Γεώργιος Χρηστάκη Ζωγράφος (1863 - 1920), σχημάτισε Προσωρινή Κυβέρνηση, με μέλη τρεις Μητροπολίτες και τρεις λαϊκούς.
Με τη βοήθεια Ελήνων Αξιωματικών, που δρούσαν με την ανοχή της ελληνικής Κυβέρνησης, σχηματίστηκε βιαστικά Βορειοηπειρωτικός Στρατός, που εμπόδισε τον Αλβανικό να καταλάβει τα εξεγερμένα μέρη, γεγονός που επέτρεψε στους Βορειοηπειρώτες να διακηρύξουν την ανεξαρτησία τους.
Όμως, κάτω από την πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων, η Ελλάδα υποχρεώθηκε στις 17 Μαΐου 1914 να υπογράψει το «Πρωτόκολλο της Κέρκυρας», με το οποίο αναγνωριζόταν μεν η ελληνικότητα της Βορείας Ηπείρου, αλλά στα πλαίσια του κράτους της Αλβανίας, με ειδικά προνόμια που θα παρέχονταν στον ελληνικό πληθυσμό.
Δυο μήνες νωρίτερα (Μάρτιος 1914), είχε οριστεί Βασιλιάς της Αλβανίας ο Αυστριακός πρίγκιπας Γουλιέλμος Βιντ. Οι Ιταλοί όμως δεν τον δέχονταν. Τον Σεπτέμβριο 1914, και ενώ είχε ήδη ξεκινήσει ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος, έγινε πραξικόπημα που τον οδήγησε σε παραίτηση. Ακολούθησε περίοδος μεγάλης αναρχίας και οι Μεγάλες Δυνάμεις ζήτησαν από την Ελλάδα να καταλάβει το νεοσύστατο κράτος για να επιβάλει την τάξη (Οκτώβριος 1914). Ταυτόχρονα, οι Ιταλοί έκαναν απόβαση και κυρίευσαν τον Αυλώνα, την τότε πρωτεύουσα της Αλβανίας. Όμως, οι Αυστριακοί, οι οποίοι προέλαυναν νικηφόρα μέσα από τα εδάφη της Σερβίας, απώθησαν και τους Ιταλούς στο ελληνικό έδαφος.
Η κατάσταση περιπλέχτηκε ακόμη περισσότερο, καθώς οι σύμμαχοι της Αντάντ θεώρησαν ότι θα εξασφάλιζαν τη σύμπραξη των Αλβανών, αν τους έδιναν ένα κράτος. Και αφού ήταν αδύνατο να ξαναστήσουν την Αλβανία στη σωστή περιοχή, τη χάραξαν πιο νότια στον χάρτη, μέσα στο ελληνικό έδαφος.
Το κατασκεύασμα αυτό ονομάστηκε «Αλβανική Δημοκρατία» αλλά ούτε τους Αλβανούς εξυπηρετούσε, αφού ζούσαν πιο βόρεια, ούτε τους Έλληνες, από τους οποίους αφαιρούσαν ολόκληρη την Ήπειρο (βόρεια αλλά και νότια).
Η «Αλβανία» αυτή διαλύθηκε, ενώ οι Γάλλοι κυρίευσαν την Κορυτσά (έμειναν εκεί ως το 1920). Αργότερα, η περιοχή του Αυλώνα δόθηκε πάλι στην Ιταλία, στην οποία δόθηκε και η επικυριαρχία της Αλβανίας, με αντάλλαγμα να μπει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ (26 Απριλίου 1915).
Το τέλος του 1ου ΠΠ, δεν ξεκαθάρισε την κατάσταση προς όφελος των Βορειοηπειρωτών, καθόρισε όμως τα οριστικά σύνορα, όπως αυτά ισχύουν μέχρι σήμερα, με την Βόρεια Ήπειρο στην Αλβανία και την Νότια στην Ελλάδα.