Σελίδες

Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ, ΘΕΕ ΜΟΥ

ΑΠΑΝΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Ο τυφλός προ του Σταυρού.

Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ, ΘΕΕ ΜΟΥ

 

Ὅταν τριγύρω βλέπω τῆς φύσεως τὰ κάλλη,
τὸν ἥλιο, τὴ σελήνη, τ’ ἄστρα
τὰ φωτεινά,
τὴ θάλασσα, π’ ἀφρίζει κι ἁπλώνεται μεγάλη,
τοὺς ποταμούς, τὰ δένδρα, τοὺς κάμπους,
τὰ βουνὰ
καὶ τ’ ἄνθη, ποὺ στολίζουν ἀγροὺς καὶ μονοπάτια,
Σ’ εὐχαριστῶ, Θεέ μου, ποὺ μοῦ  δωκες
τὰ μάτια.

 

***

Κι ὅταν ἀκούω τὸ φλοῖσβο στὴν ἥσυχη ἀμμουδιὰ
κι ὅταν ἀκούω στὸ δάσος τὸ ζηλεμμένο ἀηδόνι
κι ὃταν ἀκούω τ’ ἀγέρι στοῦ δέντρου τὰ κλαδιὰ
κι ὅταν ἀκούω ἀκόμη τοὺς στεναγμοὺς τοῦ γκιώνη
καὶ τὴ φωνὴ τοῦ γρύλλου στὴ σκοτεινὴ νυχτιά,
Σ’ εὐχαριστῶ, Θεέ
μου, ποὺ  μοῦ δωκες τ’ αὐτιά.

 

***

Κι ὅταν στὸ δρόμο βρίσκω γέρο, τυφλό, ζητιᾶνο
ἢ κι ὀρφανὰ παιδάκια, ποὺ τρέμουν καὶ πεινοῦν,
καὶ σταματῶ μ’ ἀγάπη κι ἐλεημοσύνη κάνω
κρυφὰ ἀπ’ τοὺς διαβάτες, ποὺ δίπλα μου περνοῦν,
κι εὐφραίνετ’ ἡ ψυχή
μου κι ἀγάλλεται καὶ χαίρει,
Σ’ εὐχαριστῶ, Θεέ μου, ποὺ μοῦ  ’δωκες τὸ χέρι.

.
᾽Ιωάννης Πολέμης


Ο ΤΥΦΛΟΣ

Ο τυφλός Βαρτίμαιος | Αιρετικός

Ο ΤΥΦΛΟΣ

 

Τὶ εἶν' ἡ βοὴ στὸ Γολγοθᾶ ποὺ κόσμος τρέχει ἀπάνω;

-Πηγαίνουν νὰ σταυρώσουν δυὸ μαζί μὲ κάποιον πλᾶνο.

-Ποιοὶ νἆν οἱ δυὸ, ποὺ ἐκδικητής ὁ χάρος τοὺς προσμένει;

-Κλέφτες, φονιάδες, ἄρπαγες, κακούργοι ξακουσμένοι.

-Καὶ ποιὸς ὁ πλᾶνος ποὺ κι αὐτὸς θὰ σταυρωθῇ μαζὶ τους;

-Τοὺς Φαρισαίους ρώτησε, εἰναι δουλειὰ δικὴ τους!

-Θὰ πάω νὰ δῶ... Εἶπα «νὰ δῶ» κι ἦρθαν στὸ νοῦ μου πάλι.

Τὰ χρόνια ποὺ ἤμουνα τυφλός. Τυφλός! Ἐσεῖς οἱ ἄλλοι

δὲν ξέρετε πόσο ἡ ψυχή μέσα στὰ στήθη εἶν' ἄδεια,

ὅταν μὲ μάτια ὁρθάνοιχτα βαδίζει στὰ σκοτάδια!

Πῶς τὴ θυμοῦμαι τὴ στιγμή ποὺ ἐστάθη αὐτός μπροστὰ μου

καὶ μ' εὐσπλαχνίσθη, κ’ ἔσκυψε, πῆρε πηλὸ ἀπὸ χάμου

κι ἀλείφοντας τὰ μάτια μου μὲ τὸν πηλό ἐκεῖνο,

μοῦ εἶπε νὰ πάω στοῦ Σιλωάμ τὴ στέρνα νὰ τὰ πλύνω!

Ὅταν τὸν πρωτοακτίκρυσα τὸν Φωτοδότη ἐμπρός μου,

στὴν ὄψη του εἶδα ὅλες μαζὶ τὶς ὀμορφιὲς τοῦ κόσμου. Μοσχοβολοῦσε κ’ ἔλαμπε τὸ κάθε κίνημά του...

Φῶς καὶ τὰ χείλη, κ’ ἡ φωνή, τὰ μάτια κ’ ἡ ματιά του.

Στὰ χείλη του ἡ παρηγοριά, στὰ μάτια του ἡ ἐλπίδα...

Ἔστρεψα τότε ὁλόγυρα τὰ δυὸ μου μάτια κι εἶδα

κάθε ποὺ ζεῖ καὶ ποὺ δὲν ζεῖ, κ’ εἶδα παντοῦ γραμμένη

τὴν ὄψη του, λὲς κ’ ἤτανε καθρέπτης του ἡ οἰκουμένη.

Φῶς ἡ ζωή, χαρὰ τὸ φῶς! … Ἂς πάω νὰ δῶ τὸν πλᾶνο

ποὺ θὰ καρφώσουν στὸ Σταυρό. Κατὰ τὸ λόφο ἐπάνω

κόσμος, περιγελάσματα, κι ὀχλοβοή, κ’ ἀντάρα,

χίλιες φωνὲς σὰν μιὰ φωνή, κι ὅλες σὰν μιὰ κατάρα.

Ποῦ πάει; Σπρώχνει καὶ σπρώχνεται καὶ πνίγεται καὶ πνίγει,

καὶ σταματᾶ προσμένοντας. Παράμερα ξανοίγει

τρεῖς μαυροφόρες ποὺ κρατοῦν μιὰ λιγοθυμισμένη. 

Θὲ νἆναι μάνα, ἡ δύστυχη! Ξάφνω, μὲ μιᾶς σωπαίνει

τὸ πλῆθος ποὺ ἀνταριάζονταν. -Γκάπ! Γκούπ!

 Καρφώνουν, κρότοι πνιγμένοι μὲς στὰ βογγητά!  Ὑψώνονται οἱ δυὸ πρῶτοι

σταυροί· κανείς δὲν στρέφεται. Γκάπ! Γκούπ!  Ξανακαρφώνουν,

μὰ βόγγος δὲν ἀκούγεται. Νὰ, καὶ τὸν τρίτον ὑψώνουν.

… Πῶς; Σὺ ποὺ μοῦ ’δωσες τὸ φῶς, ἐσένα πλᾶνο λένε;

Κ’ ἦταν γραφτὸ τὰ μάτια μου νὰ βλέπουν γιὰ νὰ κλαῖνε;

Τί νὰ τὰ κάνω καὶ τῆς γῆς καὶ τ' οὐρανοῦ τὰ κάλλη;

Πάρε τὸ φῶς ποὺ μοῦ 'δωσες καὶ τύφλωσέ με πάλι!


ΕΚΔΗΜΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΠΑΚΟΥ

ΕΚΔΗΜΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΠΑΚΟΥ

Η ΣΦΕΒΑ με συγκίνηση αποχαιρετά τόν Γεώργιο Μπάκο, τον εμβληματικό φύλακα και την “ψυχή” του στρατιωτικού  νεκροταφείου των ηρώων του 1940, στο χωριό Βουλιαράτες του Αργυροκάστρου.

            Γνήσιος Ηπειρώτης  με καρδιά γεμάτη αγάπη για τον Χριστό και την Ελλάδα, αρετές που διδάχθηκε από την οικογένειά του στα δύσκολα χρόνια της αθεϊστικής δικτατορίας του Ενβέρ Χότζα ανέλαβε με υψηλό αίσθημα ευθύνης  και παρά τον κίνδυνο,   την διαφύλαξη της μνήμης των νεκρών αξιωματικών και οπλιτών, που έδωσαν τη ζωή τους είτε στις μάχες που έγιναν για την απελευθέρωση της Δρόπολης τον Νοέμβριο του 1940, είτε πέθαναν στο ορεινό νοσοκομείο που λειτουργούσε κατά την διάρκεια του πολέμου στο χωριό του, στους Βουλιαράτες. Ο πατέρας του Δημήτρης διέσωσε σε σχεδιάγραμμα τα ονόματα και τις θέσεις που είχαν ταφεί οι νεκροί, και όταν στη δικτατορία του  Χότζα, καταστράφηκαν οι πρόχειροι σταυροί που είχαν στηθεί, πέτυχε με τη συνεργασία των κατοίκων του χωριού, να μην ανασκαφεί ο χώρος αλλά να διατηρηθεί  προς μελλοντική κοινοτική εκμετάλλευση και στην ουσία να παραμείνει άθικτος. Αυτός είναι και  ο λόγος που στην περίπτωση του νεκροταφείου στους Βουλιαράτες είχαμε από την πρώτη στιγμή τα ονόματα και την ακριβή θέση ταφής των περίπου 60 νεκρών που αναπαύονται εκεί, κάτι που δεν συνέβη πουθενά αλλού στα μέτωπα του πολέμου στη Βόρειο Ήπειρο,

            Όταν πέθανε ο κ. Δημήτρης  το 1972, έδωσε τα στοιχεία στον γιό του Γεώργιο, “ορκίζοντάς” τον  να τα διαφυλάξει με κάθε θυσία, και να τα παραδώσει σε εκπρόσωπο του ελληνικού κράτους, όταν  θα ερχόταν η κατάλληλη στιγμή. Η στιγμή αυτή ήλθε το 1991 όταν με την πτώση του καθεστώτος και το άνοιγμα των συνόρων, το υλικό παρεδόθη σε εκπρόσωπο της πρεσβείας για να αξιοποιηθεί κατάλληλα και να βρούνε οι  ήρωες νεκροί την δικαίωση και την τιμή που τους άξιζε αλλά και να μπορούν οι συγγενείς τους να αποτίσουν τον οφειλόμενο φόρο τιμής μετά από 50 σχεδόν χρόνια.

            Με πρωτοβουλία του χωριού και την αμέριστη στήριξη του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου (και λίγα χρόνια αργότερα  και της ελληνικής κυβέρνησης) οριοθετήθηκε και διαμορφώθηκε κατάλληλα ο χώρος και οι τάφοι, ενώ κτίστηκε και το εκκλησάκι της Αγίας Σκέπης. Στην πορεία το στρατιωτικό νεκροταφείο στους Βουλιαράτες έγινε το κεντρικό σημείο τιμής και μνήμης του έπους του 1940 για την Βόρειο Ήπειρο και αυτό που ξεκίνησε με τη συμμετοχή μόνο των κατοίκων του χωριού και μετρημένων στα δάχτυλα Ελλαδιτών στη δεκαετία του 1990, είναι σήμερα μία μεγαλειώδης εκδήλωση μνήμης με τη συμμετοχή πολλών επισήμων και εκατοντάδων προσκυνητών από την Ελλάδα και άλλες περιοχές της Βορείου Ηπείρου.

            Ο κ. Μπάκος πιστός στην υπόσχεση που έδωσε στον πατέρα του, ανέλαβε την ευθύνη της φύλαξης και περιποίησης του νεκροταφείου. Από τότε ως σήμερα, παρά τα 80 χρόνια που κουβαλούσε στην πλάτη του, και το γεγονός ότι δεν είχε αυτοκίνητο και το σπίτι του απείχε αρκετά από το νεκροταφείο, κάθε φορά που ένα λεωφορείο με προσκυνητές ερχόταν στο χωριό, οποιαδήποτε ημέρα και ώρα και κάτω από  οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες , ο κ. Γιώργος ήταν εκεί, εθελοντικά και με νεανική διάθεση, για να υποδεχθεί τους συμπατριώτες του στην ιδιαίτερη πατρίδα του , να τους ξεναγήσει στο ηρώο, και να ανάψει μαζί τους ένα κερί στη μνήμη των παλικαριών που έδωσαν τη ζωή τους  για την Ελευθερία. Δεκάδες φορές και εμείς, τα μέλη της ΣΦΕΒΑ είχαμε την χαρά να τον συναντήσουμε στο νεκροταφείο, να τον  ακούσουμε να μας εξιστορεί με εθνική υπερηφάνεια  τα γεγονότα εκείνης της εποχής αλλά και τα βάσανα του καθεστώτος του Χότζα, ενώ με συγκίνηση τον θυμόμαστε να δακρύζει συχνά για τους αξιωματικούς και οπλίτες που “αναπαύονται” στον ιερό εκείνο τόπο. Όταν τον ρωτούσαμε αν κουράζεται από το διακόνημά του αυτό, μας απαντούσε εμφατικά: Οι ήρωες αυτοί δώσανε τα νιάτα τους για την ελευθερία της Ελλάδος αλλά και τη δική μας και εγώ θα σκεφτώ την ώρα που θα αφιερώσω για να έλθω να ανοίξω το νεκροταφείο για να προσκυνήσετε; Όσο ζω και αναπνέω, θα έρχομαι εδώ να κάνω αυτό που δεν μπόρεσαν να κάνουν οι γονείς, οι σύζυγοι και τα παιδιά τους, που τους θρήνησαν και τους έκλαψαν από μακριά χωρίς να μπορούν να αφήσουν ένα λουλούδι στον τάφο τους και να τους ανάψουν το κανδήλι”!

            Ας είναι αιωνία η μνήμη του κ. Γεώργιου Μπάκου! Είμαστε σίγουροι ότι οι ψυχές των ηρώων του 1940 που τόσο τους αγάπησε και τίμησε την μνήμη τους , θα τον υποδεχθούν με αγάπη και ο Άγιος Θεός,  που με άδολη πίστη  υπηρετούσε τόσα χρόνια στην τοπική ενορία, θα τον αναπαύσει από τους κόπους του!

ΣΦΕΒΑ, 15/5/2020

ΕΚΔΗΜΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΠΑΚΟΥ