Σελίδες

Την ώρα που καταρρέει το σπίτι του Σεφέρη στην Κορυτσά, ο Βενιζέλος δίνει 2,5 εκ. ευρώ για το Εθνικό θέατρο της Αλβανίας!


Την ώρα που καταρρέει το σπίτι του Σεφέρη στην Κορυτσά, ο Βενιζέλος δίνει 2,5 εκ. ευρώ για το Εθνικό θέατρο της Αλβανίας!

Το σπίτι όπου έζησε ο μεγάλος Ελληνας ποιητής, Γιώργος Σεφέρης, τη διετία 1936-1937 κινδυνεύει με κατάρρευση, προειδοποιεί ο γενικός πρόξενος της Ελλάδας στην Κορυτσά, Γιάννης Πεδιώτης, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για ένα ιστορικό οίκημα που ανήκει στο ελληνικό δημόσιο.

Το σπίτι, στο οποίο ο Σεφέρης έγραψε ορισμένα από τα πιο σημαντικά έργα του, αποτελεί τοπόσημο για την ελληνική κουλτούρα και ιστορία και, παρά τις καταστροφές που υπέστη κατά την περίοδο των μεγάλων αναταραχών στην Αλβανία, το 1997, εξακολουθεί να θεωρείται σύμβολο για τη χώρα μας.

Πριν από λίγους μήνες ο κ. Πεδιώτης έκανε έκκληση να σωθεί το κτίριο όπου έμενε κι εργαζόταν ο Γιώργος Σεφέρης κατά τη διάρκεια της θητείας του στην Κορυτσά. Πρόκειται για ένα ιστορικό νεοκλασικό, στο κέντρο της πόλης, που αγόρασε η ελληνική πολιτεία το 1998 έναντι του ποσού των περίπου 100.000 δολαρίων και, σήμερα, καταρρέει, αφημένο στο έλεος καταπατητών κι εμπόρων οικοδομικών υλικών. Το κτίσμα υπέστη μεγάλες ζημιές από πυρκαγιά, κατά τις αναταραχές που είχαν ξεσπάσει το 1997 με την περιβόητη υπόθεση των «πυραμίδων».
Για την αναστήλωση του κτιρίου έχει εκπονηθεί μελέτη και το κόστος για την υλοποίηση των εργασιών εκτιμάται γύρω στις 300.000 ευρώ, σύμφωνα με τον κ. Πεδιώτη, το σχετικό αίτημα του οποίου προς τις αρμόδιες αρχές του ελληνικού κράτους δεν βρήκε ανταπόκριση, εξαιτίας της πολύ δύσκολης οικονομικής συγκυρίας.
«Η πρότασή μου ήταν να πάρουμε ένα δάνειο από το εδώ παράρτημα της Εθνικής Τράπεζας, η δόση του οποίου θα ήταν μικρότερη από το ενοίκιο που πληρώνουμε για τη στέγαση του προξενείου σε άλλο κτίριο» ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Πεδιώτης, εξηγώντας πως πρόκειται για ένα κτίριο, που με την αναστήλωσή του θα μπορούσε να αποτελέσει σημείο αναφοράς για την πόλη.
«Δυστυχώς, έχουμε πέσει στη δίνη μίας πολύ άσχημης οικονομικής κατάστασης» επισήμανε ο Έλληνας διπλωμάτης.
Αρνητική ήταν η απάντηση που έλαβε και από ορισμένα ιδρύματα και φορείς- άλλα δεν έχουν απαντήσει ακόμη- στα οποία αποτάθηκε ζητώντας τη συνδρομή τους. Ωστόσο, ο ίδιος είναι αποφασισμένος να συνεχίσει τις προσπάθειες για να σωθεί το κτίριο, το οποίο, όπως λέει χαρακτηριστικά, «έχει “δει” όλο τον 20ο αιώνα, έχει παρελάσει από μπροστά του όλη η ιστορία».
Κι, όντως! Το κτίσμα ανεγέρθηκε στη σημερινή του μορφή γύρω στο 1900, όταν μία επιφανής οικογένεια της περιοχής, του γιατρού Τούρτουλη, αποκατέστησε ένα μικρότερο κτίριο που προϋπήρχε και πρόσθεσε νέους χώρους. Να πώς περιγράφει το οίκημα, την περίοδο της θητείας του Γιώργου Σεφέρη, η Στέφη Κόρτη- Κόντη στο βιβλίο της «Οι σοκολάτες του Σεφέρη» (εκδ. Επίκεντρο): «Το ελληνικό προξενείο δεν είναι μακριά από το σπίτι του Δημητρού, στεγάζεται στο μεγάλο και επιβλητικό σπίτι του Τούρτουλη με τη φαρδιά μαρμάρινη σκάλα. Στο κάτω πάτωμα λειτουργούν τα γραφεία του προξενείου και το επάνω πάτωμα είναι η κατοικία του προξένου. Μπροστά η αυλή με τις μεγάλες μαρμάρινες πλάκες και τα ψηλά πεύκα».
«Αυτό το κτίριο έχει απεριόριστες δυνατότητες. Εγώ, σκέφτομαι, εφόσον αναστηλωθεί, να υπάρχει Λέσχη Σεφέρη, να υπάρχει έκθεση για τον ελληνισμό της περιοχής κ.ά.» σημείωσε ο κ. Πεδιώτης, ο οποίος στους εννέα μήνες που βρίσκεται στην Κορυτσά έχει ήδη αρχίσει να συγκεντρώνει διάφορα αντικείμενα από την ομογένεια της περιοχής- παλιά έγγραφα, φωτογραφίες, διπλώματα (όλα πρωτότυπα)- τα οποία φυλάσσονται προσωρινά στο προξενείο.
Αν κάποτε το κτίριο που φιλοξένησε το διπλωμάτη Γιώργου Σεφεριάδη (πραγματικό όνομα του Γιώργου Σεφέρη) ανακαινιστεί και δεν παραδοθεί στην αδυσώπητη φθορά του χρόνου, τότε ίσως όλα αυτά τα αντικείμενα να βρουν μία μόνιμη εστία.

H Βόρειος Ήπειρος δεκαετία 1912-1922


Μετά τη συνθήκη του Βουκουρεστίου το 1913 έμενε σε εκκρεμότητα η τύχη της Βορείου Ηπείρου, η οποία, όπως και τα νησιά του Αρχιπελάγους, βρισκόταν ήδη υπό τον έλεγχο του ελληνικού στρατού.
Δεν είχε όμως προσδιοριστεί με συνθήκη κάποιο μόνιμο καθεστώς. Παράλληλα, στη Βόρειο Ήπειρο δρούσαν ελληνικά αντάρτικα σώματα. H λύση του θέματος εξαρτιόταν από το αν και με ποια σύνορα θα ιδρυθεί αλβανικό κράτος. Oι Μεγάλες Δυνάμεις καθόριζαν τη στάση τους με βάση τα συμφέροντά τους στην περιοχή. Έτσι, η Ιταλία και η Αυστρουγγαρία επιδίωκαν την ίδρυση αλβανικού κράτους με τη μεγαλύτερη δυνατή έκταση, ειδικά προς το νότο. Προσπαθούσαν δηλαδή να εντάξουν την περιοχή της Βορείου Ηπείρου (Kορυτσά, Δέλβινο, Αργυρόκαστρο, Χειμάρα, ’γιοι Σαράντα) στα όρια του νέου κράτους.
Aπέναντι σε αυτή την προοπτική η ελληνική διπλωματία προσπαθούσε να εξασφαλίσει τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα. Ήταν γνωστό πως οι δυνατότητες επιτυχίας ήταν μικρές και για αυτό το βορειοηπειρωτικό ζήτημα χρησιμοποιήθηκε ως διαπραγματευτικό μέσο για την εξασφάλιση των νησιών του Αιγαίου. Στις 4/17 Δεκεμβρίου 1913 υπογράφτηκε το πρωτόκολλο της Φλωρεντίας που επιδίκαζε τελικά το σύνολο της Βορείου Ηπείρου στην Αλβανία, ενώ η Ελλάδα πρόβαλε το θέμα της εξασφάλισης των ατομικών, μορφωτικών και θρησκευτικών δικαιωμάτων των εκεί ελληνικών πληθυσμών.
H σύνθεση του πληθυσμού της Βορείου Ηπείρου, που αποτελούνταν σύμφωνα με τις επίσημες ελληνικές εκτιμήσεις κατά βάση από ελληνόφωνους ή ελληνικής εθνικής συνείδησης αλβανόφωνους και βλαχόφωνους, αλλά και το γεγονός της κατοχής από τον ελληνικό στρατό εξέθρεψαν το αίτημα για αυτοδιάθεση. Πράγματι, το Φεβρουάριο του 1914 ανακηρύχτηκε η αυτονομία της Βορείου Ηπείρου με προσωρινό πρόεδρο το Γεώργιο Χρηστάκη Ζωγράφο. Οι Mεγάλες Δυνάμεις αντέδρασαν σε αυτές τις ελληνικές ενέργειες, οι οποίες δεν εκπορεύονταν από την επίσημη κυβέρνηση παρά το ότι ο Ζωγράφος είχε χρηματήσει υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας.
Tο Μάιο του 1914 στην Κέρκυρα επιτεύχθηκε συμφωνία ανάμεσα στη Διεθνή Επιτροπή Eλέγχου για την Aλβανία και στην ηγεσία των ελλήνων αυτονομιστών, που προέβλεπε διευρυμένη αυτονομία και προνόμια για τους έλληνες βορειοηπειρώτες στο πλαίσιο του αλβανικού κράτους. Ακόμη και μετά από αυτή τη συμφωνία τα πράγματα στην περιοχή δεν ηρέμησαν, αντίθετα το χάος και οι συγκρούσεις διευρύνθηκαν. Aυτά ήταν τα δεδομένα του ζητήματος όταν ξεκίνησε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος. Αξίζει να σημειωθεί πως παρά την ελληνική υποχώρηση στο θέμα της Βορείου Ηπείρου δεν υπήρξε καμία πρόοδος τελικά ούτε στο καθεστώς των νησιών του Αιγαίου ούτε στο θέμα των Δωδεκανήσων.
Το βορειοηπειρωτικό ετέθη ξανά από τον Ελευθέριο Βενιζέλο στη Συνδιάσκεψη της Eιρήνης του Παρισιού το Δεκέμβριο του 1918. Έγιναν πολύπλοκες διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις Μεγάλες Δυνάμεις (Aγγλία, Γαλλία, Η.Π.Α., Ιταλία) και την Ελλάδα αναφορικά με τα νότια σύνορα του αλβανικού κράτους. Τον Ιούλιο του 1919 υπογράφτηκε ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ιταλία το σύμφωνο Βενιζέλου-Tιττόνι. Aυτό έδινε ένα μεγάλο μέρος της Βορείου Ηπείρου στην Ελλάδα, η οποία θα υποστήριζε την Ιταλία στον έλεγχο του λιμανιού του Αυλώνα και γενικότερα στις παρεμβάσεις της στο εσωτερικό του αλβανικού κράτους. H άρνηση της Γαλλίας να επιτρέψει την αντικατάσταση των στρατευμάτων της από ελληνικά στην περιοχή της Κορυτσάς, κίνηση που θα δημιουργούσε τετελεσμένα στην περιοχή, αλλά και η σημασία που έδωσε η ελληνική αποστολή στις διεκδικήσεις στη Θράκη και τη Μικρά Ασία αντέστρεψαν το κλίμα. Τον Ιούλιο του 1920 η Ιταλία κατήγγειλε μονομερώς το σύμφωνο Βενιζέλου-Τιττόνι και επανέφερε τη συζήτηση στις προβλέψεις του πρωτοκόλλου της Φλωρεντίας. Aργότερα υπογράφτηκε ιταλοαλβανική συμφωνία και το αλβανικό κράτος εντάχθηκε στην Κοινωνία των Εθνών. Tο Νοέμβριο του 1921 η Βόρειος Ήπειρος κατακυρώνεται οριστικά στην Αλβανία.