|
Ηρακλής
Ρεράκης, Καθηγητής ΑΠΘ, Πρόεδρος
της Πανελλήνιας Ενώσεως Θεολόγων «Τι
μας ζητά η Εκκλησία μας, κατά τη Μ. Τεσσαρακοστή;» Η Μ. Τεσσαρακοστή αποτελεί, για τους
ορθόδοξους Χριστιανούς, μια ξεχωριστή περίοδο νηστείας και εγκράτειας
(απελευθέρωσης από τα πάθη), μετάνοιας (αλλαγής τρόπου ζωής), προσευχής
(επικοινωνίας με τον Θεό – Δημιουργό) και πνευματικής θεραπείας. Την περίοδο αυτή, οι πιστοί, στην πορεία
τους προς τη Σταύρωση και την Ανάσταση του Χριστού, ακολουθούν την Εκκλησία
στη Μυστηριακή και Λειτουργική της ζωή, δεχόμενοι τα δοκιμασμένα, στη
διαχρονική της διαδρομή, θεραπευτικά
μέσα. Η Εκκλησία δεν αφήνει μόνους τους
πιστούς να παλεύουν στην τρικυμία της σύγχρονης υλιστικής εκκοσμικευμένης
ζωής. Τους προσφέρει ευκαιρίες πνευματικής ανακαίνισης και ανύψωσης,
βοηθώντας τους να απαγκιστρωθούν από όλα τα εμπόδια που τους κρατούν μακράν
του Θεού. Ωστόσο, η συμμετοχή τους στη Σταύρωση
και στην Ανάσταση του Χριστού, χρειάζεται πνευματική άσκηση και κάθαρση αλλά
και θεία συνδρομή. Ουσιαστικά, η Εκκλησία με την Σαρακοστή προσπαθεί να
πείσει τα μέλη της, με όλα τα διδακτικά και μυστηριακά μέσα, να ελευθερωθούν
από τον φιλόκακο και μισάνθρωπο διάβολο και να συνειδητοποιήσουν ότι είναι
τέκνα Φωτός και κληρονόμοι της ουράνιας Βασιλείας του Θεού. Ο δολοπλόκος και λαοπλάνος διάβολος
επιδιώκει να τους κρατά μακράν του Σωτήρα και αληθινού Θεού, έτσι ώστε να
διατηρούν την απόστασή τους από την πίστη και τη ζωή του Χριστού, που φέρνει
τη σωτηρία και καθιστά προσιτό, για όλους και για το καθένα πιστό ξεχωριστά, το
όραμα της Εκκλησίας, που είναι η μετάβαση στη «ζωή του μέλλοντος αιώνος». Η Μ. Τεσσαρακοστή, συνεπώς, αποτελεί μια
εντατική και βιωματική παιδαγωγία στη χριστιανική ζωή, που στοχεύει στην
επαναφορά των πιστών στην αγωνιστική πορεία που ξεκίνησαν, με την είσοδό τους στην Εκκλησία διά του
Μυστηρίου του Αγίου Βαπτίσματος. Έρχεται,
δηλαδή, να υπενθυμίσει σε όλους τους πιστούς ότι είναι Υιοί Θεού και εν
δυνάμει κληρονόμοι της αιώνιας Βασιλείας Του Θεού. Η Βασιλεία του Θεού, όμως,
όπως τονίζει το δοξαστικό των Αίνων της Ε’ Κυριακής
των Νηστειών, δεν είναι «βρώσις και πόσις, αλλά δικαιοσύνη και άσκησις
συν αγιασμώ». Οι πιστοί στη Μ. Σαρακοστή ξαναμπαίνουν
στην «κατά φύσιν» ένθεη πορεία τους, την οποία καθόρισε, ως οντολογικό
στοιχείο για όλους τους ανθρώπους, ο Θεός και Δημιουργός και απαρνούνται την
«παρά φύσιν» υποδούλωσή τους στην
δαιμονική ανυπακοή και υψηγορία. Διότι, η έλλειψη του τρόπου ζωής του
Χριστού, από τη ζωή τους, τους καθιστά ελλειμματικούς και άρρωστους
πνευματικά. Γι’ αυτό η Εκκλησία, βήμα – βήμα, τους επαναφέρει στο Βάπτισμά τους,
καθοδηγώντας τους ξανά και ξανά, στην απόταξη και απαλλαγή του Σατανά και στη
επανασύνταξή τους στον Χριστό. Η προετοιμασία τους ξεκινά με την άρνηση
της φαρισαϊκής έπαρσης και την αποδοχή της τελωνικής ταπείνωσης και προχωρά
με την επιστροφή του Ασώτου Υιού στον εαυτόν του και στον Πατέρα, για να φτάσει
στη διδασκαλία των κριτηρίων της Τελικής Κρίσεως, που προσγειώνουν τον κάθε
πιστό στην ανάγκη να αγαπά έμπρακτα και θυσιαστικά τον Θεό και όποιον
συνάνθρωπο έχει ανάγκη. Η Μ. Τεσσαρακοστή, επομένως, προσφέρεται
σε όλους και για όλους, όσοι βιώνουν συνειδησιακές
συντριβές και όσους βρίσκονται σε πνευματικά αδιέξοδα, για να μπορέσουν να
λάβουν, ξανά, την άνωθεν ειρήνη του Χριστού, την Πίστη και την Αγάπη και να
πληρώσουν την καρδιά τους με Θεία Ελπίδα, Δύναμη, Φως, Αλήθεια και Προοπτική
Ζωής Αιωνίου. Με τη Μ. Τεσσαρακοστή, πράγματι, η
Εκκλησία πασχίζει να δοθεί στους πιστούς αυτό που έχασαν και χάνουν μακράν
του Θεού - Πατέρα. Γι΄ αυτό, με τις
Ακολουθίες της, στοχεύει να τους βοηθήσει να ξεφύγουν από τη βιωτική μέριμνα
της προσωρινότητας και να βρεθούν μπροστά στα έσχατα, στα αιώνια, στην ευαγγελική προτεραιότητα, που θα πρέπει
να έχει στη ζωή τους η Βασιλεία του Θεού. Η Εκκλησία, μέσα από τη θεία σοφία των
Αποστόλων και των Αγίων της, διαγιγνώσκει,
ως υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου, το πρόβλημα του θανάτου. Διότι ο θάνατος,
από τότε που μπήκε, διά του διαβόλου, στη ζωή των ανθρώπων, τους έκλεψε και τους
στέρησε την αιώνια ζωή. Έργο της Θείας Οικονομίας είναι να αναιρέσει
τον θάνατο από τη ζωή τους και να τους ξαναδώσει εκείνο που έχασαν με το
θάνατο, δηλαδή, την αληθινή και αιώνια ζωή. Η μεγαλύτερη εορτή για τους ανθρώπους
είναι η Ανάσταση, διότι ο Χριστός, μ’ αυτήν, πάτησε τον θάνατο, δια του δικού
Του θανάτου και τους χάρισε πάλι την Αιώνια ζωή. Αυτό το μήνυμα της κατά του
θανάτου νίκης έρχεται και μας φέρνει διαρκώς η Εκκλησία, ιδιαίτερα δε με τη
Μ. Τεσσαρακοστή. Έρχεται πάλι να μας διδάξει ότι η νίκη
κατά του θανάτου έχει συντελεσθεί. Ο διάβολος έχει συντριβεί, έχει
ταπεινωθεί, δια του σταυρικού θανάτου, διά της θυσίας και της αγάπης του
Σωτήρα Χριστού. Ανοίγει λοιπόν το Ευαγγέλιο και δείχνει, ξανά και ξανά, τον
τρόπο που απαιτείται, για να μπορέσουν οι πιστοί να συμμετέχουν στην κατά του
θανάτου νίκη, που επιτεύχθηκε με την Αγία Ανάσταση. Ο
Χριστός νίκησε τον θάνατο, όχι μόνον για τον εαυτό του, αλλά και ως
εκπρόσωπος του ανθρωπίνου γένους. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να εγγυηθεί στον
καθένα αυτήν τη νίκη, εάν δεν το θελήσει ο ίδιος. Μόνον με την ελεύθερη και
τη ζώσα συμμετοχή μας στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, γινόμαστε
συμμέτοχοι στην κατά του θανάτου νίκη.
Η συμμετοχή μας όμως αυτή στο σώμα του
Χριστού, απαιτεί μια πορεία, μια περιπέτεια, έναν αγώνα. Και αυτόν τον αγώνα
συμμετοχής μας στη ζωή του Χριστού έρχεται να μας διδάξει η Μ. Τεσσαρακοστή. Παρατηρούμε δηλαδή ότι η Εκκλησία, με τη
διδασκαλία της, ξεκινά όχι από το παρελθόν αλλά από το μέλλον των ανθρώπων
και μάλιστα το αιώνιο. Διότι η προσδοκία, το όραμα του Χριστιανού βρίσκεται
στο μέλλον, στη ζωή του μέλλοντος (προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών και ζωή του
μέλλοντος). Έτσι οδηγεί τον άνθρωπο σε μία δοκιμασία
εκούσιου θανάτου. Πριν προλάβει ο διάβολος να μας υπουδουλώσει στο δικό του βασίλειο
του θανάτου, την αιώνια Κόλαση, η Μ. Τεσσαρακοστή προλαβαίνει να μας
προτείνει έναν θάνατο, όμοιο με εκείνο τον σταυρικό του Χριστού. Πριν, δηλαδή, μας σπρώξει ο διάβολος,
δια της αμαρτίας, στον θάνατο, η Μ. Τεσσαρακοστή μας δείχνει τον τρόπο, που
θα θανατώσουμε την αμαρτία. Μας συμβουλεύει να διεξάγουμε έναν αγώνα κατά του
κακού εαυτού μας και με σύστημα και μέθοδο, προπάντων, όμως, με τη δύναμη του
Θεού και τις συμβουλές του πνευματικού μας να καταφέρουμε την κάθαρσή μας από
το κακό και την άσκησή μας στις αρετές. Πράγματι, η Εκκλησία, με τη Μ.
Τεσσαρακοστή, μας διδάσκει να ζητήσουμε και να δεχθούμε, άνωθεν, την
ταπεινοφροσύνη, την αυτογνωσία και αυτομεμψία, την αυτοσυντριβή, τη μετάνοια
την απελευθέρωσή μας από τον εγωκεντρισμό και τον ατομοκεντρισμό. Η ευχή του
Αγίου Εφραίμ, η οποία διαβάζεται συχνά στις Ακολουθίες της Μ. Τεσσαρακοστής,
δείχνει ότι οι Χριστιανοί, την περίοδο αυτή, προσεύχονται για να εμβολιάζει ο
Θεός τη ζωή μας με ένα νέο πνεύμα. Πνεύμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης,
υπομονής και αγάπης. Το πνεύμα «του οράν» τα δικά μας πταίσματα και «μη κατακρίνειν»
τον αδελφό μας. Η Νηστεία της Σαρακοστής έχει ως σκοπό,
πρωταρχικά, την αποχή από την κακία και την υιοθέτηση της αρετής, την
εγκράτεια του εαυτού μας από τις πρόσκαιρες και περιστασιακές χαρές και
απολαύσεις και τη στροφή μας στην αναζήτηση της αλήθειας, που ελευθερώνει,
από όλα όσα μας εμποδίζουν στην πορεία μας για την ατελεύτητη χαρά της
αιωνιότητας. Στη Νηστεία της Σαρακοστής αλλάζει τον νου μας, το λογισμικό
μας, τις αποφάσεις μας, για να μπορούμε, έκτοτε, να ακολουθούμε μια πορεία με
πράξεις θυσίας, κάθαρσης και αρετής, που μας βοηθούν να ερχόμαστε πιο κοντά στον
Θεό και στον συνάνθρωπο. |
Irakli
Rerakis, Profesor i AΠΘ, “Çfarë
na kërkon Kisha jonë gjatë Kreshmës së Madhe?” Kreshma
e Madhe përbën, për të krishterët orthodhoksë, një periudhë të veçantë kreshmimi dhe vetëpërmbajtjeje
(çlirimi nga pasionet), pendimi (ndryshimi i mënyrës së jetesës), lutjeje
(komunikimi me Perëndinë – Krijuesin) dhe shërimi shpirtëror. Gjatë
kësaj periudhe, besimtarët, në rrugëtimin e tyre drejt Kryqëzimit dhe Ngjalljes së Krishtit, e ndjekin Kishën
në jetën e saj Mistike
dhe Liturgjike, duke pranuar mjetet shëruese të provuara, në rrugëtimin e saj
të gjatë ndër kohë. Kisha nuk i lë besimtarët vetëm
të luftojnë në stuhinë e jetës bashkëkohore materialiste dhe të sekularizuar.
Ajo
u ofron mundësi ripërtëritjeje dhe ngritjeje shpirtërore, duke i ndihmuar të
shkëputen nga të gjitha pengesat që i mbajnë larg Perëndisë. Megjithatë,
pjesëmarrja e tyre në Kryqëzimin dhe në Ngjalljen e Krishtit kërkon ushtrim dhe
pastrim shpirtëror, por edhe ndihmë hyjnore. Në thelb, Kisha me Kreshmën
përpiqet t’i bindë anëtarët e saj, me të gjitha mjetet didaktike dhe
misterore, të çlirohen nga djalli dashakeq e mizantrop dhe të ndërgjegjësohen
se janë bij të Dritës dhe trashëgimtarë të Mbretërisë qiellore të Perëndisë. Djalli
dinak dhe mashtrues i popullit përpiqet t’i mbajë ata larg Shpëtimtarit dhe
Perëndisë së vërtetë, që të ruajnë distancën e tyre nga besimi dhe jeta e
Krishtit, e cila sjell shpëtimin dhe e bën të arritshëm, për të gjithë dhe
për çdo besimtar veçmas, vizionin e Kishës, që është kalimi në “jetën e
shekullit të ardhshëm”. Kreshma
e Madhe, rrjedhimisht, përbën një pedagogji intensive dhe të përjetuar të
jetës së krishterë, që synon rikthimin e besimtarëve në rrugën e përpjekjes
shpirtërore që nisën me hyrjen e tyre në Kishë përmes Misterit të Pagëzimit
të Shenjtë. Pra,
vjen t’u kujtojë të gjithë besimtarëve se janë Bij të Perëndisë dhe
potencialisht trashëgimtarë të Mbretërisë së përjetshme të Perëndisë.
Mbretëria e Perëndisë, megjithatë, siç thekson dhokastikoja i himneve të së Dielës së Pestë të
Kreshmëve, nuk është “të ngrënë dhe të pirë, por drejtësi dhe ushtrim bashkë
me shenjtërim”. Besimtarët
në Kreshmën e Madhe hyjnë sërish në rrugëtimin e tyre “sipas natyrës”, me
frymë hyjnore, të cilin e caktoi si element ontologjik për të gjithë njerëzit
Perëndia dhe Krijuesi, dhe mohojnë nënshtrimin e tyre “kundër natyrës” ndaj
mosbindjes dhe kryeneçësisë demonike. Sepse
mungesa e mënyrës së jetesës së Krishtit nga jeta e tyre i bën të mangët dhe
të sëmurë shpirtërisht. Prandaj Kisha, hap pas hapi, i rikthen te Pagëzimi i
tyre, duke i udhëhequr përsëri e përsëri në heqjen dorë dhe çlirimin nga
Satanai
dhe në ribashkimin e tyre me Krishtin. Përgatitja
e tyre fillon me refuzimin e fryrjes farisaike dhe pranimin e përulësisë së
tagrambledhësit, dhe vazhdon me kthimin e Djalit Plangprishës te vetvetja dhe te
Ati, për të arritur te mësimi i kritereve të Gjykimit Përfundimtar, që e
vendosin çdo besimtar përballë nevojës të dojë në mënyrë të prekshme dhe
sakrifikuese Perëndinë dhe çdo të
afërm
që ka nevojë. Kreshma
e Madhe, pra, u ofrohet të gjithëve dhe për të gjithë: atyre që përjetojnë dërrmim të ndërgjegjes dhe atyre që
ndodhen në ngërçe shpirtërore, që të mund të marrin përsëri paqen e lartme të
Krishtit, Besimin dhe Dashurinë, dhe të mbushin zemrën e tyre me Shpresë
Hyjnore, Fuqi, Dritë, të Vërtetë dhe Perspektivë Jete të Përjetshme. Me
Kreshmën e Madhe, me të vërtetë, Kisha përpiqet që t’u jepet besimtarëve ajo
që humbën dhe humbasin larg Perëndisë – Atit. Prandaj, me shërbesat e saj,
synon t’i ndihmojë të shpëtojnë nga shqetësimet e përkohëshme të jetës dhe të dalin përpara
të fundit, të përjetshmes, përparësisë ungjillore që duhet të ketë në jetën e
tyre Mbretëria e Perëndisë. Kisha,
përmes urtësisë hyjnore të Apostujve dhe të Shenjtorëve të saj, e
diagnostikon si ankth ekzistencial të njeriut problemin e vdekjes. Sepse
vdekja, që në momentin
kur hyri, përmes djallit, në jetën e njerëzve, ua vodhi dhe ua privoi jetën e
përjetshme. Vepra
e Ekonomisë Hyjnore është ta heqë vdekjen nga jeta e tyre dhe t’u japë
përsëri atë që humbën me vdekjen, domethënë jetën e vërtetë dhe të
përjetshme. Festa
më e madhe për njerëzit është Ngjallja,
sepse Krishti, me të, e shkelmoi vdekjen, përmes vdekjes së Tij, dhe u dha
përsëri Jetën e Përjetshme. Këtë mesazh të fitores kundër vdekjes e sjell
vazhdimisht Kisha, veçanërisht me Kreshmën e Madhe. Vjen
përsëri të na mësojë se fitorja kundër vdekjes është kryer. Djalli është
thyer, është poshtëruar, përmes vdekjes në kryq, përmes flijimit dhe
dashurisë së Krishtit Shpëtimtar. Prandaj hap Ungjillin dhe tregon, përsëri e
përsëri, mënyrën që kërkohet, që besimtarët të mund të marrin pjesë në
fitoren kundër vdekjes, që u arrit me Ngjalljen
e Shenjtë. Krishti
e mundi vdekjen jo vetëm për Veten e Tij, por edhe si përfaqësues i
njerëzimit. Por askush nuk mund t’ia garantojë secilit këtë fitore, nëse vetë
ai nuk e dëshiron. Vetëm me pjesëmarrjen tonë të lirë dhe të gjallë në trupin
e Krishtit, Kishën, bëhemi pjesëmarrës në fitoren kundër vdekjes. Por
kjo pjesëmarrje jonë në trupin e Krishtit kërkon një rrugëtim, një aventurë,
një luftë. Dhe këtë luftë të pjesëmarrjes sonë në jetën e Krishtit vjen të na
e mësojë Kreshma e Madhe. Vërejmë,
pra, se Kisha, me mësimin e saj, nuk nis nga e kaluara, por nga e ardhmja e
njerëzve dhe madje e përjetshmja. Sepse pritshmëria, vizioni i të krishterit
gjendet në të ardhmen, në jetën e së ardhmes (pres Ngjalljen e të vdekurve dhe jetën e ardhshme të amëshuar). Kështu
e çon njeriun në një provë vdekjeje vullnetare. Përpara se djalli të na
nënshtronte në mbretërinë e tij të vdekjes, në Ferrin e përjetshëm, Kreshma e
Madhe na propozon një vdekje të ngjashme me atë të Krishtit në kryq. Domethënë,
përpara se djalli të na shtyjë, përmes mëkatit, drejt vdekjes, Kreshma e
Madhe na tregon mënyrën se si do ta vrasim mëkatin. Na këshillon të
zhvillojmë një luftë kundër vetvetes sonë të keqe dhe, me sistem e metodë,
por mbi të gjitha me fuqinë e Perëndisë dhe me këshillat e atit tonë
shpirtëror, të arrijmë pastrimin tonë nga e keqja dhe ushtrimin tonë në
virtyte. Në
të vërtetë, Kisha, me Kreshmën e Madhe, na mëson të kërkojmë dhe të pranojmë
nga lart përulësinë, vetëdijen dhe vetëqortimin, thyerjen e vetvetes,
pendimin, çlirimin tonë nga egocentrizmi
dhe individualizmi. Lutja e Shën Efremit, e cila lexohet shpesh në shërbesat
e Kreshmës së Madhe, tregon se të krishterët, gjatë kësaj periudhe, luten që
Perëndia ta mbjellë jetën tonë me një frymë të re: frymë urtësie, përulësie,
durimi dhe dashurie; frymën “për të parë” gabimet tona dhe “për të mos
gjykuar” vëllain tonë. Agjërimi
i Kreshmës ka si qëllim, së pari, heqjen dorë nga ligësia dhe përqafimin e
virtytit, përmbajtjen e vetes sonë nga gëzimet dhe kënaqësitë e përkohshme e
rastësore dhe kthimin tonë drejt kërkimit të së vërtetës që çliron nga
gjithçka që na pengon në rrugën tonë drejt gëzimit të pambarimtë të
përjetësisë. Kreshmimi
ndryshon mendjen tonë, mënyrën tonë të të
menduarit, vendimet tona, që nga atëherë të mund të ndjekim një rrugë me
vepra flijimi, pastrimi dhe virtyti, të cilat na ndihmojnë t’i afrohemi më
shumë Perëndisë dhe të afërmit. |
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου