Σελίδες

Κατάθλιψη και χαρά

 


Ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος είναι πρωτοπρεσβύτερος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, θεολόγος, συγγραφέας και καθηγητής Θρησκειολογίας και Ερμηνευτικής της Θρησκείας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Έχει σπουδάσει Ψυχολογία, Παιδαγωγική, Θεολογία, Φιλοσοφία και Ιστορία των Θρησκειών στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, το Παρίσι και το Cambridge.

Διετέλεσε καθηγητής Δογματικής και Φιλοσοφίας στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Θεσσαλονίκης και στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθηνών, ενώ είναι επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Balamand και στο Ορθόδοξο Ινστιτούτο του Cambridge. Το έργο του κινείται στα όρια της ορθόδοξης θεολογίας, της φιλοσοφίας, της ψυχολογίας και της σύγχρονης ανθρωπολογίας. Έχει συγγράψει πολυάριθμα βιβλία και άρθρα, πολλά από τα οποία έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες.


.........

π. Νικόλαος Λουδοβίκος
Κατάθλιψη και χαρά

 

……Εμείς οι πανεπιστημιακοί, όταν πάμε ενώπιον του Θεού, θα μας ρωτήσει: «Τι κάνατε;» και θα πούμε: «Πήγαμε σε πολλά συνέδρια» και άλλα τόσα. Μην τις ακούμε. Λοιπόν, παρά ταύτα, χαίρομαι που είμαι μαζί σας.

Με κάλεσε ο πατήρ Γεώργιος. Βρεθήκαμε σε ένα από τα συνέδρια αυτά και μου ζήτησε να έρθω. Ο ίδιος δεν είναι εδώ, έχει κάποιο πρόβλημα. Και μάλιστα την Κυριακή που ήμουν εδώ —θα προσέξατε όσοι ήσασταν εδώ— μου βρήκε και το θέμα.

Ναι. Μου λέει: «Θα μιλήσουμε για τη χαρά και την κατάθλιψη». Έτσι δεν είπε;

Ήσασταν εδώ όλοι την Κυριακή αυτή; Για σηκώστε λίγο χέρια όσοι ήσασταν εδώ την Κυριακή. Ε, όχι και πάρα πολλοί.

Λοιπόν, ξεκινήσαμε την περασμένη Κυριακή λέγοντας το εξής, συνδυάζοντας δύο πράγματα: ένα από τον Απόστολο και ένα από το Ευαγγέλιο. Το Αποστολικό ανάγνωσμα  είναι αυτό που λέει ο Παύλος.

Ο Απόστολος Παύλος λέει: «Ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι, εἰ μὴ ἐν τῷ Σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ· δι’ οὗ ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται κἀγὼ τῷ κόσμῳ». Έτσι. Αυτή είναι η καύχησή μου και αυτή είναι η ανάπαυσή μου. Και λέγαμε τότε ότι ο Σταυρός είναι χαρμόσυνο πράγμα.

Παράξενο φαίνεται. Διότι όταν πούμε «Σταυρός», συνήθως βάζουμε τα... έτσι, φοβόμαστε ότι κάτι δεν θα πάει καλά. Στην πραγματικότητα το αντίθετο φαίνεται ότι γίνεται.

Και υπάρχει ένας τρόπος χρήσης του Σταυρού που φέρνει χαρά. Και λέγαμε τότε, την περασμένη Κυριακή, ότι αυτό το «δι’ οὗ ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται» τι είναι; Είναι ένας τρόπος χρήσης του κόσμου χαροποιός. Όταν δεν ακολουθούμε δηλαδή απλά και μόνο το lifestyle, αλλά το θέλημα του Θεού μέσα στον κόσμο.

Δηλαδή ο κόσμος είναι το γεώργιο, είναι το χωράφι του Θεού, είναι το δημιούργημα του Θεού. Και δεν το ξεχνάμε αυτό. Γιατί σήμερα τείνουμε να θεωρούμε τον εαυτό μας και τον κόσμο δημιουργήματά μας.

Έτσι δεν είναι; Λοιπόν, με τον τρόπο αυτό χάνουμε την επαφή με τα πράγματα, γιατί ούτε τον εαυτό μας ούτε τον κόσμο τον φτιάξαμε εμείς. Έτσι δεν είναι;

Όταν λοιπόν δημιουργούμε τον κόσμο και τον εαυτό μας, χάνουμε την επαφή με την πηγή της ζωής, την πηγή του νοήματος, που είναι ο Θεός. Και για τον λόγο αυτό, αυτή η ανθρώπινη χαρά, που όμως είναι μόνο στην επιφάνεια των πραγμάτων —όπως λέει ένας μεγάλος άγιος— στέκεται στην επιφάνεια. Ενώ φαίνεται χαρμόσυνη, είναι λυπηρή.

Γιατί από πίσω, από κάτω, υποφώσκουν πάντα συγκρούσεις. Καταλάβατε; Δηλαδή υπέροχα πλάσματα παντρεύονται. Υπέροχος και ο ένας, υπέροχη και η άλλη. Έτσι; Και πόσο πολύ ταιριάζουν! Και μετά από λίγο αναδύεται ένα πράγμα επικίνδυνο, βαρύ, σκοτεινό. Γιατί αναδύεται; Γιατί αρνούμαστε να το αντιμετωπίσουμε.

«Δεν είναι να περνάτε καλά;» λένε ακόμα σήμερα οι άνθρωποι. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει να χάσεις το νόημα του πράγματος. Γιατί αντί να περάσεις καλά, αν θελήσεις να εφαρμόσεις το κριτήριο του Σταυρού, έτσι που φαίνεται δύσκολο, τι θα γίνει; Θα αναλυθεί το νόημα του Θεού μέσα στα πράγματα και από τα πράγματα. Θα γίνουν τα πράγματα όπως τα θέλει ο Θεός. Θα αρχίσεις να τα διαβάζεις όπως τα διαβάζει Εκείνος.

Καταλάβατε; Και τότε αρχίζει η αληθινή χαρά. Γιατί; Διότι ο Θεός δεν είναι φθονερός. Δεν είναι κάποιος ο οποίος σου στερεί τη χαρά της ζωής. Το αντίθετο μάλιστα. Επειδή είναι πολύ χαρούμενο πρόσωπο ο ίδιος, σου δίνει από τη χαρά που έχει. Και από την αγάπη που έχει.

Προσέξτε, ο διάβολος αυτό έχει πολύ συκοφαντήσει τον Θεό. Και τον έχει βάλει βαθιά μέσα στη συνείδησή μας σαν έναν —πώς το λένε— δύσκολο γέροντα, ο οποίος πάντα κάτι θα βρει να γκρινιάξει στο τέλος. Θα πει: «Παιδιά, κάτι σας τσάκωσα εδώ». Δεν είναι έτσι. Ο Θεός δεν κυνηγάει να σε κολάσει. Κυνηγάει να σε σώσει.

Σημαίνει, συνεχώς σε παρεξηγεί. Αλλά είναι ευχάριστες παρεξηγήσεις. Όπως έχει η μαμά ένα παιδί στο χεράκι της —τώρα βλέπω η κόρη μου έχει έναν εγγονό, μου έδωσε ένα παιδάκι μικρό— και λέει το μωρό, και λέει: «Παιδιά, τώρα είπε ότι είναι ωραία εδώ στον κήπο». Λέω εγώ: «Δεν είπε ότι είναι ωραία εδώ στον κήπο, ούτε ότι τι ωραία είναι εδώ στον κήπο. Είπε: μπουρ-μπουρ-μπουρ». Η μάνα όμως... Καταλάβατε τι λέω τώρα; Αυτό που είπε το μωρό βγάζει ένα νόημα.

Έτσι είναι ακριβώς ο Θεός. Κάτι ψελλίζουμε, κάτι λέμε, και λέει: «Πω πω, μίλησε το παιδί. Ανάπνευσε. Μεγάλωσε». Αυτό το «ἕως καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ», που λέει ο Απόστολος Παύλος. Ξέρετε τι φοβερό πράγμα είναι; Σαν να περιμένει κάποιος να μεγαλώσεις. Αυτό σημαίνει ότι σε αγαπάει τώρα που δεν είσαι μεγάλος. Τώρα που είσαι ανόητος. Τώρα που είσαι μικρός. Τώρα σε αγαπάει. Και περιμένει. Κάνει υπομονή.

Γιατί κάνει υπομονή; Γιατί ο Θεός είναι αγάπη. Και όταν λοιπόν εμείς κατεβάσουμε λίγο τους τόνους της άλογης επιθυμίας —θέλω, θέλω και θέλω— θέλε· αλλά θέλεις ταυτόχρονα να διαβάσεις τα πράγματα όπως ο Θεός τα διαβάζει; Να τα δεις όπως ο Θεός τα βλέπει; Έτσι.

Αυτό μπορεί να φανεί λίγο δύσκολο στην αρχή, αλλά είναι η μόνη ευτυχία που μας έχει δοθεί. Διότι τότε αρχίζουν και δουλεύουν τα πράγματα όπως πρέπει. Βλέπετε; Και αυτό που βρίσκεις μέσα στα πράγματα μετά είναι ο Θεός ο ίδιος.

Βλέπετε τι λέω; Βρίσκεις Αυτόν τον ίδιο. Και Τον συναντάς παντού: και στην οικογένεια και στη σύζυγο και στα παιδιά και στην εργασία και στον δρόμο και στη φασαρία αυτή τη φοβερή —εμείς εδώ που δεν είμαστε από την Αθήνα λέμε: «Ω Θεέ μου, πώς θα αντέξω τόσες ώρες εδώ;»— τόσο, τόσο. Λοιπόν.

Καταλάβατε; Είναι το μόνο πράγμα για το οποίο αξίζει κανείς να κάνει κάποια μικρή θυσία. Αλλά είναι μικρή η θυσία μπροστά σε αυτό που παίρνεις. Καταφέρνεις και διαβάζεις τον άλλον. Αλλιώς θα ρωτάς μια ζωή σαν τον Φρόιντ: «Τι θέλει η γυναίκα;» Τι θέλει η γυναίκα; Ναι. Έτσι λέει. Τι θέλει, λέει ο Φρόιντ. Και δεν το λέει μόνο ο Φρόιντ· το λέμε και πολλοί από εμάς. Αλλά λένε και γυναίκες το αντίστοιχο.

Λοιπόν, αυτό το πρόβλημα λύνεται παραδόξως με αυτόν τον τρόπο του Παύλου. Πρέπει να μιλήσει ο Θεός για να αποκαλύψει την ομορφιά των πραγμάτων που έφτιαξε Εκείνος. Ακούτε τι λέω; Γιατί αυτή είναι η βαθιά ομορφιά. Η άλλη είναι εξωτερική ομορφιά και παγιδεύει τον νου και τον κάνει να φτιάχνει είδωλα των πραγμάτων, τα οποία δεν μπορείς να τα απολαύσεις.

Αυτό λέω καμιά φορά στους φοιτητές μου. Είμαι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, τους λέω: με πειράζει που δεν μπορείτε να απολαύσετε τη ζωή. Και με κοιτάνε με κάτι μάτια γουρλωμένα. Λέω: «Έτσι δεν είναι;» Μου λένε: «Ναι, έτσι είναι». Έτσι, έτσι. Δεν καταλαβαίνετε τίποτα. Ούτε να γλεντήσετε με φίλους, ούτε τον έρωτα, ούτε την καθημερινότητα της σχέσης. Δεν μπορείς να τα απολαύσεις.

I can't get no satisfaction. Λοιπόν. Και προσπαθώ, λέει, και προσπαθώ και προσπαθώ. Και το έπαιρνα αυτό στη γενιά μου ήδη. Έτσι. Δεν υπάρχει. Γιατί δεν υπάρχει; Γιατί δεν είμαι σε επαφή με την πηγή της αλήθειας, με το νόημα των πάντων, με Αυτόν που τα έφτιαξε, με Αυτόν που έχει το manual. Αυτό είναι το manual εδώ. Οδηγίες χρήσεως. Χωρίς αυτές τις οδηγίες...

Το Ευαγγέλιο ολόκληρο, να ξέρετε, είναι οδηγίες χρήσεως των πλασμάτων του Θεού. Από τον ίδιο όμως.

Και παραδόξως λοιπόν λέει χαρούμενος ο Παύλος: «Ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται καὶ ἐγὼ τῷ κόσμῳ». Μόνο χαρούμενος μπορείς να το πεις αυτό. Αν είσαι λυπημένος δεν το λες. Είναι πολύ βαρύ. Αν ο σταυρός είναι βάρος, καταλάβατε τι λέω, δεν θα το έλεγε. Αλλά λέει: «ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται καὶ ἐγὼ τῷ κόσμῳ» χαρούμενα. Λέει: «και ο κόσμος με θεωρεί εμένα σταυρωμένο». Και ευτυχώς με θεωρεί σταυρωμένο.

Αυτό μου θυμίζει μια απάντηση ενός Άγγλου συγγραφέα, πολύ ευφυούς, του Όσκαρ Ουάιλντ, όταν τον έβριζαν κάποιοι, και λέει αυτός: «Χαίρομαι πάρα πολύ για αυτά που μου λέτε, διότι αποδεικνύει αυτό ότι δεν είμαι σαν κι εσάς. Αυτό δεν θα το άντεχα».

Έτσι λέει και ο Παύλος εδώ. Ο κόσμος σε θεωρεί σταυρωμένο, αλλά εσύ ξέρεις ότι έχεις μεταφέρει το μέτρο των πραγμάτων, όλων των πραγμάτων· και μιλάω για τα πράγματα της ζωής. Εγώ δεν μιλάω αυτή τη στιγμή ως μοναχός, γιατί δεν είμαι μοναχός. Μιλάω πραγματικά για την ανθρώπινη ζωή, την οποία ζείτε και εσείς και εγώ.

Και συνεχίζει μετά στο άλλο κείμενο, το Ευαγγελικό, για τον νεανίσκο, για να τα αποδείξει αυτά. Εμένα, όταν διαβάζαμε το Ευαγγελικό (ανάγνωσμα), εκεί με χτύπησε ακριβώς αυτό. Ο νεανίσκος λέει «ἀπῆλθε λυπούμενος». Του λέει ο Χριστός: «Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι...» Θα ήταν τώρα, αντί για δώδεκα αποστόλους, θα είχαμε δεκατρείς. Θα ήταν και ο νεανίσκος μέσα. Τώρα το όνομά του δεν το ξέρει κανένας και όλοι τον κατηγορούμε για την ευκαιρία που έχασε.

«Δώσ’ τα όλα, δώσ’ τα όλα». Τα θέλεις όλα; Τα κάνεις; Τα θέλεις όλα; Δώσ’ τα όλα. Δώσ’ τα όλα και να με ακολουθήσεις. Και «ἀπῆλθε λυπούμενος· ἦν γὰρ πλούσιος σφόδρα». Βλέπετε ότι ο πλούτος του φέρνει λύπη. Δεν του φέρνει χαρά.

Μπορούσε να πει: «Πάρ’ τα όλα να τα μοιράσουμε μαζί, και ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ». Είναι φοβερή κουβέντα. Σημαίνει ότι έχεις τον Θεό δικό σου. Του δίνεις λίγο, αλλά έχεις τον ίδιο ολόκληρο. Αυτό είναι ο θησαυρός εν ουρανώ. Είναι ο Θεός ο ίδιος. Δεν είναι κάτι λιγότερο από τον Θεό.

Ο Θεός δεν δίνει υποκατάστατα. Δίνει τον εαυτό Του. Το Πνεύμα το Άγιο δηλαδή. Αυτό δίνει. Και με το Πνεύμα το Άγιο μετά, τελείωσε. Δεν πάει να ζεις στη Σαχάρα. Δεν πάει να ζεις μέσα στον τρίτο παγκόσμιο, κατά μέσης. Ο άνθρωπος δεν σαλεύεται. «Εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν» λέει. Αυτή την ειρήνη δεν μας την παίρνει κανένας. «Ἡ πάντα νοῦν ὑπερέχουσα». Εμείς τι ειρήνη έχουμε; Έτσι. Τη χάνουμε μέσα σε αυτές τις περιόδους.

Όσοι ξέρουν την ειρήνη την άλλη όμως, είναι αυτή η ειρήνη που τα έχεις δώσει και τι έχεις λάβει; Τον Θεό τον ίδιο. Αντί να πει: «Τι ευτυχισμένος είμαι, έδωσα την περιουσία μου», φεύγει λυπημένος.

Φοβερό πράγμα να ξέρεις ότι εξαιτίας του πλούτου χάνεις την τελειότητα, χάνεις τον Θεό τον ίδιο. Και το ήξερε αυτό. Και μετά λέει τη φοβερή εκείνη κουβέντα, ενάντια σε όλους μας, που λέει ότι δεν μπορεί να μπει πλούσιος. Ακούτε τι θέλουμε να γίνουμε; Δεν θέλετε τώρα να είχατε τριακόσιες, πεντακόσιες, μερικά εκατομμύρια στην τράπεζα; Και τι λέει ο Χριστός; «Καλύτερα», λέει, «μπαίνει μια καμήλα από την τρύπα που ανοίγει μια βελόνα, παρά ο πλούσιος στη βασιλεία των ουρανών».

Γιατί κάνει αυτό που λένε οι ψυχολόγοι: επενδύει ο πλούσιος τον πλούτο. Γίνεται υποκατάστατο της ζωής και της αθανασίας και της αιωνιότητας ο πλούτος. Πιστεύει ότι ζει όντως, ότι έχει την ουσία. Βλέπετε, η ουσία στα ελληνικά σημαίνει και περιουσία. Έχει την ουσία του, την οποία μετά από λίγο θα τη σκορπίσει ζῶν ἀσώτως και θα δοκιμάσει την ερημιά. Και πριν ήταν έρημος, αλλά θα φανεί και η ερημιά έτσι ακόμα. Και αν δεν τη σκορπίσει, πάλι έρημος θα νιώθει. Πάλι έρημος θα νιώθει. Έρημα κορμιά. Ναι.

Καταλάβατε; Πάλι δεν θα βγάζει άκρη. Γιατί δεν θα βγάζει άκρη; Γιατί η περιουσία του δίνεται για να την κάνει κάτι. Είναι μια ελεημοσύνη που σου κάνει, μια δωρεά. Τα πάντα είναι δωρεά. Τα σωματικά, τα διανοητικά προσόντα. Έτσι. Η περιουσία, τα πάντα είναι δωρεά του Θεού. Σε αξιώνει να δουλέψεις και να τα βγάλεις τα χρήματα —ας πούμε ότι είναι έτσι· κάπως έτσι είναι. Στη συνέχεια, όμως, θέλει να τα χρησιμοποιήσεις μαζί Του. Να τα σκορπίσεις μαζί Του.

Αυτό είναι το θέμα. Αλλιώς, όπως λέω σε μια ομιλία μου, αυτό σε απασχολεί. Βλέπετε: ο πλούσιος και ο Λάζαρος. Θυμάστε; Το κακό δεν είναι ότι είναι πλούσιος. Το κακό είναι ότι δεν βλέπει τον Λάζαρο, όμως προσθέτει απόλαυση. Χρησιμοποιεί τη δυστυχία του άλλου για να πει πόσο ευτυχισμένος είναι. Και με τον τρόπο αυτό χάνει το νόημα της δωρεάς του πλούτου που του δόθηκε.

Έτσι χάνουμε το νόημα του πλούτου, της υγείας, το νόημα της ομορφιάς, το νόημα της ευφυΐας, όλες τις φυσικές δωρεές του Θεού. Τις χάνουμε με τον τρόπο αυτό. Ναι. Και στο τέλος χάνουμε πραγματικά τη ζωή μας. Αυτό είναι το κύριο, το μεγάλο.

Λοιπόν... Αυτά έλεγα λοιπόν εγώ, τώρα θα έπρεπε πολύ περισσότερο την περασμένη Κυριακή. Και επειδή υπάρχει και η επόμενη Κυριακή, κι εγώ θέλω να χρησιμοποιώ ένα κείμενο όταν μιλάω.

Γιατί θέλω να χρησιμοποιώ κείμενο; Μ’ αρέσει αυτό, γιατί αυτό το κείμενο, αυτό το πράγμα εδώ, το βιβλίο, έχει απίστευτους θησαυρούς. Είναι σημαντικό να ξέρει κανείς να το ξεκλειδώνει και να βρίσκει πράγματα μέσα, τα οποία είναι θαυμαστά. Γιατί δεν τα λέμε εμείς. Τα λέει κάποιος άλλος.

Κοιτάξτε λοιπόν, να συνεχίσουμε για τη χαρά. Ε, μετά θα φανεί τι είναι η κατάθλιψη. Να σας πω τι είναι ψυχονευρικά η κατάθλιψη; Είναι απουσία ντοπαμίνης και οξυτοκίνης. Το ένα είναι η ορμόνη της χαράς και το άλλο είναι η ορμόνη της επικοινωνίας. Και είναι κοντινά πράγματα.

Η κατάθλιψη είναι απουσία αγάπης ουσιαστικά. Όταν δεν ξέρει κανείς πώς να αγαπήσει. Βλέπετε πως δεν ξέρει πια κανείς πώς να αγαπήσει; Όχι πώς να αγαπηθεί· πώς να αγαπήσει. Όταν δεν βρίσκει αιτία για να αγαπήσει πια. Αυτή είναι η πιο πληκτική κατάσταση. Και είναι ουσιαστικά συναγωγός στην κατάθλιψη.

Τα πρώτα λόγια που θα σας πει ένας καταθλιπτικός, το σημείο, είναι: «Δεν με νοιάζει για κανέναν, ούτε για τίποτα». Είναι τα λόγια με τα οποία εισέρχεται κανείς στην κατάθλιψη με την κλινική έννοια. Δηλαδή υπαρξιακά αυτό τι σημαίνει; Βλέπετε, αυτές οι δύο ορμόνες είναι συνεργητικές ορμόνες. Δεν μπορείς να τις παράγεις μόνος σου. Πρέπει άλλος να σου τις δώσει. Φοβερό.

Μα εδώ μέσα εκκρίνονται· κι όμως ο άλλος το κάνει να εκκρίνονται. Καταλαβαίνετε; Τη στιγμή που λες ότι επιτέλους κατάφερα να αγαπώ μόνο εμένα, τη στιγμή εκείνη σταματάει η οξυτοκίνη —μπαμ— και αρχίζεις να πίνεις. Γιατί πίνω; Καταλαβαίνετε; Ή αρχίζουν άλλα υποκατάστατα της αληθινής σχέσης. Και οι άνθρωποι σήμερα ζουν με υποκατάστατα σχέσεων. Οι εννιά στους δέκα ανθρώπους ζουν με υποκατάστατα σχέσεων. Δηλαδή πράγματα τα οποία τους φονεύουν αισθηματικά, όντως, που τους πονάνε, αλλά υποκαθιστούν τις σχέσεις που δεν θέλουν, δεν μπορούν, δεν ξέρουν να έχουν.

Η αμερικάνικη ψυχοθεραπεία —εγώ από αυτά έχω ξεκινήσει, όπως ξέρετε, όπως είπατε, και είναι και κοντινά μου— λέει: πότε τελειώνει η ανάλυση; Πότε θα πας στον ψυχοθεραπευτή; Όταν δεν μπορείς να επικοινωνήσεις με τους άλλους. Το ζήτημα είναι ότι με μια απλή εκλογίκευση δεν έρχεται επικοινωνία ούτε σχέση. Καταλαβαίνετε;

Δεν μπορώ να σκεφτώ ότι, κοίτα, ξέρετε, για να έχω σωστά επίπεδα ντοπαμίνης, ας πούμε, και νοραδρεναλίνης ή νορεπινεφρίνης, σε συνδέοντα όλα αυτά, πρέπει οπωσδήποτε να κάνω σχέση. Τακ, τακ, τακ, την πόρτα του γείτονα: «Μπορούμε να κάνουμε μία σχέση, γιατί δεν τα βλέπω καλά με την ντοπαμίνη μου πια;» Δεν γίνεται έτσι. Δεν γίνεται έτσι.

Η αγάπη είναι αυτοαπώλεια. Σημαίνει χάνεις κάτι από τον ναρκισσισμό σου. Γιατί ο ναρκισσισμός δεν επιτρέπει την έξοδο. Έχει ένα φωτάκι κόκκινο: πονάει, πιπ· τώρα σου λέει «μη, μη, μη». Πας να κάνεις έρωτα, παπ, ξανά το φωτάκι. Πίσω πάλι εσύ.

Έλεγα προχθές σε έναν ψυχολόγο φίλο: ωραία, του λέω, εάν ερχόταν ο καλός Σαμαρείτης προτού συναντήσει τον «ἐμπεσόντα εἰς τοὺς λῃστάς» —έτσι, δεν λέει παραπάνω— και σε ρώταγε: «Τι να κάνω εδώ, γιατρέ μου;», θα του έλεγε: «Μην τον πλησιάζεις». Γιατί; Γιατί μπορεί να έχει ένα μαχαίρι εκείνη τη στιγμή και να σου δώσει μία. Μπορεί να είναι ένας κάφρος κλέφτης και θα σκύψεις από πάνω του να πάρεις το πορτοφόλι. Μπορεί να καταλάβει ότι έχεις λεφτάκι και μετά να γυρίσει να σε βρει και να σε κλέψει, να σε σκοτώσει κιόλας. Μπορεί να είναι κάποιος παράνομος τον οποίο πας και δικαιώνεις. Σε κάθε περίπτωση, τι θες και μπλέκεις;

Γι’ αυτό το Ευαγγέλιο, λέει ο Παύλος, «ὃ παρέλαβον, οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον». Τι είναι ανθρώπινο; Το Ευαγγέλιο του Χριστού δεν είναι ανθρώπινο. Για να σου λέει να κάνεις πράγματα τα οποία ένας καλός ψυχολόγος θα σου έλεγε να μην τα κάνεις για να σώσεις τη ναρκισσιστική σου ομοιόσταση. Να μην τα κάνεις.

Εδώ σημαίνει όμως ότι υπάρχει κάτι άλλο. Αυτό το άλλο είναι η αγάπη του Θεού. Ο Θεός μας αγαπάει —μας έλεγε κάποτε ο Άγιος Πορφύριος— όχι γιατί είμαστε άξιοι, αλλά για να μας κάνει άξιους. Κι εμείς αγαπάμε για να κάνουμε τον άλλο άξιο. Όχι γιατί είναι άξιος.

Όταν αγαπάς τον άλλο επειδή είναι άξιος, αυτό είναι αισχρό. Γιατί στην ουσία συμφεροντολογικά τον αγαπάς. Ποιος είναι άξιος για να σε προσέξει, για να σου δώσει; Πραγματική αγάπη είναι αγάπη για τον μη άξιο και για τον εχθρό, γιατί είναι αναρκισσιστικός εχθρός. Μετά από λίγο είναι ή θα γίνει.

Έτσι λοιπόν θα έλεγε ο ψυχολόγος κατά 99,9%: μην τυχόν τον πλησιάσεις, φύγε από κοντά του, είναι επικίνδυνο αυτό που κάνεις. Καταλάβατε; Και ο Θεός σου λέει: όχι, θα πας εκεί, σε αυτόν για τον οποίο δεν είσαι σίγουρος για τίποτε, και θα τον αγαπήσεις δωρεάν.

Και αυτό είναι μια θεία κίνηση, θεία πράξη, που προξενεί θεία αποτελέσματα. Εμείς δεν υπολογίζουμε στο Πνεύμα το Άγιο που δρα σε αυτές τις περιπτώσεις. Και θα τον αλλάξεις τον άλλον, θα τον αγιάσει τον άλλον η πράξη σου. Η δική σου πράξη αγιάζει τον άλλον, ανιδιοτελώς βέβαια. Όχι να έχεις στο μυαλό σου ότι οπωσδήποτε αυτόν θα τον κάνω μετά ψηφοφόρο μου. Όχι. Όχι έτσι.

Αυτή η αυτοδιάθεση, αυτή η δωρεάν επένδυση, αν το πω έτσι. Γιατί ο Θεός αυτό κάνει. Βρέχει επί δικαίους και αδίκους. Ανατέλλει τον ήλιο επί πονηρούς και αγαθούς. Δεν είναι δικά μου λόγια αυτά. Σημαίνει ότι κάνει μια κίνηση, γίνεται εκτός εαυτού. Κάνει πράγματα που δεν Τον συμφέρουν. Τελείως ανόητο. Εμένα αυτή η ανοησία με τρελαίνει. Δηλαδή ψυχολογικά θα Τον κρίναμε εντελώς ακατάλληλο για επικοινωνία. Λούζερ, χαμένος.

Εάν το δείτε αυτό και το καταλάβετε, θα γεννηθεί μέσα σας μια τελείως άλλη σχέση με τον Θεό. Και θα αρχίσετε να Τον αγαπάτε. Προσέξτε. Αυτή είναι μια άλλη κατάσταση.

Λοιπόν. Την άλλη Κυριακή λέει τα εξής: «Ἀδελφοί, ὁ Θεός, πλούσιος ὢν ἐν ἐλέει, διὰ τὴν πολλὴν ἀγάπην αὐτοῦ ἣν ἠγάπησεν ἡμᾶς...» Πουθενά λόγος για δικαιοσύνη. Πουθενά λόγος για αξιοσύνη. Είδατε πουθενά να λέει τίποτα; Ούτε θα δείτε. Δεν λέει «επειδή τόσο ωραίοι είμαστε εμείς και είμαστε στη σωστή πλευρά της ιστορίας και πολύ δίκαιοι, ο Θεός λοιπόν για όλους τους λόγους αυτούς επένδυσε».

Έτσι λέει ο Φρόιντ όμως: ότι η αγάπη είναι επένδυση. Αυτό λέει. Ακριβώς αυτό λέει. Γι’ αυτό και λέει: δεν μπορούμε να αγαπάμε λίγο. Τι «αγαπάμε λίγο»; Τελείωσε. Μετά από λίγο δεν έχεις τίποτα. Θα το δώσουμε σε αυτόν που αγαπάς. Σιωπή λοιπόν. Όχι «αγάπες». Πρώτα δοκιμάζουμε τον άλλο, όπως δυστυχώς συμβαίνει με τα παιδιά. Και κάνουν καμιά δεκαπενταριά σχέσεις, αλληλοδοκιμαζόμενοι. Δηλαδή αλληλοαντικειμενοποιούμενοι, εξουθενώνονται τελείως. Και έρχονται σε μένα και μου λένε: «Κύριε καθηγητά, δεν αντέχω άλλο, έχω πειρασμό αυτοκτονίας». Ε φυσικά έχεις πειρασμό αυτοκτονίας. Καταλάβατε;

Και σήμερα τα πράγματα, ακριβώς επειδή δεν υπάρχουν όρια και δεν εμπιστευόμαστε τίποτα από όλα αυτά που λέμε, δεν εμπιστευόμαστε στον Θεό πια. Δεν αντέχουμε αυτό. Η κατάσταση είναι άσχημη. Δεν είναι απλώς μια παρέκκλιση, αλλά είναι δυσκολία πραγματική. Το έχουν οι άνθρωποι σήμερα και τα νέα παιδιά ακόμα περισσότερο, γιατί οι γονείς φροντίζουν να μην τους μάθουν τίποτα.

Το παιδί πρέπει να είναι ελεύθερο να διαλέξει. Να εφευρέσει την ανθρώπινη ιστορία από την αρχή. Να πάθει όλα όσα έπαθε ο άνθρωπος μέχρι σήμερα. Και αφού τα πάθει όλα, όχι να διαλέξει· δεν έχει πλέον κουράγιο ούτε να ξαναρχίσει. Βλέπετε;

«Πλούσιος ὢν ἐν ἐλέει», λέει, «διὰ τὴν πολλὴν ἀγάπην αὐτοῦ ἣν ἠγάπησεν ἡμᾶς». Πλούσιος σε έλεος και με πολλή αγάπη μάς αγάπησε. «Καὶ ὄντας ἡμᾶς νεκροὺς τοῖς παραπτώμασιν...» Δεν θέλω τα λόγια του Παύλου να τα πάω παραπλώς. Νεκροί ήμασταν, λέει. Ψόφιοι ήμασταν. Νεκροί. Νεκροί.

Πόσοι σήμερα νιώθουν ότι είναι νεκροί; Και έρχονται και ως νεκροί παρουσιάζονται και περιφέρουν αυτή τη νεκρότητα. Έτσι και υποφέρουν. Νεκροί λοιπόν «ὄντας τοῖς παραπτώμασι, συνεζωοποίησε τῷ Χριστῷ — χάριτί ἐστε σεσωσμένοι».

Όταν ζωοποιεί τον Χριστό, όταν εγείρει τον Χριστό, ο Θεός μάς αγγίζει όλους. Έτσι. Αγγίζει την ανθρώπινη φύση. Μας δίνει μια δυνατότητα, την οποία τη δίνει μια για πάντα εν Χριστώ. Υπάρχει. Και δεν υπάρχει μόνο για τον Χριστό, αλλά για όλους μας.

«Χάριτί ἐστε σεσωσμένοι». Αυτό το χωρίο εδώ είναι απίστευτο. Γιατί; Γιατί παρουσιάζει κάτι που εμείς το φανταζόμαστε σαν μελλοντικό, το παρουσιάζει σαν απολύτως τωρινό. «Χάριτί ἐστε σεσωσμένοι». Τώρα.

«Καὶ συνήγειρε καὶ συνεκάθισεν ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Έγινε αυτό ήδη. Έγινε η Ανάληψη και είμαστε όλοι εκεί καθισμένοι. Ακούτε τι λέει εδώ; Το έδωσε, λέει, αυτό. Αυτό είναι διαθέσιμο. Λειτουργεί αυτό. Είναι μια δυνατότητα. Είναι μια διάσταση ζωής που υπάρχει μέσα στην Εκκλησία.

Βέβαια, το καταλαβαίνει κανείς και θα το νιώσει ακριβώς αυτό. Ακριβώς έτσι. Το λέει εδώ. Δεν το λέω εγώ, το λέει ο Παύλος. Δείτε τι λέει. Δεν λέει: «κάποτε θα εγερθείτε κι εσείς» —και μετά ένα «τούτη η άνοιξη, τούτο το καλοκαίρι, ραγιάδες, ραγιάδες»— δεν λέει έτσι. Λέει: δόθηκαν αυτά. Υπάρχουν αυτά.

Έτσι λέει εδώ: «καὶ συνήγειρε καὶ συνεκάθισεν ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ἵνα ἐνδείξηται ἐν τοῖς αἰῶσιν τοῖς ἐπερχομένοις τὸν ὑπερβάλλοντα πλοῦτον τῆς χάριτος αὐτοῦ ἐν χρηστότητι ἐφ’ ἡμᾶς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Σας έδωσε μια τρελή χαρά και μια τρελή ανάπαυση, για να βλέπουν όλοι οι άνθρωποι και να λένε: «Τι Θεός είναι αυτός που τους έκανε τέτοιους;» Έτσι λέει εδώ. Φοβερό πράγμα.

Να έχεις έναν τέτοιο Πατέρα και να του λες: «Έχεις να μου δώσεις ένα δεκάρικο να βάλω μια μπίρα;» Κι Αυτός να σου έχει παρουσιάσει μπροστά μερικούς πλανήτες. «Τι τους θέλεις τους πλανήτες αυτούς;»

Θα σας πω κάτι προσωπικό. Όταν ήμουνα νέος, συναντούσα πολύ τον πατέρα Παΐσιο. Μια φορά λοιπόν ήθελα να μάθω τι είναι προσευχή. Δεν ξέρω αν το έχω πει δημόσια αυτό. Και τον ρώταγα πάντα: «Τι είναι προσευχή;» Μου λέει: «Τι να σου πω τώρα; Δεν θα καταλάβεις τι να σου πω. Τι είναι η προσευχή;»

Εγώ είχα τη μανία από τότε να σπρώχνω εκεί. Οπότε μου λέει: «Κοίταξε, πώς να σου το πω; Έχεις δει κανένα μωρό να παίζει με τον μπαμπά του ποτέ;» Λέω: «Ναι, έχω». «Όταν παίζει από εδώ, τώρα παίζει από εκεί, ρίχνει ο ένας τον άλλον κάτω, κυλιούνται, ρίχνουν μπουνιές, κλωτσιές, τραβιούνται από εκεί...» Λέω: «Πώς δεν έχω;» «Ε, κάτι τέτοιο είναι».

Περιττό να σας πω ότι μου πήρε δεκαετίες για να αρχίσω να το καταλαβαίνω. Έτσι δεν είναι; Φοράμε τα καλά μας όταν προσευχόμαστε. Και νομίζουμε ότι κι Αυτός φοράει γραβάτα. Δεν φοράει. Φοράμε λοιπόν τα καλά μας, τον ψευδή εαυτό μας, έτσι δεν είναι; Και στεκόμαστε μπροστά Του και του λέμε: «Θεέ μου, σου κάνω τη μεγάλη τιμή αυτή τη στιγμή. Να, εγώ, ο οποίος είμαι...» Δεν τα λέω, αλλά τα υπονοώ. «Και Εσύ, ο οποίος είσαι...»

Ο Θεός δεν θεωρεί τίποτα τον εαυτό Του. Ξέρετε αυτό; Όταν σου λέει «να αγαπάς» και όταν λέει τη φοβερή κουβέντα: «Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμέ, οὐκ ἔστι μου ἄξιος». Δεν λέει έτσι; Δεν θα είχε δικαίωμα να σου πει αυτό αν δεν το έκανε ο ίδιος. Ξέρετε, μας αγαπάει πιο πολύ από τον εαυτό Του. Καταλάβατε;

Αλλά στεκόμαστε στο όνομα του Θεού, φοράμε τα καλά μας. Και την Κυριακή φοράμε τα καλά μας, λοιπόν, και στεκόμαστε στο όνομα του Θεού και δεν παίρνουμε τίποτα. Θα πάρουμε το πενηντάρικο ή το κατοστάρικο ή το δεκάρικο και φεύγουμε. Και στο τέλος θα πει ο Θεός: «Εντάξει, θα το έβγαζες και μόνος σου το δεκάρικο αυτό. Δεν το χρειάζομαι».

Εδώ είναι αυτό το φοβερό πράγμα: ότι «συνεκάθισεν ἡμᾶς» —εν δεξιᾷ— είμαστε καθισμένοι αυτή τη στιγμή εν δεξιᾷ του Πατρός. Έτσι. Και αυτό το πράγμα πώς το λέει; «Συνήγειρε». Συνανέστησε. Και συνεκάθισε. «Ἵνα ἐνδείξηται» σε όλους, «ἐν τοῖς αἰῶσιν τοῖς ἐπερχομένοις», «τὸν ὑπερβάλλοντα πλοῦτον τῆς χάριτος αὐτοῦ».

Δηλαδή μας έκανε θεούς επί γης. Μας έκανε βασιλείς. Περιφερόμαστε στη γη αυτοί σαν άρχοντες και δεν έχουμε ανάγκη κανέναν και τίποτα. Μα...

Έλεγε ένας στο συνέδριο όπου ήμουνα —και είναι αλήθεια αυτό, το έχω ψάξει εγώ— πας, λέει, στα αρχαία, στο μαντείο, στον Απόλλωνα τέλος πάντων, και βρήκαμε κείμενα εκεί των ανθρώπων που πήγαιναν, των αρχαίων, των προγόνων μας, πριν από χιλιάδες χρόνια, και ζητούσαν διάφορα πράγματα από τον θεό του μαντείου. Και του ζητούσαν να παντρευτεί το παιδί τους, να βρουν δουλειά καλή, να είναι η γυναίκα τους καλή, να τους ξεστραβώσει, που είναι στραβοί, να μπορέσουν να καταφέρουν αυτά ακριβώς.

Και έλεγε ο ομιλητής: σήμερα γίνεται αυτό. Βλέπετε; Δεν άλλαξε ο άνθρωπος. Αυτό είναι, να πάρει. Δηλαδή μετά από όλα αυτά να μην αλλάξει; Να τα ακούς αυτά και να λες: «Αυτό, αυτό, αυτό που με ενδιαφέρει πάρα πολύ είναι να ζήσω με την τάδε κοπέλα». «Οπωσδήποτε», μου λέει κάποιος. «Το έταξα του Θεού. Εγώ έχω δεκαπέντε φαντασιώσεις με αυτήν». Του λέω: «Μην το κάνεις, γιατί δεν ξέρεις». «Όχι», λέει. «Εγώ θα φύγω από την Εκκλησία».

Και τελικά κόντεψε να φύγει. Κόντεψε να φύγει, επειδή έγινε. Όταν την πήρε μετά, τον πιάσανε. Όχι, δεν συμφέρει. Πες μια κουβέντα και φύγε. Μετά κόντεψε να φύγει από την Εκκλησία, γιατί την παντρεύτηκε και μετά ήθελε απελπισμένα να τη χωρίσει. Και ξαναπαντρεύτηκε μετά. Είχε τώρα, ας πούμε, δεκαπέντε χρόνια μαρτυρίου. Και κάθε φορά που μου μιλάει μου λέει: «Πάτερ μου, είχες δίκιο». Πού το ξέρεις; Δεν το ξέρεις. Απλώς ο Θεός.

Αν τελικά του ζητάς το εικοσάρι, θα σου το δώσει το εικοσάρι. Και μετά σου λέει: «Δεν θα έχεις τίποτα όμως».

Έλεγα για τον πατέρα Παΐσιο. Εκείνο το βράδυ μου έδωσε μια εμπειρία προσευχής φοβερή. Εγώ δεν ήξερα τι μου έδωσε. Ήταν κάτι φοβερό, κάτι συγκλονιστικό. Δεν μπόρεσα να το ξαναζήσω. Ε, λοιπόν, νόμιζα ότι αγίασα. Σηκώνομαι το πρωί, κορδώνομαι και πάω. Λέω: «Γέροντα, εδώ φτάσαμε;» «Α, έτσι είναι;» Και με πήρε στα γέλια. Μου δίνει μια καραμέλα και μου λέει: «Χαίρεσαι, ε;» Λέω: «Καραμέλα ήταν αυτό;» «Έτσι ήτανε», λέει. «Το ζήτημα είναι να μπορεί κανείς να καταλάβει ότι έχει ζαχαροπλαστείο στη διάθεσή του και να αρχίσει να το διαχειρίζεται και να δίνει και σε άλλους».

Πω, λέω εγώ, δεν αγιάσαμε. Δεν είχαμε αγιάσει. Δεν ήταν αυτό το πέρας. Αυτό το λίγο μας τρώει. Το λίγο αυτό. Το λίγο. Ότι έχουμε σαν να έχεις ένα χρυσωρυχείο και να λες: «Να πάρω έναν κόκκο, ένα ρίνισμα, για να πάρω ένα καλό McDonald’s, ας πούμε. Αυτό θέλω». Και τρίβεις το χρυσάφι για να μπορέσεις να πάρεις το McDonald’s. Αυτό θες. Και είναι το να πηγαίνω κάθε βράδυ στο McDonald’s. Αυτή είναι η ευτυχία. Αυτό είναι. This is the life. Έτσι.

Και φοβερό να φύγεις από τη ζωή αυτή έχοντας την εντύπωση... Δηλαδή ουσιαστικά το πρόβλημα είναι η βλακεία μας. Και νομίζω ότι λόγω βλακείας θα πάμε στην κόλαση. Δεν μπορεί να έχεις ένα τέτοιο πράγμα μπροστά σου και να λες: «Αμάν, τι έπαθα; Και πώς αύριο θα δω τον προϊστάμενο;» Θα τον δεις τον προϊστάμενο.

Θεωρητικά ο Θεός λύνει αυτόματα όλα τα προβλήματα του ανθρώπου. Άρα ο Θεός, αν μάθουμε να στεκόμαστε κάπως έτσι... Φαντάζεστε εσείς ότι οι Απόστολοι και οι Άγιοι κάθονται κάθε μέρα και κοιτάζουν αν θα φάνε και αν το McDonald’s έχει fast food καλό ή αν θα πάμε παραδίπλα; Δεν είναι αυτά. «Ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν». «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν». Το μέγα αντικαταθλιπτικό φάρμακο: «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν».

«Οἶδε γὰρ ὁ Θεός», λέει. Οἶδε ότι «χρῄζετε πάντων τούτων». Τα χρειάζεστε αυτά. Λέει: αλλά μην κολλάς σε αυτά. Παραδόξως τα δίνει.

Μου λέει ένας δημοσιογράφος πρόσφατα: «Ορίστε», λέει, «αρρώστησε η μάνα μου και έλεγα στον Θεό να την κάνει καλά και δεν μ’ άκουσε». Του λέω: «Μα εσύ τον άκουσες τον Θεό;» «Τι;» μου λέει. «Εσύ τον άκουγες πριν;»

Σε ένα αεροπλάνο που πέφτει, ο άγιος και ο άπιστος προσεύχονται. Εγώ έχω βρεθεί σε αυτή την κατάσταση, σε ένα αεροπλάνο που πέφτει. Να δείτε εκεί και τα πόμολα προσεύχονται. Χαμός γίνεται. Όλοι ξεχνούν τα πάντα και αρχίζουν παιδικές προσευχές να αναπέμπουν, θερμές. Τρίζουν τα τζάμια. Η πλάκα είναι ότι μόλις αποκατασταθεί η ισορροπία στο αεροπλάνο, τα ξεχνάνε όλα και κοιτάνε ντροπιασμένα ο ένας τον άλλον: «Τι είπα; Ξέχνα το».

Αλλά δεν είναι γι’ αυτό μόνο ο Θεός. «Ἵνα ἐνδείξηται ἐν τοῖς αἰῶσιν τοῖς ἐπερχομένοις τὸν ὑπερβάλλοντα πλοῦτον». Όλοι μάς βλέπουν, εμάς λοιπόν, και λένε: «Πω πω πω, τι Θεός είναι αυτός! Έκανε τον καθέναν από αυτούς έναν θεό επί γης, να μην έχει ανάγκη τίποτα». Σας λέω, αυτή είναι η μεγάλη απώλεια που έχουμε. Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα.

Αυτό θα πραγματευθούμε τη βραδιά. «Τῇ γὰρ χάριτί ἐστε σεσῳσμένοι διὰ τῆς πίστεως». Με τη χάρη έχετε σωθεί. Κοιτάξτε πάλι: έχετε σωθεί. Όχι «θα σωθείτε». Όχι. Έχετε σωθεί. «Διὰ τῆς πίστεως». Τι είναι η πίστη εδώ; Είναι ο ανθρώπινος τρόπος με τον οποίο λέει στον Θεό: «Ναι, μωρέ, έτσι είναι. Έτσι είσαι. Πράγματι τέτοιος είσαι». Έτσι Του λες. Και με τον τρόπο αυτό ενεργεί πλέον αυτή η δωρεά στον άνθρωπο.

Γιατί αν δεν πιστεύεις ότι είναι τέτοιος και το λες σαν... Θυμηθείτε λίγο τον μεγάλο γιο της παραβολής του Ασώτου. «Κατσίκι δεν μου έδωσες». Βρε, «πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν» του λέει. Το κατσίκι ήταν εκεί, σαν κακός, και έλεγες: «Δεν μου έδωσες το κατσίκι, δεν μου έδωσες αυτό το ελάχιστο».

Επομένως αυτό είναι η έλλειψη πίστης. Έλλειψη πίστης είναι να μην το βλέπεις αυτό καθόλου, αυτή την πρώτη και μεγάλη δωρεά. Το ότι για να γίνει αυτή η οικονομία υπάρχει μια αβυσσαλέα αγάπη από πίσω. Κάτι πολύ αβυσσαλέο. Κάτι που δεν αξίζουμε. Κάτι πολύ περισσότερο από μας. Να μην το βλέπεις αυτό και να είναι ο Θεός όπως λέγανε οι Ισραηλίτες: «Νερό δωρεάν μάς έδωσε· φαΐ θα μας δώσει;» Άρα γι’ αυτό σαράντα χρόνια γυρίζανε γύρω γύρω από τον εαυτό τους. Όχι από την έρημο. Η έρημος είναι το μικρότερο. Η απόσταση είναι η ελάχιστη. Γύρω γύρω από τον εαυτό τους γυρίζανε. Γυρίζανε γύρω από τη φιλαυτία τους. Καταλάβατε; Και δεν βλέπανε πόσο κοντά ήταν ο στόχος.

«Χάριτί ἐστε σεσῳσμένοι διὰ τῆς πίστεως». Και τούτο... Θα μας διαλύσει το χωρίο. Βλέπετε ένα χωρίο να σε ρίξει νοκ άουτ. Πραγματικά. Εμένα τουλάχιστον αυτό παθαίνω. «Καὶ τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τὸ δῶρον». Δεν είναι δικό σας αυτό. Είναι του Θεού δώρο. Ξέρουμε τι λέμε; Θεού δώρο είναι αυτό όλο.

«Οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται». Δεν προέρχεται από τα έργα σας. Είπαμε, ήμασταν, όπως το λέει παραπάνω, νεκροί τοῖς παραπτώμασιν. Ποια έργα; Απάτες, κλοπές, μοιχείες. Τι είχαμε; Τι είχαμε; Έτσι είναι.

«Οὐκ ἐξ ἔργων» λοιπόν. Είναι δωρεά εκατό τοις εκατό. Φοβερή πράξη όμως. Σε θεώνει. Σε κάνει θεό επί γης. Θεό επί γης, θεό επί γης. Τίποτα λιγότερο από αυτό. «Ἵνα μή τις καυχήσηται». Γιατί πάλι μετά θα λέγαμε: «Α, εμείς το κάναμε αυτό».

Όπως λέμε τώρα, που συζητάμε διάφορα με την τεχνητή νοημοσύνη και γελάμε. Γιατί γελάμε; Θα μου μάθει η τεχνητή νοημοσύνη να αγαπώ; Θα μου μάθει να μαθαίνω την αλήθεια των όντων; Θα μου μάθει να ακούω τον Θεό και τέτοια; Θα μου τα μάθει αυτά; Όχι. Εγώ θα τα μάθω μόνος μου. Αν δεν τα μάθω αυτά, η τεχνητή νοημοσύνη θα αυξήσει, έτσι δεν είναι, κάποιες ευκολίες· θα μου κάνει και θα αυξήσει και το μαρτύριό μου. Έτσι δεν είναι; Ναι.

Όσο καυχάται κανείς, τόσο λέει στον Θεό: «Δεν σε χρειάζομαι. Δεν σε ξέρω». Ο Θεός αναγκάζεται να απομακρυνθεί. Και επειδή δεν υπάρχουν κενά στην πνευματική ζωή, έρχεται κάτι άλλο. Στην πνευματική ζωή δεν υπάρχουν κενά. Αν φύγει κάποιος, έρχεται κάποιος άλλος. Πάντοτε. Και βλέπετε μετά προστίθεται και η δυστυχία των πραγμάτων αυτών, όταν πέσουν σε άσχημα χέρια. Να ξέρετε, θα πάθουμε ό,τι χειρότερο μπορεί να φανταστεί κανένας. Δεν φανταζόμαστε τέτοιο πράγμα που μπορεί να γίνει, ή αν πέσουν σε κακά χέρια.

Δεν είναι καθαυτά κακά. Όχι. Εμείς όμως, μη επικοινωνώντας με την αλήθεια και την πηγή της ζωής, νεκροποιούμε. Όπως είμαστε νεκροί, τοῖς παραπτώμασιν, σκορπάμε νέκρα και θάνατο σε όλα τα μέτωπα, που λέγει ο ποιητής. Έτσι.

Και συνεχίζει: «Αὐτοῦ γάρ ἐσμεν ποίημα». Είμαστε δικό Του έργο. Και κοιτάξτε τη συνέχεια τώρα: «κτισθέντες ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Αυτό είναι μια φοβερή κουβέντα. Σαν να σου λέει: σε έφτιαξε Αυτός, αλλά σε έφτιαξε εν Χριστώ. Δηλαδή με σκοπό να μπεις μέσα στο γεγονός του Χριστού. Να γίνεις Χριστός κατά χάρη. Αυτό εννοεί εδώ. Δηλαδή να κοινωνήσεις.

Τι είναι ο Χριστός; Όλος ο άνθρωπος σε κοινωνία με όλο τον Θεό. Οντολογική κοινωνία. Να μπεις στο μυστήριο της οντολογικής κοινωνίας μετά του Χριστού. Όποιος καταλαβαίνει τι λέω, δεν θα κοιμηθεί σήμερα καλά. Θα έχει μια χαριτωμένη αϋπνία. Πραγματικά.

«Κτισθέντες ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Έτσι. Εγώ ήμουν τελείως άθεος στα νιάτα μου και έχω δικαίωμα να μιλάω έτσι. Είναι φοβερές κουβέντες αυτές. Ο Θεός έχει δύο πιθανότητες μόνο. Η μία πιθανότητα είναι να είναι μέγας εγκληματίας και να μας κοροϊδεύει —που δεν είναι άξιο Θεού— και η άλλη πιθανότητα είναι να λέει αλήθεια. Να λέει αλήθεια. Ε, δεν έχει κερδίσει τίποτα να σε κοροϊδέψει. Ούτε ο Παύλος ο καημένος δεν είχε να κερδίσει τίποτα.

Τότε έτρωγε ξύλο συνέχεια από όλους, επειδή έλεγε τα αντίθετα. Ξύλο μέρα νύχτα. Πόσες φορές; Παρά μία τις σαράντα. Πολλές φορές έφαγε ξύλο ξανά. Στη θάλασσα, στα ποτάμια, τον ρίχνανε από εδώ, τον κάνανε από εκεί. Ένας ψυχολόγος θα έλεγε: «Φυσιολογικός άνθρωπος;» Και κυνήγι και πείνα και δίψα και «νυχθήμερον ἐν τῷ βυθῷ» και ναυαγία. «Ναυαγίαις τρίς», όπως λέει εκεί πέρα. Πόσες φορές; Και στο τέλος του κόψανε και το κεφάλι.

Μες στη φυλακή θα έλεγες: τέρμα η φυλακή. Ε, κάναμε ένα λάθος. Είπαμε μερικές υπερβολές. Θα τις πάρουμε πίσω. Γιατί αυτό του λέγανε όλοι: «Λες υπερβολές. Δεν μπορεί ο Θεός να είναι άνθρωπος». «Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ μωρία». Έτσι.

Και οι Απόστολοι; Αγράμματοι. Δεν ήταν σαν εμένα. Δεν θα τους πίστευα. Καταλάβατε; Δεν ήταν σαν εμένα. Δεν θα τους πίστευα. Γιατί αν ήταν διανοούμενοι, θα φτιάχνανε παραμυθιακές ιστορίες, θα ψάλλανε, θα γράφανε βιβλία, παραβολές κ.λπ. Δεν ήταν σαν εμένα. Αγράμματοι ψαράδες. Είναι απλή η υπόθεση. Πας και παίρνεις δώδεκα πιστά ανθρωπάκια και τα φέρνεις. Αυτοί, μόλις ο Χριστός πέθανε, σκορπίσανε. Φύγανε αμέσως.

Όταν Τον είδαν, Τον είδαν στ’ αλήθεια. Γιατί αυτά τα ανθρωπάκια δεν μπορούσαν να κάνουν φιλοσοφική θεωρία. Δεν ήταν ούτε για παραβολές ούτε για μύθους. Ούτε να πείσουν κανέναν, ούτε να κάνουν σχολές. Καταλαβαίνετε τι λέω; Ούτε να γράψουν βιβλία. Παρ’ όλα αυτά βγαίνουν ξανά μπροστά και λένε: «Τον είδαμε». Ξύλο. «Τον είδαμε». Ξύλο. Σταυρό ανάποδα. Ξύλο. «Θα σε κάψω στη φωτιά». «Τον είδα». Ξύλο. Πάμε.

Αυτά τι είναι λοιπόν; Δεν περάσανε καλά δηλαδή. Δηλαδή περνάγανε πολύ καλά. Είπαμε: «ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται κἀγὼ τῷ κόσμῳ». Το δεύτερο: «κἀγὼ τῷ κόσμῳ».

Λοιπόν. «Κτισθέντες ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» δι’ εκείνη την ενσωμάτωση σ’ Αυτόν. Τότε παίρνει νόημα η ζωή και τότε είναι μεγαλειώδες και το νόημα και αξίζει και ο κόσμος να ζει κανείς. Έτσι. Αλλιώς δεν ξέρω αν αξίζει.

«Ἐπὶ ἔργοις ἀγαθοῖς, οἷς προητοίμασεν ὁ Θεός, ἵνα ἐν αὐτοῖς περιπατήσωμεν». Και αυτό το πράγμα λέει: όταν γίνει, όταν συμβεί, αρχίζουμε να κάνουμε και έργα αγαθά. Και δεν ξέρουμε να κάνουμε καθόλου τίποτα προηγουμένως. Και αυτά ακόμα μας τα δείχνει Εκείνος. Εκείνος σου δείχνει. Εκείνος σου δείχνει τι να κάνεις.

Ποιος από εμάς, στην ώρα τη δύσκολη, που σε πρόσβαλε ο άλλος, που σε έριξε, που σε καταφρόνησε, που σε αδίκησε, ποιος από εμάς στέκεται ενώπιον του Θεού και λέει: «Τώρα Εσύ τι θες να κάνω;» Αυτό είναι η πηγή της ζωής. Τότε ο Θεός θα σου μιλήσει και θα καταλάβεις ότι σου μιλεί. Θα βρει τρόπο. Δεν ξέρω αν θα σου το πει ένα πουλί. Δεν ξέρω αν θα σου το πει κάποιος άνθρωπος. Δεν ξέρω αν θα το βρεις στην Καινή Διαθήκη. Δεν ξέρω πώς θα το κάνει. Πάντως θα το κάνει. Μπορεί να το φωνάξει και μέσα σου, αν έχεις την αγαθή διάθεση αυτή. Αλλά πάντως τότε ο Θεός θα είναι παρών. Δεν θα μας αφήσει έτσι. Δεν θα μας αφήσει στο σκοτάδι.

Και στα έργα αυτά περιπατούμε όσο μπορούμε. Και σιγά σιγά μαθαίνουμε να μπουσουλίζουμε. Πρώτα σερνόμαστε κάτω, μετά στα τέσσερα μεγαλώνουμε. Αρχίζουμε να συλλαβίζουμε, λέμε λογάκια, λέμε αυτά κ.λπ. Και κάποτε μπορεί αυτό το πράγμα να γίνει Παΐσιος και Πορφύριος. Έτσι: «εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ».

 


Δεν υπάρχουν σχόλια: