| Αγαπημένος ήρωας των εθνικιστών Αλβανών, τότε και τώρα.- Heroi më i dashur i shqiparëve nacionalistë si atëhere dhe tani. |
|
Το
Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο δεν είναι βήμα προπαγάνδας ούτε μηχανισμός
αναθεώρησης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου
Ας
το πούμε απλά, για να γίνει κατανοητό ακόμη και σε όσους επιμένουν να
μετατρέπουν την Ιστορία σε πολιτικό εμπόρευμα: η λεγόμενη προσφυγή των
οργανώσεων των Τσάμηδων στη Χάγη δεν άνοιξε κανέναν δρόμο. Δεν δημιούργησε
νομικό προηγούμενο. Δεν έφερε διεθνή δικαίωση. Δεν ανέτρεψε καμία ιστορική ή
δικαστική πραγματικότητα. Αντιθέτως,
αποκάλυψε για ακόμη μία φορά το ίδιο πράγμα: το λεγόμενο «Τσάμικο»
χρησιμοποιείται περισσότερο ως εργαλείο εσωτερικής κατανάλωσης, εθνικιστικής
πίεσης και πολιτικής εκμετάλλευσης, παρά ως υπόθεση που μπορεί να σταθεί
σοβαρά ενώπιον της διεθνούς έννομης τάξης. Η
Χάγη δεν είναι μαγική λέξη. Δεν αρκεί να επικαλεστεί κάποιος το όνομά της για
να μετατρέψει έναν ιστορικό ισχυρισμό σε νομική υπόθεση. Και κυρίως, το
Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο δεν είναι δικαστήριο ιστορικών φαντασιώσεων, ούτε
όργανο επιστροφής περιουσιών, ούτε υπηρεσία επαναπατρισμών, ούτε επιτροπή
αναγνώρισης πολιτικών αφηγημάτων. Είναι
ποινικό δικαστήριο. Και έχει συγκεκριμένους, αυστηρούς και αδιαπραγμάτευτους
κανόνες δικαιοδοσίας. Εδώ
ακριβώς κατέρρευσε η προσπάθεια. Πρώτον,
το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο δεν έχει χρονική δικαιοδοσία για γεγονότα του
Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το Καταστατικό της Ρώμης, πάνω στο οποίο στηρίζεται η
λειτουργία του, ορίζει ότι το Δικαστήριο μπορεί να ασχοληθεί μόνο με "εγκλήματα" που τελέστηκαν μετά την έναρξη ισχύος του Καταστατικού. Η κρίσιμη
ημερομηνία είναι η 1η Ιουλίου 2002. Τα
γεγονότα στα οποία αναφέρονται οι οργανώσεις των Τσάμηδων τοποθετούνται στην
περίοδο 1913-1945. Δηλαδή πολλές δεκαετίες πριν καν υπάρξει το Διεθνές
Ποινικό Δικαστήριο. Επομένως, το ζήτημα δεν απορρίπτεται επειδή κάποιος δεν
το άκουσε με συμπάθεια. Δεν εξετάζεται, διότι το ίδιο το Δικαστήριο δεν έχει
αρμοδιότητα να το εξετάσει. Δεύτερον,
το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο δικάζει φυσικά πρόσωπα. Δεν δικάζει κράτη ως
κράτη. Δεν δικάζει λαούς. Δεν δικάζει ιστορικές αφηγήσεις. Δεν δικάζει
νεκρούς. Δεν ανοίγει φακέλους για να αναθεωρήσει συνολικά την ιστορία μιας
περιοχής, ούτε αποφαίνεται για το ποιος έχει δίκιο σε μια πολιτική διαμάχη
δεκαετιών. Η
ποινική ευθύνη ενώπιον του ΔΠΔ είναι ατομική, σύγχρονη και συγκεκριμένη.
Αφορά πρόσωπα που μπορούν να διωχθούν για εγκλήματα εντός της δικαιοδοσίας
του Δικαστηρίου. Όχι πρόσωπα που έζησαν και πέθαναν πριν από μισό αιώνα. Όχι
ιστορικές υποθέσεις που έχουν κριθεί από τα εθνικά δικαστήρια αμέσως μετά τον
πόλεμο. Όχι πολιτικές διεκδικήσεις που ντύνονται εκ των υστέρων με διεθνή
νομική ορολογία. Τρίτον,
το ΔΠΔ δεν είναι δικαστήριο περιουσιακών αξιώσεων. Δεν επιστρέφει ακίνητα.
Δεν αναγνωρίζει δικαίωμα επαναπατρισμού. Δεν επιλύει ζητήματα ιθαγένειας. Δεν
ανοίγει φακέλους αποζημιώσεων. Όλα αυτά, ακόμη κι αν τίθενται πολιτικά ή
προπαγανδιστικά, δεν ανήκουν στο αντικείμενό του. Άρα,
η υπόθεση δεν είχε απλώς αδύνατα σημεία. Ήταν εξαρχής νομικά αδύνατη. Με
απλά λόγια: δεν ήταν ότι οι Τσάμηδες «έχασαν» μια δίκη. Δεν υπήρχε δίκη. Δεν
υπήρχε πεδίο εκδίκασης. Δεν υπήρχε δικαιοδοσία. Χτύπησαν μια πόρτα που,
νομικά, ήταν κλειστή πριν ακόμη φτάσουν μπροστά της. Και
αυτό είναι το πιο αποκαλυπτικό. Διότι
όσοι παρουσιάζουν στους Τσάμηδες ότι «η Χάγη θα λύσει το ζήτημα», είτε δεν
γνωρίζουν το διεθνές δίκαιο είτε το γνωρίζουν και το χρησιμοποιούν για να
δημιουργούν ψευδαισθήσεις. Και όταν καλλιεργείς ψευδαισθήσεις σε μια
κοινότητα, δεν την βοηθάς. Την εκμεταλλεύεσαι. Της πουλάς ελπίδα χωρίς βάση.
Την κρατάς δέσμια ενός αφηγήματος που δεν μπορεί να οδηγήσει πουθενά, αλλά
μπορεί να χρησιμοποιείται διαρκώς για πολιτική πίεση, ψήφους, χρήματα,
εντυπώσεις και εθνικιστική κατανάλωση. Κάποιοι
πρέπει κάποτε να πουν στους Τσάμηδες την αλήθεια: δεν τους δικαίωσε η Χάγη.
Δεν μπορούσε να τους δικαιώσει. Και όσοι τους υπόσχονται τέτοιες «δικαιώσεις»
παίζουν παιχνίδια στην πλάτη τους. Από
την ελληνική πλευρά, το ζήτημα έχει άλλο ιστορικό και νομικό βάθος. Μετά την
απελευθέρωση της Ελλάδας θεσπίστηκε ειδική ποινική νομοθεσία για την τιμωρία
όσων συνεργάστηκαν με τις κατοχικές δυνάμεις. Στο πλαίσιο αυτό λειτούργησαν
Ειδικά Δικαστήρια Δοσίλογων. Το
Ειδικό Δικαστήριο Δοσίλογων Ιωαννίνων, με την απόφαση 344/1945, καταδίκασε
ερήμην 1.930 μουσουλμάνους Τσάμηδες για συνεργασία με τις κατοχικές δυνάμεις
και εγκλήματα πολέμου. Ακολούθησαν και άλλες αποφάσεις. Η μεταπολεμική
ελληνική έννομη τάξη αντιμετώπισε το ζήτημα ως ζήτημα δοσιλογίας, εγκλημάτων
πολέμου και συνεργασίας με τον εχθρό, όχι ως απλή εθνοτική διαφορά. Αυτό
είναι το σημείο που η αλβανική προπαγάνδα συστηματικά αποσιωπά. Δεν
μπορεί να παρουσιάζεται η ιστορία σαν να ξεκίνησε το 1944, αποκόπτοντας όσα
προηγήθηκαν. Δεν μπορεί να γίνεται λόγος για «θύματα» χωρίς να μνημονεύεται η
συνεργασία οργανωμένων τμημάτων των μουσουλμάνων Τσάμηδων με τους Ιταλούς και
τους Γερμανούς κατακτητές. Δεν μπορεί να ζητείται διεθνής συμπάθεια ενώ
παραλείπονται οι σφαγές, οι λεηλασίες, οι διώξεις, η τρομοκράτηση του
ελληνικού πληθυσμού της Θεσπρωτίας και η συμμετοχή στο σχέδιο της «Μεγάλης
Αλβανίας». Η
Ιστορία δεν είναι μοντάζ. Δεν κρατάς μόνο τα πλάνα που σε βολεύουν. Το
πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι μόνο οι οργανώσεις των Τσάμηδων. Το πρόβλημα
είναι και η αλβανική πολιτική τάξη που κατά καιρούς συντηρεί το ζήτημα,
άλλοτε φανερά και άλλοτε υπαινικτικά, για να το χρησιμοποιεί ως μοχλό πίεσης
απέναντι στην Ελλάδα. Όταν χρειάζεται εθνικιστική συσπείρωση, το «Τσάμικο»
επανέρχεται. Όταν χρειάζεται αντιπερισπασμός, επανέρχεται. Όταν πρέπει να
καλλιεργηθεί η εικόνα ότι η Αλβανία έχει δήθεν ανοιχτούς λογαριασμούς με την
Ελλάδα, επανέρχεται. Αλλά
η διεθνής έννομη τάξη δεν λειτουργεί με συνθήματα. Λειτουργεί με κανόνες. Και
οι κανόνες εδώ είναι σαφείς. Το
ΔΠΔ δεν έχει αρμοδιότητα για γεγονότα πριν από το 2002. Δεν δικάζει κράτη.
Δεν δικάζει νεκρούς. Δεν επιστρέφει περιουσίες. Δεν παράγει πολιτική δικαίωση
εκεί όπου λείπει η νομική βάση. Άρα,
όλη αυτή η προσπάθεια ήταν περισσότερο επικοινωνιακή παρά νομική. Μια
προσπάθεια να εμφανιστεί διεθνές ζήτημα εκεί όπου δεν υπάρχει διεθνής
δικαστική διαδρομή. Μια προσπάθεια να παρουσιαστεί ως «ανοιχτή υπόθεση» κάτι
που, από την ελληνική πλευρά, έχει κριθεί ιστορικά και νομικά μετά τον Β΄
Παγκόσμιο Πόλεμο. Το
τραγικό είναι ότι, στο τέλος, οι ίδιοι οι απλοί άνθρωποι γίνονται θύματα
αυτής της προπαγάνδας. Τους λένε ότι υπάρχει δρόμος. Τους μιλούν για Χάγη,
για γενοκτονία, για επιστροφές, για περιουσίες, για διεθνή δικαίωση. Και
εκείνοι, πολλές φορές, πιστεύουν ότι κάποια μεγάλη πόρτα θα ανοίξει. Όμως
η πόρτα δεν ανοίγει, γιατί δεν υπάρχει νομικό κλειδί. Και
τότε τίθεται το πραγματικό ερώτημα: ποιοι κερδίζουν από τη συντήρηση αυτής
της αυταπάτης; Ποιοι πολιτεύονται πάνω στο «Τσάμικο»; Ποιοι συγκεντρώνουν
επιρροή, χρήματα, ψήφους ή δημοσιότητα υποσχόμενοι μια δικαίωση που γνωρίζουν
ότι δεν μπορεί να έρθει από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο; Οι
Τσάμηδες πρέπει να αναρωτηθούν αν πράγματι τους υπερασπίζονται όσοι τους
σπρώχνουν σε τέτοιες κινήσεις ή αν απλώς τους χρησιμοποιούν. Διότι άλλο είναι
η ιστορική μνήμη και άλλο η πολιτική εξαπάτηση. Άλλο είναι η αναζήτηση
αλήθειας και άλλο η κατασκευή μύθου. Άλλο είναι το δίκαιο και άλλο η
προπαγάνδα. Για
την Ελλάδα, το θέμα απαιτεί ψυχραιμία, τεκμηρίωση και σταθερότητα. Δεν
χρειάζονται κραυγές. Δεν χρειάζεται υπερβολική αντίδραση κάθε φορά που
οργανώσεις ή πολιτικοί κύκλοι επιχειρούν να αναθερμάνουν το ζήτημα.
Χρειάζεται όμως καθαρή απάντηση, ιστορική γνώση και νομική ακρίβεια. Η
καλύτερη απάντηση στην προπαγάνδα δεν είναι η νευρικότητα. Είναι η αλήθεια. Και
η αλήθεια εδώ είναι απλή: η υπόθεση των Τσάμηδων στη Χάγη δεν στέκει. Δεν
στέκει χρονικά, δεν στέκει ποινικά, δεν στέκει θεσμικά, δεν στέκει ως
αντικείμενο του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Αν
κάποιοι θέλουν να ξαναγράψουν την Ιστορία, ας το πουν καθαρά. Αν
όμως επικαλούνται το Διεθνές Δίκαιο, τότε πρέπει πρώτα να το διαβάσουν.
Πελασγός
Κορυτσάς, αφιερωμένο διαστρεβλώνουν
την ιστορία.
|
Gjykata
Penale Ndërkombëtare nuk është tribunë propagande dhe as mekanizëm për
rishikimin e Luftës së Dytë Botërore
Le
ta themi thjesht, që të kuptohet edhe nga ata që këmbëngulin ta shndërrojnë
Historinë në mall politik: e ashtuquajtura ankesë e organizatave çame në Hagë
nuk hapi asnjë rrugë. Nuk krijoi asnjë precedent juridik. Nuk solli asnjë
drejtësi ndërkombëtare. Nuk përmbysi asnjë realitet historik apo gjyqësor. Përkundrazi,
zbuloi edhe një herë të njëjtën gjë: e ashtuquajtura “çështje çame” përdoret
më shumë si mjet për konsum të brendshëm, për presion nacionalist dhe për
shfrytëzim politik, sesa si një çështje që mund të qëndrojë seriozisht
përpara rendit juridik ndërkombëtar. Haga
nuk është fjalë magjike. Nuk mjafton që dikush të përmendë emrin e saj për ta
shndërruar një pretendim historik në çështje juridike. Dhe, mbi të gjitha,
Gjykata Penale Ndërkombëtare nuk është gjykatë fantazish historike, as organ
për kthim pronash, as zyrë riatdhesimi dhe as komision për njohjen e
rrëfimeve politike. Ajo
është gjykatë penale. Dhe ka rregulla të caktuara, të rrepta dhe të
panegociueshme juridiksioni. Pikërisht
këtu u shemb përpjekja. Së
pari, Gjykata Penale Ndërkombëtare nuk ka juridiksion kohor për ngjarjet e
Luftës së Dytë Botërore. Statuti i Romës, mbi të cilin mbështetet funksionimi
i saj, përcakton se Gjykata mund të merret vetëm me krime të kryera pas
hyrjes në fuqi të Statutit. Data vendimtare është 1 korriku 2002. Ngjarjet
për të cilat flasin organizatat çame vendosen në periudhën 1913-1945. Pra, shumë dekada përpara se të ekzistonte vetë Gjykata
Penale Ndërkombëtare. Prandaj çështja nuk lihet jashtë sepse dikush nuk e
dëgjoi me simpati. Ajo nuk shqyrtohet sepse vetë Gjykata nuk ka kompetencë ta
shqyrtojë. Së dyti, Gjykata Penale Ndërkombëtare gjykon persona
fizikë. Nuk gjykon shtete si shtete. Nuk gjykon popuj. Nuk gjykon rrëfime
historike. Nuk gjykon të vdekur. Nuk hap dosje për të rishikuar në tërësi
historinë e një zone dhe as nuk vendos se kush ka të drejtë në një konflikt
politik disadekadësh. Përgjegjësia penale përpara GJPN-së është individuale,
bashkëkohore dhe konkrete. Ajo ka të bëjë me persona që mund të ndiqen
penalisht për krime që hyjnë brenda juridiksionit të Gjykatës. Jo me njerëz
që jetuan dhe vdiqën para më shumë se gjysmë shekulli. Jo me çështje
historike që janë gjykuar nga gjykatat kombëtare menjëherë pas luftës. Jo me
pretendime politike që më pas vishen me terminologji të së drejtës
ndërkombëtare. Së treti, GJPN-ja nuk është gjykatë e pretendimeve
pronësore. Nuk kthen pasuri të paluajtshme. Nuk njeh të drejtë
riatdhesimi. Nuk zgjidh çështje shtetësie. Nuk hap dosje dëmshpërblimesh. Të
gjitha këto, edhe nëse ngrihen politikisht apo propagandistikisht, nuk hyjnë
në objektin e saj. Pra, çështja nuk kishte thjesht pika të dobëta. Ajo
ishte që në fillim juridikisht e pamundur. Me fjalë të thjeshta: nuk ndodhi që çamët “humbën”
një gjyq. Nuk pati gjyq. Nuk pati fushë gjykimi. Nuk pati
juridiksion. Ata trokitën në një derë që, juridikisht, ishte e mbyllur që
përpara se të mbërrinin para saj. Dhe pikërisht kjo është më zbuluese. Sepse ata që u paraqesin çamëve idenë se “Haga do ta
zgjidhë çështjen”, ose nuk e njohin të drejtën ndërkombëtare, ose e njohin
dhe e përdorin për të krijuar iluzione. Dhe kur i ushqen një komuniteti
iluzione, nuk e ndihmon. E shfrytëzon. I shet shpresë pa bazë. E mban peng të
një rrëfimi që nuk mund të çojë askund, por që mund të përdoret vazhdimisht
për presion politik, vota, para, përshtypje dhe konsum nacionalist. Dikush duhet t’ua thotë një herë çamëve të vërtetën:
Haga nuk i dha të drejtë. Nuk mund t’u jepte të drejtë. Dhe ata që u
premtojnë të tilla “drejtësi” po luajnë lojëra mbi kurrizin e tyre. Nga ana greke, çështja ka një thellësi tjetër historike
dhe juridike. Pas çlirimit të Greqisë u miratua legjislacion i posaçëm penal
për ndëshkimin e atyre që bashkëpunuan me forcat pushtuese. Në këtë kuadër
funksionuan Gjykatat e Posaçme të Kolaboracionistëve. Gjykata e Posaçme e Kolaboracionistëve të Janinës, me
vendimin nr. 344/1945, dënoi në mungesë 1.930 çamë myslimanë për bashkëpunim
me forcat pushtuese dhe për krime lufte. Pasuan edhe vendime të tjera. Rendi
juridik grek i pasluftës e trajtoi këtë çështje si çështje kolaboracionizmi,
krimesh lufte dhe bashkëpunimi me armikun, jo si një mosmarrëveshje të
thjeshtë etnike. Kjo është pika që propaganda shqiptare e hesht
sistematikisht. Historia nuk mund të paraqitet sikur fillon në vitin
1944, duke shkëputur gjithçka që kishte ndodhur më parë. Nuk mund të flitet
për “viktima” pa përmendur bashkëpunimin e pjesëve të organizuara të çamëve
myslimanë me pushtuesit italianë dhe gjermanë. Nuk mund të kërkohet simpati
ndërkombëtare duke lënë jashtë masakrat, plaçkitjet, përndjekjet,
terrorizimin e popullsisë greke të Thesprotisë dhe pjesëmarrjen në projektin
e “Shqipërisë së Madhe”. Historia nuk është montazh. Nuk mund të mbash vetëm
pamjet që të leverdisin. Problemi, natyrisht, nuk janë vetëm organizatat çame.
Problemi është edhe klasa politike shqiptare, e cila herë pas here e mban
gjallë këtë çështje, herë hapur dhe herë me nënkuptime, për ta përdorur si
levë presioni ndaj Greqisë. Kur nevojitet mobilizim nacionalist, “çështja
çame” rikthehet. Kur nevojitet diversion politik, rikthehet. Kur duhet të
kultivohet ideja se Shqipëria ka gjoja llogari të hapura me Greqinë, ajo
rikthehet sërish. Por rendi juridik ndërkombëtar nuk funksionon me
parulla. Ai funksionon me rregulla. Dhe rregullat këtu janë të qarta. GJPN-ja nuk ka kompetencë për ngjarje para vitit 2002.
Nuk gjykon shtete. Nuk gjykon të vdekur. Nuk kthen prona. Nuk prodhon drejtësi politike aty ku mungon baza
juridike. Prandaj e gjithë kjo përpjekje ishte më shumë
komunikative sesa juridike. Ishte një përpjekje për të shfaqur si çështje
ndërkombëtare diçka për të cilën nuk ekziston rrugë gjyqësore ndërkombëtare.
Ishte një përpjekje për ta paraqitur si “çështje të hapur” diçka që, nga ana
greke, është gjykuar historikisht dhe juridikisht pas Luftës së Dytë
Botërore. Tragjike është se, në fund, vetë njerëzit e thjeshtë
bëhen viktima të kësaj propagande. U thuhet se ekziston rrugë. U flitet për
Hagën, për gjenocid, për kthime, për prona, për drejtësi ndërkombëtare. Dhe
ata, shpeshherë, besojnë se një portë e madhe do të hapet. Por porta nuk hapet, sepse nuk ekziston çelësi
juridik. Atëherë shtrohet pyetja e vërtetë: kush fiton nga
mbajtja gjallë e këtij iluzioni? Kush bën politikë mbi “çështjen çame”? Kush
mbledh ndikim, para, vota apo publicitet duke premtuar një drejtësi që e di
se nuk mund të vijë nga Gjykata Penale Ndërkombëtare? Çamët duhet të pyesin veten nëse ata që i shtyjnë
drejt këtyre lëvizjeve vërtet po i mbrojnë, apo thjesht po i përdorin. Sepse
tjetër gjë është kujtesa historike dhe tjetër mashtrimi politik. Tjetër gjë
është kërkimi i së vërtetës dhe tjetër ndërtimi i një miti. Tjetër gjë është
e drejta dhe tjetër propaganda. Për Greqinë, kjo çështje kërkon qetësi, dokumentim
dhe qëndrueshmëri. Nuk duhen britma. Nuk duhet reagim i tepruar sa herë që
organizata apo qarqe politike përpiqen ta ringrohin çështjen. Por duhet
përgjigje e qartë, njohje historike dhe saktësi juridike. Përgjigjja më e mirë ndaj propagandës nuk është
nervozizmi. Është e vërteta. Dhe e vërteta këtu është e thjeshtë: çështja e
çamëve në Hagë nuk qëndron. Nuk qëndron në aspektin kohor, nuk qëndron
penalisht, nuk qëndron institucionalisht, nuk qëndron si objekt i Gjykatës
Penale Ndërkombëtare. Nëse disa duan të rishkruajnë Historinë, le ta thonë
qartë. Por nëse thërrasin në emër të së Drejtës
Ndërkombëtare, atëherë më parë duhet ta lexojnë atë.
Pellasgu i Korçës drejtuar
deformuesve të historisë |
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου