Σελίδες

Η δεκαετία του μπετόν στην Αλβανία και το τίμημα μιας «προαναγγελθείσας» κρίσης

 

Πώς η οικοδομική έκρηξη, η άνοδος των τιμών και οι σκιές γύρω από την προέλευση των κεφαλαίων άλλαξαν την εικόνα της χώρας

Η Αλβανία των τελευταίων δέκα ετών άλλαξε με ταχύτητα που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί. Η Τίρανα, οι παράκτιες ζώνες και αρκετές τουριστικές περιοχές μετατράπηκαν σε απέραντα εργοτάξια. Πύργοι, συγκροτήματα κατοικιών, θέρετρα και μεγάλες οικοδομικές αναπτύξεις άλλαξαν όχι μόνο τον ορίζοντα των πόλεων, αλλά και την ίδια την οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα της χώρας.

Το ερώτημα, όμως, παραμένει: ποιος χρηματοδότησε πραγματικά αυτή τη δεκαετή «μαραθώνια» πορεία του μπετόν;

Η Revista Monitor, σε εκτενή ανάλυσή της, παρουσιάζει μια αναδρομή που ξεκινά από το 2016, όταν η χώρα βρέθηκε στο επίκεντρο της διεθνούς προσοχής λόγω της μαζικής καλλιέργειας κάνναβης. Από εκείνη την περίοδο, σύμφωνα με το Monitor, άρχισαν να παρακολουθούνται δύο δείκτες που φάνηκαν καθοριστικοί: η πορεία της ισοτιμίας του ευρώ έναντι του λεκ και η αύξηση των οικοδομικών αδειών.

Η υποχώρηση του ευρώ, η οποία ξεκίνησε σταδιακά από το 2016, δεν εξηγείται εύκολα μόνο με τα κλασικά οικονομικά δεδομένα. Το Monitor σημειώνει ότι, την περίοδο 2016-2022, πριν ακόμη η τουριστική άνοδος αποκτήσει τις σημερινές διαστάσεις, το ευρώ υποχωρούσε, ενώ το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της χώρας δεν δικαιολογούσε πλήρως αυτή την εικόνα. Η είσοδος μεγάλων ποσοτήτων συναλλάγματος στην αγορά, σε συνδυασμό με την άνθηση των κατασκευών, δημιούργησε εύλογα ερωτήματα.

Στο ίδιο διάστημα, η οικοδομή πήρε τεράστιες διαστάσεις. Η πρωτεύουσα και οι παράκτιες περιοχές γέμισαν με νέα έργα, συχνά δυσανάλογα προς τη δύναμη της πραγματικής οικονομίας και την αγοραστική ικανότητα των πολιτών. Η εικόνα μιας χώρας που «αναπτύσσεται» μέσα από μπετόν και ακίνητα δημιούργησε την εντύπωση ευημερίας. Ωστόσο, πίσω από αυτή την εικόνα κρύβονται σοβαρά ερωτήματα για τη διαφάνεια, την προέλευση των κεφαλαίων και τη βιωσιμότητα του μοντέλου.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι, σύμφωνα με το Monitor, ήδη από το 2018 εμφανίστηκαν στον κατασκευαστικό τομέα εταιρείες μικρές, άγνωστες ή με ελάχιστη προηγούμενη οικονομική δραστηριότητα, οι οποίες απέκτησαν τη δυνατότητα να αναπτύσσουν σημαντικά έργα. Το φαινόμενο εταιρειών με χαμηλά ή μηδενικά δηλωμένα έσοδα, που ξαφνικά εισέρχονται σε έναν ιδιαίτερα απαιτητικό και ακριβό κλάδο, γεννά εύλογες απορίες.

Αυτό δεν είναι απλώς λογιστικό ζήτημα. Είναι ζήτημα κράτους δικαίου. Όταν μια εταιρεία χωρίς εμφανείς οικονομικούς πόρους αναλαμβάνει οικοδομικά έργα μεγάλης κλίμακας, η πρώτη ερώτηση που πρέπει να τίθεται είναι απλή: από πού προέρχονται τα χρήματα;

Η οικοδομή, λόγω της φύσης της, μπορεί εύκολα να γίνει πεδίο νομιμοποίησης κεφαλαίων αμφίβολης προέλευσης. Τα προκαταβολικά ποσά από αγοραστές, οι συμφωνίες με προμηθευτές, οι εσωτερικές χρηματοδοτήσεις, οι συνεργασίες με τρίτους και η υψηλή διαφορά ανάμεσα στο πραγματικό κόστος κατασκευής και την τελική τιμή πώλησης δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η παρακολούθηση του χρήματος γίνεται εξαιρετικά δύσκολη.

Το αποτέλεσμα το πληρώνει ο απλός πολίτης.

Οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν με ταχύτητα που απομάκρυνε την κατοικία από τη δυνατότητα πολλών οικογενειών. Στην Τίρανα, η αγορά κατοικίας έγινε για πολλούς σχεδόν απρόσιτη. Η άνοδος των τιμών δεν σήμαινε πραγματική ευημερία για τους νέους, τους εργαζομένους ή τις οικογένειες που αναζητούν μια πρώτη κατοικία. Σήμαινε, αντίθετα, ότι η στέγαση μετατράπηκε σε βάρος, σε άγχος και συχνά σε αιτία νέας μετανάστευσης.

Η κρίση αυτή δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι και κοινωνική. Όταν οι πόλεις χτίζονται χωρίς ανάλογη πρόνοια για δρόμους, πράσινους χώρους, σχολεία, πάρκα, δημόσιες υποδομές και ποιότητα ζωής, τότε η οικοδομική ανάπτυξη δεν είναι πρόοδος. Είναι συσσώρευση προβλημάτων. Οι πολίτες βλέπουν γύρω τους πολυώροφα κτίρια, αλλά όχι απαραίτητα καλύτερη ζωή.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι η διαφάνεια γύρω από τις οικοδομικές άδειες φαίνεται να μειώνεται. Όταν τα πλήρη δεδομένα για τις άδειες που δίνονται από κεντρικά όργανα δεν αποτυπώνονται καθαρά στις στατιστικές, η κοινωνία χάνει τη δυνατότητα να γνωρίζει τις πραγματικές διαστάσεις του φαινομένου. Και όταν δεν υπάρχει πλήρης εικόνα, δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρός δημόσιος έλεγχος.

Η περίπτωση μεγάλων έργων, όπως η Μαρίνα του Δυρραχίου, δείχνει ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο μικρές ή άγνωστες εταιρείες. Αφορά και το γενικότερο μοντέλο ανάπτυξης, όπου μεγάλα σχέδια παρουσιάζονται ως στρατηγικές επενδύσεις, αλλά σημαντικό μέρος της χρηματοδότησης συνδέεται με προπωλήσεις και προκαταβολές αγοραστών. Αυτό θέτει το ερώτημα αν πρόκειται για πραγματική επένδυση κεφαλαίου ή για ακόμη μία μορφή οικοδομικής ανάπτυξης που βασίζεται στην πώληση ακινήτων πριν ακόμη αυτά υπάρξουν.

Σήμερα, η Αλβανία βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο σταυροδρόμι. Το μπετόν μπορεί να δημιουργεί την εικόνα ανάπτυξης, αλλά δεν αρκεί για να οικοδομήσει υγιή οικονομία. Μια χώρα δεν προοδεύει επειδή χτίζει πολύ. Προοδεύει όταν χτίζει με διαφάνεια, με κανόνες, με σεβασμό στην πόλη, στο περιβάλλον, στην κοινωνία και στον πολίτη.

Αν η οικοδομική έκρηξη στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό σε ανεξέλεγκτες ροές χρήματος, τότε η ζημιά δεν περιορίζεται στο παρελθόν. Θα εμφανιστεί στο μέλλον: στις τιμές που δεν αντέχουν τα νοικοκυριά, στις πόλεις που ασφυκτιούν, στις τράπεζες που μπορεί να εκτεθούν, στους πολίτες που αγόρασαν ακριβά, και σε μια οικονομία που κινδυνεύει να ανακαλύψει αργά ότι η «ανάπτυξη» που έβλεπε ήταν σε μεγάλο βαθμό μια φούσκα.

Η «δεκαετής μαραθώνια πορεία του μπετόν» δεν είναι απλώς ιστορία οικοδομών. Είναι ιστορία πολιτικών επιλογών, θεσμικής ανοχής, απουσίας ελέγχου και κοινωνικού κόστους.

Και γι’ αυτό το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος έχτισε.

Το ερώτημα είναι ποιος επέτρεψε να χτιστεί μια ολόκληρη οικονομική πραγματικότητα πάνω σε τόσο ασταθή θεμέλια.

Πηγή: Revista Monitor

Δεν υπάρχουν σχόλια: