Σελίδες

Η Ελλάδα ως βολικός εχθρός και το πολιτικό Ισλάμ που μεγάλωνε στη σκιά

 


Μια άποψη για την Αλβανία μετά το 1990, την αντιελληνική προπαγάνδα και τις επιρροές που οικοδομήθηκαν ενώ όλοι κοιτούσαν αλλού

Η Αλβανία μετά το 1990 δεν βγήκε απλώς από ένα καθεστώς. Βγήκε από έναν ολόκληρο κόσμο. Η πτώση του κομμουνισμού δεν έφερε αμέσως ελευθερία με θεσμούς, οικονομία με κανόνες και κοινωνία με ισορροπίες. Έφερε, μαζί με την ελπίδα, και ένα τεράστιο κενό: πολιτικό, ηθικό, οικονομικό, κοινωνικό, πνευματικό.

Μέσα σε αυτό το κενό γεννήθηκε μια νέα νοοτροπία. Η κοινωνία, κουρασμένη από τη φτώχεια, την απομόνωση και την κρατική βία της δικτατορίας, στράφηκε με μεγάλη ένταση προς την ύλη. Το χρήμα έγινε όχι απλώς ανάγκη, αλλά μέτρο επιτυχίας. Ο γρήγορος πλουτισμός έγινε όνειρο. Και όταν μια κοινωνία βγαίνει από δεκαετίες καταπίεσης χωρίς ισχυρούς θεσμούς και χωρίς σταθερό αξιακό πλαίσιο, ο δρόμος από το όνειρο του πλουτισμού προς την παρανομία γίνεται συχνά επικίνδυνα μικρός.

Δεν είναι τυχαίο ότι η μετακομμουνιστική Αλβανία γνώρισε την τραγωδία των πυραμιδικών σχημάτων, την κρίση του 1997, τη μαζική μετανάστευση, τη διαφθορά, την ανάπτυξη εγκληματικών δικτύων, την καλλιέργεια και διακίνηση ναρκωτικών, τη βαθιά δυσπιστία προς το κράτος. Όλα αυτά δεν είναι άσχετα μεταξύ τους. Είναι κομμάτια της ίδιας διαδρομής: μιας κοινωνίας που βγήκε από την ιδεολογική φυλακή, αλλά δεν βρήκε αμέσως θεσμική και ηθική σταθερότητα.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ένα παλιό εργαλείο της δικτατορίας δεν εξαφανίστηκε. Απλώς άλλαξε μορφή. Πρόκειται για τη νοοτροπία του «εξωτερικού εχθρού».

Το καθεστώς Χότζα είχε οικοδομήσει μεγάλο μέρος της εσωτερικής του πειθαρχίας πάνω στον φόβο: εχθροί παντού, πράκτορες παντού, απειλές από έξω, προδότες από μέσα. Μετά το 1990, αυτή η νοοτροπία δεν πέθανε. Επιβίωσε μέσα στην πολιτική κουλτούρα, μέσα στα μέσα ενημέρωσης, μέσα στην εκπαίδευση, μέσα στην εθνικιστική ρητορική. Και σε μεγάλο βαθμό συγκεντρώθηκε σε δύο κατευθύνσεις: τη Σερβία και, ακόμη περισσότερο, την Ελλάδα.

Η Ελλάδα παρουσιάστηκε συχνά ως ο εύκολος αντίπαλος. Ως ο βολικός εχθρός. Ως ο γείτονας που δήθεν απειλεί, υπονομεύει, επιβουλεύεται, αρνείται, καταπιέζει. Όμως αυτή η εικόνα είναι βαθιά προβληματική, γιατί συγκρούεται με μια άλλη πραγματικότητα που την έζησαν εκατοντάδες χιλιάδες Αλβανοί.

Η Ελλάδα, με όλα τα λάθη, τις αντιφάσεις και τις δυσκολίες της, δέχθηκε μετά το 1990 τεράστια κύματα Αλβανών μεταναστών. Το 1997, όταν η Αλβανία κατέρρεε ξανά, πολλοί βρήκαν και πάλι διέξοδο προς την Ελλάδα. Χιλιάδες οικογένειες τακτοποιήθηκαν, εργάστηκαν, εντάχθηκαν. Σήμερα η δεύτερη και η τρίτη γενιά Αλβανών στην Ελλάδα βρίσκεται παντού: σε σχολεία, πανεπιστήμια, νοσοκομεία, υπηρεσίες, επιχειρήσεις, ακόμη και στους κρατικούς μηχανισμούς. Η ζωή έκανε αυτό που η προπαγάνδα δεν ήθελε: δημιούργησε ανθρώπινους δεσμούς.

Και ίσως ακριβώς αυτό ήταν το πρόβλημα για ορισμένους κύκλους. Η πλήρης ενσωμάτωση των Αλβανών στην ελληνική κοινωνία, η ταύτισή τους με την καθημερινότητα της Ελλάδας, η εξοικείωση με την ελληνική γλώσσα, την Ορθοδοξία, τον ελληνικό τρόπο ζωής, δεν ήταν βολική για όσους ήθελαν να κρατούν ανοιχτή μια εστία καχυποψίας. Για να μη χαθεί η απόσταση, έπρεπε να συντηρηθεί ο φόβος. Για να μη γίνει η Ελλάδα χώρος οικειότητας, έπρεπε να παρουσιάζεται ως εχθρός.

Εδώ εντάσσεται και η διαρκής αναθέρμανση του λεγόμενου «Τσάμικου». Η υπόθεση αυτή, ιστορικά συνδεδεμένη με τα σχέδια της φασιστικής Ιταλίας και της ναζιστικής Γερμανίας για τη «Μεγάλη Αλβανία», χρησιμοποιήθηκε μεταπολεμικά και ιδιαίτερα μετακομμουνιστικά ως μηχανισμός πολιτικής πίεσης και εθνικιστικής κινητοποίησης. Η προπαγάνδα γύρω από τη δήθεν «γενοκτονία των Τσάμηδων» δεν λειτουργεί μόνο ως ιστορική διεκδίκηση. Λειτουργεί και ως εργαλείο αποπροσανατολισμού.

Όταν μια κοινωνία έχει διαφθορά, φτώχεια, εγκληματικότητα, πολιτική ανεπάρκεια, κοινωνική ανισότητα και θεσμική αδυναμία, είναι βολικό να στρέφει το βλέμμα της αλλού. Και η Ελλάδα υπήρξε συχνά αυτό το «αλλού». Ένας καθρέφτης στον οποίο προβάλλονταν εσωτερικά προβλήματα ως εξωτερικές αδικίες.

Την ίδια στιγμή, ενώ ένα μέρος της αλβανικής κοινής γνώμης κρατούσε τα μάτια στραμμένα προς την Ελλάδα, άλλοι δούλευαν βαθιά, συστηματικά και μακροπρόθεσμα μέσα στην ίδια την Αλβανία.

Η Τουρκία, οι γκιουλενικές δομές παλαιότερα, οι ερντογανικές δομές στη συνέχεια, ιδρύματα, σχολεία, πανεπιστήμια, θρησκευτικοί φορείς, δίκτυα επιρροής και οικονομικές παρεμβάσεις, δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά. Εργάστηκαν επί χρόνια. Άνοιξαν εκπαιδευτικά ιδρύματα, δημιούργησαν σχέσεις με νέους, προσέφεραν υποτροφίες, χρηματοδότησαν δράσεις, οικοδόμησαν υποδομές, διείσδυσαν στην κοινωνία όχι μόνο μέσα από τη θρησκεία, αλλά και μέσα από την παιδεία, την οικονομία, την πολιτική και τη διπλωματία.

Το μεγάληο τζαμί των Τιράνων είναι μόνο το πιο εμφανές σύμβολο. Δεν είναι το μόνο. Είναι η κορυφή ενός μεγαλύτερου οικοδομήματος επιρροής. Το ζήτημα δεν είναι αν οι μουσουλμάνοι της Αλβανίας δικαιούνται να έχουν λατρευτικούς χώρους. Φυσικά και δικαιούνται. Το ζήτημα είναι ποιος χρηματοδοτεί, ποιος οργανώνει, ποιος διοικεί, ποιος επηρεάζει, ποιος αποκτά πρόσβαση στην κοινωνική βάση, στην παιδεία, στους νέους, στις συνειδήσεις.

Η Αλβανία υπερηφανεύεται δικαίως για τη θρησκευτική συνύπαρξη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι άτρωτη. Η συνύπαρξη δεν είναι αυτόματος μηχανισμός. Θέλει παιδεία, θεσμούς, ισορροπία και εγρήγορση. Όταν εξωτερικά κέντρα επιχειρούν να μετατρέψουν τη θρησκευτική ταυτότητα σε πολιτική επιρροή, τότε το πρόβλημα δεν είναι η θρησκεία. Είναι η εργαλειοποίησή της.

Εδώ πρέπει να είμαστε απολύτως καθαροί: ο κίνδυνος δεν είναι οι μουσουλμάνοι πολίτες της Αλβανίας. Η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων θέλει ειρήνη, εργασία, οικογένεια, αξιοπρέπεια, ασφάλεια. Ο κίνδυνος είναι το πολιτικό Ισλάμ, δηλαδή η στιγμή κατά την οποία η θρησκεία παύει να είναι πίστη και κοινότητα και μετατρέπεται σε πρόγραμμα εξουσίας, μηχανισμό πίεσης, ταυτότητα αντιπαράθεσης και εργαλείο γεωπολιτικής.

Αυτό το ενδεχόμενο δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως φαντασία. Για χρόνια στην Αλβανία υπήρχαν ενδείξεις: ξένες χρηματοδοτήσεις, αντιπαλότητες μέσα στην ίδια τη μουσουλμανική κοινότητα, ανταγωνισμός γκιουλενικών και ερντογανικών δομών, παρεμβάσεις της Τουρκίας, δίκτυα θρησκευτικής επιρροής, αλλά και ευρύτεροι παράγοντες από τον αραβικό και ισλαμικό κόσμο. Η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, κύκλοι που συνδέονται με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, το Ιράν με τη δική του ιδιαίτερη παρουσία και αργότερα σύγκρουση με το αλβανικό κράτος, όλα αυτά δείχνουν ότι η Αλβανία δεν ήταν ποτέ κενός χώρος. Ήταν πεδίο.

Και ενώ αυτά εξελίσσονταν, τα μέσα ενημέρωσης έπαιξαν συχνά ρόλο αποπροσανατολισμού. Το «Τσάμικο», οι αντιελληνικές εξάρσεις, η προβολή κάθε ελληνοαλβανικής διαφοράς ως εθνικής ταπείνωσης, η συστηματική καλλιέργεια καχυποψίας απέναντι στην Ελλάδα, λειτουργούσαν σαν κουρτίνα. Πίσω από την κουρτίνα, άλλοι επένδυαν σε ανθρώπους, θεσμούς, σχολεία, τζαμιά, ΜΚΟ, πανεπιστήμια, επιρροή.

Και σήμερα, μετά από εβδομάδες διαδηλώσεων στην Αλβανία, η συζήτηση για τη δημιουργία νέας πολιτικής δύναμης από την πλατεία δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Δεν υπάρχει ακόμη ασφαλής τεκμηρίωση ότι πρόκειται για οργανωμένο «ισλαμικό κόμμα». Όμως η ίδια η εμφάνιση τέτοιων συζητήσεων, φόβων ή σεναρίων δείχνει ότι το ζήτημα του πολιτικού Ισλάμ δεν βρίσκεται πλέον μόνο στα περιθώρια θεωρητικών αναλύσεων. Αρχίζει να γίνεται μέρος του πολιτικού λεξιλογίου.

Για όσους παρακολουθούσαν την Αλβανία όχι μόνο μέσα από την επιφάνεια, αυτό δεν είναι έκπληξη. Είναι πιθανή συνέπεια μιας μακράς διαδικασίας. Δεν γεννιέται ένα πολιτικό ρεύμα από το μηδέν μέσα σε λίγες εβδομάδες. Χρειάζεται έδαφος, δίκτυα, απογοήτευση, κενό εμπιστοσύνης, οικονομική πίεση, πνευματική σύγχυση, θεσμική αδυναμία. Χρειάζεται χρόνια προετοιμασίας, έστω και όχι πάντοτε με ενιαίο κέντρο σχεδιασμού. Η ιστορία δεν προχωρά πάντα με μυστικά σχέδια. Πολλές φορές προχωρά με παράλληλες σκοπιμότητες που κάποια στιγμή συναντιούνται.

Αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο σημείο. Η Αλβανία κινδυνεύει να πληρώσει το τίμημα μιας διπλής τύφλωσης. Από τη μία, η κοινωνία εκπαιδεύτηκε να βλέπει στην Ελλάδα έναν βολικό εχθρό. Από την άλλη, υποτίμησε τις εσωτερικές και εξωτερικές δυνάμεις που εργάζονταν για να διαμορφώσουν ταυτότητες, πολιτικές συμπεριφορές και μελλοντικές εξαρτήσεις.

Το αποτέλεσμα είναι παράδοξο αλλά εξηγήσιμο: όταν κάτι πάει στραβά, φταίει πάλι η Ελλάδα ή κάποιοι «άλλοι». Όταν όμως εμφανίζονται βαθύτερες μεταβολές μέσα στην ίδια την κοινωνία, πολλοί κάνουν πως δεν τις έβλεπαν.

Η Ελλάδα έκανε λάθη. Πολλά. Συχνά δεν είχε στρατηγική. Συχνά άργησε. Συχνά περιορίστηκε σε αντιδράσεις και όχι σε μακροπρόθεσμη πολιτική. Συχνά δεν στήριξε όσο έπρεπε την ελληνική μειονότητα, την παιδεία, τα μέσα ενημέρωσης, την ιστορική τεκμηρίωση, την πολιτιστική της παρουσία. Αυτά πρέπει να λέγονται. Αλλά άλλο η κριτική προς την Ελλάδα και άλλο η μετατροπή της Ελλάδας σε αιώνιο ένοχο για κάθε αλβανική παθογένεια.

Το αλβανικό κράτος πρέπει κάποτε να κοιτάξει τον εαυτό του χωρίς καθρέφτη προπαγάνδας. Να δει ποιοι πραγματικά επενδύουν στο εσωτερικό του. Να δει ποιοι επηρεάζουν την παιδεία. Να δει ποιοι χτίζουν δίκτυα. Να δει ποιοι μετατρέπουν τη θρησκευτική ταυτότητα σε πολιτική πλατφόρμα. Να δει ποιοι κερδίζουν όταν η Ελλάδα παρουσιάζεται διαρκώς ως εχθρός.

Διότι όσο η κοινωνία κοιτάζει προς την Ελλάδα με καχυποψία, μπορεί να μη βλέπει εκείνους που βρίσκονται ήδη μέσα στο σπίτι της.

Η άποψη μας είναι λοιπόν απλή, αλλά σοβαρή: ο αντιελληνισμός στην Αλβανία δεν υπήρξε μόνο αυθόρμητο εθνικό συναίσθημα. Λειτούργησε πολλές φορές ως μηχανισμός αποπροσανατολισμού. Και όσο αυτός ο μηχανισμός κρατούσε την κοινή γνώμη στραμμένη προς τον «εξωτερικό εχθρό», άλλες δυνάμεις έχτιζαν υπομονετικά επιρροή, ιδιαίτερα μέσα από την παιδεία, τη θρησκεία, την οικονομία και τα μέσα ενημέρωσης.

Αν αυτό δεν γίνει κατανοητό τώρα, αύριο θα είναι αργά. Και τότε το πρόβλημα δεν θα είναι ότι κάποιοι προειδοποίησαν υπερβολικά. Το πρόβλημα θα είναι ότι οι περισσότεροι προτίμησαν να μη βλέπουν.

Η Αλβανία χρειάζεται ευρωπαϊκό κράτος δικαίου, όχι νέους μηχανισμούς ταυτότητας. Χρειάζεται καθαρούς θεσμούς, όχι θρησκευτικές πολιτικοποιήσεις. Χρειάζεται συμφιλίωση με την ιστορία της, όχι μόνιμους εξωτερικούς εχθρούς. Χρειάζεται να σταματήσει να χρησιμοποιεί την Ελλάδα ως βολικό άλλοθι και να δει ποιοι πραγματικά διαμορφώνουν το μέλλον της.

Και η Ελλάδα, από την πλευρά της, πρέπει να πάψει να είναι απλός θεατής. Να στηρίξει σοβαρά την ελληνική μειονότητα, την παιδεία, την Ορθόδοξη παρουσία, τα ελληνικά μέσα, την ιστορική τεκμηρίωση και τον ειλικρινή διάλογο με την αλβανική κοινωνία.

Διότι αν η Ελλάδα δεν μιλήσει με σοβαρότητα, θα μιλήσουν άλλοι.

Και ήδη μιλούν.


Δρ. Μπ. Θ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: