Υπάρχουν μέσα ενημέρωσης που δεν γεννιούνται από κεφάλαια, διαφημίσεις, κρατικές επιχορηγήσεις ή διπλωματικούς σχεδιασμούς. Γεννιούνται από ανάγκη. Από την ανάγκη να ακουστεί ένας τόπος που δεν ακούγεται, να καταγραφεί μια αδικία που αλλιώς θα θαφτεί, να διασωθεί μια μνήμη που κάποιοι θα ήθελαν να ξεθωριάσει.
Τέτοιες φωνές υπήρξαν και παραμένουν οι ομογενειακές ιστοσελίδες του Ελληνισμού της Αλβανίας. Ανάμεσά τους ο Πελασγός Κορυτσάς και το himara.gr. Δύο προσπάθειες που δεν ξεκίνησαν για οικονομικό όφελος. Δεν δημιουργήθηκαν επειδή υπήρχε κάποιος προϋπολογισμός, κάποια θεσμική εγγύηση, κάποια ασφάλεια ή κάποια κρατική εντολή. Δημιουργήθηκαν από συνείδηση.
Και αυτό ακριβώς είναι που τις κάνει πολύτιμες.
Ο Πελασγός Κορυτσάς και το himara.gr συνδέονται με περιοχές που βρίσκονται έξω από τα στενά όρια των λεγόμενων αναγνωρισμένων μειονοτικών ζωνών. Η Κορυτσά και η Χιμάρα δεν είναι απλώς τοπωνύμια. Είναι τόποι με ιστορία, με ελληνική μνήμη, με Ορθοδοξία, με παιδεία, με ανθρώπους που κράτησαν μέσα σε δύσκολες εποχές τη γλώσσα, την πίστη, την καταγωγή και την αίσθηση μιας συνέχειας που δεν χωρά πάντοτε στους διοικητικούς χάρτες.
Αυτό από μόνο του ενοχλεί. Ενοχλεί το αλβανικό εθνικιστικό αφήγημα, που θέλει την ελληνική παρουσία περιορισμένη, ελεγχόμενη, τοπικά απομονωμένη και πολιτικά ακίνδυνη. Ενοχλεί κάθε λογική που θέλει να μετατρέψει την ιστορία σε σιωπή και τη μνήμη σε ιδιωτική υπόθεση. Ενοχλεί όμως, μερικές φορές, και όσους από ελληνικής πλευράς θα προτιμούσαν μια ομογένεια ήσυχη, προβλέψιμη, διαχειρίσιμη, χρήσιμη μόνο για επετείους, δεξιώσεις και φωτογραφίες.
Εδώ βρίσκεται η πληγή.
Οι ομογενειακές αυτές ιστοσελίδες δεν είχαν ποτέ ουσιαστική στήριξη από την επίσημη Ελλάδα. Ούτε επίσημη ούτε ανεπίσημη. Δεν υπήρξε σταθερή μέριμνα, οργανωμένο πλαίσιο ενίσχυσης, προστασία, οικονομική βοήθεια, θεσμική αναγνώριση του ρόλου τους ή μια σοβαρή αντίληψη ότι τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης στην Αλβανία αποτελούν τμήμα της ίδιας της ελληνικής παρουσίας. Ό,τι έγινε, έγινε κυρίως από ανθρώπους. Από τη συνείδησή τους. Από το φιλότιμό τους. Από τις αρχές τους. Από την αγωνία τους να μη μείνει ο τόπος χωρίς φωνή.
Τα οικονομικά κίνητρα δεν υπήρξαν ποτέ. Αν υπήρχαν, ίσως οι προσπάθειες αυτές να είχαν άλλη διάρκεια, άλλη υποδομή, άλλη αντοχή. Τα κίνητρα ήταν ηθικά. Ήταν εθνικά. Ήταν πνευματικά. Ήταν η ανάγκη να ειπωθεί: υπάρχουμε, θυμόμαστε, γράφουμε, δεν δεχόμαστε να μας σβήνουν.
Όταν όμως ακόμη και τα ηθικά κίνητρα τραυματίζονται, όταν η προσπάθεια μένει μόνη, όταν αντί για στήριξη έρχεται καχυποψία, όταν η κριτική θεωρείται ενόχληση, τότε κάποια στιγμή ο άνθρωπος κουράζεται. Και όταν κουράζεται ο άνθρωπος που κρατά μια φωνή ζωντανή, δεν κλείνει απλώς μια ιστοσελίδα. Χάνεται ένα κομμάτι δημόσιας παρουσίας του Ελληνισμού.
Η περίπτωση του himara.gr είναι χαρακτηριστική και πρέπει να μας προβληματίσει. Μια ιστοσελίδα που για χρόνια υπήρξε σημείο αναφοράς για την επικαιρότητα, τα δικαιώματα, την ιστορία και την αγωνία του Ελληνισμού της Χιμάρας και της Βορείου Ηπείρου, σήμερα δεν φαίνεται να έχει την ίδια ζωντανή παρουσία στην καθημερινή ειδησεογραφία. Περισσότερο αναδημοσιεύει, επαναφέρει παλαιότερα άρθρα, ιστορικά κείμενα και μνημονικές αναφορές.
Αυτό δεν είναι απλώς αλλαγή ύφους. Είναι σύμπτωμα. Είναι προειδοποίηση. Είναι η εικόνα μιας ομογενειακής προσπάθειας που στηρίχθηκε για χρόνια όχι σε χρήματα, αλλά σε ηθική αντοχή. Και όταν η ηθική αντοχή εξαντλείται, γιατί η στήριξη δεν ήρθε ποτέ, τότε η ζωντανή παρέμβαση μετατρέπεται σταδιακά σε αρχείο μνήμης.
Η μνήμη είναι πολύτιμη. Αλλά χωρίς επικαιρότητα, χωρίς καθημερινή φωνή, χωρίς άμεση αντίδραση, μια κοινότητα χάνει δύναμη. Χάνει την ικανότητα να υπερασπίζεται τον εαυτό της την ώρα που συμβαίνουν τα γεγονότα. Μένει να θυμάται εκ των υστέρων όσα δεν μπόρεσε να αποτρέψει εγκαίρως.
Αυτό δεν πρέπει να συμβεί και με τον Πελασγό Κορυτσάς. Ούτε με καμία άλλη ελληνική φωνή στην Αλβανία.
Διότι τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης στην Αλβανία είναι ελάχιστα. Κι όταν κάτι είναι ελάχιστο, δεν το αντιμετωπίζεις ως βάρος. Το προστατεύεις. Το ενθαρρύνεις. Το βοηθάς να γίνει σοβαρότερο, δυνατότερο, πιο τεκμηριωμένο, πιο ανθεκτικό. Δεν το αφήνεις μόνο και μετά απορείς γιατί σιωπά.
Το πιο δύσκολο δεν είναι ότι τέτοιες φωνές συχνά αντιμετωπίζουν εχθρότητα από το αλβανικό κατεστημένο. Αυτό, δυστυχώς, είναι αναμενόμενο. Η Βόρειος Ήπειρος και γενικότερα η ελληνική παρουσία στην Αλβανία λειτούργησαν πολλές φορές ως αποδιοπομπαίος τράγος του αλβανικού εθνικισμού. Όταν χρειάζεται εσωτερικός εχθρός, όταν πρέπει να καλλιεργηθεί καχυποψία, όταν η πολιτική θέλει να αποπροσανατολίσει, ο Ελληνισμός παρουσιάζεται εύκολα ως απειλή.
Το πιο πικρό είναι όταν η πίεση, η αδιαφορία ή η δυσπιστία έρχονται και από ελληνικής πλευράς.
Όταν ομογενειακές ιστοσελίδες άσκησαν κριτική σε πολιτικές που εφαρμόστηκαν, όταν μίλησαν για λάθη, παραλείψεις, εγκατάλειψη, αδυναμίες της εκπαιδευτικής πολιτικής, προβλήματα στην ελληνική παρουσία, τότε συχνά η κριτική τους δεν αντιμετωπίστηκε ως αγωνία, αλλά ως επίθεση. Και αυτό είναι βαθιά άδικο.
Η κριτική δεν είναι προδοσία. Η κριτική, όταν πηγάζει από πόνο και αγάπη για τον τόπο, είναι μορφή ευθύνης. Όποιος δεν νοιάζεται, δεν εκτίθεται. Όποιος δεν πονά, δεν γράφει. Όποιος δεν αισθάνεται ότι κάτι κινδυνεύει, δεν χάνει χρόνο, σχέσεις και ηρεμία για να μιλήσει.
Γιατί λοιπόν η κριτική ενοχλεί τόσο πολύ; Γιατί μια ιστοσελίδα της ομογένειας, χωρίς δύναμη, χωρίς χρήματα, χωρίς προστασία, θεωρείται πρόβλημα όταν ζητά σοβαρότητα; Μήπως επειδή αποκαλύπτει κενά που όλοι γνωρίζουν αλλά λίγοι θέλουν να παραδεχθούν; Μήπως επειδή χαλά την εικόνα μιας ήρεμης διπλωματικής κανονικότητας; Μήπως επειδή η ζωντανή ελληνική συνείδηση στην Αλβανία δεν βολεύει πάντοτε ούτε τα Τίρανα ούτε την Αθήνα;
Το ερώτημα είναι σκληρό, αλλά πρέπει να τεθεί: μήπως η ελληνική συνείδηση είναι ενοχλητική στα σχέδια των δύο κρατών όταν αυτά θέλουν απλώς ησυχία; Μήπως ο «καλός» ομογενής, για κάποιους, είναι εκείνος που παρίσταται, χειροκροτεί, δεν ρωτά, δεν γράφει, δεν ενοχλεί, δεν θυμίζει;
Αν είναι έτσι, τότε δεν μιλάμε για στήριξη της ομογένειας. Μιλάμε για διαχείριση της σιωπής της.
Η επίσημη Ελλάδα, όμως, δεν έχει την πολυτέλεια να βλέπει έτσι τον Ελληνισμό της Αλβανίας. Έχει ιστορικά δικαιώματα, έχει αναγνωρισμένη μειονότητα, έχει ανθρώπους, έχει σχολεία, έχει ναούς, έχει νεκροταφεία, έχει αρχεία, έχει μνήμη, έχει ευθύνη. Η Βόρειος Ήπειρος δεν είναι απλώς ένα δύσκολο κεφάλαιο της εξωτερικής πολιτικής. Είναι ζωντανός κόσμος. Και ο ζωντανός κόσμος δεν προστατεύεται μόνο με δηλώσεις. Προστατεύεται με σχέδιο.
Ποιο είναι, λοιπόν, το μακροπρόθεσμο σχέδιο της Ελλάδας στην Αλβανία; Υπάρχει; Ποιος το υπηρετεί; Ποιος το αξιολογεί; Ποιος λογοδοτεί όταν αποτυγχάνει; Θέλουμε απλώς καλές σχέσεις με τις εκάστοτε κυβερνήσεις των Τιράνων; Θέλουμε απλώς να μη δημιουργούνται εντάσεις; Θέλουμε μια ομογένεια που υπάρχει μόνο όταν χρειάζεται εθιμοτυπικά; Ή θέλουμε ζωντανή ελληνική παρουσία, με παιδεία, γλώσσα, ενημέρωση, Εκκλησία, πολιτισμό, νέους ανθρώπους, ιστορική τεκμηρίωση και αυτοπεποίθηση;
Αν θέλουμε το δεύτερο, τότε πρέπει να αλλάξουν πολλά.
Στην εκπαίδευση, για παράδειγμα, η Ελλάδα δεν μπορεί να κινείται με καθυστέρηση και αμηχανία. Όταν οι υποτροφίες φτάνουν αργά, όταν οι οικογένειες δεν ξέρουν εγκαίρως τι δυνατότητες έχουν, όταν οι μαθητές μένουν χωρίς σαφή προοπτική, όταν τα ελληνικά σχολεία στηρίζονται περισσότερο σε προσωπικές θυσίες παρά σε σταθερή κρατική πολιτική, τότε το κενό δεν μένει κενό. Το καλύπτουν άλλοι.
Οι Ρουμάνοι, οι Βούλγαροι, οι Τούρκοι και κάθε άλλος μηχανισμός επιρροής δεν περιμένουν. Παρακολουθούν, προτείνουν, οργανώνουν, επενδύουν, δίνουν υποτροφίες, δημιουργούν σχέσεις, καλλιεργούν αφηγήματα, διεκδικούν συνειδήσεις. Η παιδεία δεν είναι ουδέτερο πεδίο. Όποιος επενδύει εγκαίρως, κερδίζει μέλλον. Όποιος καθυστερεί, χάνει ανθρώπους.
Ας δούμε το παράδειγμα της Τουρκίας στη Θράκη. Χωρίς να έχει τα δικαιώματα που συχνά διεκδικεί ρητορικά, εργάζεται συστηματικά. Χτίζει δίκτυα, στηρίζει μέσα, παρακολουθεί την κοινωνική βάση, αξιοποιεί συλλόγους, υποτροφίες, θρησκευτικούς και πολιτιστικούς μηχανισμούς. Μπορεί κανείς να διαφωνεί πλήρως με τις μεθόδους και τους στόχους της, αλλά δεν μπορεί να αρνηθεί ότι υπάρχει στρατηγική.
Η Ελλάδα, που έχει πραγματική ιστορική, πολιτιστική, γλωσσική και ανθρώπινη σχέση με τον Ελληνισμό της Αλβανίας, τι αντίστοιχη συνέπεια δείχνει;
Δεν είναι δίκαιο, βέβαια, να φορτώνεται όλη η ευθύνη στα προξενεία και στην πρεσβεία. Πολλές φορές οι διπλωματικές αρχές φαίνεται να παλεύουν με περιορισμένα μέσα, με λίγους ανθρώπους, με μικρούς πόρους και με μεγάλο όγκο απαιτήσεων. Αυτό όμως δεν αποτελεί δικαιολογία για την απουσία πολιτικής. Αντίθετα, αποδεικνύει το πρόβλημα. Ένα ζήτημα εθνικής σημασίας δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στο φιλότιμο ενός προξένου, ενός υπαλλήλου, ενός εκπαιδευτικού ή ενός ανθρώπου της κοινότητας.
Χρειάζεται κρατική στρατηγική. Όχι περιστασιακή καλή διάθεση.
Το ίδιο ισχύει και για τους συντονιστές εκπαίδευσης. Ο ρόλος τους δεν μπορεί να είναι τυπικός, γραφειοκρατικός ή, ακόμη χειρότερα, διαλυτικός. Δεν έρχονται σε έναν ευαίσθητο χώρο για να αποδομήσουν όσα χτίστηκαν με κόπο, θυσίες και προσωπικό κόστος. Έρχονται για να ακούσουν, να καταλάβουν, να στηρίξουν, να οργανώσουν, να ενισχύσουν. Όταν υπάρχουν σχολεία που κρατούν ζωντανή την ελληνική γλώσσα, το πρώτο καθήκον είναι ο σεβασμός. Μετά έρχεται η αξιολόγηση. Και η αξιολόγηση χωρίς γνώση της πραγματικότητας γίνεται εύκολα αδικία.
Η ελληνική παρουσία στην Αλβανία δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο σε δεξιώσεις, επετείους, φωτογραφίες και ευγενικές συναντήσεις. Όλα αυτά έχουν τη θέση τους, αλλά δεν αρκούν. Η κοινότητα δεν ζει από το πρωτόκολλο. Ζει από τη γλώσσα, την παιδεία, την Εκκλησία, την οικογένεια, τη μνήμη, την ενημέρωση, την καθημερινή εμπιστοσύνη ότι δεν είναι μόνη.
Και εδώ οι ομογενειακές ιστοσελίδες παίζουν ρόλο πολύ μεγαλύτερο από όσο φαίνεται. Δεν είναι απλώς σελίδες στο διαδίκτυο. Είναι χώροι μνήμης. Είναι αρχεία. Είναι φωνές. Είναι μηχανισμοί άμυνας. Είναι η δυνατότητα μιας κοινότητας να λέει δημόσια: αυτό συνέβη, αυτό μας αφορά, αυτό μας πληγώνει, αυτό πρέπει να αλλάξει.
Αν αυτές οι φωνές σβήσουν, η ζημιά δεν θα είναι τεχνική. Δεν θα χαθεί απλώς μια ιστοσελίδα. Θα χαθεί η καθημερινή ελληνική μαρτυρία σε έναν χώρο όπου η σιωπή εξυπηρετεί πολλούς.
Γι’ αυτό η επίσημη Ελλάδα πρέπει να ξανασκεφτεί τη στάση της. Όχι για να ελέγξει τις ομογενειακές ιστοσελίδες. Όχι για να τις μετατρέψει σε φερέφωνα. Όχι για να τους υπαγορεύει τι θα γράφουν. Αλλά για να καταλάβει ότι χωρίς ελεύθερο ελληνικό λόγο, η ελληνική παρουσία στην Αλβανία γίνεται φτωχότερη, πιο αδύναμη, πιο ευάλωτη.
Η στήριξη δεν σημαίνει εξάρτηση. Σημαίνει αναγνώριση. Σημαίνει προστασία όταν υπάρχει στοχοποίηση. Σημαίνει σεβασμός στην κριτική. Σημαίνει συνεργασία χωρίς φίμωση. Σημαίνει να καταλάβουμε ότι η συνείδηση των ανθρώπων δεν μπορεί για πάντα να αντικαθιστά την απουσία κράτους.
Οι άνθρωποι είναι η πραγματική υποδομή του Ελληνισμού στην Αλβανία. Όχι μόνο τα κτήρια, όχι μόνο οι χάρτες, όχι μόνο οι δηλώσεις. Οι άνθρωποι που γράφουν, διδάσκουν, μεταφράζουν, λειτουργούν, ερευνούν, θυμούνται, διορθώνουν ψέματα, οργανώνουν εκδηλώσεις, κρατούν σχολεία, στηρίζουν παιδιά, παλεύουν να μη γίνει η ελληνική γλώσσα μια ανάμνηση.
Αυτούς τους ανθρώπους η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να τους χάνει.
Και όταν τους αφήνει μόνους, δεν αδικεί μόνο εκείνους. Αδυνατίζει τον εαυτό της. Χάνει τη φωνή της. Χάνει την παρουσία της. Χάνει την εμπιστοσύνη ανθρώπων που δεν ζήτησαν πλούτη, αλλά σεβασμό. Δεν ζήτησαν προνόμια, αλλά να μη θεωρούνται ενοχλητικοί επειδή μιλούν.
Το μάθημα από το himara.gr είναι σαφές: όταν οι ηθικές αντοχές εξαντληθούν, οι φωνές δεν χρειάζεται να φιμωθούν. Σωπαίνουν μόνες τους. Μετατρέπονται από ζωντανά μέσα παρέμβασης σε αρχεία παλαιών κειμένων. Από φρουροί της επικαιρότητας γίνονται μάρτυρες του παρελθόντος.
Αυτό δεν πρέπει να το επιτρέψουμε.
Διότι στο τέλος, το πρόβλημα δεν θα είναι ότι κάποιοι μίλησαν πολύ.
Το πρόβλημα θα είναι αν η επίσημη Ελλάδα άφησε μόνους εκείνους που ακόμη μιλούσαν.
Δεν. Θ. Μπ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου