Η Μάχης Της Κρήτης: 20 Μαΐου - 1 Ιουνίου 1941




Ο αγώνας της Ελλάδας εναντίον του Άξονα κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν τελείωσε στην Ηπει­ρωτική Ελλάδα. Γνώρισε το κορύφωµά του στην ηρωική μεγαλόνησο Κρήτη. Εκεί λίγα λιανοτούφεκα στα χέρια των Κρητικών και των ολίγων μι­σογυµνασµένων εφήβων θαυματούργησαν κι ανάγκασαν τον επιδροµέα να διεξαγάγει επί δυο εβδομάδες φοβερό αγώνα και να υποστεί αιματηρές θυ­σίες των πιο εκλεκτών στρατευμάτων του, έως ότου στερεωθεί επάνω στο νησί. 

Η κατάληψη της Κρήτης από τους Γερμανούς είχε τεράστια στρατηγική σημασία, γιατί θα αποτελούσε βάση εξόρμησης για τις δυνάμεις το άξονα στις χώρες της Μέσης Ανατολής, την Αίγυπτο και τη Βόρεια Αφρική.

Για την κατάληψη όμως της Κρήτης ήταν σχεδόν αδύνατο να γίνει ενέργεια από τη θάλασσα, αφού οι Γερμανοί δεν είχαν αποβατικά πλοία για μια τέτοια μεγάλη επιχείρηση αφενός και αφετέρου ο αγγλικός στόλος κυριαρχούσε στη Μεσόγειο. Έτσι αποφασίστηκε τελικά από τον Χίτλερ, μετά από τις προτάσεις του Αντιπτεράρχου Κουρτ Στούντεν, η κατάληψη της Κρήτης να γίνει εξολοκλήρου από τον αέρα. Έτσι, για πρώτη και τελευταία φορά οι Γερμανοί έκαναν μια τέτοιας έκτασης και μορφής αεροπορική επιχείρηση.

Η στρατιωτική κατάσταση στην Κρήτη την περίοδο αυτή ήταν απελπιστική. Η 5η Μεραρχία, η Μεραρχία της Κρήτης, η οποία είχε μεταφερθεί από τον Νοέμβριο του 1940 στο Αλβανικό μέτωπο εναντίων των Ιταλών, παρέμενε αποκλεισμένη ακόμη στην Ηπειρωτική Ελλάδα. Οι Ελληνικές Δυνάμεις της Κρήτης στις 2ο Μαΐου ήταν 474 αξιωματικοί και 10977 οπλίτες, που είχαν μεταφερθεί από το Κέντρο Νεοσύλλεκτων Πελοποννήσου. Επιπλέον κατά τη διάρκεια της Γερμανικής εισβολής συγκροτήθηκαν και πολλά τμήματα από άοπλους και ένοπλους πολίτες. Οι συμμαχικές δυνάμεις ανέρχονταν σε 1512 αξιωματικούς και 21977 οπλίτες. Διοικητής όλων των δυνάμεων ελληνικών και συμμαχικών ήταν ο Νεοζηλανδός Υποστράτηγος Φρέυμπεργκ. 

Οι Γερμανοί διέθεσαν αρχικά 22750 άνδρες, 1370 αεροσκάφη και 70 σκάφη. Τελικά όμως για την κατάληψη της Κρήτης έλαβαν μέρος πάνω από 60.000 Γερμανοί.

Η επιχείρηση είχε σχεδιαστεί να εκτελεστεί σε τρεις ομάδες. Η πρώτη ομάδα είχε ως στόχο να καταλάβει το αεροδρόμιο του Μάλεμε των Χανίων. Η δεύτερη ομάδα την πόλη των Χανίων τη Σούδα και το Ρέθυμνο και η τρίτη ομάδα την πόλη και το αεροδρόμιο του Ηρακλείου. Το νομό Λασιθίου  ανέλαβαν να τον καταλάβουν οι Ιταλοί.



"Μάης είχεν είκοσι κι ήταν ημέρα Τρίτη,
το ΟΧΙ της περήφανη συνέχιζε η Κρήτη...
στην εποχή του ναζισμού εις το σαράντα ένα,
ενώ τα πάντα φαίνονταν κι ήτανε χαμένα...
Εδώ ακόμη άναβαν της λευτεριάς τα φώτα,
γιατί μας είχ’ απάτητους των Γερμανών η μπότα...
Ο έξω κόσμος έμενε με ανοιχτό το στόμα,
γιατί και πως στεκόμαστε αδούλωτοι ακόμα..."


Έτσι την Τρίτη στις 20 Μαΐου 1941 από της 6ης πρωινής ώρας το σύνολο της βομβαρδιστικής αεροπορίας βομβάρδιζε άγρια και ανελέητα τις περιοχές Μάλεμε μέχρι Σούδα. Μία ώρα αργότερα άρχισε η υποστήριξη της μαχητικής αεροπορίας η οποία από ύψος 200-300 μέτρων άφηνε τους αλεξιπτωτιστές. Παράλληλα τα αεροπλάνα δίωξης πολυβολούσαν κάθε κινούμενο στόχο έμψυχο ή άψυχο πάνω στους δρόμους και τους αγρούς. Ο αριθμός των αεροπλάνων ήταν τόσο μεγάλος και πετούσαν σε τόσο κλειστούς σχηματισμούς ώστε κυριολεκτικά σκίαζαν τον ουρανό της Κρήτης. Ο οργανωμένος στρατός των συμμάχων έλαβε θέσεις μάχης.



 
"Ξένος καρπός στο χώμα μου εμένα δε ριζώνει,
γιατί η γή μου τον ξερνά γιατί τον πνίγει το αίμα...
Κοράκια στ’ ακροβούνια μου εμένα δε φωλιάζουν,
γιατί τα διώχνουν οι αϊτοί γιατί τα τρων οι γύπες...
Κι εδά τη σέρνω τη φωνή ν’ ακούσουν οι Μαδάρες,
να κατεβούνε οι γενιές να μαζωχτούν τα σόγια...
Και να χυμήξουν στη φωτιά παιδιά γυναίκες άντρες,
να δείτε σκύλοι Γερμανοί πως πολεμά η Κρήτη..."
 

Άοπλοι και ανοργάνωτοι οι γέροι, οι νέοι, οι γυναίκες, με λιονταρίσια καρδιά έδιναν το εθνικό παρόν στο πεδίο της μάχης με κάθε μέσο που έβρισκαν. Με παλιούς γκράδες, καραμπίνες μαχαίρια, τσεκούρια, δρεπάνια, φτυάρια, λοστούς, ξύλα ακόμα και πέτρες.

Τις απογευματινές ώρες οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές δημιούργησαν ένα μικρό προγεφύρωμα και κατέλαβαν ένα τμήμα του ζωτικού υψώματος 107. Τις νυχτερινές ώρες οι Νεοζηλανδοί εγκατέλειψαν το ύψωμα και το πρωί έκπληκτοι οι Γερμανοί κατέλαβαν αμαχητί. 

Στο Ρέθυμνο η πτώση των αλεξιπτωτιστών άρχισε τις μεσημεριανές ώρες. Οι μισοί περίπου αλεξιπτωτιστές σκοτώθηκαν στον αέρα ή κατά την ώρα της προσγείωσης τους.

Παράλληλα στο Ηράκλειο προηγήθηκε σφοδρός βομβαρδισμός τις πρωινές ώρες στο αεροδρόμιο, το λιμάνι και τις νότιες παρυφές της πόλης. Τις μεσημεριανές ώρες άρχισε η ρίψη των αλεξιπτωτιστών. Βρετανοί και ομάδες πολιτών ρίχνονται στον αγώνα. Οι αλεξιπτωτιστές δεν κατάφεραν να πατήσουν το πόδι τους στο Ηράκλειο.

"Ηλιόλουστη και ήσυχη ήταν η μέρα κείνη,
τίποτα δεν φανέρωνε τι έμελλε να γίνει...
Ξάφνου η Κρήτη άρχιζε,  άοπλη και μονάχη,
ίσως της ιστορίας της την πιο μεγάλη μάχη...
Βοήθεια δεν πρόσμενε σχεδόν από κανένα,
και ο στρατός της έλειπε αιχμάλωτος στα ξένα...
Ο Γερμανός ξεκίνησε την Κρήτη να σκλαβώσει,
γιατί  'χε κι άλλα βάσανα η μοίρα να της δώσει...
Χιλιάδες αερόπλανα πετούσαν στον αέρα,
τον ήλιο τον εκρύψανε και θάμπωσε η μέρα…
Κι ώσπου να διαδεχθεί η μια στιγμή την άλλη,
η Κρήτη σκεπαζότανε με φλόγες και ατσάλι…"


Έτσι κατά την πρώτη μέρα της επίθεσης ο απολογισμός ήταν απογοητευτικός για τους Γερμανούς. Κανέναν αντικειμενικό στόχο δεν πέτυχαν και οι απώλειες τους ήταν τρομακτικές και περισσότερες από όσες είχαν σε άλλες μάχες. Η δε αντίσταση του Κρητικού λαού ήταν υπεράνθρωπη.

Στις 21 Μαΐου οι βομβαρδισμοί στο αεροδρόμιο του Μάλεμε και κατά της πόλης των Χανίων συνεχίστηκε. Οι Γερμανοί τις μεσημεριανές ώρες έγιναν κυρίαρχοι του αεροδρομίου του Μάλεμε. Ο αγώνας συνεχίστηκε με μανία και από τις δύο πλευρές.

Στο Ρέθυμνο συνεχίστηκαν οι συγκρούσεις και οι σκληρές αντεπιθέσεις των συμμάχων. Επί μία βδομάδα οι υπερασπιστές του Ρεθύμνου κρατούσαν τους Γερμανούς σε συνεχή πίεση, παρά τους βομβαρδισμούς της πόλης.


Και στο Ηράκλειο συνεχίστηκαν ο βομβαρδισμοί. Παράλληλα διεξάγονταν σφοδρές οδομαχίες από απλούς πολίτες που είχαν αρπάξει τον οπλισμό των Γερμανών.

"Οι άντρες μας που γύρισαν από την Αλβανία,
δεν ημπορούσαν να ‘βλεπαν αυτή την τυραννία...
Επήραν τα τουφέκια τους και σφαίρες εις τα χέρια,
και μετερίζι πιάσανε ψηλά στ’ απανωμέρια...
Εγγλέζοι, Κρήτες, Ζηλανδοί εις τα Σφακιά κρυμμένοι,
εις τις χαράδρες βρίσκονται και είν’ αρματωμένοι...
Και καρτερούν ενίσχυση Χριστέ μου για να φτάσει,
να βγούνε οι γενναίοι μας τους Γερμανούς να φάσι...
Άντρες, γυναίκες και παιδιά πρέπει ν’ αρματωθούμε,
για της πατρίδος την τιμή όλοι να σκοτωθούμε..."

 
Στις 22 Μαΐου οι Γερμανοί ανενόχλητοι μετέφεραν τις δυνάμεις τους από τον αέρα στα αεροδρόμια που εξασφάλισαν. Οι σύμμαχοι αδυνατούσαν να αντεπιτεθούν και όπου το επιχειρούσαν αποτύγχαναν. Παρ' όλα αυτά η αντίσταση συνεχίστηκε πάνω στο νησί με αμείωτη ένταση στις 22 και 23 Μαΐου. Στις 25 Μαΐου διεξάγεται η περίφημη μάχη του Γαλατά μια από τις πιο άγριες και φονικές. Ο αγώνας ήταν σκληρός με πρωταγωνιστές τους άνδρες τις γυναίκες, τους γέρους, ακόμα και τα παιδιά.


"Παιδιά είντα ‘ναι οι αστραπές και τα αστροπελέκια,
που τυραννούν την Κρήτη μας εδά δυο τρεις ημέρες...
-Όι δεν είναι αστραπές δεν είν' αστροπελέκια,
οι Γερμανοί μας πολεμούν με τα αεροπλάνα...
Ρίχνουνε μπόμπες σα βροχή χαλούν τσι πολιτείες,
τσι πολιτείες τα χωριά σκοτώνουνε τσ’ ανθρώπους...
Την Κρήτη αιματοπότισαν και τη μαυροφορέσαν,
μα τσι ψυχές δε σκότωσαν και δεν την εκερδέσαν..."
 

Στις 27 Μαΐου πέφτουν τα Χανιά και η Σούδα και έτσι ολοκληρώθηκε από τους Γερμανούς το μεγάλο προγεφύρωμα Μάλεμε- Χανιά - Σούδα και η μάχη της Κρήτης είχε πια κριθεί.

Παράλληλα, βεβαία στους άλλους τομείς Ρέθυμνου και Ηρακλείου οι μάχες συνεχίστηκαν με πολλές απώλειες. Ήδη όμως, από τις 26 Μαΐου είχε αρχίσει να εφαρμόζεται το σχέδιο των συμμάχων για εκκένωση του νησιού από τις δυνάμεις του στρατού από τα νότια παράλια της Κρήτης.

                      
               "  Παλικαράκι αμούστακο έπιανα το ντουφέκι, 
στση Κρήτης τα ψηλά βουνά φωθιά κι αστροπελέκι...
Νόμισες Χίτλερ πως θα μπεις σε πουλημένο Κάστρο,
πως περιμέναμε να’ ρθεις για να σου πούμε πάρτο...
Του Κρητικού τη λεβεντιά το θάρρος και την Πίστη,
δεν τα λογάριασες καλά πριν έρθεις εις την Κρήτη...
Μον’ η μαθιά του Κρητικού όντε θα σε κοιτάξει,
μαχαίρι χρυσοσκάλιστο γίνεται να σε σφάξει..."


Μέχρι τις 28 Μαΐου όλα τα βρετανικά τμήματα είχαν επιβιβαστεί στα πλοία με προορισμό την Αίγυπτο. Επίσης στις 28 Μαΐου οι Ιταλοί αποβιβάστηκαν στην Σητεία από τα Δωδεκάνησα και κατέλαβαν όλο το νομό Λασιθίου.

Στις 29 Μαΐου οι Γερμανοί κατέλαβαν το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο. Το βράδυ έφτασαν στην Ιεράπετρα όπου συνάντησαν τους Ιταλούς.

Στις 30 Μαΐου αναχώρησε και ο Υποστράτηγος Φρέυμπεργκ μαζί με το ελληνικό κυβερνητικό κλιμάκιο.

Το βράδυ της 1ης Ιουνίου ο Γερμανός στρατηγός Λερ μετέδωσε το κάτωθι τηλεγράφημα:

"Η εντολή εξεπληρώθει. Η Κρήτη είναι ελευθέρα από του εχθρού. Γερμανικά στρατεύματα κατέλαβαν χθες το τελευταίο σημείο στηρίγματος του εχθρού στα Σφακιά".


"Έντεκα μέρες βάστηξε η μπόρα του πολέμου,
και ο δρυγιάς δεν άντεξε στη δύναμη τ’ ανέμου!…
Η Κρήτη πέφτει άψυχη χωρίς να ξαποστάσει,
Και στο βαρύ της πέσιμο ετράνταξε η πλάση!
Αντρειωμένα πάλαιψε να στέσει την πλημμύρα,
Κι αντρειωμένο θάνατο τση φύλαξε η μοίρα!"

Ο ηθικός και κυρίαρχος συντελεστής της παράδοξης, τιτάνιας και ένδοξης αυτής μάχης υπήρξε, αναμφισβήτητα ο Κρητικός Λαός, ο οποίος για ακόμα μία φορά ότι δεν ξέρει άλλον τρόπο από το να ζει ελεύθερος! 

"Μόνο οι πέτρες δεν σηκώθηκαν μόνες τους να μας χτυπήσουν. Κάθε έμψυχο μας πολεμούσε μέχρι την τελευταία του πνοή" ομολογούν γερμανοί στρατιώτες. 

Ο Ταξίαρχος Σώλσμπερυ τονίζει:
 " Ήταν υπέροχο το θέαμα να βλέπει κανείς χωρικούς όλων των ηλικιών να ζητούν όπλα και μόνο όπλα. Το ηθικό των Κρητών είναι αδύνατο να περιγραφεί. Το γεγονός αυτό συγκαταλέγεται μεταξύ των ευγενέστερων παραδειγμάτων της ιστορίας."

"Μάρτυρες της ελευτεριάς, της δόξας, της θυσίας,
Των μαύρων χρόνων της σκλαβιάς και της αθανασίας,
Ώσπου να στέκεται η κορφή του γέρου Ψηλορείτη,
Θα στέκονται αθάνατοι στην ένδοξή μας Κρήτη
Οι τάφοι σας κι αιώνια κι άγια προσκυνητήρια
Στη μνήμη σας θ’ ανάβονται χρυσά λιβανιστήρια..."

Οι Γερμανοί κατέλαβαν την Κρήτη, αλλά δεν την κατέκτησαν. Η αντίσταση στην Κρήτη άρχισε από την πρώτη μέρα εισβολής των Γερμανών και συνεχίστηκε μέχρι την απελευθέρωσή της, παρά τις ομαδικές εκτελέσεις και τις θηριωδίες στον άμαχο πληθυσμό.



Ο Κρητικός λαός έμεινε απτόητος, πιστός στην πατροπαράδοτη και προαιώνια κληρονομημένη επιταγή να πολεμά στην ειρήνη και στον πόλεμο.


 
"Από την πρώτη τη στιγμή, από την πρώτη ώρα,
που πάτησαν οι Γερμανοί στων Κρητικών τη χώρα,
στο Ρέθεμνος και στα Χανιά, στη Στεία και στο Κάστρο,
έλαμψε της Αντίστασης, της Κρητικής το άστρο!
Στσ’ Αρχάνες, στο Ηράκλειο, τσ’ Αντίστασης η δάδα,
άναψε και λαμπάδιασε τους Γερμανούς αράδα.
Στσ’ Αρχάνες, στο Ηράκλειο, γίνηκε πανηγύρι,
Οι γκεσταμπίτες ήπιανε το πιο πικρό ποτήρι.
Η Κρητική Αντίσταση, η πρώτη στην Ευρώπη,
Τον Χίτλερ τον εκέρασε πικρόπιοτο σιρόπι.
Η Κρητική Αντίσταση, δεν ήταν στιγμιαία,
Δεν ήταν ξέσπασμα λαού, την ώρα την κορφαία,
Η Κρητική Αντίσταση πηγάζει απ’ τα υπέρτερα,
Τα Ιδανικά ενός Λαού, που ανασαίνει Λεύτερα!
Πιότερο λεύτερος λαός, στον Κόσμο δεν είν’ άλλος,
Ένας είν’ ο μοναδικός της Κρήτης, ο Μεγάλος!"

 Του apeleutheros

Ιστορικά έγγραφα για τον ελληνισμό της Κορυτσάς - Dokumenta historikë mbi Korçën!

Εξώφυλλο Κώδικα Κορυτσάς -  Faqja e parë e Kodikut të Korçës


Για να επιβεβαιώσει κανείς τα λεγόμενα του χρειάζονται αποδείξεις. Αυτό ιδιαίτερα ισχύει στην ιστορία. Έτσι τα αρχαιολογικά ευρήματα, τα έγραφα και άλλα στοιχεία επιβεβαιώνουν όσα λέει θεωρητικά η ιστορία.
Το περίεργο είναι πως πολλοί «ιστορικοί» μιλούν στην Αλβανία για τα πάντα χωρίς να έχουν καμία απόδειξη. Εμείς δεν είμαστε ιστορικοί, αλλά ξέρουμε πως τα γραπτά μένουν και αποτελούν μέρος της ιστορίας.
Σας παρουσιάζουμε επομένως τρία ιστορικά έγραφα που από μόνα τους αποδεικνύουν, η επίσημη γλώσσα που χρησιμοποιούνταν στην Κορυτσά μέχρι το 1943 ήταν η ελληνική, πως οι ορθόδοξοι είχαν ελληνικό πολιτισμό και συνείδηση και πως όσα και να λένε για μας εμείς ξέρουμε τι είμαστε γιατί έχουμε μια ιστορία που ουρλιάζει.
1.       Το πρώτο έγγραφο είναι ένα πιστοποιητικό βαπτίσεως της Ιεράς Μητροπόλεως Κορυτσάς, του 1902. Μπορεί να διακρίνει κανείς εκεί με ευκολία πολλά στοιχεία. Έτσι βλέπει την σφραγίδα της Μητροπόλεως Κορυτσάς, τα στοιχεία του πιστού για τον οποίο έχει εκδοθεί το πιστοποιητικό.   Πότε εκδόθηκε. Στο πλαίσιο διακρίνεις τα στοιχεία του τυπογραφείου, την ονομασία της Μητροπόλεως ως ένα στοιχείο που εξασφαλίζει την γνησιότητα του εγγράφου. Κάτω βλέπεις και την φράσει «Όστις εν Χριστό….».
2.       Το δεύτερο έγγραφο είναι από το 1916 όταν η Κορυτσά άνηκε στο Βασίλειο της Ελλάδος. Πρόκειται για πιστοποιητικό γέννησης ενός πολίτη.
Αναφέρονται τα στοιχεία που επιβεβαιώνονται από το Δήμαρχο. Η Σφραγίδα γράφει ξεκάθαρα που άνηκε η Κορυτσά μέχρι τότε.
3.       Το τρίτο έγγραφο είναι οι τρεις σελίδες από τον κώδικα της Κορυτσάς όπου φαίνεται η αλλαγή της γραφής από τα Ελληνικά στα Αλβανικά. Ο κώδικας είναι του 1828 και μέχρι το 1943 γραφόταν στα Ελληνικά γιατί ακριβώς εκείνη την χρονιά εμφανίζονται οι πρώτες αναφορές στα αλβανικά.
(βάζουμε την πρώτη σελίδα του Κώδικα, η δεύτερη σελίδα είναι εκεί που τελειώνουν τα ελληνικά, και η επόμενη εκεί που ξεκινούν τα αλβανικά. Άρα όλα αυτά τα χρόνια φαίνεται πως τα ελληνικά ήταν η μόνη επίσημη γλώσσα και όλοι την γνώριζαν πολλοί καλά.
Είπαμε και πιο πάνω πως η ιστορία μας ουρλιάζει κυριολεκτικά. Η αλήθεια είναι ξεκάθαρη. Όσοι δεν θέλουν να την δεχτούν ας γράψουν ό, τι θέλουν. Τέτοιες αποδείξεις υπάρχουν χιλιάδες (αν και επί 100 χρόνια στην Αλβανία προσπάθησαν να εξαφανίσουν τα πάντα που αποδεικνύουν την ελληνικότητα του τόπου)  για το αντίθετο τίποτα.
Τι μεγαλύτερη απόδειξη από τους ναούς μας. Από τις γιορτές μας, τα ήθη και τα έθιμα μας. Τον άνθρωπο τον κάνει ο πολιτισμός του και εδώ ο πολιτισμός είναι ελληνορθόδοξος, καταλαβαίνεται τι είναι οι άνθρωποι.
Δυστυχώς όμως εμείς χάνουμε τον εαυτό μας, γιατί δεν εκτιμούμε πραγματικά αυτά που έχουμε. Ξεχνώντας την ιστορία μας ξεχνάμε τα πάντα. Αυτή η ιστορία είναι μπροστά στα μάτια μας, δεν χρειάζονται πτυχία ούτε πολύ μυαλό αρκεί να ακούσουμε την καρδιά που χτυπά στο Χαίρε ο χαίρε ελευθεριά…
Që të vërtetojë dikush ato sa pretendon dhe thotë duhen vërtetime. Kjo më tepër vlen natyrisht në histori. Kështu gjetjet arkeologjike, dokumentat dhe elementë të tjerë vërtetojnë dhe sigurojnë se ato sa shkuhen në histori janë të vërteta.
E çuditshmja është se shumë “historianë” flasin në Shqipëri për gjithçka pa pasur as një lloj vërtetimi. Ne nuk jemi historianë, por e dimë se ato sa shkruhen mbeten dhe përbëjnë pjesë të historisë.
Po ju paraqesim si rrjedhim tre dokumenta historike që vetëm ato vërtetojnë se gjuha zyrtare, në shkresa, sidomos të Kishës ishte ajo greke, se si orthodhoksët kishin kulturë dhe ndërgjegjie greko-orthodhokse dhe se sado që mund të flasin kundra nesh ne e dimë mjaft mirë se çfarë jemi dhe që kemi një histori që “ulërin”.
1.       Dokumenti i parë është një çertifikatë pagëzimi i Mitropolisë së Shenjtë Korçë, dhënë në vitin 1902. Mundet dikusht lehtësisht të dallojë mjaft elementë. Kështu duket vula e Mitropolisë së Korçës, të dhënat e besimtarit për të cilin është lëshuar kjo çertifikatë. Data e lëshimit. Në kornizën e saj dallohen të dhënat e shtypshkronjës, emrëtimi i Mitropolisë si një shirit i sigurisë për origjinalitetin e dokumentit. Poshtë lexon frazën “Ata që u pagëzuan me Krishtin....”
2.       Dokumenti i dytë është i vitit 1916, kur Korça ishte pjesë e Mbretërisë së Greqisë. Bëhet fjalë për një çertifikatë lindje të një qytetari.
Përmenden të dhenat e tij të cilat firmosen nga vetë Kryebashkiaku. Vula shkruan qartë se kujt i përkiste Korça në atë kohë.
3.       Dokumenti i tretë është në tre faqe marrë nga kodiku i Korçës i vitit 1828 dhe ku duket qartë deri kur Greqishtja përdorej zyrtarisht si gjuhë e Kishës. Kështu në vitin 1943 Kodiku fillon të shkruhet në Shqip sepse deri atëhere shkruhej në Greqisht. Kjo tregon se gjatë të gjitha këtyre viteve greqishtja ishte gjuhë zyrtare dhe njihej nga të gjithë dhe vetëm më 1943 dha fruta lufta kundër orthodhoksëve duke ju eliminuar në fillim gjuhën që shprehte idenitetin e tyre.
Thamë më lart se historia “ulërin” me gjithë kuptimin e fjalës. E vërteta është e pastër. Të gjithë sa duan të mos e pranojnë le të shkruajnë çfarë të duan. Të tilla vërtetime ekzistojnë me pafund, mgjth se për 100 vjet u përpoqën të zhdukin gjithçka, ndërsa për të kundërtën nuk ka asgjë esenciale.
Vallë ka vërtetim më të madh historik se tempujt tanë, nga festat tona, nga zakonet dhe ritet tona. Njeriun e bën atë që është kultura e tij dhe këtu kultura është greko-orthodhokse, pra kuptoheni vetë se çfarë janë njerëzti.

Fatkeqisht ne humbasim veten, sepse nuk vlerësojmë me të vërtetë ato sa kemi. Duke harruar historinë harrojmë gjithçka. Kjo histori është para syve tanë, nuk duhe diplloma as mendje, mjafton të dëgjojmë rritmin e zemrës sonë që godet në Here o Here Eleftheria......





l
Çertifikatë Pagëzimi  e 1902

Çertifikatë Lindje e 1916 lëshuar në Korçë nga K. i Bashkisë


Η τελευταία σελίδα στα Ελληνικά στο Κώδικα Κορυτσάς του 1828. -Faqja e fundit e shkruar në Greqisht në Kodikun e Korçës të 1828
Η δεύτερη σελίδα του κώδικα Κορυτσάς στα Αλβανικά όπου αναγράφεται η ημερομηνία 28 Αυγούστου 1943
Faqja e dytë e shkruar në shqip në Kodikun e Korçës e shkruar në shqip ku duket dhe data 28 Gusht 1943. 







Η ομάδα ποδοσφαίρου της Κορυτσάς για έκτη φορά στην σειρά Πρωταθλήτρια Αλβανίας. - Skëndërbeu i Korçës për herë të gjashtë rradhazi kampion.

Η ομάδα της Κορυτσάς Σκενδερμπέη κατέκτησε το έκτο Αλβανικό Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου στην σειρά. Με νίκη στην Αυλώνα και με διαφορά δύο πόντων από το δεύτερο Παρτιζάνι κέρδισε άξια το πρωτάθλημα. Εμείς ευχόμαστε να πάρει και πολλά άλλα πρωταθλήματα γιατί η πόλη το αξίζει. Η γιορτή κράτησε μέχρι το πρωί σε όλη την πόλη της Κορυτσάς. 

Skëndërbeu kampion për të gjashtën herë me rradhë duke vërtetuar tek të gjithë se është një skuadër shumë e mirë, Urime skuadrës por dhe tifozëve që ndoshta janë tifozët më të mirë në këtë vend. Urojmë që dhe vitin që vjen të fitojë sërish. 

Ο Άγιος Νήφων, ο Γεώργιος Καστριώτης και η πνευματική του ζωή! - Shën Nifoni, Gjergj Kastrioti dhe jeta e tij shpirtërore


Άγιος Νήφων ο Β΄, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (+1508)

Ο κατά κόσμον Νικόλαος γεννήθηκε στην Πελοπόννησο στα μέσα του 15ου αιώνος από επιφανείς κι ευσεβείς γονείς. Τα πρώτα γράμματα τα διδάχθηκε στην πατρίδα του. Δασκάλους είχε τον Ευθύμιο και τον ιερομόναχο Ιωσήφ. Τον δεύτερο ακολούθησε στην περιοδεία του. Στην Επίδαυρο συνάντησαν τον ενάρετο ασκητή Αντώνιο. Ο Νικόλαος υποτάχθηκε σε αυτόν και μετά από καιρό εκάρη μοναχός κι ονομάσθηκε Νήφων. Είχε ως εργόχειρο την καλλιγραφία. Μετά την κοίμηση και τον ενταφιασμό του Γέροντός του Αντωνίου θέλησε να υποταχθεί σε άλλο Γέροντα. Πληροφορήθηκε για τον ενάρετο και σοφό Αγιορείτη ιεραπόστολο Ζαχαρία και πήγε να τον συναντήσει στην Ήπειρο. Ο ιερομόναχος Ζαχαρίας τον πήρε στη συνοδεία του. Ο Νήφων τον ακολούθησε πιστά στις ιεραποδημίες του στην Ηπειρο, Βόρεια Ηπειρο, Μακεδονία κι Αχρίδα, όπου κήρυττε μαζί του. Στην Αχρίδα κλήρος και λαός ζήτησαν να γίνει ο σεβαστός κι αγαπητός Ζαχαρίας επίσκοπός τους. Εκείνος παρά τις αντιρρήσεις του τελικά δέχθηκε. Τότε ο Νήφων ζήτησε να αναχωρήσει σε ήσυχο μέρος. Ο Γέροντάς του δεν ήθελε να τον αποχωρισθεί, γιατί τον ήθελε συμπαραστάτη και συνεχιστή του έργου του. Μόνο κατόπιν θείου οράματος ο Ζαχαρίας του επέτρεψε να φύγει λέγοντας: «Ύπαγε, ω τέκνον, όπου σε οδηγήση ο Κύριος, τον όποιον παρακαλώ ο ανάξιος να με αξιώση να σε δω πάλιν εις την παρούσαν ζωήν, όταν θέλη ή θεία πρόνοια».
Ο Κύριος τον οδήγησε στό Άγιον Όρος. Κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη: «Ο Μακάριος Νήφων λαβών συνοδοιπόρον την ευχήν του Αρχιερέως έτρεχεν εις το Άγιον Όρος, ως αετός υπόπτερος, και πηγαίνωντας εις την σεβασμίαν μονήν τού Βατοπαιδίου, και προσκυνώντας τα ιερά θαυμάσια της Υπεραγίας Θεοτόκου, εζήτησε και ήβρεν εκεί πολλούς εναρέτους άνδρας, των οποίων έγινε πρόθυμος ζηλωτής». Πόσο διάστημα έμεινε στη μονή Βατοπαιδίου δεν γνωρίζουμε.
Κατόπιν επισκέφθηκε τις μονές Παντοκράτορος, Μεγίστης Λαύρας και τις Καρυές, όπου βρήκε πολλούς ενάρετους άνδρες και τον Πρώτο Γαβριήλ. Στη μονή Διονυσίου, χειροτονήθηκε διάκονος και ιερεύς. Ήταν πολύ αγαπητός από όλους τους Αγιορείτες για τη σπάνια σοφία του και ταπείνωση. «Όλοι εθαύμαζαν την σύνεσιν των λόγων του· ότι τόσον γλυκύς ήτον εις το λέγειν, όπου δεν εδύνατο τινάς να τον χωρισθή αλλά από την γλυκύτητα των λόγων του αλησμονούσε και την σωματικήν τροφήν».
Η φήμη του ως ενάρετου και σοφου ανδρός έφθασε και στη Θεσσαλονίκη. Μετά τον θάνατο του εκεί μητροπολίτου Παρθενίου κλήρος και λαός ζήτησε ποιμένα του τον Νήφωνα. Εξελέγη μητροπολίτης Θεσσαλονίκης παρά τη θέλησή του το 1482. Κήρυττε καθημερινά, αποκρούοντας τα δόγματα των λατινοφρόνων, παρηγορούσε τους καταδυναστευμένους από τους κατακτητές, παρακινούσε τους πλούσιους να βοηθούν τους φτωχούς και ο ίδιος επισκεπτόταν τους ασθενείς και ανήμπορους. Η ιλαρά διδασκαλία του συχνά μετέβαλλε και τους απίστους. Ως μέλος της πατριαρχικής συνόδου ο Νήφων συνάντησε στην Κωνσταντινούπολη τον Γέροντά του αρχιεπίσκοπο Αχριδών Ζαχαρία, ο οποίος απεβίωσε εκεί κι εκηδεύθη από τον αφοσιωμένο του μαθητή. Μετά τον θάνατο του πατριάρχη Συμεών προβιβάσθηκε ο Νήφων στον πατριαρχικό θρόνο το 1486. Παρέμεινε σε αυτόν επί διετία συνεχίζοντας το πλούσιο κηρυκτικό και αγαθοεργό του έργο. Μετά παραίτησή του κατέληξε στη μονή του Τιμίου Προδρόμου Σωζοπόλεως. Το 1497 εκλήθη πάλι στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Το επόμενο έτος εξορίσθηκε λόγω ταραχών και μέσω Αδριανουπόλεως έφθασε στη Βλαχία. Του ζητήθηκε να επανέλθει για τρίτη φορά στον πατριαρχικό θρόνο το 1502 αλλά δεν δέχθηκε.
Στη Βλαχία μετέβη κατόπιν επίμονης προσκλήσεως του ηγεμόνος Ράδουλου του Μεγάλου (1496-1508), για να διορθώσει τα εκκλησιαστικά πράγματα και να διορθώσει τα ήθη του λαού. Όλοι τον δέχθηκαν «ως από Θεού πεμπόμενον». Τον συνόδευαν οι όσιοι μαθητές του Μακάριος και Ιωάσαφ. Συγκάλεσε τοπική σύνοδο και έλαβε σημαντικές αποφάσεις για την καλύτερη διοργάνωση της Εκκλησίας. Για το μελίρρυτο κήρυγμά του, τον ονόμασαν νέο Χρυσόστομο. Έσωσε τη Ρουμανική Εκκλησία από την παπική προπαγάνδα, την ηθοφθορία κι αμέλεια του κλήρου και του λαού. Όλοι δόξαζαν τον Θεό για την ευεργετική παρουσία και το σωστικό έργο του. Επειδή όμως ο ηγεμόνας στράφηκε σε παράνομες πράξεις και ο άγιος δεν τις ανεχόταν, αλλά σθεναρά τις ήλεγξε, στράφηκε εναντίον του με σφοδρότητα. Έτσι ο δίκαιος και ομολογητής άγιος αναγκάσθηκε να αναχωρήσει και να επιστρέψει με τους δύο μαθητές του στό Άγιον Όρος. Άπό όπου περνούσε κήρυττε τον λόγο του Θεού στους χριστιανούς.

Στό Άγιον Όρος πήγε πρώτα στη μονή Βατοπαιδίου, όπου «τον εδέχθησαν μετά πάσης ευλαβείας και χαράς οι εκείσε πατέρες, δοξάζοντας τον Θεόν όστις τους ηξίωσε να απολαύσουν τοιούτον φωστήρα και διδάσκαλον. Ακούοντες δεν τον ερχομόν του οι ασκηταί τού Όρους έτρεχον καθ΄εκάστην πρός αυτόν διά να λαμβάνουν την ευλογίαν του, και να ακούουν τας ψυχωφελείς διδασκαλίας του. Εν όσω δε ήτο εν τή Μονή τού Βατοπαιδίου, εκοιμήθησαν εκείνοι οι δύο μαθηταί, τους οποίους είχεν αφήσει εκεί το πρότερον, και ενεταφίασεν αυτούς, μόνος του».
Κατά τη δεύτερη αύτη παραμονή του στη μονή Βατοπαιδίου ο άγιος Νήφων με τους αγίους μαθητές του Μακάριο και Ιωάσαφ πρέπει να έμειναν αρκετό διάστημα, αφού στό Άγιον Όρος ήλθε το 1505 και ο Μακάριος μαρτύρησε το 1507. Το μαρτύριό του ανακοίνωσε ο άγιος Νήφων στον Ιωάσαφ, καθώς βρισκόταν στό Βατοπαίδι και πολλοί τον τιμούσαν. Γι΄ αυτό «παραλαβών τον Ιωάσαφ ανεχώρησεν από την ιεράν Μονήν τού Βατοπεδίου κρυφίως, χωρίς να τον ηξεύρη τις».
Μετέβη στη μονή Διονυσίου ως άγνωστος και του ανατέθηκε το διακόνημα του βουρδουνάρη. Σύντομα όμως απεκαλύφθη ότι ήταν ο πρώην πατριάρχης. Με θαυμασμό, συγκίνηση και κατάνυξη προσέτρεχαν όλοι οι μοναχοί κοντά του, για να ακούνε την ψυχωφελή διδασκαλία του. Ζώντας ως απλός μοναχός δίδασκε με το παράδειγμα της ταπεινώσεώς του. Η προσευχή του θαυματουργούσε. Με τον θεάρεστο αυτόν βίο και τις θεόπνευστες διδαχές του τελείωσε οσιακά τη ζωή του στη μονή Διονυσίου.
Μετά την κοίμηση του αγίου ο κατά πνεύμα υιός του ηγεμόνας Νεάγκος Βασσαράβας (1512-1521) ζήτησε να μεταφερθούν τα τίμια λείψανα του αγίου στη Βλαχία πρός ευλογία του λαού και ειρήνευση της ταραγμένης χώρας. Κατά την ανακομιδή πλημμύρισε τη μονή ευωδία και πολλά θαύματα τελέσθηκαν. Το ίδιο συνέβη και κατά την προσκύνησή τους στη Βλαχία. Σήμερα στη Ρουμανία φυλάγεται ευλαβικά ή κάρα και το χέρι του αγίου. Στη μονή Διονυσίου βρίσκονται ο σάκκος, ή ράβδος, το κελλί και το ασκητήριό του. Τα υπόλοιπα τίμια λείψανά του φυλάσσονται σε θαυμάσια λειψανοθήκη, πού δώρησε ο ηγεμόνας Νεάγκος. Ο τάφος του αγίου βρίσκεται πλάϊ στον κοιμητηριακό ναό της μονής Διονυσίου. Υπάρχει επίσης παρεκκλήσι πρός τιμή του αγίου, κτίσμα του 1782, ενώ έξω από τη μονή κάθισμα του αγίου Νήφωνος και το ιστορικό προσκυνητάρι, όπου του έγινε ή υποδοχή ως πατριάρχη, ιδιότητα πού αποκαλύφθηκε στον ηγούμενο με όραμα, γιατί την είχε αποκρύψει.
Πρώτος βιογράφος του αγίου είναι ο μαθητής του και Πρώτος του Αγίου Όρους ιερομόναχος Γαβριήλ, του οποίου ο βίος σύντομα μεταφράσθηκε στα ρουμανικά και γνώρισε πολλές εκδόσεις. Στην ιερά μονή Διονυσίου υπάρχουν αρκετοί κώδικες, πού αναφέρονται στον βίο του θαυματουργού αγίου. Ωραία βιογραφία συνέγραψε και ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στό Νέο Εκλόγιο, στην οποία βασίζονται όλοι οι νεώτεροι συναξαριστές. Την ακολουθία του έγραψε ο γνωστός ιατρός Ιωάννης Κομνηνός, ο μετέπειτα μητροπολίτης Δρύστρας Ιερόθεος.
Η μνήμη του τιμάται στις 11 Αύγουστου.


 Άγιος Νήφων και Γεώργιος Καστριώτης 

Μεταξύ άλλων στο βίο του Αγίου Νήφων βρίσκουμε και αρκετές ιστορικές πληροφορίες. Έτσι στο Μεγάλο Συναξάρι της Εκκλησίας μας διαβάζουμε στην σελίδα  185:
«Δεν προήλθε πολύς καιρός και  ο αοίδιμος Αντώνιος εκοιμήθη εν Κυρίω, ο δε Νύφων έκλαιεν απαρηγόρητα την στέρησιν του πνευματικού του πατρός. Ενταφιάσας δε αυτόν και κάμνων ικανόν καιρόν εις την ησυχίαν, ήκουσεν ότι εις την πόλιν της Νάρδας υπήρχεν είς σοφώτατος διδάσκαλος, κατά πολλά ενάρετος, Ζαχαρίας, ονόματι, όστις πρό ολίγων ημερών είχεν έλεθει από το Άγιον Όρος, ποθών δε να απολαύση από αυτόν καρπούς σοφίας και να μάθη και του Όρους τας τάξεις, επήγεν εις αυτόν και εξομολογηθείς παρακάλει αυτόν να μείνη εις την συνοδείαν του, ο δε Ζαχαρίας, αποδεξάμενος αυτόν, εδίδασκε την ποθούμενην σπουδήν. Αλλά επειδή  τον καιρόν εκείνων ήτο μεγάλη σύσγχυσις και ταραχή εις τας Εκκλησίας, δια την ψευδοσύνοδον που έγινε τότε εις Φλωρεντίαν υπό Ιωάννου του Παλαιολόγου, και οι Ανατολικοί δεν ήθελαν να την δεχθούν παντελώς, δια τούτο ο σοφός Ζαχαρίας ομού με τον ιερόν Νήφωνα μετέβησαν εις την Ασκαλώνα, διδάσκοντες επ’ Εκκλησίας τους Χριστιανούς να ιστανται στερεοί εις την Ορθοδοξίας και εις τους όρους των Αγίων Αποστόλων και των οικουμενικών Συνόδων. Εκείθεν αναχωρήσαντες επήγαν εις την πόλιν Κρόγιας, ο δε αυθέντης του τόπου Γεώργιος ο Σκενδέρμπεης εδέχθη αυτούς μετά πάσης τιμής και ευλαβείας, ότι και πρότερον είχεν ακούσει την φήμην των και με μεγάλην του χαράν περιποιηθείς αυτούς εκράτησε μαζί του εις το παλάτιον του, κάμνων και πνευματικόν του πατέρα και σοφώτατον Ζαχαρίαν»
Η τελευταία πρόταση που διαβάσαμε περιέχει συνοπτικά όλη την ιστορία της Ηπείρου αλλά και της ορθοδοξίας.
Όπως διαπιστώνουμε μας δίνει δύο σημαντικές πληροφορίες με πολλαπλά νοήματα.
Πρώτον ότι ο Άγιος Νήφων και ο Αγιορείτης  Ζαχαρίας (ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αχρίδως) επισκέφτηκαν τον Σκενδερμπέη. Γεννάται εύλογο το ερώτημα για την γλώσσα με την οποία επικοινωνούσαν αυτοί. Από τι φαίνεται και οι δύο, ο Άγιος Νήφων και ο Αγιορείτης Ζαχαρίας κατάγονταν από ελληνικές περιοχές ήταν έλληνες στην καταγωγή, άρα μιλούσαν Ελληνικά . Αν και από αλβανούς μελετητές ο Άγιος Νήφων θεωρείται αλβανικής καταγωγής δεν υπάρχει κάποια πραγματική επιστημονική απόδειξη περί αυτού, ούτε έγραψε τίποτα στα αλβανικά ούτε είπε ο ίδιος πως είναι αλβανός, ούτε τον άκουσε κανείς να μιλάει αλβανικά. Μάλλον συμβαίνει το αντίθετο . Η επαφή του με το Γεώργιο Καστριώτη με τον οποίο το συνέδεε δυνατή φιλία προέρχεται όσο από τις πνευματική ορθόδοξη ζωή του Γ Καστριώτη, τόσο και από την καταγωγή του τελευταίου, ο οποίος δήλωνε παντού πως ήταν Ηπειρώτης, δηλαδή έλληνας ορθόδοξος. Αυτό ενισχύεται και από το γεγονός πως ο Άγιος Νήφωνας επισκέφτηκε με τον Αγιορείτη Ζαχαρία τον ίδιο τον Σκενδερμπέη. Οι Αλβανοί ιστορικοί εδώ, εξαιτίας της παντελής έλλειψης θρησκευτικής, ορθόδοξης παιδείας  αδυνατούν να κατανοήσουν τις διαστάσεις της πνευματικής  αυτής , επαφής. Αδυνατούν να κατανοήσουν ή καλύτερα δεν τους συμφέρει να ομολογήσουν πως από την στιγμή που οι δύο αυτοί φιλοξενούμενοι  τον επισκέπτονται η μόνη γλώσσα με την οποία συνεννοούνται ήταν η Ελληνική, πως τους συνέδεε η ίδια καταγωγή και γλώσσα ή Ελληνική και  το τελευταίο  αποδεικνύεται και από τις πολλές επιστολές του Γεώργιου Καστριώτη  που συντάχθηκαν και υπάρχουν στα Ελληνικά. Το σημαντικότερο βέβαια είναι η κοινή τους πίστη που για τους ίδιους ήταν το σημαντικότερο από όλα τα άλλα, κατά την εποχή εκείνη.    Ως επακόλουθο θα μπορούσαμε να πούμε με βεβαιότητα πως η κοινή τους πίστη, γλώσσα και καταγωγή τους είχε δέσει πολύ μεταξύ τους .
Το δεύτερο σημαντικό ιστορικό στοιχείο είναι το γεγονός που αναφέρεται ξεκάθαρα στο βίο του Αγίου Νήφων. Ο Γεώργιος Καστριώτης είχε πνευματικό πατέρα τον Αγιορείτη Ζαχαρία. Τι όμως σημαίνει αυτό στην πραγματικότητα;
Κατά την ορθόδοξη πίστη το Μυστήριο της Εξομολογήσεως είναι ένα από τα βασικότερα μυστήρια. Κάθε πιστός μέσω της εξομολόγησης καθαρίζεται από τις αμαρτίες του, πράγμα απαραίτητο για την πνευματική του προκοπή και ανάπτυξη. Η εξομολόγηση είναι γνώρισμα των πραγματικών ορθοδόξων πιστών που βιώνουν καθημερινά τι σημαίνει ορθόδοξη ζωή και πως αυτή σώζει, πως αυτή μεταμορφώνει και αλλάζει όχι μόνο τον πιστό αλλά και τους γύρω του και όλη την κοινωνία.
Άρα ο Γεώργιος Καστριώτης δεν ήταν ένας απλός πιστός, ήταν ένας πραγματικά ορθόδοξος πιστός,, σε καμία περίπτωση καθολικώς (ο πνευματικός του πολεμούσε το παπισμό),  που γνώριζε πολύ καλά το τι έπρεπε να κάνει για την πνευματική του σωτηρία, γνώριζε τις αμαρτίες του και τον εαυτό του, γνώριζε την ματαιότητα αυτού του κόσμου, πράγμα που μας βεβαιώνει πως ο αγώνας του δεν ήταν για τον κόσμο τούτο, αλλά πολύ ανώτερος. Επομένως ακόμα και ο αγώνας εναντίων των Οθωμανών κατακτητών έχει άλλες βάσεις πολύ πιο βαθιές. Βασίζεται σε αρχές και ιδανικά που μόνο με τον όρο «ρωμιοσύνη» θα μπορούσαν να εκφραστούν. Η ορθοδοξία και ο ελληνισμός όπως αυτά ενσαρκώθηκαν στα πλαίσια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ήταν βαθιά ριζωμένες στην ψυχή του, στην καταγωγή του,  και από τι φαίνεται ο Γεώργιος Καστριώτης δεν είδε ποτέ τον εαυτό του έξω από αυτά τα δύο, μάλλον το αντίθετο. Ο ίδιος στα πλαίσια του πνευματικού του αγώνα, μέσα στα κοινωνικό-πολιτιστικά πλαίσια της εποχής είχε αναλάβει τον αγώνα της προάσπισης της ορθοδοξίας και του ελληνισμού της περιοχής. Όποιος λέει το αντίθετο μάλλον εξυπηρετεί άλλους σκοπούς γιατί το διαψεύδουν τα παραπάνω γεγονότα και  φυσικά δεν μπορεί να κατανοήσει σε καμία περίπτωση αυτή την νοοτροπία που το έχουν βαθιά μέσα τους μόνο οι πραγματική Ηπειρώτες, όπως ο Γεώργιος Καστριώτης. Πολλοί πολεμούν αυτή την αλήθεια προβάλλοντας διάφορες θεωρίες φαντασίας, εθελοτυφλώντας σκόπιμα γιατί το παραπάνω γεγονός θα κατέστρεφε όλο αυτή την ψεύτικη ιστορία, με σαθρά θεμέλια,  που τόσα χρόνια έχει δημιουργηθεί για να δικαιολογήσει την ύπαρξη μιας χώρας που έφτιαξαν οι μεγάλες δυνάμεις από το πουθενά. 
Μόνο η πρόταση αυτή από το βίο του Αγίου Νύφων είναι αρκετή για να μας αποδείξει πως ο Γεώργιος Καστριώτης ήταν ένας πραγματικά ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ πιστός, είχε βυζαντινή, ελληνορθόδοξη συνείδηση  και φυσικά τα ιδανικά και οι αρχές του εμπνέονταν από τα παραπάνω.
Όλοι μας μπορούμε να διαπιστώσουμε τα παραπάνω αν σκεφτούμε και την σημαία που χρησιμοποιούσε και που σήμερα έχει το Αλβανικό κράτος, ήταν  η σημαία του Βυζαντίου, αυτή που η ένδοξη Αυτοκρατορία κρατούσε εν καιρώ πολέμου.

Μπ.Μ.Θ
Θεολόγος.
Για το Πελασγός Κορυτσάς.   

Βιβλιογραφία: Φωτογραφίες κάτω

Shën Nifoni i II-të, Patriku i Konstandinupojës (+1508).

I njohur për botën me emrin Nikolla u lind në Peloponez në mes të shekullit të 15-të nga prindër besimtarë dhe njohur për kohën. Njohuritë e tij të para i mori në atdheun e tij. Mësues kishte Efthimin dhe Jeromonakun Josif. Të dytin e ndoqi gjatë udhëtimit të tij. Në Epidhavro takuan  asketin e virtytshëm Andon. Nikolla u “nënshtrua”  tek ai dhe pas pak kohësh u qeth murg dhe u quajt Nifon.
Kishte si punëdore, kaligrafinë. Pas fjetjes dhe varrimit të Jerondit të tij Andon, donte që të nënshtrohej tek një Jerond tjetër. U informua për misionarin e virtytshëm dhe të mençur Zaharia dhe shkoi  që ta takonte në Epir. Jeromonaku Zaharia e mori me vete si një prej shoqëruesve të tij. Nifoni e ndoqi në të gjitha rrugëtimet misionare të tij në Epir, Vorio Epir, Maqedoni dhe Ahridha (Ohër), ku dhe predikoi me të. Në Ohër populli dhe kleri kërkuan që të bëhej Episkop i tyre Zaharia i dashur dhe i virtytshëm . Ai pranoi me vështirësi. Atëhere Nifoni kërkoi që të largohej në një vend të qetë. Jerondi i tij nuk donte që ta linte, sepse e donte mbështetës dhe vazhdues të veprës së tij.
Vetëm pas një vegimi hyjnor Zaharia e lejoi që të largohej duke i thënë: “Shko, o bir, atje ku do të çojë Zoti, të cilit i lutem unë i padenji që të të bëjë të denjë të të shoh sërish në këtë jetë, kur të dojë vullneti hyjnor”.

Zoti e çoi në Malin e Shenjtë. Sipas shën Nikodhimit Agjioritit: “Nifoni i Bekuar duke marrë si bashkëudhëtar bekimin e Kryepriftit, vrapoi në Malin e Shenjtë (Athos), si një shqiponjë njëkrahëshe, duke shkuar në manastirin e shenjtë të Vatopedhit dhe duke u falur tek të shenjtat e së Tërëshenjtës Hyjlindëse, kërkoi dhe gjeti atje shumë burra të virtytshëm, i të cilëve u bë një zelltar gjithmonë i gatshëm”. Për sa kohë qëndroi në manastirin e Vatopedhit nuk e dimë.
Më pas vizitoi manastirin e Pantokratorit, të Lavrës së Madhe dhe Karies, ku dhe u takua me shumë burra të virtytshëm me të parin Gabrielin. Në Manastirin e Dhionisiut, u dorëzua dhiakon dhe klerik. Ishte shumë i dashur ndër të gjithë Agjioritët për shkak të mençurisë së tij të madhe por dhe përulësisë . “Të gjithë u admironin maturinë e fjalëve të tij, ishte kaq i ëmbël në të folur sa ishte e pamundur për dikë që të ndahej prej tij dhe për shkak të fjalëve të tij të ëmbla harronte dhe ushqimin trupor”.

Fama e këtij burri të virtytshëm dhe të mençur arriti në Thessaloniki. Pas vdekjes së Mitropolitit të atjeshëm Partheniu, kleri dhe populli kërkoi si bari të tij, Nifonin. U zgjodh Mitropolit i Thessalonikit pa u marrë parasysh dëshira e tij, në vitin 1482.
Predikonte çdo ditë, duke u përgjigjur dhe dogmave të atyre që mendonin si latinët, ngushëllonte të dërmuarit nga pushtuesit dhe shtynte të pasurit që të ndihmonin të varfërit dhe ai vetë vizitonte të sëmurët dhe të pamundurit.  Doktrina e tij e qetë shpesh ndryshonte dhe vetë jo-besimtarët. Si anëtar i Sinodhit Patriarkal takoi në Kontandinupojë Jerondin e tij Kryepiskopin e Ahridhës Zaharia, i cili ndëroi jetë atje dhe u varros nga nxënësi i tij i përkushtuar. Pas vdekjes së Patrikut Simeon, Nifoni u ngjit në fronin patriarkal më 1486-ën. Qëndroi atje për dy vjet duke vazhduar veprën e tij të madhe predikuese dhe bamirëse. Pas dorëheqjes së tij përfundoi në manastirin e Prodhromit të Nderuar në Sozopoli. Më 1497 u thirr sërish në fronin patriarkal të Konstandinupojës. Vitin që pasoi u internua për shkak të  rrëmujrave dhe nëpërmjet Andrianupojës arriti në Vllahi. Ju kërkua që të ngjitej për herë të tretë në fronin Patriarkal më 1502 por nuk pranoi.

Në Vllahi shkoi pas këmbënguljes dhe ftesës së udhëheqësit Radhulu të Madhit (196-1508), që të korrigjojë çështjet kishtare, moralin dhe zakonet e popullit. Të gjithë e pranuan “si të dërguar të Zotit”. E shoqëruan nxënësit oshënar Makarios dhe Joasaf. Mblodhi një sinodh lokal dhe mori vendime të rëndësishme për një organizim më të mirë të Kishës. Për predikimin e tij të ëmbël si majltë e quajtën Krisostom i ri. Shpëtoi Kishën Rumune nga propaganda papike/katolike, nga degjenerimi moral dhe indiferenca e klerit dhe e popullit. Të gjthë lavdëruan Zotin për prezencën e tij të dobishme dhe veprën e tij shpëtuese. Por meqënëse udhëheqësi filloi të kryente veprime të pahijëshme që shenjtu nuk i toleronte, por me forcë i kontrrollonte, u kthye kundër tij me egërsi. Kështu i pohuesi i drejtë dhe shenjtor  u detyrua që të largohej dhe të kthehej me dy nxënësit e tij  në Malin e Shenjtë. Nga kudo që kalonte predikonte fjalën e Zotit tek të Krishterët.


Në Malin e Shenjtë shkoi në fillim në Manastirin e Vatopedhit, ku dhe e pranuan me respekt dhe gëzim, etërit e atjeshëm duke lavdëruar Zoti që i denjësoi  shijonin një ndriçonjës dhe mësues të tij. Duke dëgjuar për ardhjen e tij asketët e Malit të Shenjtë vraponin secili drej tij që të merrnin bekimin dhe të dëgjonin mësimet e tij të dobishme shpirtërore. Për sa kohë ishte në Manastirin e Vatopedhit, ndërruan jetë dy nxënësit, të cilët i kishte lënë atje më parë dhe i varrosi vetë.

Gjatë këtij qëndrimi të tij të dytë në Vatopedhi, shën Nifoni me nxënësit e tij të shenjtë Makarion dhe Joasafin duhet të kenë qënë atje për mjaft kohë, pasi në Malin e Shenjtë më 1505 erdhi dhe Makario u martirizua më 1507. Martirizimin e tij e shpalli shën Nifoni tek Joasafi, pasi gjendej në Vatopedhi  dhe shumë e nderonin. Për këtë “ mori Joasafin dhe u largua nga Manastiri i shenjtë i Vatopedhit, fshehur, pa e ditur dikush”

Shkoi në manastirin e Dhionisiut si një i panjohur dhe ju ngarkua dhiakonia e shoqëruesit të kafshëve të ngarkuara. Shpjet  u zbulua që ishte ish Patriku. Me admirim, mallëngjim dhe përulje shkonin të gjithë murgjit pranë tij, për të dëgjuar mësimet e tij të dobishme.


Duke jetuar si murg i thjeshtë predikonte me shembullin e përulësisë së tij. Me jetën e tij të pëlqyeshme nga zoti dhe mësimet e tij të frymëzuara hyjnore të tij përfundoi në mënyrë oshënare jetën e tij në manastirin e Dhionisiut.

Pas fjetjes së shenjtorit biri i tij shpirtëror, udhëheqësi Neango Vassarava (1512-1521) kërkoi që të transferoheshin lipsanët e tij të shenjtë në Vllahi për bekim të popullit dhe qetësimin e vendit me probleme të shumta. Gjatë mbledhjes së lipsanëve u mbush me aromë të këndëshme ambjenti dhe shumë mrekulli ndodhën. E njejta gjë ndodhi dhe në Vllahi. Sot në Rumani ruhet me respekt kafka dhe dora e shenjtorit. Në manastirin e Dhionisiut gjenden, sakoja (veshje priftërore), shufra (bastuni baritor) , dhoma dhe vendi ku asketonte. Pjesa tjetër e lipsanëve ruhen në një arkë të mrekullueshme që dhuroi udhëheqësi Neago. Varri i shenjtit gjendet në anë të Kishës së varrezave në manastirin e Dhionisiut.
Ekziston gjithashtu dhe pareklis për nder të shenjtorit, ndërtim i vitit 1782, ndërsa jashtë manastirit një ndënjëse e shën Nifonit dhe proskinitar, falëtore e shenjtë, ku dhe ju bë dhe pritja si patrik, një cilësi që u zbulua nga igumeni me vegim, sepse ai nuk e kishte  treguar.

Biografi i parë i shenjtit ishte nxënësi dhe i Pari i Malit të Shenjtë hieromonaku Gabriel,  jeta e të cilit shpjet u përkthye në rumanisht dhe njohu mjaft botime. Në manastirin e shenjtë të Dhionisiut ekzistojnë mjaft kodikë, të cilat përmendin jetën e shenjtit mrekullibërës. Një biografi të bukur shkroi dhe shën Nikodhim Agjiorit në Neo Eklogjio ku dhe bazohen të gjithë shkruesit e rinj biografë, sinaksarë.
Shërbesën e tij e shkroi mjeku i njohur Joan Komninos, Mitropoliti i mëvonshëm i Dhristras.
Ne e kujtojmë atë në datën 11 Gusht.

Shën Nifoni dhe Gjergj Kastrioti

Ajo që është interesante dhe jo pa arsye u zgjatëm kaq gjatë, është se ndër të tjera në jetën e Shën Nifonit gjejmë dhe mjaft të dhëna të rëndësishme historike. Kështu në Sinaksarin e madh të Kishës lexojmë në faqen 185: “Nuk kaloi dhe shumë kohë kur i ndjeri Andon fjeti më Zotin, ndërsa Nifoni qante i pangushëlluar për mungesën e atit të tij shpirtëror.  Pasi e varrosi atë dhe pas një kohe të mjaftueshme qetësia, dëgjoi se në qytetin e Nardhës ekzistonte një mësonjës i mençur, shumë i virtytshëm, me emrin Zaharia, i cili para pak ditësh kishte erdhur nga Mali i Shenjtë (Athos), duke dashur që të provojë nga frutat e mençurisë dhe të mësojë rendin në Malin e Shenjtë, shkoi tek ai dhe duke u rrëfyer iu lut atij që të qëndrojë pranë tij si shoqërues, Zaharia pasi e pranoi atë, e mësonte me njohuritë e shumë dëshiruara. Por meqënëse në atë kohë mbizotëronte një zymtësirë dhe rrëmujë e madhe në Kishë, për pseudosinodhin që u bë në Firenze nën Joan Paleologun, dhe Lindorët nuk donin që ta pranonin në asnjë mënyrë dhe aspak, për këtë dhe Zaharia i meçur së bashku me Nifonin e shenjtë shkuan në Askalona, duke mësuar në Kisha të Krishterët që të qëndrojnë fort në Orthodhoksi , në mësimet e Apostujve të Shenjtë dhe të Sinodheve Ekumenike. Pasi u larguan prej atje, shkuan në qytetin e Krojës (Krujës), dhe zoti i vendit Gjeorgjio Skëndërbeu i pranoi ata me çdo nderim dhe respekt, se dhe më parë kishte dëgjuar për famën e tyre, me gëzim të madh u kujdes për ta dhe i mbajti ata në pallatin e tij, duke bërë dhe ‘Atë shpirtëror Zaharian e mençur”.

Fjalia e fundit të cilën sapo lexuam përmbledh me pak fjalë të gjithë historinë e Epirit dhe orthodhoksisë.
Ashtu siç konstatuam së bashku na jep dy informacione me shumë kuptime.


E para: Shën Nifoni dhe Agjioriti Zaharia (Kryepiskopi i mëvonshëm i Ahridhës) vizituan Skëndërbeun, Gjergjin.
Lindet natyrshëm pyetja, për gjuhë me të cilën ata komunikonin. Me sa duket, qartë, që të dy, si Shën Nifoni dhe Agjioriti Zaharia kishin prejardhje nga zonat helene dhe ishin grekë në prejardhje dhe si rrjedhim flisnin GREQISHT. Me gjithë se është aluduar mbi prejadhjen e shën Nifonit si shqiptar nuk ekziston asnjë vërtetim real historik që të vërtetojë këtë fakt, as ai nuk shkroi ndonjë gjë në shqip as e dëgjoi dikush që të fliste shqip. Me sa duket ndodh e kundërta. Kontakti i tij me Gjergj Kastriotin, me të cilin i lidhte një miqësi e fortë, vjen sa nga jeta shpirtërore orthodhokse e Gjergj Kastriotit, sa dhe nga preardhja e tij, i cili në çdo rast deklaronte se ishte Epirot, dmth greko-orthodhoks.
Kjo përforcohet dhe nga fakti se Shën Nifoni vizitoi me Agjioritin Zaharia vetë Skëndërbeun. Historianët shqiptarë këtu, për shkak të mungesës absolute të edukimit fetar orthodhos, e kanë të pamundur që të kuptojnë qoftë dhe pak, dimensionet e këtij kontakti shpirtëror. E kanë të pamundur që të kuptojnë ose më mirë nuk ju intereson që të pohojnë se nga momenti që këta dy miq e vizitojnë, e vetmja gjuhë me të cilën komunikonin ishte ajo greke dhe kjo e fundit vërtetohet dhe nga shumë dokumentat e shkruar nga Gjergj Kastrioti të cilat u shkruan dhe janë akoma në greqisht. Sigurisht që ajo e cila ishte gjëja më e rëndësishme është besimi i tyre i përbashkët i cili mbizotëron ndja gjithçkaje, sidomos gjatë asaj periudhe. Si rrjedhim do të  mund të themi me siguri se besimi i tyre i përbashkët, gjuha dhe prejardhja e tyre i kishte lidhur shumë.

E Dyta: Po ashtu një element shumë i rëndësishëm historik përbëjnë ato sa përmenden në jetën e Shën Nifonit.
Gjergj Kastrioti kishte si ‘Atë shpirtëror, agjioritin Zaharia. Por çfarë do të thotë kjo realisht?
Sipas Besimit Orthodhoks Misteri i Rrëfimit, Pendimit është një prej mistereve më të rëndësishme. Çdo besimtar nëpërmjet rrëfimit pastrohet nga mëkatet e tij, gjë e cilë është e domosdoshme për zhvillimin dhe prokopinë e tij shpirtërore. Rrëfimi është një prej karakteristikave të kryesore të orthodhoksëve të vërtetë të cilët përjetojnë çdo ditë frutat e jetës orthodhokse dhe se si ajo shpëton, si ajo shndërron dhe ndryshon jo vetëm besimtarin por dhe ata sa janë rreth tyre dhe të gjithë shoqërinë.

Pra Gjerorgjio Kastrioti nuk ishte një besimtar i thjeshtë, i përciptë orthodhoks. Ai ishte një besimtar i vërtetë orthodhoks , në asnjë rast katolik (ati i tij shpirtëror luftonte katoloiçizmin) që e dinte shumë mirë se çfarë duhet që të bënte për shpëtimin shpirtëror, njihte mëkatet e tij dhe veten e tij, njihte kotësinë e kësaj bote, gjë të cilën na e vërteton se beteja e tij nuk ishte për këtë botë, por shumë më e lartë. Si rrjedhim akoma dhe beteja ndaj pushtuesve Osman ka rrënjë shumë më të thella. Bazohet në principe dhe ideale që vetëm me përkufizimin “romiosini” do të mund të shpreheshin. Orthodhoksia dhe helenizmi ashtu siç u mishëruan në kontekstin e Perandorisë Bizantine ishin thellësisht të rrënjosura në shpirtin e tij, në prejardhjen e tij,dhe me sa duket Gjergj Kastrioti nuk   e pa kurrë veten e tij jashtë këtyre të dyjave, me sa duket e kundërta. Ai vetë në kontekstin e betejës së tij shpirtërore, brenda kontekstit shoqëror-kulturor të kohës, kishte marrë përsipër si detyrë mbrojtjen e orthodhoksisë të romiosinit të zonës. Ai i cili pretendon të kundërtën apo diçka tjetër, nacionaliste, iu shërben qëllimeve të tjera, sepse qartazi e përgënjeshtrojnë faktet e mësipërme dhe natyrisht nuk mundet që të kuptojë në asnjë rast këtë lloj mentaliteti i cili ekziston, thellë, brenda, vetëm tek Epirotët e vërtetë si Gjergj Kastrioti. Shumë e luftojnë këtë të vërtetë, duke bërë qëllimisht të verbërin, sepse fakti i mësipërm do të shkatërronte të gjithë atë histori të gënjeshtër, me themele inekzistuese, që kaq vjet është krijuar për të justifikuar të pajustifikueshmet ( ekzistencën e një vendi që u krijua nga fuqitë e mëdha nga asgjëkundi.)

Vetëm kjo fjali nga jeta e Shën Nifonit është e mjaftueshme që të na vërtetojë se Gjergj Kastrioti ishte një besimtar ORTHODHOKS, kishte ndërgjegjie, bizantine,  greko-orthodhokse dhe natyrisht idealet dhe principet e tij frymëzoheshin nga këto dy aspekte.

Të gjithë mundemi të konstatojmë ato sa u përmendëm nëse mendojmë dhe flamurin që ai përdori dhe që sot mban dhe shteti shqiptar, që ishte flamuri i Bizantit, ai flamur që Perandoria e Lavdishme  e përdorte në kohë lufte.

Mp.M.T
Teolog

Për Pelasog Koritsas
Përktheu Pelasgos Koritsas.
Të gjitha të drejtat e rezervuara.
Nuk lejohet publikimi nëse nuk merret leje nga faqja që e ka publikuar.

Bibliografi. Fotot Poshtë
Sinaksari i Madh i Kishës Orthodhokse fq 185








Γενοκτονία των Ποντίων: Η σφαγή των νηπίων της Σάντας



«Έναν μαύρον ημέραν εκούιξεν εις απες σο σπέλ’: Οι μανάδες ντο έχ’νε μικρά μωρά να εβγαίνε οξιοκά ασο σπέλ’». Μία μάνα διηγείται ότι μια μαύρη μέρα ένας φώναξε όσες είχαν μικρά παιδιά να βγουν έξω από τη σπηλιά…

Έτσι ξεκινάει η Ελένη Νυμφοπούλου-Παυλίδου να ντύνει με λόγια μία από τις πιο τραγικές στιγμές της Γενοκτονίας των Ποντίων. Συμπρωταγωνιστής στην αφήγηση ο οπλαρχηγός Ευκλείδης. Ο αδερφός του, Κώστας Κουρτίδης, θα γράψει στο ημερολόγιό του για την νύχτα της 10ης προς 11η Σεπτεμβρίου 1921: «... Πολλά παιδιά τότες, επειδή αι γυναίκες των δεν μπορούσαν να σταματήσουν τας φωνάς των παιδιών τους, και μη θέλοντας να χωρισθούν εξ ημών, τα σκότωσαν και τα άφησαν επί τόπου».

Η Σφαγή των παιδιών
Τα μεσάνυχτα σταμάτησε το πανδαιμόνιο των πυροβολισμών και οι αντάρτες και τα γυναικόπαιδα αποσύρθηκαν στη θέση Μερτζάν Λιθάρ.
Τα μεσάνυχτα σταμάτησε το πανδαιμόνιο των πυροβολισμών και οι αντάρτες και τα γυναικόπαιδα αποσύρθηκαν στη θέση Μερτζάν Λιθάρ.
 Η σφαγή των νηπίων αποτελεί μια από τις συγκλονιστικότερες στιγμές στο δράμα που έζησαν οι Έλληνες της Ανατολής, όταν μητέρες αναγκάστηκαν να θυσιάσουν ότι πολυτιμότερο είχαν στη ζωή τους, τα ίδια τα μικρά τους, για να σωθούν τα μεγαλύτερα παιδιά και οι οικογένειες τους. Ανάλογες μαρτυρίες υπάρχουν κι από άλλες περιοχές και με μεγαλύτερα παιδιά όπου η επιλογή του θανάτου από το να πέσουν στα χέρια των Τούρκων-ειδικά τα μικρά κορίτσια όπου πολλαπλώς βιαζόταν πριν ξεψυχήσουν- γινόταν δύσβατος μονόδρομος που έπρεπε οι δόλιες οι μάνες να τον περάσουν ολομόναχες αλλά και να τον πληρώσουν με αβάσταχτο πένθος για την υπόλοιπη ζωή τους.
Στο ημερολόγιο του ο Κώστας Κουρτίδης γράφει για το σχετικό περιστατικό:

 «Η νύχτα αυτή ήταν η πιο τρομακτική νύχτα που έζησα στη ζωή μου. Κάνοντας πρόχειρα προχώματα παραταχτήκαμε για μάχη. Γυναίκες και παιδιά (τριακόσιοι περίπου) μαζεύτηκαν λίγο πιο πάνω μέσα σε μια σπηλιά, τους οποίους φυλούσαν περίπου εκατόν είκοσι νέοι άοπλοι.

Επί εννιά ώρες αγωνιζόμασταν ενάντια στον τουρκικό στρατό, που μας περικύκλωσε από παντού, εκτός από μια δίοδο προς το δάσος Βαϊβάτερε, για να έχουμε διέξοδο την τελευταία στιγμή».
«άνθρωποι που σκότωσαν τα παιδιά τους είναι αδύνατον να πιαστούν και άρα είναι περιττό να μείνουμε άλλο εδώ»
«άνθρωποι που σκότωσαν τα παιδιά τους είναι αδύνατον να πιαστούν και άρα είναι περιττό να μείνουμε άλλο εδώ»
Τα μεσάνυχτα σταμάτησε το πανδαιμόνιο των πυροβολισμών και οι αντάρτες και τα γυναικόπαιδα αποσύρθηκαν στη θέση Μερτζάν Λιθάρ. Τότε έπρεπε, πριν ξημερώσει, να βρεθεί μια λύση: ν’ απομακρύνονταν εντελώς αθόρυβα από εκείνη τη θέση, γιατί αλλιώς θα γινόταν ο τάφος μικρών και μεγάλων, ενόπλων και αμάχων. Εκείνες τις τραγικές ώρες, μοιραίες, απελπισμένες μάνες αναγκάστηκαν να θανατώσουν βρέφη και μικρά παιδιά που έκλαιγαν, για να μην προδώσουν τις θέσεις τους.

Όταν ξημέρωσε και οι Τούρκοι ξεκίνησαν την επιχείρηση εναντίον των ανταρτών, αντίκρισαν επτά βρέφη σφαγμένα! Τότε ο ίδιος ο μέραρχος επικεφαλής έδωσε διαταγή στον τουρκικό στρατό να γυρίσει πίσω στη Σάντα λέγοντας: άνθρωποι που σκότωσαν τα παιδιά τους είναι αδύνατον να πιαστούν και άρα είναι περιττό να μείνουμε άλλο εδώ»

  Η σφαγή των νηπίων της Σάντας


ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ


Η γενοκτονία ως όρος καθιερώθηκε στη δίκη της Νυρεμβέργης, όταν καταδικάστηκε η ναζιστική ηγεσία για τα εγκλήματα πολέμου κατά των Εβραίων.Ως νομική έννοια διατυπώθηκε στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών και καθιερώθηκε στις 9/12/1948, με τη σύμβαση της Ρώμης για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Τρεις γενοκτονίες συντελέστηκαν τον 20ο αιώνα, των Αρμενίων, των Ελλήνων του Πόντου και των Εβραίων. Εξ’ αυτών οι δύο αναγνωρίστηκαν παγκοσμίως, άμεσα των Εβραίων και έμμεσα των Αρμενίων.

Με το τρίπτυχο «ένα κράτος, μια θρησκεία, ένας λαός», και έχοντας ως συμβουλάτορες Γερμανούς αξιωματικούς, οι Νεότουρκοι αρχικά και στη συνέχεια ο Μουσταφά Κεμάλ, σχεδίασαν και εκτέλεσαν τις δύο πρώτες γενοκτονίες. Το 1915 την γενοκτονία των Αρμενίων και από το 1916 έως το 1923 τη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Με το πρόσχημα να μην ενωθούν οι Έλληνες του Πόντου με τις Ρωσικές δυνάμεις, που πολιορκούσαν τον Πόντο, εκτόπισαν τον πληθυσμό από τις παραλιακές περιοχές, στα μεσόγεια της χώρας. Μέσα στο καταχείμωνο, σε εξοντωτικές και χωρίς στοιχειώδη σίτιση και ανάπαυση πορείες, έχασαν τη ζωή τους πολλοί Έλληνες. Εκτός από τους θανάτους που προέκυψαν από τις ταλαιπωρίες υπήρξαν και πολλές περιπτώσεις φρικιαστικών θανάτων από άτακτους τσέτες υπό τα αδιάφορα βλέμματα των συνοδών χωροφυλάκων. Σε πολλές δε περιπτώσεις και με την βοήθεια τους. Και βέβαια δεν εξέλειπαν οι βιασμοί γυναικών, ακόμη και εγκύων, ανήλικων κοριτσιών αλλά ακόμη και ανήλικων αγοριών. Επίσης πολλοί Έλληνες πέθαναν στα τάγματα εργασίας καταπονημένοι από τις εξαντλητικές εργασίες. Έτσι με την εξόντωση του μισού πληθυσμού (353.000) και τον εκτοπισμό-ξεριζωμό του άλλου μισού, τον Αύγουστο του 1923 ο Μουσταφά Κεμάλ αναφώνησε θριαμβευτικά: «Επί τέλους τους ξεριζώσαμε». 

Για πάνω από 70 χρόνια, η λέξη γενοκτονία ήταν σχεδόν απαγορευμένη προς χάριν της Ελληνοτουρκικής φιλίας. Οι Πόντιοι όμως δεν ξέχασαν ποτέ το δράμα των προγόνων τους. Πάντα ερχόταν στο νου τους η εικόνα των γονιών και των παππούδων, που όταν ανέφεραν τη λέξη «πατρίδα», γέμιζαν τα μάτια τους δάκρυα. Οργανώθηκαν και αντρώθηκαν κύρια μετά το 1980, και αποφάσισαν να κάνουν το χρέος τους. Έτσι φτάσαμε στην καθιέρωση ημέρας μνήμης για τα θύματα της τουρκικής θηριωδίας. Η ιδέα και οι πρωτοβουλίες για την ψήφιση του σχετικού νόμου ανήκουν στον κοινωνιολόγο Μιχάλη Χαραλαμπίδη.

Με τον νόμο 2193 της 8/11/3/94, η 19η Μαΐου, καθιερώνεται ως ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Η ημερομηνία αυτή επιλέχτηκε επειδή ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στις 19 Μαΐου του 1919 στην Σαμψούντα και τότε ξεκίνησε η δεύτερη και πιο βίαιη φάση του σχεδίου αφανισμού των Ελλήνων.

ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΟΣ ΠΑΤΡΙΟΣ ΠΟΝΤΙΑ ΓΗ