Σελίδες

Η διήγηση του Κ. Σκενδέρη για ένα γεγονός στο Βούνο της Χιμάρας

Τέτοιες μέρες του 1914 συνεχίζονταν οι μάχες των Ηπειρωτών Χριστιανών στα μέρη τούτα και στα πλαίσια της Αυτονόμου Κυβερνήσεως του Ζωγράφου με στόχο τη διασφάλιση πλαισίου δικαιωμάτων και εγγυήσεων κατόπιν της ίδρυσης του αλβανικού κράτους. Επειδή ακόμη πολλοί μην γνωρίζοντας τις λεπτομέρειες της ιστορίας και υπό την πίεση της παραχάραξης της ιστορίας και της προπαγάνδας πιστεύουν ότι άλλα μεν χωριά της Χιμάρας έχουν ελληνικούς πληθυσμούς και άλλα όχι, επιλέξαμε απ’ το βιβλίο του Κωνσταντίνου Σκενδέρη, εκ Κορυτσάς, πρωταγωνιστής των ηρωικών εκείνων ημερών, «Ο Βορειοηπειρωτικός Αγών (1914)» να αναφερθούμε σε δύο σημειώσεις στις σελίδες 106-109, με αναφορά στο Πύλιουρι και το Βούνο.
«… Την δε μάχην της Πύλιουρης (Χειμάρρας) ως εξής περιγράφει αυτόπτης μάρτυρας:
Θεωρώ τον εαυτό μου περήφανο διότι έλαβα μέρος εις την πρώτη μάχη των μερών τούτων όπου τα όπλα μας ήραν νίκη αφάνταστη εδώ επάνω εις απότομα Ακροκεραύνια και ειδικά εις το σκαρφαλωμένο στους βράχους, Πύλιουρι, κατά των Τουρκαλβανών, με τους οποίους πρόκειται να εκστρατεύσει ο Βηδ δια να καθυποτάξει την Β. Ήπειρο.
Την Τρίτη της Διακαινησίμου οι γείτονες Κουτσιώται, Καλλαριατιανοί και Μπολανάται μετά ιλίγων χωροφυλάκων, νομίζοντας ότι λόγω των ημερών του Πάσχα είμαστε απασχολημένοι με γλέντια, εξέδραμαν μέχρι της υπεράνω  της Πύλιουρι οροσειράς Τσίπθι το οποίο κατείχαν υπό μικρής ομάδας Πυλιουριωτών. Το θάρρος μετά του οποίου επεξηδύθημεν εις τον κοινό ιερό αγώνα και το μίσος κατά των άξεστων αυτών, εις τους οποίους θέλουν να μας υποδουλώσουν οι ισχυροί της γης, τόσον πολύ έχει φανατίσει τα εδώ παλικάρια ώστε οι λίγοι εκείνοι φρουροί του Πύλιουρι, μόνο 30 στον αριθμό, άφησαν τους 300 αρβανίτες να πλησιάσουν εις απόσταση των 100 μέτρων και τότε τους χαιρέτησαν με ομοβροντία εύστοχων πυρών. Εις τους πρώτους πυροβολισμύς, σαν ξεφτέρια επέταξαν στο βουνό τα Πυλιουριωτόπουλα, που νομίζεις πως γεννήθηκαν μονάχα δια να πετούν και ανεβάσαμε πολυβόλο προς ενίσχυση τους. Η μικρή κατ αρχάς συμπλοκή έλαβε προϊούσης της ημέρας ζωηρή φάση, διότι και οι εχθροί ενισχύθηκαν και είναι πείσμονες εις την επίθεση τους…»
Και στη συνέχεια ακόμη ένα συνταρακτικό γεγονός όπως του το περιγράφει σε επιστολή αξιωματικός:
«Αγαπητέ φίλε κ. Σκενδέρη,
… Μια εποχή του αγώνος στάλθηκα εις την περιοχή της Χιμάρας δια τον καταρτισμό στρατολογικών πινάκων, προκειμένου να στρατολογηθούν κανονικών και άλλες ηλικίες, εκτός των προσελθόντων εθελοντών. Έφθασα εις το χωρίο Βούνο και συνεκάλεσα του κατοίκους, οι οποίοι έσπευσαν  να με υποδεχτούν και τους ανακοίνωσα το σκοπό μου.
Ο σεβάσμιος πρόεδρος μου παρουσίασε τους κατάλογους, αλλά βλέπω με έκπληξη μου όλους του νέους – πρωτοστατούντος ενός Σπύρου στο επώνυμο – να πάρουν τα χαρτιά από την τράπεζα του γέροντος προέδρου και να φωνάζουν:
–          Σκίσ’  τα αυτά τα χαρτιά. Αυτά τα είχες για τους Τούρκους. Δεν υπάρχουν κατάλογοι για την ελληνική ιδέα, αλλά υπάρχουν άνδρες ασχέτως ηλικίας. Είμαστε όλοι στρατεύσιμοι και από σήμερα είμαστε 23-ετείς όλοι, έτοιμοι να υπερασπιστούμε την πατρίδα μας!». Και απευθυνόμενοι σε μένα που ήμουν έκπληκτος και μου λέγουν: « Κύριες λοχαγέ, γράψε μας όλους ως ανήκοντας εις τον στρατό και γράψε και τ’ αδέρφια μου που είναι ξενιτεμένα και έρχονται!». Τότε ο πρεσβύτης πρόεδρος εν ενθουσιασμό λέγει: «Γράψετε  και μένα, που θα θεωρήσω τιμή μου να πεθάνω από βόλι».
–          Όταν συνήλθα, εννόησα γιατί αυτή η ελληνική φυλή η κατοικούσα όλη της ζώνη της Β. Ηπείρου, διατήρησε όλη τη φλόγα της απελευθέρωσης και τον ανδρισμό στη ζωτικότητα, που μόνο εις επικούς χρόνους ανεύρισκε κανείς…».
πηγή 

Ε.Ο.Κ.Α. 1955-1959: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ;


Ε.Ο.Κ.Α. 1955-1959:
Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ;
Δρ. Χρήστος Μητσάκης

   Αν για κάτι πραγματικά σπουδαίο και μεγάλο μπορούμε όλοι εμείς οι όπου γης Έλληνες να καυχώμαστε, από τα όσα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο πράξαμε ως έθνος, αυτό δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά ο ηρωικός και ένδοξος, αλλά και προδωμένος και σκοπίμως παραγνωρισμένος και υποτιμημένος αγώνας της Ε.Ο.Κ.Α. Ο αγώνας της Εθνικής Οργανώσεως Κυπρίων Αγωνιστών. Το τελευταίο – ας ελπίσουμε όχι ιστορικά τελευταίο, αλλά μόνον μέχρι τώρα – απελευθερωτικό επαναστατικό κίνημα του Ελληνισμού.

Η Ε.Ο.Κ.Α. στα τέσσερα σχεδόν χρόνια που έδρασε (1η Απριλίου 1956 – Δεκέμβριος 1959), όχι μόνον αγωνίστηκε με επιτυχία κατά ενός πολύ ισχυρότερου αντιπάλου, της Βρετανικής αποικιοκρατίας συγκεκριμένα, επιφέροντάς του καίρια πλήγματα, αλλά και εμπλούτισε την Ελληνική ιστορία με νέες σελίδες δόξας και ηρωισμού, δωρίζοντας στο έθνος μιαν ακόμη γενιά ηρώων και εθνομαρτύρων.

Ο αγώνας της Ε.Ο.Κ.Α. πρέπει να λογίζεται φυσική και αντάξια συνέχεια και τελευταία πράξη της επαναστάσεως της 25ης Μαρτίου του 1821, αφού τα ίδια ιδανικά και οράματα τον γαλούχησαν και τον εξέθρεψαν, και αφού τους ίδιους με αυτήν στόχους υπηρέτησε με πίστη, αφοσίωση και αυταπάρνηση. Ο αρχηγός της Ε.Ο.Κ.Α. Γεώργιος Γρίβας (κωδικό όνομα: Διγενής) στην προκήρυξή του της 1ης Απριλίου 1956, με την οποία και κηρύσσει την έναρξη του αγώνα, κάνει σαφή αναφορά στο 1821 και στο παράδειγμά του, ο δε όρκος των αγωνιστών της Ε.Ο.Κ.Α. φαίνεται να είναι εμπνευσμένος από τον όρκο της Φιλικής Εταιρείας.

Άλλωστε, το 1821 ο υπόδουλος Κυπριακός Ελληνισμός, που είχε επαναστατήσει και μόνος του το 1804, συμπαρατάχθηκε με το υπόλοιπο Γένος. Και πλήρωσε πολύ ακριβά την συμπαράταξή του αυτή και την υλική βοήθεια σε χρήμα και εφόδια, την οποία συνεισέφερε, καθώς σε αντίποινα οι Τούρκοι δυνάστες εκτέλεσαν δια απαγχονισμού τον Ιούλιο του 1821 περί τους 500 αρχιερείς και προκρίτους της Κύπρου, μεταξύ των οποίων και τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου και στέλεχος της Φιλικής Εταιρείας Κυπριανό.

Γιατί όμως οφείλεται και πρέπει αναγνώριση, τιμή, δόξα και ευγνωμοσύνη στους αγωνιστές της Ε.Ο.Κ.Α., έστω και αν ο στόχος τους, η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, δεν επιτεύχθηκε;

Γιατί το ένοπλο βάρος του αγώνα το σήκωσαν λίγες εκατοντάδες μαχητών μόνον, οι οποίοι διέθεταν περιορισμένους πόρους και ελάχιστα μέσα, ενώ οι αποικιοκρατικές κατοχικές δυνάμεις ήταν υπερπολλαπλάσιες, εμπειροπόλεμες και είχαν στην διάθεσή τους απεριόριστους πόρους και πλήθος μέσων.

Γιατί ο αγώνας της Ε.Ο.Κ.Α. ήταν αγώνας τριμέτωπος. Εναντίον των Βρετανών αποικιοκρατών κατακτητών. Εναντίον των Τούρκων επηλύδων κατοίκων της Κύπρου, οι οποίοι συμπαρατάχθηκαν και συνεργάστηκαν με τους Βρετανούς. Και εναντίον των Ελλήνων δοσιλόγων και συνεργατών των Βρετανών.

Γιατί ο αγώνας της Ε.Ο.Κ.Α. διεξήχθη στα στενά γεωγραφικά όρια μιάς νήσου μέσου μεγέθους και ομαλού γενικώς εδάφους, παράγοντες οι οποίοι και δεν ευνοούν την δράση ένοπλου αγώνα και ανταρτικών κινημάτων.

Γιατί η Αθήνα, το θεωρούμενο και υποτιθέμενο εθνικό κέντρο, δεν μπορούσε λόγω αδυναμίας, αβουλίας ή και απροθυμίας, να παράσχει την αναγκαία άμεση, πλήρη και ισχυρή υλική, ηθική και διπλωματική υποστήριξη και να προωθήσει το βασικό αίτημα της Ε.Ο.Κ.Α., το οποίο δεν ήταν άλλο από την ένωση της Κύπρου με τον εθνικό κορμό.

Γιατί το κύριο βάρος του αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. τό σήκωσε η χριστιανική Κυπριακή νεολαία. Αγόρια και κορίτσια γυμνασιακής ηλικίας τα περισσότερα, που παρ’ όλες τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες ούτε πτοήθηκαν, ούτε δείλιασαν, ούτε βρήκαν ως δικαιολογία το νεαρό της ηλικίας τους, αλλά με γενναιότητα και φρόνημα υψηλό όρθωσαν το ανάστημά τους, γενόμενα επαξίως ισότιμα με τις προγενέστερες γενιές αγωνιστών του Ελληνισμού.

Γιατί, τέλος, οι αγωνιστές της Ε.Ο.Κ.Α. δεν ήταν απλώς ένοπλοι ή έστω ικανοί μαχητές, αλλά όπως απέδειξαν στο πεδίο της μάχης, την ώρα των βασανιστηρίων τους ή την ώρα της εκτέλεσής τους, διέθεταν ακλόνητο φρόνημα και υψηλό ηθικό ανάστημα. Ο ηρωικός θάνατος του Γρηγόρη Αυξεντίου και του Μάρκου Δράκου στο πεδίο της μάχης και η περήφανη και λεβέντικη στάση των Ευαγόρα Παλληκαρίδη, Μιχάλη Καραολή και Ανδρέα Δημητρίου μπροστά στην αγχόνη, είναι ένα μικρό δείγμα μόνον του πλήθους των εξαιρέτων και αξιομνημόνευτων πράξεων των αγωνιστών της Ε.Ο.Κ.Α. Δικαιούνται, λοιπόν, να τούς αναγνωρίσουμε ως αντάξιους και ισότιμους συνεχιστές της χορείας των μεγάλων ηρώων και εθνομαρτύρων του Ελληνισμού, οι οποίοι στην ανά τους αιώνες πορεία του υπερασπίστηκαν τις πνευματικές, πολιτιστικές και γεωγραφικές Θερμοπύλες του έθνους.

Βλέποντας, όμως, τον Ελληνισμό να υποχωρεί συνεχώς τις τελευταίες δεκαετίες, χωρίς όχι μόνον να αγωνίζεται για να αποκτήσει αυτά που δικαίως θα έπρεπε να κατέχει, αλλά ούτε και να αμύνεται για να προστατεύσει και να διατηρήσει αυτά που με τόσο αίμα και τόσες θυσίες έχει αποκτήσει, αναρωτιέται κανείς δικαιολογημένα, μήπως ο αγώνας της Ε.Ο.Κ.Α. είναι η τελευταία αγωνιστική και ηρωική αναλαμπή του έθνους μας, το τελευταίο μας καύχημα και καμάρι.

Αναρωτιέται κανείς, μήπως οι αγωνιστές της Ε.Ο.Κ.Α. είναι οι τελευταίοι Έλληνες ήρωες και πως δεν θα υπάρξουν άλλοι σαν και αυτούς ή τους κλέφτες του 1821 ή τους Βυζαντινούς Ακρίτες.

Αναρωτιέται κανείς, μήπως οι μαχητές της Ε.Ο.Κ.Α. είναι οι τελευταίοι στην μακραίωνη χορεία όλων εκείνων που αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν για την ελευθερία, την τιμή και την ανεξαρτησία του Ελληνισμού.

Αναρωτιέται κανείς, μήπως με την Ε.Ο.Κ.Α. τελειώνει η παράδοση των ηρωικών αγώνων των Ελλήνων, μία παράδοση η απαρχή της οποίας ανάγεται στην εποχή του Ομήρου, οπότε και διαμορφώνεται το ηρωικό ιδεώδες, ένα ιδεώδες καθαρά ελληνικό.

Υπάρχουν άραγε σήμερα χέρια στιβαρά, που θα ανεμίσουνε ψηλά τις παρατημένες στο χώμα σημαίες των εθνικών μας οραμάτων;

Υπάρχουν άραγε σήμερα ώμοι δυνατοί, που θα μπορέσουν να σηκώσουν το βάρος μιάς Ελλάδας γονατισμένης και ενός έθνους ταπεινωμένου;

Υπάρχουν άραγε σήμερα καρδιές, οι οποίες παλλόμενες από φιλοπατρία και αίσθημα καθήκοντος, θα τεθούν στην υπηρεσία των εθνικών μας στόχων και δικαίων;

Υπάρχουν άραγε σήμερα Ελληνίδες και Έλληνες, που προτάσσοντας το εθνικό ΕΜΕΙΣ, θα θυσιάσουν το ατομικό ΕΓΩ και θα αγωνιστούν για την πραγματική ανεξαρτησία της θεωρητικά ελεύθερης Ελλάδας και για την απελευθέρωση των σκλαβωμένων και αλύτρωτων πατρίδων της Βορείου Ηπείρου, της Βορείου Μακεδονίας, της Ανατολικής Θράκης, της Κύπρου, της Ιωνίας, της Καππαδοκίας και του Πόντου;

Ναι! Υπάρχουν! Όπως έχουν υπάρξει πάντα, ακόμη και στις πιο δύσκολες και στις πιο σκοτεινές για το έθνος και τον Ελληνισμό ιστορικές περιόδους.

Ναι! Υπάρχουν! Υπάρχουν και σήμερα Ελληνίδες και Έλληνες, που έχουν την διάθεση να αγωνιστούν με ανιδιοτέλεια για τα εθνικά μας δίκαια, για την ανεξαρτησία της πατρίδας μας και την λαϊκή κυριαρχία. Άλλωστε, η αγάπη για την πατρίδα και ο πόθος για την ελευθερία αποτελούν διαχρονικώς, μαζί με την πίστη στον Θεό και την αγάπη για την οικογένεια, τα κύρια συστατικά στοιχεία της Ελληνικής ταυτότητας, τα οποία και δεν απωλέσαμε ποτέ στην διάρκεια του εθνικού μας βίου.

Ναι! Υπάρχουν! Αλλά δεν αρκεί η ατομική διάθεση του καθενός ξεχωριστά για να αγωνιστεί για την πατρίδα, την ελευθερία της και την προκοπή της. Γιατί οι αγώνες για την εθνική ανεξαρτησία και την ελευθερία είναι αγώνες που απαιτούν συλλογική και συντονισμένη δράση, η οποία με την σειρά της προϋποθέτει οργάνωση, πνευματική καθοδήγηση, και ηθική και υλική υποστήριξη. Προϋποθέτει, δηλαδή, στιβαρή και εμπνευσμένη ηγεσία, η οποία θα είναι και αυτή απολύτως προσηλωμένη και ταγμένη στην υπηρεσία της πατρίδας και του έθνους. Ρόλο που είχε αναλάβει, άλλοτε σε μικρότερο και άλλοτε σε μεγαλύτερο βαθμό η Ορθόδοξη Εκκλησία στην περίπτωση της Ε.Ο.Κ.Α., του Μακεδονικού Αγώνα και της Επανάστασης του 1821.

Ναι! Υπάρχουν, αλλά είναι στο περιθώριο, γιατί οι πολιτικοί ηγέτες, η άρχουσα τάξη και οι επίσημες κρατικές δομές έχουν σε προτεραιότητα την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των παγκόσμιων πολιτικο-οικονομικών ιερατείων και όχι αυτών της πατρίδας και του έθνους, και καταπνίγουν ή εκφυλίζουν την αγωνιστική διάθεση του λαού, όπως για παράδειγμα συνέβη, όταν αυτός κινητοποιήθηκε για να αποτρέψει την εκχώρηση του ονόματος της Μακεδονίας σε έναν πληθυσμό προϊόν επιμειξίας Σλάβων, Αθιγγάνων και Αλβανών.

Ναι! Υπάρχουν, αλλά είναι αδρανείς, γιατί ο λαός στερείται όχι μόνον άξιων και ικανών πολιτικών ηγετών που θα τον κυβερνήσουν με κριτήριο τα συμφέροντα της Ελλάδας και του Ελληνισμού, αλλά και πνευματικών ανθρώπων που θα τον ενώσουν, θα τον εμπνεύσουν, θα γιγαντώσουν το φρόνημά του, θα σφυρηλατήσουν την εθνική ομοψυχία, και θα τον καθοδηγήσουν.

Αναπαυμένοι στα «Φυλακισμένα Μνήματα» οι εκτελεσθέντες από τους Βρετανούς αποικιοκράτες και οι πεσόντες στο πεδίο της μάχης αγωνιστές της Ε.Ο.Κ.Α., έχοντας πράξει αυτοί και οι επιζήσαντες σύντροφοί τους ακέραιο το καθήκον τους τόσο απέναντι στην ιδιαίτερή τους πατρίδα όσο και στον Ελληνισμό ολόκληρο, προσμένουν τους συνεχιστές της μακραίωνης αγωνιστικής και ηρωικής παράδοσης του έθνους μας.

Προσμένουν εκείνους που θα συνεχίσουν στον δρόμο τους και θα ορθώσουν με θάρρος και αυταπάρνηση το ανάστημά τους απέναντι στους κάθε είδους και λογής εχθρούς, κατακτητές και δυνάστες, αλλά και προδότες του Ελληνισμού.

Προσμένουν εκείνους που θα αγωνιστούν όχι μόνον για την ελευθερία και την ανεξαρτησία του Κυπριακού Ελληνισμού, αλλά και για την ελευθερία και την ανεξαρτησία όλων των σκλαβωμένων και κατεχομένων Ελληνικών Πατρίδων. Και αυτών ακόμη των υποτιθέμενων ελευθέρων περιοχών του Ελλαδικού και Κυπριακού κράτους.

Προσμένουν την επόμενη γενιά Ελλήνων, η οποία με αρετή και τόλμη θα αγωνιστεί, υπερασπιζόμενη όχι μόνον τα γεωγραφικά όρια του ελεύθερου και του σκλαβωμένου Ελληνισμού, αλλά και αυτήν ακόμη την πνευματική και πολιτιστική του ταυτότητα και ιδιοπροσωπία.

Ας ελπίσουμε και ας ευχηθούμε αυτή η επόμενη γενιά των αγωνιζόμενων Ελλήνων να μην αργήσει. Αλλά ας μην μείνουμε μοναχά σε ευχολόγια και ελπίδες, χωρίς να συμβάλλουμε και εμείς στον ερχομό της.

Ας επιλέγουμε με αίσθημα ευθύνης τους αιρετούς αξιωματούχους οποιασδήποτε βαθμίδας του κράτους, χρησιμοποιώντας ως κριτήρια την φιλοπατρία και την ορθόδοξή τους πίστη, το ήθος και την εντιμότητά τους, τις γνώσεις και την κατάρτισή τους, την ικανότητα και την εργατικότητά τους.

Ας αναδεικνύουμε, στηρίζουμε και ενισχύουμε εκείνους τους εκκλησιαστικούς ηγέτες, πνευματικούς ανθρώπους και καλλιτέχνες, οι οποίοι συνεχίζουν να διατηρούν ανόθευτη την Ελληνοχριστιανική μας παράδοση, διαθέτοντας την ικανότητα να την εμπλουτίζουν και να την επικαιροποιούν, και παραμένουν πιστοί στα ιδανικά και στα οράματα του έθνους μας, έχοντας το θάρρος να τα υπηρετήσουν και να τα υπερασπιστούν πρώτοι αυτοί, όποτε το επιβάλλει η ιστορική ανάγκη.

Ας συνεχίσουμε να διατηρούμε και να θεριεύουμε στην συλλογική μας μνήμη και στην ψυχή του έθνους μας τα οράματα, τα ιδανικά, τους πόθους και τους καημούς του Ελληνισμού και της Ρωμιοσύνης, προετοιμάζοντας ιδεολογικά τον ερχομό της γενιάς εκείνης, η οποία και θα αξιωθεί να ολοκληρώσει και να δικαιώσει και τον αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. και την πνευματική της μητέρα και τροφό, την Επανάσταση της 25ης Μαρτίου του 1821.

Χρήστος Μητσάκης Δρ. Ψυχολογίας


ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΗ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ ΜΕ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΑ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ


ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΗ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ
ΜΕ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΑ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ

   Στις 15 Ιανουαρίου 1950 στην Κύπρο συνέβαινε ένα γεγονός μεγάλης ιστορικής σημασίας. Ύστερα από πολλές και μάταιες προσπάθειες των Κυπρίων να πετύχουν την απόδοση του νησιού τους στην Ελλάδα, η Εθναρχούσα Εκκλησία αποφάσισε να κάμει το Ενωτικό Δημοψήφισμα. Τη μέρα αυτή οι Κύπριοι πήγαν, μέσα σε θύελλα εθνικού ενθουσιασμού, στις εκκλησιές και έβαλαν την υπογραφή τους κάτω από το Αξιούμεν Ένωσιν της Κύπρου με την Ελλάδα. Συνολικά 95,7% ψήφισαν για την Ένωση, παρά τα αυστηρά και εκβιαστικά μέτρα που είχαν πάρει οι Άγγλοι και παρά το ότι πολλοί παρεμποδίστηκαν να ψηφίσουν. Ακόμα και Τουρκοκύπριοι πήγαν κι αυτοί κι υπόγραψαν τον κοινό πόθο!
 Ένα ηφαίστειο πατριωτικού αναβρασμού είναι ολόκληρη η Κύπρος. Ένας φίλος του Γρηγόρη του γράφει τα νέα και του περιγράφει με τα πιο ζωηρά χρώματα όσα διαδραματίστηκαν στο Δημοψήφισμα. Εκείνος διαβάζει και ξαναδιαβάζει το γράμμα και τα μάτια του γεμίζουν δάκρυα από συγκίνηση. Μέσα του κάτι του λέει μυστικά, ότι αυτό το ηφαίστειο δεν πρόκειται να κοιμάται για πολύ, αλλά θα ξεσπάσει κάποτε και θα συντρίψει τα σίδερα της σκλαβιάς. Στους νεαρούς συναδέλφους του, δόκιμους αξιωματικούς, διαβάζει το γράμμα και ύστερα σε μια κατάσταση εθνικής έξαρσης τους μιλά για τη μακρυνή μικρή του πατρίδα και, θαυμαστής καθώς ήταν του Παλαμά, τους λέει ότι η Κύπρος του δεν χάνεται στα τάρταρα, μονάχα ξαποσταίνει!!
 Ύστερα κάθεται και γράφει μια απαντητική επιστολή στο φίλο του. Είναι ένα κείμενο υψηλής, πράγματι έμπνευσης, γραμμένο στις 19 Φεβρουαρίου 1950. Να τι γράφει ο Αυξεντίου στον Σωτήρη Έλληνα.
Αγαπητέ μου φίλε,
Πήρα το γράμμα σου το γραμμένο με την θέρμη της καρδιάς σου σε στιγμές έξαλλου ενθουσιασμού, στιγμές ή καλύτερα μέρες που τις έζησα κι εγώ με την ίδια θέρμη, με το ίδιο πύρωμα της καρδιάς. Την Λευτεριά μας, το ιδανικό των ιδανικών μας, την υπόγραψα κι εγώ, όχι μόνο σε χαρτί, μα φορώντας τη τιμημένη στολή του Έλληνα φαντάρου και θα την υπογράψω οποιαδήποτε στιγμή το ζητήση η Κύπρος μας και με το αίμα μου, όπως και κάθε Κύπριος. 
Δεν είναι θαύμα η εξύψωσις των ταπεινών, των χωρίς ιδανικά ανθρώπων σε αγωνιστάς. Αυτός είναι ο Έλληνας.
Τη Λευτεριά την έχει μέσα του. Την έχει στο υποσυνείδητό του μπορεί να πη κανείς, μα σαν έλθη η κρίσιμη στιγμή, τότε ξεπετάγεται, την κάνει συνείδησή του και ζωή του, κι ο ταπεινός ο μικρόχαρος μεταβάλλεται σε μαχητή ακατάβλητο.
Ο νικημένος αυτός στον αγώνα της ζωής από το χρήμα και την ταπεινότητα, γίνεται στις στιγμές του εθνικού συναγερμού νικητής του θανάτου. Έτσι γίνηκαν όλα τα Ελληνικά θαύματα. Οι άλλοι, οι άνθρωποι με ιδανικά, αυτοί που προσπαθούσαν να δώσουν από πριν ένα νόημα στη ζωή τους, την ώρα τούτη τη μεγάλη γίνονται το προζύμι και γίνονται οι οδηγοί που κρατούν πάντα αναμμένη τη λαμπάδα των ιδανικών.
Θα 'θελα τις ώρες αυτές να τις ζούσαμε μαζί και πιασμένοι χέρι χέρι να προχωρούσαμε προς τις ψηλότερες κορφές των Κυπριακών βουνών για να το πούμε και ν' ακουσθή σ' όλο τον κόσμο, πως: Γεφύρωμα θα γίνουμε στο πέρασμα της Νίκης της Αφτέρουγης της Λευτεριάς της Λαμπροφόρας. Θα 'θελα να 'μουν κι εγώ εκεί κοντά σου για να χαρώ αυτό που χρόνια αγωνιζόμαστε και λαχταρούσαμε να δούμε.
Να χαρώ τη νεολαία να πιστεύη σ' ένα ιδανικό και ν' αγωνίζεται για το Μεγάλο, το Καλό και τ' Αληθινό. Τώρα που αυτό έγινε, πιστεύω πως τη Λευτεριά μας θα την κερδίσουμε.
Από το βιβλίο: «Ζήδρος» του Σπύρου Παπαγεωργίου-Εκδόσεις ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ.