Σελίδες

Φυγάδες στην Αλβανία του Χότζα

Η Αλβανία στην εποχή του Χότζα. Στη χώρα ζούσαν, εκτός από μέλη και συμπαθούντες του ΚΚΕ, 560 Ελληνες κτηνοτρόφοι (η πλειονότητά τους επαναπατρίστηκε με χιλιάδες ζώα), 116 αυτόμολοι του Ελληνικού Στρατού, ακόμα και απαχθέντες ή ποινικοί που είχαν φύγει από την Ελλάδα.


Στις αρχές Μαΐου του 1949 ένα πολωνικό πλοίο που μετέφερε εφόδια για τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας άραξε στο Δυρράχιο. Οι αλβανικές αρχές του καθεστώτος Ενβέρ Χότζα προσπάθησαν να οικειοποιηθούν για τις δικές τους ανάγκες μέρος της βοήθειας. Ο υπ’ αριθμ. 2 του ΚΚΕ, Β. Μπαρτζιώτας, «εκλιπαρούσε τον Μεχμέτ Σέχου, υπουργό Εσωτερικών και αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, αλλά η αλβανική πλευρά προέβαλε σειρά εμποδίων και κωλυμάτων, επικαλούμενη ως αιτία καθυστέρησης μηχανική βλάβη στο πλοίο».
Κάπως έτσι αρχίζει η μεταπολεμική σχέση Αλβανών και Ελλήνων κομμουνιστών που καθορίζει στη συνέχεια τη θέση των Ελλήνων προσφύγων στην Αλβανία του Ενβέρ Χότζα. Αυτή την αδύνατη συνύπαρξη σκιαγραφεί με πολλές αναφορές σε αδημοσίευτο υλικό ο ιστορικός Σταύρος Ντάγιος στο βιβλίο του «Ελληνες πρόσφυγες στην Αλβανία 1945-1990», καθιστώντας το βιβλίο μοναδικό ανάγνωσμα.
Ο συγγραφέας δεν καταγράφει μόνο τα διαφωνούντα κομματικά μέλη που δεν αναγνωρίζουν την αλβανική ορθοδοξία αλλά ακόμα και την κομματική καθοδήγηση σε μια χώρα που είναι σε ακήρυκτο πόλεμο με τη Σοβιετική Ενωση και θεωρεί εξ ορισμού ύποπτο το ΚΚΕ και την τοπική του οργάνωση. Τι και αν κάποια από τα μέλη του αναλαμβάνουν, σύμφωνα με τις ελληνικές υπηρεσίες ασφαλείας, να στήσουν ασυρμάτους και δίκτυα πληροφοριών στην Ελλάδα με αλβανική υποστήριξη, κυρίως στις αρχές της δεκαετίας του ’50; Μάλιστα, στη δίκη του Λευτέρη Βουτσά που δρούσε στην Αλβανία και απελάθηκε από εκεί, οι ελληνικές αρχές ενέπλεξαν και τον μετέπειτα διευθυντή της «Κ» Αντώνη Καρκαγιάννη ως ενεχόμενο σε αδικήματα που στρέφονται «κατά της ασφάλειας των ενόπλων δυνάμεων...».
Ενα ιδιαίτερο κεφάλαιο στο βιβλίο του Ντάγιου είναι η σχέση όσων ζούσαν στην Αλβανία με τις αρχές ασφαλείας. Στην Αλβανία υπήρχαν, εκτός από μέλη και συμπαθούντες του ΚΚΕ, 560 κτηνοτρόφοι (η πλειονότητά τους επαναπατρίστηκε με χιλιάδες ζώα), 116 αυτόμολοι του Ελληνικού Στρατού, ακόμα και απαχθέντες ή ποινικοί που είχαν φύγει από την Ελλάδα.
Οι αυτόμολοι κατά κανόνα κλείνονταν σε στρατόπεδα για «μοναρχοφασίστες» στα οποία, όμως, όπως αποκαλύπτει ο Ντάγιος, φιλοξενούνταν «για παραδειγματισμό», όπως επίσης και «δημοκράτες που είχαν υποπέσει σε πειθαρχικά παραπτώματα». Ο Ντάγιος γράφει ότι στους αρχικούς σχεδιασμούς των Αλβανών ήταν ο διαχωρισμός «δημοκρατών» και «μοναρχοφασιστών», αλλά σε μια φτωχή χώρα όπως η Αλβανία μία πενταετία μετά το τέλος του πολέμου αυτό αποδείχθηκε πρακτικά αδύνατο.
Σε μια αναφορά της κρατικής διεύθυνσης ασφαλείας ομολογείται ότι: «Οι Αρχές μας τους προσέβαλαν, τους βασάνιζαν για την παραμικρή διολίσθηση, ενώ αντιθέτως, παρείχαν διευκολύνσεις σε όσους εκδήλωναν καλή συμπεριφορά και σε όσους είχαν αναλάβει την εσωτερική οργάνωση των εγκλείστων, και αυτοί, με τη σειρά τους, τιμωρούσαν ανεξέλεγκτα τους ανυπάκουους με πλημμελείς τρόπους, περικόπτοντας τη σίτιση, βασανίζοντας ή διαπομπεύοντάς τους δημοσίως... Η αντιμετώπισή τους από υλικής και ηθικής πλευράς δεν ήταν καλή, αφού η σίτιση ήταν ελάχιστη και για τον λόγο αυτό αναγκάζονταν να καταφύγουν σε κατανάλωση χόρτων, χελωνών, βατράχων. Ολοι τους κοιμόντουσαν σε αχυροκαλύβες, οι οποίες έσταζαν νερό, δεν είχαν επαρκή ένδυση, δεν τους παρεχόταν ιατρική περίθαλψη, δεν είχαν συνθήκες υγιεινής... Ολοι ήταν φορτωμένοι ασθένειες...».
Απελπισία
Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και οι τρόποι αυτοκτονίας είχαν μια βαθιά απελπισία: «Ο στρατιώτης Πασσάς από τον Πειραιά έμπηξε δύο καρφιά στην καρδιά και αυτοκτόνησε…», ενώ «ο Χαράλαμπος Διανέλλης, μάγειρας, αυτοκτόνησε χτυπώντας το κεφάλι του με βαρίδια ζυγαριάς...».
Αυτές οι συνθήκες οδηγούσαν σε κοινές απόπειρες «δημοκρατών» και «μοναρχοφασιστών» να το σκάσουν από την τεράστια φυλακή που ήταν η Αλβανία με πολύ μικρή επιτυχία (μόνο δύο τα κατάφεραν). Μέσα στις φυλακές οι Αλβανοί στρατολόγησαν 61 πληροφοριοδότες απειλώντας τους –με τι άλλο;– με «εξαφάνιση». Πολλοί  ήταν αυτόμολοι που ενέδιδαν στον βωμό της ψυχικής και σωματικής επιβίωσης.

Ισως οι πιο ελεύθεροι από τις ομάδες των Ελλήνων στη χοτζική Αλβανία του Ντάγιου να ήταν οι κτηνοτρόφοι. Πήγαιναν όπου ήθελαν (σχεδόν) με τα ζώα τους, παραβίαζαν τους κανόνες, με αποτέλεσμα να τους κατηγορήσουν οι αλβανικές αρχές για «κατασκοπεία υπέρ της Ελλάδος», ενώ άλλοι πωλούσαν τα γαλακτοκομικά τους προϊόντα ζητώντας να πληρωθούν σε χρυσό. Αυτοί εξεγέρθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του ’50 και στην πλειοψηφία τους επαναπατρίστηκαν στην Ελλάδα.
​​Σταύρος Γ. Ντάγιος, Ελληνες πρόσφυγες στην Αλβανία 1945-1990, εκδ. Literatus, Θεσσαλονίκη 2017, σελ. 368.
http://www.kathimerini.gr/ 

Το άνοιγμα του πρώτου αλβανικού σχολείου στην Κρήτη



«Η γλώσσα μας, πόσο καλή! Πόσο γλυκιά και τόσο μεγάλη! Πόσο εύκολη  και λιτή! Πόσο όμορφη, που αξίζει τον κόπο!
»Το να αγαπάς τη γλώσσα σου δεν είναι μόνο μια προστασία του πολιτισμού και των αξιών του λαού σου, αλλά ένας σεβασμός στην ταυτότητα της καταγωγής σου από γενιά σε γενιά», γράφει το αλβανικό δημοσίευμα.



Πήγε πολύς καιρός που η αλβανική διασπορά έδωσε μάχη της καθημερινότητας με την ψυχή για να κρατήσει ζωντανές τις αξίες της πολιτιστικής κληρονομιάς των λαών τους, και αυτό έχει γίνει  στο ελληνικό κράτος και συνεχίζεται.


Χρειάσθηκε μια μικρή προσπάθεια ενός ατόμου να κάνει δεκάδες παιδιά Αλβανών, γεννημένα στο ελληνικό κράτος να αρχίσουν να μαθαίνουν ένα- ένα τα γράμματα της μητρικής γλώσσας.
Αυτό έγινε στην Παλαιοχώρα, μια μικρή πόλη στα Χανιά της Κρήτης, όπου η αγάπη ενός αλβανού πατριώτη έκανε σήμερα περισσότερα από είκοσι παιδιά να κάθονται στα θρανία για να μάθουν αλβανικά.


Σε κάθε δήμο της χώρας υπάρχει και το Συμβούλιο των Μεταναστών, οι  οποίοι συνήθως στέλνουν στις αρχές τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν στην καθημερινότητα οι μετανάστες στην κοινότητά  στην οποία ζουν και αναπτύσσονται.


Συγκεκριμένα το αλβανικό συμβούλιο υπέβαλε στο Δήμο το αίτημα  ως ανάγκη για ένα αλβανικό σχολείο στο οποίο τα παιδιά των Αλβανικών οικογενειών θα πήγαιναν να μάθουν τη μητρική τους γλώσσα.


Το «Σακάκ», το Δημοτικό Συμβούλιο Μετανάστευσης, αποφάσισε να δώσει ένα χώρο για να διδάσκεται η αλβανική γλώσσα από την αλβανική κοινότητα που ζει στην περιοχή.
Μετά από αυτό, το αλβανικό σχολείο πήρε ζωή, τώρα τα παιδιά κάθε Σάββατο πηγαίνουν και παρακολουθούν το επιθυμητό μάθημα.


Στην τελετή έναρξη του σχολείου που πραγματοποιήθηκε σήμερα, παρευρέθησαν ο αναπληρωτής Αλβανός πρέσβης και οι επικεφαλής του τοπικού συμβουλίου της περιοχής.


Ο αναπληρωτής Αλβανός Πρέσβης τόνισε ότι εκτιμα ιδιαίερα την καλή πρωτοβουλία των ελληνικών αρχών και είναι υπερήφανος για το γεγονός αυτό. Τόνισε ότι τώρα τους δίνεται η ευκαιρία να μάθουν σωστά τη μητρική τους γλώσσα.


Ο Σοκόλ Οζούνι, μέλος του αλβανικού  τοπικού συμβουλίου, είπε:

«Είναι υπέροχο. Είκοσι πέντε παιδιά έχουν εγγραφεί στο σχολείο και το μάθημα μόλις ξεκίνησε. Πιστεύω ότι το ποσοστό αυτό θα φθάσει στα 60 παιδιά».
 Κατόπιν αιτήματος του Δημοτικού Συμβουλίου ο Σοκόλ Οζούνι θα εργασθεί οικειοθελώς με τους γονείς της περιοχής προκειμένου να εγγραφούν όσο το δυνατόν περισσότερα παιδιά στο αλβανικό σχολείο.


(Στοιχεία από njekomb.com, tetovapress.com)


--
               


Kristofor Kisi

Φωτογραφία του χρήστη Albanian Orthodox- Shqiptar Ortodoks.


Kristofor Kisi vdiq në Tiranë në rrethana misterioze, njihet si një nga kryepeshkopët që i bëri rezistenc të vazhdueshme presionit nga autoritetet italiane që mbasi pushtuan Shqipërinë kërkonin të kontrollonin dhe kishën ortodokse shqiptare. Është për t'u habitur fakti se ky personazh kaq i rëndësishëm është harruar nga shteti dhe nga disa "shoqata patriotike" të cilat çuditërisht nuk harrojnë të kujtojnë disa priftërinj që nuk kishin asnjë influencë në shoqerinë shqiptare të asaj kohe. 

Kryehirësia e tij Imzot Kristofor Kissi, Kryepiskop i Kishës Orthodhokse Autoqefale të Shqipërisë, lindi në vitin 1890 në lagjen Kala të Beratit. I prirë për jetën shpirtërore, iu kushtua studimeve fetare. Ato i kurorëzoi me mbarimin e shkollës së lartë Theologjike të Halkit (Hejbeli) të Stambollit, më 1908.

Pas mbarimit të studimeve u emërua profesor në gjimnazin e Jovan Bangës, në qytetin e Korçës. Para Luftës Ballkanike, Kryepisko Kissi u kthye në Stamboll dhe në vitin 1916 u hirotonis episkop dhe u emërua në selinë episkopale të Makriqojt të Konstandinopojës, duke qëndruar aty deri në vitin 1923. Atë vit u dërgua në Stamboll një komision i posaçëm nga qeveria shqiptare, me autorizimin që të zhvillonte negociata me Patrikanën Ekumenike rreth Autoqefalisë, të cilat dështuan. Pas dështimit të qëllimeve të këtij komisioni, për t’i dhënë fuqi dialogut dhe mbështetje kanonike këtyre përpjekjeve ndërhyri Patrikana Ekumenike duke dërguar një episkop erudit dhe me autoritet, si Imzot Kristofor Kissi. Ai la Stambollin dhe erdhi në Shqipëri dhe po këtë vit (1923) u emërua Episkop i Beratit.

Së bashku me episkop Jerotheun, me origjinë nga Përmeti, i dërguar edhe ky më parë si Eksark nga Pa- trikana Ekumenike, më 21 nëntor 1923 hirotonisën në episkop atë Fan Nolin, në kishën e Shën Gjergjit në Korçë.

Në vitin 1929 tërhiqet në manastir, për të mos marrë pjesë në veprimet antikano-nike që po kryheshin. Pas dorëheqjes së Imzot Visarion Xhuvanit, më 29 maj 1936, Imzot Kristofori pranon të vihet në krye të atyre që donin që Autoqefalia e Kishës Orthodhokse të Shqipërisë të njihej kanonikisht.

Më 12 prill 1937, Sinodi i Shenjtë i Patrikanës dekretonte njohjen e Kishës Autoqefale dhe po atë ditë, Tomosi Patriarkal i dorëzohej Imzot Kristofor Kissit. (Më 16 prill edhe Imzot Visarion Xhuvani kërkoi dhe mori faljen e Patrikanës dhe u tërhoq në Manastirin e Shën Joan Vladimirit).

Për shumë vjet në krye të Kishës Orthodhokse Autoqefale të Shqipërisë, Imzot Kristofori dha një kontribut tepër të madh për ruajtjen dhe zhvillimin e Orthodhoksisë në vendin tonë. Kështu, në vitin 1942 Kryepiskop Kristofor Kisi u thirr në Luogotenencë nga mëkëmbësi i ish-mbretit Viktor Emanuel i III, Jakomoni. Ai i bëri presion që në vendet episkopale, deri atëherë vakante, të emëroheshin në krye të hierarkisë orthodhokse të Shqipërisë episkopë unitë nga Kalabria, të cilët vareshin nga Papa, në përpjekje për ta kthyer gjithë Kishën tonë në unite. Këtë propozim Kryepiskopi Kristofor Kissi nuk e pranoi dhe thirri menjëherë teologun Ilia Banushi, që kishte mbaruar studimet teologjike në Beograd, i cili pranoi të hirotoniset, duke marrë emrin Irine dhe titullin Episkop i Apollonisë. Hirotonisja e tij Episkop u bë në manastirin e Shën Naunit në rrethin e Pogradecit, i cili në atë kohë ishte nën administrimin e Kishës Orthodhokse Autoqefale të Shqipërisë.

Në hirotonisjen e tij morën pjesë Episkopi i Korçës Agathangjel dhe Mitrofor Atë Vasil Marku. Kështu shmangu një rrezik të madh për Kishën tonë, që donte t’ia impononte pushtuesi. Menjëherë pas çlirimit të vendit, regjimi komunist e mënjanoi Kryepiskop Kristofor Kissin nga Kryetar i Kishës Orthodhokse Autoqefale të Shqipërisë, sepse nuk mund ta toleronte autoritetin e tij në Komunitetin Orthodhoks dhe e izoloi në kishën e Shën Prokopit, ku qëndroi deri sa ndërroi jetë më, 17 qershor 1958, në rrethana të dyshimta