Σελίδες

Η ανάδυση του ιδεοληπτικού μίσους – Πρόσημο και στους νεκρούς!

 Î— ανάδυση του ιδεοληπτικού μίσους - Πρόσημο και στους νεκρούς!, Σταύρος Λυγερός
 Σταύρος Λυγερός
Οι θάνατοι του Ζακ Κωστόπουλου και του Κωνσταντίνου Κατσίφα -τόσο διαφορετικοί, αλλά και με κάποιους κοινούς παρονομαστές- επανέφεραν στην επιφάνεια ένα πρόβλημα, το οποίο συνεχώς οξύνεται. Πρόκειται για την ανάδυση ενός ιδεοληπτικού μίσους, το οποίο έχει φθάσει στο σημείο να βάζει ιδεολογικό πρόσημο και στους νεκρούς, ακυρώνοντας με ευκολία που τρομάζει αιώνιες ηθικές αξίες.
Δεν πρόκειται για ακραίες μειονότητες του περιθωρίου. Μια ματιά στα κοινωνικά δίκτυα δείχνει ότι το ιδεοληπτικό μίσος έχει προσλάβει διαστάσεις και αναβλύζει με μεγάλη ένταση. Προφανώς όσοι με τέτοιου είδους αναρτήσεις διεκδικούν μερίδιο στη δημοσιότητα δεν ταυτίζονται με την κοινωνία. Παραμένουν μία μειονότητα, αλλά μολύνουν τη δημόσια σφαίρα. Και γι’ αυτό έχουν ευθύνες οι θεσμικοί παίκτες.
Θέλω να υπενθυμίσω δύο περιστατικά που έλαβαν χώρα πριν επτά και πλέον χρόνια και τα οποία είχαν από τότε δείξει προς τα που διολισθαίνουμε. Στις 10 Μαΐου 2011, νωρίς το πρωί, κι ενώ πήγαινε να φέρει το αυτοκίνητό του για να μεταφέρει την ετοιμόγεννη σύζυγό του στο μαιευτήριο, ο Μανόλης Καντάρης σφαγιάσθηκε στο κέντρο της Αθήνας από δύο Αφγανούς και έναν Πακιστανό. Τον σκότωσαν για να του κλέψουν την κάμερα, με την οποία θα αποθανάτιζε το νεογέννητο. Το έγκλημα φορτίστηκε με τον βαθύ συμβολισμό που ανέμειξε τόσο δραματικά τον θάνατο με τη γέννηση.

Στη λάθος πλευρά

Το περιστατικό υπενθύμισε ότι η Αθήνα είναι μια “διχοτομημένη” πόλη και ότι όσοι ακόμα κατοικούν στη “λάθος” πλευρά (κυρίως λαϊκές τάξεις που δεν έχουν εναλλακτική λύση) εκθέτουν την προσωπική τους ασφάλεια σε καθημερινό κίνδυνο. Ο φόνος ενός τριαντάχρονου στην Πάτρα από Αφγανούς έναν χρόνο αργότερα έδειξε ότι το θλιβερό προνόμιο δεν το έχει μόνο η πρωτεύουσα. Επιβεβαίωσε, επίσης, ότι οι προβολείς της δημοσιότητας στρέφονται μόνο όταν έχουμε ακραία περιστατικά και όταν εξ αυτών προκαλούνται κοινωνικές αντιδράσεις.
Οι άρχουσες ελίτ είχαν γυρίσει την πλάτη στο πρόβλημα. Το ίδιο και τα ανώτερα αλλά και μεγάλο μέρος των μεσαίων στρωμάτων. Ο εφιάλτης των γκετοποιημένων συνοικιών, άλλωστε, δεν ήταν δικό τους πρόβλημα. Στον δικό τους χώρο, η παράνομη μετανάστευση εμφανιζόταν με τη μορφή της φθηνής υπηρέτριας και του φθηνού κηπουρού, όχι με τη μορφή της εγκληματικής συμμορίας. Άκρατα ιδιοτελείς και κοντόθωρες, οι άρχουσες ελίτ και τα προνομιούχα στρώματα δεν αντιλαμβάνονταν ότι η ανεξέλεγκτη μαζική παράνομη μετανάστευση λειτουργεί σαν καρκίνωμα που μεταλλάσσει τον κοινωνικό ιστό.
Το δεύτερο σοκ ήλθε το μεσημέρι της επόμενης ημέρας, όταν ο διαδηλωτής Ιωάννης Καυκάς δέχθηκε πλήγματα από άνδρες των ΜΑΤ, τα οποία τον έστειλαν στην γκρίζα ζώνη μεταξύ ζωής και θανάτου. Δύο δράματα σε δύο ημέρες. Η δόση ήταν πολύ μεγάλη. Ωστόσο, η σφαγή του 44 ετών Καντάρη από τρεις παράνομους μετανάστες και ο βαρύτατος τραυματισμός του 31 ετών Καυκά από τα ΜΑΤ μόνο τυχαία γεγονότα δεν ήταν. Τα κυοφόρησαν οι επικρατούσες συνθήκες, και με αυτή την έννοια ήταν ζήτημα χρόνου να συμβούν.
Οι καθημερινές κλοπές, ληστείες, τραυματισμοί και ενίοτε βιασμοί στο κέντρο της Αθήνας δύσκολα έβρισκαν χώρο στα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων. Ήταν, όμως, η αμείλικτη πραγματικότητα που προειδοποιούσε ηχηρά για το επερχόμενο φονικό. Εξίσου αναμενόμενο ήταν ότι η πρακτική αστυνομικών να χτυπούν λυσσασμένα με τα γκλομπ κεφάλια διαδηλωτών κάποτε θα επέφερε βαρύ τραυματισμό, ίσως και θάνατο. Το ότι ο Καυκάς τελικώς επέζησε ήταν ζήτημα τύχης.

Βιώθηκαν διαφορετικά

Το γεγονός ότι τα δύο δραματικά περιστατικά συνέβησαν με τόσο μικρή χρονική απόσταση ήταν μια σύμπτωση. Μια σύμπτωση, όμως, που συνδέει δύο όψεις βίας, οι οποίες απειλούν να τινάξουν στον αέρα ό,τι έχει απομείνει από την έννοια της ευνομούμενης Πολιτείας. Ήταν διπλή ακύρωση το γεγονός ότι, την ίδια στιγμή που το κράτος δεν εγγυάται την ασφάλεια των πολιτών στην καρδιά της πρωτεύουσας, χρησιμοποιεί υπέρμετρη βία για να διαλύσει μια διαδήλωση, η οποία δεν είχε απειλήσει τη δημόσια τάξη.
Τα δύο αυτά περιστατικά δεν βιώθηκαν με τον ίδιο τρόπο από το σύνολο της κοινωνίας. Είναι αλάνθαστη απόδειξη παρακμής του δημοκρατικού φρονήματος ότι δυναμικές μειοψηφίες φόρτισαν με ιδεολογικό πρόσημο τα δύο αυτά δραματικά γεγονότα. Η σφαγή του Καντάρη χαλούσε το ιδεολόγημα που αποθεώνει την πολυπολιτισμική κοινωνία, το οποίο –στο όνομα του αντιρατσισμού– αρνείται να δει τις επιπτώσεις της μαζικής παράνομης μετανάστευσης κυρίως στη ζωή των λαϊκών τάξεων.
Στον κορμό της Αριστεράς, αυτός ο θάνατος προκάλεσε αμηχανία, δεν την βόλευε, ήταν εκτός ιδεολογικών προδιαγραφών! Μην μπορώντας, όμως, να τον παρακάμψει, τον απέκοψε από τις συγκεκριμένες συνθήκες και τον αντιμετώπισε σαν μεμονωμένο έγκλημα που θα μπορούσε να συμβεί οποτεδήποτε και οπουδήποτε. Με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζει κάθε τέτοιο έγκλημα. Αντιθέτως, οι ακροδεξιοί εκμεταλλεύθηκαν την οργή που προκάλεσε η σφαγή για να προωθήσουν τη ρατσιστική ατζέντα τους. Εκείνες τις ημέρες κυνηγούσαν και ξυλοκοπούσαν όποιον μετανάστη βρισκόταν μπροστά τους.
Το αντίστροφο ακριβώς συνέβη με την περίπτωση Καυκά. Στον χώρο της Αριστεράς, η συναισθηματική αντίδραση ήταν έντονη. Βίωσαν τον τραυματισμό του σαν δικαίωση των καταγγελιών για την κρατική καταστολή. Αντιθέτως, στον χώρο της Δεξιάς τον αντιμετώπισαν περίπου σαν παράπλευρη απώλεια! Εξέφρασαν τη λύπη τους, αλλά δεν έβαλαν τον τόνο εκεί.
Οι διαφορετικές οπτικές, ως παράγωγα διαφορετικών ιδεολογιών, είναι αναπόφευκτες σε μια δημοκρατική κοινωνία. Υπάρχει, όμως, ένα όριο. Και αυτό το όριο έχει καταπατηθεί. Αδιάψευστη απόδειξη είναι ότι τότε τα δύο δραματικά περιστατικά είχαν χρησιμοποιηθεί ως αφορμή για δύο αντίπαλες συγκεντρώσεις και συγκρούσεις, λες και η σφαγή του Καντάρη ανταγωνιζόταν τον βαρύ τραυματισμό του Καυκά!

Ζακ Κωστόπουλος και Κωνσταντίνος Κατσίφας

Ακόμα χειρότερο συνέβη με τους θανάτους του Ζακ Κωστόπουλου και του Κωνσταντίνου Κατσίφα. Τα περιστατικά είναι γνωστά και δραματικά. Υπάρχει, ωστόσο, μία διαφορά. Στην περίπτωση του Καντάρη, ακόμα και όσοι υποστηρίζουν την ανεξέλεγκτη μαζική παράνομη μετανάστευση δεν μπορούσαν να στραφούν εναντίον του θύματος. Το θύμα ήταν ένας απλός άνθρωπος, χωρίς ιδεολογικό πρόσημο. Τόσο ο Ζακ Κωστόπουλος όσο και ο Κωνσταντίνος Κατσίφας, όμως, είχαν. Γι’ αυτό και έγιναν και μετά θάνατο στόχοι.
Ο πρώτος ανήκε στην κοινότητα των ομοφυλόφιλων και είχε δημοσίως υποστηρίξει τα δικαιώματά τους, γεγονός που -παρά, αλλά και λόγω των συνθηκών του θανάτου του- τον κατέστησε σύμβολο για τους κάθε είδους δικαιωματιστές. Αντιθέτως, το γεγονός ότι μπήκε στο χρυσοχοείο και εμφανώς ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών, έδωσε σε πολλούς -όχι μόνο ακροδεξιούς ή υπερσυντηρητικούς- επιχείρημα για να παρακάμψουν τον βίαιο θάνατό του.
Κάτι αντίστοιχο συνέβη και με τον Κατσίφα. Το γεγονός ότι είχε λατρεία για την ελληνική σημαία, ότι διαπνεόταν από τον βορειοηπειρωτικό αλυτρωτισμό και επέλεξε να τα βάλει με την αλβανική αστυνομία, ουσιαστικά θυσιάζοντας τη ζωή του, τον κατέστησε για μία μερίδα Ελλήνων σύμβολο και ήρωα. Αντιθέτως, το γεγονός ότι -απαντώντας στην πρόκληση Αλβανού αστυνομικού- πήρε από το σπίτι του το καλάσνικωφ και πυροβόλησε στον αέρα (παρότι επέλεξε να μην σκοτώσει) τον κατέστησε σε μία άλλη μερίδα Ελλήνων ένα «ακροδεξιό εθνίκι», το οποίο βρήκε το τέλος που του άξιζε. Η ίδια η ηγεσία της ελληνικής αστυνομίας έσπευσε με τη γνωστή διαρροή της μισής αλήθειας να στιγματίσει ηθικά το νεκρό Κατσίφα!
Το ιδεοληπτικό μίσος έχει παροξυνθεί σε βαθμό που -όπως ανέφερα στην αρχή- να βάζει ιδεολογικό πρόσημο και στους νεκρούς, ακυρώνοντας αιώνιες ηθικές αξίες, τον ίδιο τον σεβασμό που όλοι οι πολιτισμοί έδειχναν προς το νεκρό. Επιστροφή, λοιπόν, σε μία ρητορικού χαρακτήρα εμφυλιοπολεμική βαρβαρότητα στη χώρα, η οποία γέννησε την «Αντιγόνη». Μία εμφυλιοπολεμική βαρβαρότητα, μάλιστα, η οποία καλλιεργείται σε μία πλασματική ιδεοληπτική βάση.
Όλα αυτά συμβαίνουν στην Ελλάδα, η οποία υπέστη -και συνεχίζει να υφίσταται- οικονομική και κοινωνική καταστροφή μεγάλης κλίμακας. Σ’ αυτή τη χώρα, λοιπόν, αναδύεται δυναμικά το ιδεοληπτικό μίσος, επικαλύπτοντας ουσιαστικά με το νέο διχασμό το πραγματικό πρόβλημά της: το γεγονός ότι οι κλεπτοκρατικές πρακτικές των εγχώριων αρχουσών ελίτ οδήγησαν στη μεταμοντέρνα αποικιοποίηση της Ελλάδας, την οποία επέβαλε το ευρωιερατείο με τα Μνημόνια και τις μεταμνημονιακές δεσμεύσεις.

Μια γυναίκα στην θέση του Προξένου του Γ.Π Κορυτσάς!


Σύμφωνα με πληροφορίες μας αλλά και όπως φαίνεται από ένα έγγραφο στην Διαύγεια θα έχουμε ως Πρόξενο στην Κορυτσά την κυρία Μαγδαληνή Νικολάου ΣΠΑ. Με την έρευνα μας στο ίντερνετ είδαμε πως η κ Νικολάου διατέλεσε ως πρόξενος στην Λειψία της Γερμανίας. Την καλωσορίσουμε και της ευχόμαστε καλή δύναμη στο δύσκολο έργο που αναλαμβάνει σε δύσκολες εποχές για τις ελληνοαλβανικές σχέσεις. Πάντως το Ελληνικό Κράτος άφησε για 5 μήνες το Γ. Π Κορυτσάς χωρίς πρόξενο και αυτό ήταν κάτι που κατά την άποψη μας στοίχισε στην ομογένεια της Κορυτσάς. 

Πελασγός

Αλέξανδρος Π. Μαλλιάς: «Έχουμε μια συνέχεια κακών επιλογών στις σχέσεις με την Αλβανία»

Αλέξανδρος Π. Μαλλιάς: «Έχουμε μια συνέχεια κακών επιλογών στις σχέσεις με την Αλβανία»
Με αφορμή την υπόθεση του Κωνσταντίνου Κατσίφα, ο πρέσβης επί τιμή Αλέξανδρος Π. Μαλλιάς αναλύει τις σχέσεις Ελλάδας και Αλβανίας, υπογραμμίζοντας τα στρατηγικά λάθη της Αθήνας. Παράλληλα, επισημαίνει μείζονες εμπλοκές στο ζήτημα της Συμφωνίας των Πρεσπών.
Η υπόθεση Κατσίφα δημιουργεί νέες εντάσεις στις σχέσεις Ελλάδας και Αλβανίας. Κατ’ αρχάς θα ήθελα να μου πείτε τι θεωρείτε εσείς ότι συνέβη.
Δεν ήμουν παρών και δεν υπάρχουν άλλοι αυτόπτες μάρτυρες, πέραν των ειδικών δυνάμεων της Αλβανικής Αστυνομίας, της RENEA, που ήρθαν ειδικά για την υπόθεση αυτή από τα Τίρανα. Συνεπώς, δεν θα ήθελα να μπω στη λογική τού να αναζητήσουμε τι συνέβη. Όμως το αποτέλεσμα είναι ότι έχουμε έναν Έλληνα νεκρό, την ημέρα που στο κοιμητήριο στους Βουλιαράτες Έλληνες και Αλβανοί επίσημοι, μαζί, τίμησαν του Έλληνες νεκρούς που έπεσαν το 1940-1941 στον αγώνα κατά του φασισμού και του ολοκληρωτισμού. Θυμίζω, δε, ότι εκείνη την περίοδο ο ιταλικός στρατός χαιρετίστηκε απ’ όπου κι αν πέρασε στην Αλβανία. Στους Βουλιαράτες, λοιπόν, είχαμε δύο συμβάντα, τα οποία, παρ’ ότι απέχουν περίπου 78 χρόνια, έχουν πολλά κοινά σημεία: το ’40-’41 η Αλβανία ήταν εχθρική της Ελλάδας χώρα και χρειάστηκαν 77 χρόνια για να επιτρέψει η –εταίρος και σύμμαχος στο ΝΑΤΟ– σημερινή Αλβανία την αναζήτηση και τον ενταφιασμό των οστών των Ελλήνων πεσόντων. Τώρα, χρειάστηκαν δέκα μέρες για να δοθεί η σορός του φονευθέντος ομογενή στην οικογένειά του. Θα έλεγα ότι η Αλβανία ακόμα και σήμερα δείχνει να φοβάται τους νεκρούς μας, ενώ πρέπει να υπογραμμίσω ότι μου έκανε πολύ άσχημη εντύπωση το γεγονός ότι στην Ελλάδα δεν υπήρξε ομόθυμη καταδίκη του συμβάντος –άλλο το τι θα βγάλει το πόρισμα της δικαστικής έρευνας–, ενώ στην Αλβανία οι πάντες, με πρώτο τον πρωθυπουργό Έντι Ράμα, έσπευσαν να δείξουν πρωτόγονα και περιπαικτικά αισθήματα απέναντι σε έναν νεκρό.
Ξεφεύγοντας από αυτό καθαυτό το περιστατικό, γιατί θεωρείτε ότι η Αλβανία επιχειρεί να αυξήσει την ένταση προς την Ελλάδα, σε μια στιγμή, μάλιστα, που η Αθήνα επιχειρεί να κλείσει ζητήματα;
Η βούληση για την επίλυση των πραγματικών προβλημάτων με την Αλβανία δεν είναι σημερινή. Ήταν η πολιτική πολλών ελληνικών κυβερνήσεων τα τελευταία 20 χρόνια. Είναι αλήθεια ότι το 2016 άρχισε μια προσπάθεια επίλυσης των εκκρεμοτήτων μέσω ενός «πακέτου». Προσωπικά, θεωρώ ότι αυτή η προσπάθεια ήταν σωστή. Ωστόσο, στην πορεία της είδαμε να κάνουμε μονομερείς παραχωρήσεις –παροχές τις λέω εγώ– στην Αλβανία, χωρίς αντίστοιχα ανταλλάγματα. Η σημαντικότερη ήταν η συναίνεσή μας για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Αλβανίας με την Ε.Ε., η οποία αποτελεί μια κακή επιλογή, καθώς έγινε χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Δυστυχώς, έχουμε μια συνέχεια κακών επιλογών, διότι το 2014, επί ελληνικής προεδρίας της Ε.Ε., συναινέσαμε στην επιλογή της Αλβανίας ως υποψήφιας προς ένταξη χώρας.
Προφανώς είμαι υπέρ των «παροχών», αλλά με ανταλλάγματα, τα οποία θα είναι συμφωνημένα, γραπτά και εγκεκριμένα από την αλβανική Βουλή, ειδάλλως η εμπειρία δείχνει ότι η Αλβανία θα υπαναχωρήσει. Για να απαντήσω, λοιπόν, στο ερώτημά σας, η Αλβανία δείχνει να μην είναι ευαίσθητη στις ενέργειες και πρωτοβουλίες της Ελλάδας, ακριβώς επειδή θεωρεί ότι η Ελλάδα, όταν κάνει κάτι χωρίς να ζητά αντάλλαγμα, το κάνει επειδή είναι σε θέση αδυναμίας. Πρέπει να πω ότι δεν έχει σημασία τι πιστεύουμε εμείς, αλλά τι δείχνουμε. Και σε σχέση με την Αλβανία διαχρονικά συμπεριφερόμαστε σαν να είμαστε σε θέση αδυναμίας, προφανώς όχι στρατιωτικής ή αμυντικής.
Εννοώ ότι για κάποιους λόγους που δεν μπορώ να εξηγήσω η Ελλάδα δείχνει διαρκώς ότι είναι σε θέση αδυναμίας. Απέναντι στην Αλβανία έχουμε αλληλοσυγκρουόμενα αισθήματα, αυτό της απόλυτης υπεροχής, της αλαζονικής υπεροχής και ταυτόχρονα του μεγάλου φόβου. Η καχυποψία είναι υπαρκτή και στις δύο χώρες, ωστόσο στην Αλβανία είναι η κυρίαρχη παράμετρος, η οποία επηρεάζει καταλυτικά τις διμερείς σχέσεις, και αυτό ξεκινά από το πολιτικό κατεστημένο της Αλβανίας, ειδικά δε στις κυβερνήσεις του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Ασφαλώς δεν έχει την ίδια μορφή, όμως είναι η συνέχεια του Εργατικού Κόμματος του Ενβέρ Χότζα. Θα μπορούσα να πω ότι οι σχέσεις μας είναι πιο προβλέψιμες όταν κυβερνά το Δημοκρατικό Κόμμα στην Αλβανία, αλλά αυτό θα πρέπει να το βάλουμε στη ζυγαριά των παραμέτρων. Σημειώνω, δε, ότι στις τελευταίες εθνικές εκλογές το Σοσιαλιστικό Κόμμα του κ. Έντι Ράμα πήρε ποσοστό άνω του 50% στις περιοχές όπου ζει η ελληνική μειονότητα, πλην Χειμάρρας. Συνεπώς, υπάρχει ένα πρόβλημα στην ερμηνεία των κινήτρων και των λόγων.
Όσον αφορά, δε, στον κ. Ράμα, πρέπει να πω ότι η προσωπική πεποίθησή του είναι ότι ο ισχυρός παίκτης στις ελληνοαλβανικές σχέσεις, ο παίκτης που πρέπει να έχει το πάνω χέρι, πρέπει να είναι η Αλβανία, και αυτό το βλέπουμε διαρκώς τα τελευταία πέντε χρόνια. Προβλέπω, δε, ότι θα συνεχίσει να συμβαίνει, ανεξαρτήτως των συμφωνιών που θα υπογραφούν ή δεν θα υπογραφούν μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας.
Τι θεωρείτε ότι θα έπρεπε να κάνει η κυβέρνηση;
Κατά την άποψή μου, το βασικό θα ήταν η ελληνική κυβέρνηση να στηρίξει το κόμμα της Ένωσης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Προφανώς Βορειοηπειρώτες ψηφίζουν (και ψηφίζονται) και (με) τα υπόλοιπα κόμματα της Αλβανίας, αλλά το κόμμα που εκπροσωπεί αυθεντικά τη μειονότητα είναι το κόμμα της Ένωσης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η τελευταία φορά που υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας συναντήθηκε με τον πρόεδρο του κόμματος ήταν πριν από δύο ή τρία χρόνια. Δηλαδή έχουν μεσολαβήσει εθνικές εκλογές, έρχονται δημοτικές και περιφερειακές εκλογές πολύ σημαντικές για το μέλλον των Ελλήνων υποψηφίων στη Χειμάρρα, και η Αθήνα δεν συνεννοείται με το κόμμα, δεν στηρίζει τις επιλογές του κυρίως στη Χειμάρρα. Τότε υπονομεύει τα διαπραγματευτικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας. Θέλω να ελπίζω ότι αυτή η άσχημη παρένθεση θα κλείσει.
Για να αλλάξουμε θέμα, πού βρισκόμαστε με τη Συμφωνία των Πρεσπών;
Στο τελευταίο μου βιβλίο [σ.σ.: «Ελλάδα και Βόρεια Μακεδονία – Η Αυτοψία της Δύσκολης Συμφωνίας των Πρεσπών» (εκδόσεις Ι. Σιδέρης)] την ονομάζω «η δύσκολη συμφωνία», διότι προβλέπει έναν συγχρονισμό των εκατέρωθεν ενεργειών, ετεροχρονισμένο, ο οποίος όμως δεν εγγυάται ότι όλα θα γίνουν όπως τα λέει η συμφωνία. Θεωρώ ότι αυτή τη στιγμή έχουμε μια σοβαρή εμπλοκή, η οποία όμως ήταν απολύτως προβλέψιμη, παρ’ ότι δεν θέλησαν να το αντιληφθούν αυτό εκείνοι που διαπραγματεύτηκαν.
Το σοβαρότερο πρόβλημα: Στις 17 Ιουνίου στις Πρέσπες δύο κυβερνήσεις υπέγραψαν κοινή βουλήσει μια συμφωνία. Από την ημέρα της υπογραφής της έχουμε δύο διαφορετικές ερμηνείες, πριν καν κυρωθεί από τις δύο χώρες, σε θεμελιώδη ζητήματα της συμφωνίας, που αφορούν στην εθνότητα/εθνικότητα/υπηκοότητα και στη γλώσσα. Η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα ζητήματα αυτά ερμηνεύονται με σαφήνεια με τον συνδυασμό των άρθρων 1 και 7 της συμφωνίας. Ωστόσο, η κυβέρνηση Ζάεφ, αλλά και όλοι στα Σκόπια, λένε ότι η Ελλάδα έχει αναγνωρίσει μακεδονική γλώσσα και εθνότητα. Το ελάχιστο που πρέπει να κάνουμε πριν έρθει η συμφωνία για συζήτηση στη Βουλή –και μετά θα δούμε για την κύρωσή της– είναι ότι θα πρέπει τουλάχιστον να ξέρουμε ποια συμφωνία θα συζητηθεί. Δέχομαι καλόπιστα ότι θα είναι η δική μας ερμηνεία. Ωστόσο, η «αυθεντική» ερμηνεία της συμφωνίας έχει ήδη υπονομευτεί από την άλλη πλευρά. Πιστεύω ότι προτού η συμφωνία φτάσει στη Βουλή, θα πρέπει το ελληνικό κράτος να απαιτήσει μια ερμηνεία που θα ισχύει και για τις δύο χώρες. Θέλω να πιστεύω ότι θα είναι η δική μας.
Από κει και πέρα, μπαίνουμε στο δεύτερο πρόβλημα, ότι η ερμηνεία που δίνει η κυβέρνηση δεν έχει πείσει μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, αλλά και της Βουλής. Πώς θα σταθεί αυτή η συμφωνία, ακόμα και αν κυρωθεί; Κατά τη γνώμη μου, οι ηγέτες και οι ηγεσίες κάνουν αυτό που θεωρούν σωστό και δεν παρασύρονται από τις δημοσκοπήσεις. Δηλαδή ηγούνται, καθοδηγούν και δεν έπονται. Όμως στην προκειμένη περίπτωση η σύγχυση που έχει προκαλέσει αυτή η συμφωνία έχει οδηγήσει στο να αντιτίθεται σε αυτήν περίπου το 60% και σε περιοχές όπως η Κρήτη το ποσοστό να φτάνει το 70%. Άρα αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί.
Τρίτον, το άρθρο 36 του Συντάγματος της ΠΓΔΜ, όπως είναι, αναφέρεται σε μακεδονικό έθνος πέραν της μακεδονικής κρατικής οντότητας. Υποτίθεται ότι αυτό το ζήτημα αντιμετωπίζεται με το άρθρο 1 της συμφωνίας, ωστόσο το άρθρο 36, όπως είναι, αν δεν προσαρμοστεί με όλα τα υπόλοιπα άρθρα της συμφωνίας, η άποψή μου είναι ότι την καταργεί. Τέλος, πρέπει να σημειώσουμε ότι οι προτάσεις Ζάεφ που υποβάλλονται στη Βουλή της ΠΓΔΜ ακολουθούν χρονοδιάγραμμα που δεν συνάδει με τα προβλεπόμενα της συμφωνίας. Συγκεκριμένα, ο Ζάεφ λέει ότι η αναθεώρηση των άρθρων του Συντάγματος της ΠΓΔΜ θα ισχύσει μετά την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών από την ελληνική Βουλή και την κύρωση του πρωτοκόλλου ένταξης στο ΝΑΤΟ. Αυτό δεν προβλέπεται στη συμφωνία. Άλλο να έχουμε καθυστερήσεις λόγω αντικειμενικών δυσκολιών –π.χ. πρόωρες εκλογές– και άλλο η ΠΓΔΜ να αλλάξει μονομερώς τη Συμφωνία των Πρεσπών.
Πιστεύω ότι αυτά τα προβλήματα παρέχουν στο ελληνικό πολιτικό σύστημα μια ύστατη ευκαιρία να βρεθεί ένας τρόπος αποδεκτός από την αξιωματική αντιπολίτευση, ώστε να μην έχουμε πρόβλημα αξιοπιστίας την επομένη των εκλογών. Δηλαδή θεωρώ ότι η σημερινή σοβαρή εμπλοκή σε τρία θεμελιώδη σημεία μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για μια ερμηνεία της συμφωνίας –που θα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της– που θα διευκόλυνε τη σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση να την επανεξετάσει.
Πιστεύω ότι η Ελλάδα θα πρέπει να κρατήσει το σοβαρό κεκτημένο της Συμφωνίας των Πρεσπών. Να κρατήσουμε το όνομα και όλες τις θετικές πρόνοιες που περιέχει και ταυτόχρονα να επιδιώξουμε τη μία και αποκλειστική ερμηνεία της, ούτως ώστε να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα της συμφωνίας. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με τις νέες απαραίτητες ερμηνευτικές συμβατικές πρόνοιες που θα επικυρωθούν και από τον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ. Ανεξαρτήτως, δηλαδή, της κύρωσής της από τη σημερινή Βουλή