Αλέξανδρος Π. Μαλλιάς: «Έχουμε μια συνέχεια κακών επιλογών στις σχέσεις με την Αλβανία»

Αλέξανδρος Π. Μαλλιάς: «Έχουμε μια συνέχεια κακών επιλογών στις σχέσεις με την Αλβανία»
Με αφορμή την υπόθεση του Κωνσταντίνου Κατσίφα, ο πρέσβης επί τιμή Αλέξανδρος Π. Μαλλιάς αναλύει τις σχέσεις Ελλάδας και Αλβανίας, υπογραμμίζοντας τα στρατηγικά λάθη της Αθήνας. Παράλληλα, επισημαίνει μείζονες εμπλοκές στο ζήτημα της Συμφωνίας των Πρεσπών.
Η υπόθεση Κατσίφα δημιουργεί νέες εντάσεις στις σχέσεις Ελλάδας και Αλβανίας. Κατ’ αρχάς θα ήθελα να μου πείτε τι θεωρείτε εσείς ότι συνέβη.
Δεν ήμουν παρών και δεν υπάρχουν άλλοι αυτόπτες μάρτυρες, πέραν των ειδικών δυνάμεων της Αλβανικής Αστυνομίας, της RENEA, που ήρθαν ειδικά για την υπόθεση αυτή από τα Τίρανα. Συνεπώς, δεν θα ήθελα να μπω στη λογική τού να αναζητήσουμε τι συνέβη. Όμως το αποτέλεσμα είναι ότι έχουμε έναν Έλληνα νεκρό, την ημέρα που στο κοιμητήριο στους Βουλιαράτες Έλληνες και Αλβανοί επίσημοι, μαζί, τίμησαν του Έλληνες νεκρούς που έπεσαν το 1940-1941 στον αγώνα κατά του φασισμού και του ολοκληρωτισμού. Θυμίζω, δε, ότι εκείνη την περίοδο ο ιταλικός στρατός χαιρετίστηκε απ’ όπου κι αν πέρασε στην Αλβανία. Στους Βουλιαράτες, λοιπόν, είχαμε δύο συμβάντα, τα οποία, παρ’ ότι απέχουν περίπου 78 χρόνια, έχουν πολλά κοινά σημεία: το ’40-’41 η Αλβανία ήταν εχθρική της Ελλάδας χώρα και χρειάστηκαν 77 χρόνια για να επιτρέψει η –εταίρος και σύμμαχος στο ΝΑΤΟ– σημερινή Αλβανία την αναζήτηση και τον ενταφιασμό των οστών των Ελλήνων πεσόντων. Τώρα, χρειάστηκαν δέκα μέρες για να δοθεί η σορός του φονευθέντος ομογενή στην οικογένειά του. Θα έλεγα ότι η Αλβανία ακόμα και σήμερα δείχνει να φοβάται τους νεκρούς μας, ενώ πρέπει να υπογραμμίσω ότι μου έκανε πολύ άσχημη εντύπωση το γεγονός ότι στην Ελλάδα δεν υπήρξε ομόθυμη καταδίκη του συμβάντος –άλλο το τι θα βγάλει το πόρισμα της δικαστικής έρευνας–, ενώ στην Αλβανία οι πάντες, με πρώτο τον πρωθυπουργό Έντι Ράμα, έσπευσαν να δείξουν πρωτόγονα και περιπαικτικά αισθήματα απέναντι σε έναν νεκρό.
Ξεφεύγοντας από αυτό καθαυτό το περιστατικό, γιατί θεωρείτε ότι η Αλβανία επιχειρεί να αυξήσει την ένταση προς την Ελλάδα, σε μια στιγμή, μάλιστα, που η Αθήνα επιχειρεί να κλείσει ζητήματα;
Η βούληση για την επίλυση των πραγματικών προβλημάτων με την Αλβανία δεν είναι σημερινή. Ήταν η πολιτική πολλών ελληνικών κυβερνήσεων τα τελευταία 20 χρόνια. Είναι αλήθεια ότι το 2016 άρχισε μια προσπάθεια επίλυσης των εκκρεμοτήτων μέσω ενός «πακέτου». Προσωπικά, θεωρώ ότι αυτή η προσπάθεια ήταν σωστή. Ωστόσο, στην πορεία της είδαμε να κάνουμε μονομερείς παραχωρήσεις –παροχές τις λέω εγώ– στην Αλβανία, χωρίς αντίστοιχα ανταλλάγματα. Η σημαντικότερη ήταν η συναίνεσή μας για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Αλβανίας με την Ε.Ε., η οποία αποτελεί μια κακή επιλογή, καθώς έγινε χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Δυστυχώς, έχουμε μια συνέχεια κακών επιλογών, διότι το 2014, επί ελληνικής προεδρίας της Ε.Ε., συναινέσαμε στην επιλογή της Αλβανίας ως υποψήφιας προς ένταξη χώρας.
Προφανώς είμαι υπέρ των «παροχών», αλλά με ανταλλάγματα, τα οποία θα είναι συμφωνημένα, γραπτά και εγκεκριμένα από την αλβανική Βουλή, ειδάλλως η εμπειρία δείχνει ότι η Αλβανία θα υπαναχωρήσει. Για να απαντήσω, λοιπόν, στο ερώτημά σας, η Αλβανία δείχνει να μην είναι ευαίσθητη στις ενέργειες και πρωτοβουλίες της Ελλάδας, ακριβώς επειδή θεωρεί ότι η Ελλάδα, όταν κάνει κάτι χωρίς να ζητά αντάλλαγμα, το κάνει επειδή είναι σε θέση αδυναμίας. Πρέπει να πω ότι δεν έχει σημασία τι πιστεύουμε εμείς, αλλά τι δείχνουμε. Και σε σχέση με την Αλβανία διαχρονικά συμπεριφερόμαστε σαν να είμαστε σε θέση αδυναμίας, προφανώς όχι στρατιωτικής ή αμυντικής.
Εννοώ ότι για κάποιους λόγους που δεν μπορώ να εξηγήσω η Ελλάδα δείχνει διαρκώς ότι είναι σε θέση αδυναμίας. Απέναντι στην Αλβανία έχουμε αλληλοσυγκρουόμενα αισθήματα, αυτό της απόλυτης υπεροχής, της αλαζονικής υπεροχής και ταυτόχρονα του μεγάλου φόβου. Η καχυποψία είναι υπαρκτή και στις δύο χώρες, ωστόσο στην Αλβανία είναι η κυρίαρχη παράμετρος, η οποία επηρεάζει καταλυτικά τις διμερείς σχέσεις, και αυτό ξεκινά από το πολιτικό κατεστημένο της Αλβανίας, ειδικά δε στις κυβερνήσεις του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Ασφαλώς δεν έχει την ίδια μορφή, όμως είναι η συνέχεια του Εργατικού Κόμματος του Ενβέρ Χότζα. Θα μπορούσα να πω ότι οι σχέσεις μας είναι πιο προβλέψιμες όταν κυβερνά το Δημοκρατικό Κόμμα στην Αλβανία, αλλά αυτό θα πρέπει να το βάλουμε στη ζυγαριά των παραμέτρων. Σημειώνω, δε, ότι στις τελευταίες εθνικές εκλογές το Σοσιαλιστικό Κόμμα του κ. Έντι Ράμα πήρε ποσοστό άνω του 50% στις περιοχές όπου ζει η ελληνική μειονότητα, πλην Χειμάρρας. Συνεπώς, υπάρχει ένα πρόβλημα στην ερμηνεία των κινήτρων και των λόγων.
Όσον αφορά, δε, στον κ. Ράμα, πρέπει να πω ότι η προσωπική πεποίθησή του είναι ότι ο ισχυρός παίκτης στις ελληνοαλβανικές σχέσεις, ο παίκτης που πρέπει να έχει το πάνω χέρι, πρέπει να είναι η Αλβανία, και αυτό το βλέπουμε διαρκώς τα τελευταία πέντε χρόνια. Προβλέπω, δε, ότι θα συνεχίσει να συμβαίνει, ανεξαρτήτως των συμφωνιών που θα υπογραφούν ή δεν θα υπογραφούν μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας.
Τι θεωρείτε ότι θα έπρεπε να κάνει η κυβέρνηση;
Κατά την άποψή μου, το βασικό θα ήταν η ελληνική κυβέρνηση να στηρίξει το κόμμα της Ένωσης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Προφανώς Βορειοηπειρώτες ψηφίζουν (και ψηφίζονται) και (με) τα υπόλοιπα κόμματα της Αλβανίας, αλλά το κόμμα που εκπροσωπεί αυθεντικά τη μειονότητα είναι το κόμμα της Ένωσης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η τελευταία φορά που υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας συναντήθηκε με τον πρόεδρο του κόμματος ήταν πριν από δύο ή τρία χρόνια. Δηλαδή έχουν μεσολαβήσει εθνικές εκλογές, έρχονται δημοτικές και περιφερειακές εκλογές πολύ σημαντικές για το μέλλον των Ελλήνων υποψηφίων στη Χειμάρρα, και η Αθήνα δεν συνεννοείται με το κόμμα, δεν στηρίζει τις επιλογές του κυρίως στη Χειμάρρα. Τότε υπονομεύει τα διαπραγματευτικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας. Θέλω να ελπίζω ότι αυτή η άσχημη παρένθεση θα κλείσει.
Για να αλλάξουμε θέμα, πού βρισκόμαστε με τη Συμφωνία των Πρεσπών;
Στο τελευταίο μου βιβλίο [σ.σ.: «Ελλάδα και Βόρεια Μακεδονία – Η Αυτοψία της Δύσκολης Συμφωνίας των Πρεσπών» (εκδόσεις Ι. Σιδέρης)] την ονομάζω «η δύσκολη συμφωνία», διότι προβλέπει έναν συγχρονισμό των εκατέρωθεν ενεργειών, ετεροχρονισμένο, ο οποίος όμως δεν εγγυάται ότι όλα θα γίνουν όπως τα λέει η συμφωνία. Θεωρώ ότι αυτή τη στιγμή έχουμε μια σοβαρή εμπλοκή, η οποία όμως ήταν απολύτως προβλέψιμη, παρ’ ότι δεν θέλησαν να το αντιληφθούν αυτό εκείνοι που διαπραγματεύτηκαν.
Το σοβαρότερο πρόβλημα: Στις 17 Ιουνίου στις Πρέσπες δύο κυβερνήσεις υπέγραψαν κοινή βουλήσει μια συμφωνία. Από την ημέρα της υπογραφής της έχουμε δύο διαφορετικές ερμηνείες, πριν καν κυρωθεί από τις δύο χώρες, σε θεμελιώδη ζητήματα της συμφωνίας, που αφορούν στην εθνότητα/εθνικότητα/υπηκοότητα και στη γλώσσα. Η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα ζητήματα αυτά ερμηνεύονται με σαφήνεια με τον συνδυασμό των άρθρων 1 και 7 της συμφωνίας. Ωστόσο, η κυβέρνηση Ζάεφ, αλλά και όλοι στα Σκόπια, λένε ότι η Ελλάδα έχει αναγνωρίσει μακεδονική γλώσσα και εθνότητα. Το ελάχιστο που πρέπει να κάνουμε πριν έρθει η συμφωνία για συζήτηση στη Βουλή –και μετά θα δούμε για την κύρωσή της– είναι ότι θα πρέπει τουλάχιστον να ξέρουμε ποια συμφωνία θα συζητηθεί. Δέχομαι καλόπιστα ότι θα είναι η δική μας ερμηνεία. Ωστόσο, η «αυθεντική» ερμηνεία της συμφωνίας έχει ήδη υπονομευτεί από την άλλη πλευρά. Πιστεύω ότι προτού η συμφωνία φτάσει στη Βουλή, θα πρέπει το ελληνικό κράτος να απαιτήσει μια ερμηνεία που θα ισχύει και για τις δύο χώρες. Θέλω να πιστεύω ότι θα είναι η δική μας.
Από κει και πέρα, μπαίνουμε στο δεύτερο πρόβλημα, ότι η ερμηνεία που δίνει η κυβέρνηση δεν έχει πείσει μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, αλλά και της Βουλής. Πώς θα σταθεί αυτή η συμφωνία, ακόμα και αν κυρωθεί; Κατά τη γνώμη μου, οι ηγέτες και οι ηγεσίες κάνουν αυτό που θεωρούν σωστό και δεν παρασύρονται από τις δημοσκοπήσεις. Δηλαδή ηγούνται, καθοδηγούν και δεν έπονται. Όμως στην προκειμένη περίπτωση η σύγχυση που έχει προκαλέσει αυτή η συμφωνία έχει οδηγήσει στο να αντιτίθεται σε αυτήν περίπου το 60% και σε περιοχές όπως η Κρήτη το ποσοστό να φτάνει το 70%. Άρα αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί.
Τρίτον, το άρθρο 36 του Συντάγματος της ΠΓΔΜ, όπως είναι, αναφέρεται σε μακεδονικό έθνος πέραν της μακεδονικής κρατικής οντότητας. Υποτίθεται ότι αυτό το ζήτημα αντιμετωπίζεται με το άρθρο 1 της συμφωνίας, ωστόσο το άρθρο 36, όπως είναι, αν δεν προσαρμοστεί με όλα τα υπόλοιπα άρθρα της συμφωνίας, η άποψή μου είναι ότι την καταργεί. Τέλος, πρέπει να σημειώσουμε ότι οι προτάσεις Ζάεφ που υποβάλλονται στη Βουλή της ΠΓΔΜ ακολουθούν χρονοδιάγραμμα που δεν συνάδει με τα προβλεπόμενα της συμφωνίας. Συγκεκριμένα, ο Ζάεφ λέει ότι η αναθεώρηση των άρθρων του Συντάγματος της ΠΓΔΜ θα ισχύσει μετά την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών από την ελληνική Βουλή και την κύρωση του πρωτοκόλλου ένταξης στο ΝΑΤΟ. Αυτό δεν προβλέπεται στη συμφωνία. Άλλο να έχουμε καθυστερήσεις λόγω αντικειμενικών δυσκολιών –π.χ. πρόωρες εκλογές– και άλλο η ΠΓΔΜ να αλλάξει μονομερώς τη Συμφωνία των Πρεσπών.
Πιστεύω ότι αυτά τα προβλήματα παρέχουν στο ελληνικό πολιτικό σύστημα μια ύστατη ευκαιρία να βρεθεί ένας τρόπος αποδεκτός από την αξιωματική αντιπολίτευση, ώστε να μην έχουμε πρόβλημα αξιοπιστίας την επομένη των εκλογών. Δηλαδή θεωρώ ότι η σημερινή σοβαρή εμπλοκή σε τρία θεμελιώδη σημεία μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για μια ερμηνεία της συμφωνίας –που θα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της– που θα διευκόλυνε τη σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση να την επανεξετάσει.
Πιστεύω ότι η Ελλάδα θα πρέπει να κρατήσει το σοβαρό κεκτημένο της Συμφωνίας των Πρεσπών. Να κρατήσουμε το όνομα και όλες τις θετικές πρόνοιες που περιέχει και ταυτόχρονα να επιδιώξουμε τη μία και αποκλειστική ερμηνεία της, ούτως ώστε να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα της συμφωνίας. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με τις νέες απαραίτητες ερμηνευτικές συμβατικές πρόνοιες που θα επικυρωθούν και από τον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ. Ανεξαρτήτως, δηλαδή, της κύρωσής της από τη σημερινή Βουλή

Σχόλια