Σελίδες

Βιώματα μαζί με τον Άγιο Γέροντα Παΐσιο - Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος (Αθανάσιος Ρακοβαλής)


Τί εἶναι ἡ Παλαιὰ Διαθήκη; (ζ) - «ΤΙΜΩΡΕΙ» Ο ΘΕΟΣ;

Προσευχή για να καταπολεμήσετε το άγχος - Newsbomb - Ειδησεις ...
  
π. Δημητρίου Μπόκου  
Πολλὲς ἐνστάσεις ἐγείρονται σήμερα γιὰ τὸ πρόσωπο ποὺ ἐπιδεικνύει ὁ Θεὸς στὴν πρὸ Χριστοῦ ἐποχή. Πολλοὶ προσάπτουν στὸν Θεὸ  τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὑπέρμετρη σκληρότητα καὶ κακία πρὸς τὸν  ἄνθρωπο. Θεωροῦν ὅτι δὲν ἔχει καμμιὰ σχέση μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ  Θεοῦ τῆς ἀγάπης ποὺ ἀναδεικνύεται στὴν Καινὴ Διαθήκη. Φτάνουν νὰ μιλοῦν γιὰ δυὸ διαφορετικούς, διαμετρικὰ ἀντίθετους θεούς. Μερικοί,  προχωρώντας ἀκόμα παραπέρα, δὲν διστάζουν νὰ βλασφημήσουν,  ταυτίζοντας τὸν Θεὸ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μὲ τὸν σατανᾶ.  
Ἁγνοοῦν ὅσοι σκέπτονται ἔτσι, ὅτι ὁ Θεὸς μιλάει πάντα μὲ τὴ γλώσσα ποὺ κατανοοῦν οἱ ἄνθρωποι τῆς κάθε ἐποχῆς. Ὅτι μεταχειρίζεται τρόπους καὶ μεθόδους ποὺ ἀνταποκρίνονται στὶς δυνατότητές  τους, στὴ δική τους ἀντίληψη γιὰ τὴ ζωή, τὸν Θεὸ καὶ τὸν κόσμο, στὸν  δικό τους τρόπο σκέψης. Καὶ ὅτι ἐνεργεῖ πάντα παιδαγωγικά, μὲ γνώμονα τὸ πραγματικὸ συμφέρον τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ φιλάνθρωπα.  Καὶ ἡ παιδαγωγία τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι μονότροπη. Ἔχει πολλὲς μορφές.  Μεταχειρίζεται ποικίλους τρόπους γιὰ νὰ διδάξει, νὰ συνετίσει καὶ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο. Δὲν ἰσχύει ὅτι τὸ μόνο ποὺ ξέρει ὁ Θεός, εἶναι νὰ τιμωρεῖ, ὅπως πολὺ εὔκολα, ρηχά, ἐπιπόλαια καὶ ἀνόητα συμπεραίνουν πολλοὶ «σκεπτόμενοι» σήμερα.  
Ἀλλὰ εἶναι καὶ ἀσυγχώρητο λάθος νὰ κρίνουμε μὲ τὰ κριτήρια τοῦ σήμερα τὰ δεδομένα ἄλλων ἐποχῶν. Ἐμεῖς ζοῦμε σὲ ἄλλες συνθῆκες,  ἔχουμε ἄλλες πνευματικὲς καὶ ἠθικὲς ἀρχές, ἄλλα ἤθη καὶ ἔθιμα, ἄλλο  οἰκογενειακό, πολιτικὸ καὶ διεθνικὸ δίκαιο, ἄλλη νοοτροπία καὶ ψυχολογία, ἄλλη κοινωνικὴ συγκρότηση, καί, γενικά, ἐντελῶς ἄλλο πολιτισμό. Ἡ κάθε ἀνθρώπινη γενεὰ θὰ κριθεῖ μὲ βάση τὰ ἰσχύοντα στὴν  ἐποχή της. Εἶναι παντελῶς ἄτοπο νὰ κρίνονται τὰ πεπραγμένα ἄλλων  ἐποχῶν ἔξω ἀπὸ τὸ ἱστορικό, πολιτικό, κοινωνικὸ καὶ πολιτιστικό τους γίγνεσθαι. Μὲ ποιὰ λογικὴ θὰ ἐφαρμόσουμε τὰ δικά μας κριτήρια γιὰ ὅσα ἔλαβαν χώρα πρὶν ἀπὸ εἴκοσι, τριάντα, ἀκόμα καὶ σαράντα  αἰῶνες; Πῶς θὰ συγκρίνουμε τόσο ἀνόμοια μεταξύ τους πράγματα;  Δὲν θὰ ἀποδειχθοῦμε τότε παράλογοι, ἀνιστόρητοι, ἀνόητοι;  
Πάνω σ’ αὐτὸ λέγει χαρακτηριστικὰ ὁ Ἅγιος Παΐσιος: «Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἐκείνη τὴν γλώσσα, ἐκεῖνον τὸν νόμο καταλάβαιναν. Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἦταν καὶ τότε, ἀλλὰ ἐκεῖνος ὁ νόμος ἦταν γιὰ ἐκείνους  τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲν καταλάβαιναν ἀλλιῶς. Μὴ σᾶς φαίνεται  ἐκεῖνος ὁ νόμος σκληρὸς καὶ τὸ Εὐαγγέλιο διαφορετικό. Ἦταν ὁ νόμος  ποὺ θὰ ὠφελοῦσε ἐκείνη τὴν ἐποχή. Δὲν ἦταν ὁ νόμος ἐκεῖνος βάρβαρος, ἀλλὰ ἡ γενιὰ ἐκείνη ἦταν βάρβαρη. Οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι μπορεῖ νὰ κάνουν μεγαλύτερες βαρβαρότητες, ἀλλὰ τουλάχιστον μποροῦν νὰ καταλάβουν. Τώρα ἕνα κανδήλι κουνιέται καὶ πόσο οἱ ἄνθρωποι συγκλονίζονται! Ἐνῶ, βλέπεις, τότε πόσα ἔκανε ὁ Θεός! Ἔδωσε δέκα μάστιγες στὸν Φαραώ, γιὰ νὰ βγάλει τοὺς Ἰσραηλίτες ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο.  Κάνει ξηρὰ τὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα, γιὰ νὰ περάσουν. Τοὺς δίνει νεφέλη  τὴν ἡμέρα, γιὰ νὰ μὴν τοὺς καίει ὁ ἥλιος, στήλη φωτεινή τὴν νύχτα, γιὰ νὰ τοὺς ὁδηγεῖ. Καὶ μετὰ ἀπὸ τόσα γεγονότα ἔφθασαν στὸ σημεῖο νὰ ζητήσουν γιὰ Θεὸ ἕνα χρυσὸ μοσχάρι (Ἐξ. 32, 1-6)! Σήμερα οἱ ἄνθρωποι  δὲν θὰ ἔλεγαν ποτὲ ὅτι ἕνα μοσχάρι θὰ τοὺς ὁδηγήσει στὴ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας» (Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Λόγοι, Α΄, Μὲ πόνο καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν σύγχρονο  ἄνθρωπο, Σουρωτὴ Θεσ/νίκης 1998, σ. 62).  Ἐπὶ πλέον πρέπει νὰ ἔχουμε ὁπωσδήποτε ὑπ’ ὄψη μας τὴ συμβατικότητα τῆς γλώσσας τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Εἶναι γλώσσα ποὺ προσπαθεῖ νὰ ἐξηγήσει μὲ τρόπο ἄμεσα καταληπτὸ ἀπὸ ἐμᾶς τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι γλώσσα ποὺ περιγράφει πῶς ἀκριβῶς εἶναι καὶ ἐνεργεῖ ὁ Θεός. Γι’ αὐτὸ καὶ χρησιμοποιεῖ κατὰ κόρον τὶς λεγόμενες ἀνθρωπομορφικὲς ἐκφράσεις. Παρουσιάζει τὸν Θεὸ νὰ σκέφτεται, νὰ μιλᾶ καὶ νὰ ἐνεργεῖ ὅπως θὰ ἐνεργοῦσε ὁ ἄνθρωπος. Ἔτσι ὁ Θεὸς ἔχει χέρια,  πόδια, περπατάει, θυμᾶται, ξεχνάει, ζηλεύει, θυμώνει, ὀργίζεται, ἐκδικεῖται, τιμωρεῖ. Ἀλλὰ τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν συμβαίνει στὴν πραγματικότητα. Ὁ Θεὸς δὲν ἔχει καμμιὰ ἀτέλεια, κανένα πάθος, καμμιὰ κακία  μέσα του. Δὲν ὀργίζεται ποτὲ ἀπέναντί μας, δὲν διακατέχεται καθόλου ἀπὸ ἐκδικητικότητα, δὲν κυριαρχεῖται ἀπὸ καμμιὰ τιμωρητικὴ διάθεση, δὲν προσβάλλεται ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ δὲν ἐπιζητεῖ καμμιὰ ἀποκατάσταση τῆς τιμῆς του. «Ὅσα τοίνυν περὶ Θεοῦ σωματικώτερον  εἴρηται, συμβολικῶς ἐστι λελεγμένα». Ὅταν π.χ. μιλᾶμε διὰ «ὀργὴν  καὶ θυμὸν» τοῦ Θεοῦ, ἐννοοῦμε «τὴν πρὸς τὴν κακίαν ἀπέχθειάν τε καὶ ἀποστροφήν» του (Ἅγ. Ἰω. Δαμασκηνὸς) καὶ ποτέ, συνεπῶς, τὴν ἀπόρριψη τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου. Ὅλα αὐτὰ λέγονται λόγῳ τῆς δικῆς  μας ἀδυναμίας. «Μὴ ἀνθρωπίνως δέχου τὰ λεγόμενα, ἀλλὰ τὴν παχύτητα τῶν λέξεων τῇ ἀσθενείᾳ λογίζου τῇ ἀνθρωπίνῃ». Εἶναι ἡ «συγκατάβασις τῆς θείας Γραφῆς… διὰ τὴν ἡμετέραν ἀσθένειαν» (Ἅγ.  Ἰω. Χρυσόστομος).  
Ὁ Θεὸς στὴν πραγματικότητα μόνο ἀγαπᾶ. Ἐπεμβαίνει βέβαια μὲ ποικίλους τρόπους στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Χρησιμοποιεῖ ὅλα τὰ 
μέσα καὶ ὅλους τοὺς τρόπους γιὰ τὸ καλό μας. Ἀλλὰ ὅ,τι κάνει ἀπέναντί  μας δὲν εἶναι παρὰ θεραπευτικὲς καὶ παιδαγωγικὲς ἐπεμβάσεις, ὑπαγορευόμενες ἀπὸ τὴν ἄφατη φιλανθρωπία του, γιὰ τὴ διόρθωση  καὶ σωτηρία τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Κάποιες φορὲς οἱ χειρουργικὲς αὐτὲς  ἐπεμβάσεις του εἶναι ἰδιαίτερα δραστικὲς καὶ ἐπώδυνες. Ἀλλὰ δὲν  εἶναι τιμωρίες. Γίνονται μόνο, ὅταν ὅλα τὰ ἄλλα μέσα ἀποδειχθοῦν  ἀναποτελεσματικὰ γιὰ τὴ θεραπεία τοῦ κακοῦ. Ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ ὅπως  καὶ ὁ γιατρός. Ξεκινάει ἀπὸ τὰ ἠπιότερα φάρμακα καὶ προχωρεῖ στὰ δραστικότερα. Καὶ ὅπως ὁ γιατρὸς δὲν τιμωρεῖ τὸν ἀσθενῆ, ὅταν τὸν  ταλαιπωρεῖ μὲ ἐπώδυνες θεραπεῖες, ἀφοῦ μάχεται τὴν ἀσθένεια καὶ ὄχι τὸν ἄνθρωπο, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ ὁ Θεός. Ὅ,τι κι ἂν κάνει, ὅσο ὀδυνηρὲς κι ἂν εἶναι οἱ ἐπεμβάσεις του, δὲν εἶναι γιὰ τὴν τιμωρία τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἀλλὰ γιὰ τὴ διόρθωση καὶ τὴ θεραπεία του ἀπὸ τὴ νόσο τοῦ κακοῦ (βλ. καὶ Ἁγ. Βασιλείου τοῦ Μεγάλου Ὁμιλία, «Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν  κακῶν ὁ Θεός»).  
Τὸ παράδοξο ὅμως εἶναι ὅτι, παρὰ τὰ περὶ τοῦ ἀντιθέτου λεγόμενα σήμερα, ὁλόκληρη ἡ Παλαιὰ Διαθήκη μιλάει ἀκατάπαυστα γιὰ 
τὴν εὐσπλαχνία καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Μέσα ἀπὸ τὶς (πάντα παιδαγωγικὲς καὶ θεραπευτικές) «τιμωρίες» ὁ παλαιοδιαθηκικὸς ἄνθρωπος  βιώνει ὡς εὐσπλαχνία καὶ ὄχι ὡς «ἀπανθρωπία» τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. Καὶ πιὸ συγκεκριμένα:  
α. Θεωρεῖ κατ’ ἀρχὴν ἀπόλυτα σωστὲς καὶ δίκαιες τὶς ἀποφάσεις  τοῦ Θεοῦ καὶ ὅλες του τὶς ἐνέργειες μὲ τὶς ὁποῖες παρεμβαίνει στὴν  ἀνθρώπινη ἱστορία. «Δίκαιος εἶ, Κύριε, καὶ εὐθεῖαι αἱ κρίσεις σου» (Ψαλ. 118, 137). «Ὅτι δίκαιος εἶ ἐπὶ πᾶσιν, οἷς ἐποίησας ἡμῖν, καὶ πάντα τὰ ἔργα  σου ἀληθινά, καὶ εὐθεῖαι αἱ ὁδοί σου, καὶ πᾶσαι αἱ κρίσεις σου ἀλήθεια». 
Οἱ ἐνέργειες καὶ οἱ ἀποφάσεις τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅλες ὀρθὲς καὶ δίκαιες. 
«Καὶ πάντα ὅσα ἐπήγαγες ἡμῖν, καὶ πάντα ὅσα ἐποίησας ἡμῖν, ἐν ἀληθινῇ κρίσει ἐποίησας» (Δαν. Β, 3· 7 [3, 27· 31]). «Οὐκ ἔστι δίκαιος ὡς ὁ Θεὸς  ἡμῶν» (Α΄ Βασ. 2, 2).  
β. Κατὰ δεύτερο λόγο, ὁ ἄνθρωπος κατανοεῖ πλήρως ὅτι αἰτία  τῶν ὀδυνηρῶν θεϊκῶν παρεμβάσεων εἶναι ἡ ἀποστασία καὶ ἀπείθειά  του ἔναντι τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἅγιοι Τρεῖς Παῖδες μέσα στὴν κάμινο τοῦ 
πυρὸς ὁμολογοῦν, ὅτι ὅ,τι ἐπέφερε ἐναντίον τους ὁ Θεός, τὸ ἔπραξε μὲ ἀπόλυτη δικαιοκρισία «διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν. Ἁμαρτήσαμε καὶ 
ἀνομήσαμε μὲ τὸ νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ ἐσένα. Ἐξημάρτομεν ἐν  πᾶσι καὶ τῶν ἐντολῶν σου οὐκ ἠκούσαμεν» (Δαν. Β, 4-5 [3, 28-29]).  
γ. Ἕνα τρίτο σημαντικότατο στοιχεῖο εἶναι ὅτι δὲν βλέπει ο  ἄνθρωπος στὸν Θεὸ μιὰ ἄτεγκτη δικαιοσύνη ποὺ ἰσοπεδώνει τὰ πάντα, ἀλλὰ μιὰ δικαιοσύνη ποὺ συμπλέκεται ἀδιάκοπα μὲ τὴν εὐσπλαχνία, ὥστε τελικὰ νὰ ταυτίζεται μὲ τὴ χρηστότητα, τὴν ἀγαθότητα, τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. «Ἐλεήμων ὁ Κύριος καὶ δίκαιος, καὶ ὁ Θεὸς ἡμῶν  ἐλεεῖ» (Ψαλ. 114, 5). Παρὰ τὶς ἐπώδυνες παρεμβάσεις του γιὰ τὴν ἀποτροπὴ τοῦ κακοῦ, τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ βιώνεται σὲ τελικὴ ἀνάλυση  ὡς ἀγάπη. Ἐφόσον ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο, θεωρεῖ αὐτομάτως ὅτι εἶναι δίκαιος, ὅταν κάνει τὰ πάντα (ὅλο τὸ σχέδιο τῆς Θείας Οἰκονομίας) γιὰ νὰ τὸν σώσει, νὰ τὸν ἀποκαταστήσει πλήρως, ὅπως θὰ ἔπραττε ὁ κάθε φυσικὸς γονιὸς γιὰ τὰ παιδιά του. Θὰ ἦταν ἄδικο νὰ μὴν τὸ πράξει, νὰ μὴν ἐπιδείξει τὴν αὐτονόητη αὐτὴ γονικὴ φροντίδα  καὶ ἀγάπη.  
                                                                                                  
Δικαιοσύνη καὶ ἀγάπη δηλαδὴ δὲν εἶναι δύο διαφορετικά πράγματα στὸν Θεὸ καὶ μάλιστα ἀντιτιθέμενα μεταξύ τους, ὅπως διατείνονται μερικοί, ἀλλὰ δικαιοσύνη εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. «Γεύσασθε  καὶ ἴδετε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος» (Ψαλμ. 33, 9). Εἶναι σπλαχνικός, εὐεργετικός, ἀγαθὸς ὁ Κύριος, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ψαλμωδὸς παραγγέλλει ἀνεπιφύλακτα: «Κατατρύφησον τοῦ Κυρίου» (Ψαλμ. 36, 4), ἀφοῦ ἡ σχέση καὶ κοινωνία μαζί του προξενεῖ ἀπροσμέτρητη εὐχαρίστηση. «Κύριος ὁ Θεὸς  οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος καὶ ἀληθινὸς» (Ἐξ. 34, 6). Ἡ αὐθεντικὴ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι «φωνὴ αὔρας λεπτῆς», σύμφωνα μὲ τὸ γνήσιο βίωμα τῆς θεοπτίας τοῦ προφήτη Ἠλία (Γ΄ Βασ. 19, 12).  
δ. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἀνταποδίδει, παρὰ τὸ λεγόμενο στὶς Παροιμίες 
(κεφ. 24, 12), δὲν ἀνταποδίδει ἀκριβῶς «κατὰ τὰ ἔργα» τοῦ ἀνθρώπου. «Οὐ κατὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν ἐποίησεν ἡμῖν, οὐδὲ κατὰ τὰς ἁμαρτίας  ἡμῶν ἀνταπέδωκεν ἡμῖν» (Ψαλμ. 102, 8-10). Ἡ ἀνταπόδοση τοῦ Κυρίου  δὲν εἶναι ἀνάλογη μὲ τὶς ἁμαρτίες τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ κατὰ πολὺ φιλανθρωπότερη. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἐπιμένει ἰδιαίτερα σ’ αὐτό. «Κολάζει διὰ τὸ φιλεῖν, οὐχ ἵνα τιμωρίαν ἀπαιτήσῃ». Ὁ σκοπὸς τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι νὰ τιμωρήσει, ἀλλὰ νὰ ἐπαναφέρει τὸν ἄνθρωπο σὲ σχέση ἀγάπης μαζί του. «Μᾶλλον δὲ οὐδὲ κολάζει, ἀλλὰ διορθοῦται  μόνον». Ἐπισείει τὸν φόβο τῆς «τιμωρίας» στὸν ἁμαρτάνοντα, μόνο «ἵνα ἀποδύσηται τὸ ἔγκλημα, ἵνα κἂν οὕτως ἐπανέλθοι πρὸς τὴν ἐκείνου φιλοστοργίαν».  
Ὅσο μάλιστα αὐστηρότερη φαίνεται ἡ «τιμωρία», τόσο περισσότερη εἶναι ἡ ἀγάπη του. «Ὅταν σφόδρα ἐπιτείνῃ τὴν κόλασιν, τότε δείκνυσι τὸν ἔρωτα… Πάντα γὰρ ὁ Θεὸς πράττει, ἵνα φιληθῇ παρ’ ἡμῶν». 
Ὁ Θεὸς μετέρχεται τὰ πάντα καὶ καταδέχεται νὰ χρησιμοποιεῖ γιὰ τὸν  ἑαυτό του «παχύτερα ρήματα» καὶ ὄχι τὶς λεπτὲς καὶ ὑψηλὲς θεολογικὲς ἔννοιες ποὺ τοῦ ἁρμόζουν, καὶ ἐπιπλέον ἀποδέχεται λέξεις καὶ χαρακτηρισμοὺς ποὺ ὑποδηλώνουν ἀνθρώπινα πάθη, λέγοντας τὸν  ἑαυτό του ζηλιάρη καὶ ὑποδυόμενος τὸν ζηλότυπο σύζυγο ἢ ἐραστὴ («Θεὸς γάρ ειμι ζηλωτὴς» [πρβλ. Ἐξ. 20, 5]), «ἵνα μάθῃς τῆς αγάπης τὴν ἐπίτασιν» (Ἁγ. Ἰω. Χρυσοστόμου, Ὁμιλία εἰς τό· «Πᾶσα ψυχὴ ἐξουσίαις ὑπερεχούσαις  ὑποτασσέσθω», PG 60, 621-622).  
ε. Δὲν μιλᾶμε συνεπῶς γιὰ τιμωρία (κόλαση), ἀλλὰ γιὰ διόρθωση,  θεραπεία ἀπὸ ἕνα πατέρα-ἰατρό, τοῦ ὁποίου εἶναι «τὸ ἔλεος ἀμέτρητον καὶ ἡ φιλανθρωπία ἄφατος». Καμμιὰ κακία δὲν ἐμφωλεύει στὴ φύση του, κανένας σαδισμός, κανένα ἄκαμπτο νομικὸ πνεῦμα, καμμιὰ ἐμμονὴ γιὰ ἀποκατάσταση καὶ ἱκανοποίηση κάποιας δικαιοσύνης ἢ διασαλευθείσας ἠθικῆς τάξης ἢ προσβολῆς στὸ πρόσωπό του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν ὑπάρξει μετάνοια καὶ ἐπιστροφὴ τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου,  παρέλκει ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ ἡ τιμωρία. Ὁ προφήτης Ἰωνᾶς μάλιστα  «μέμφεται» τὸν Θεὸ γιὰ τὴν εὐσπλαχνία του: «Ἔγνων, ὅτι σὺ ἐλεήμων  καὶ οἰκτίρμων, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος, καὶ μετανοῶν ἐπὶ ταῖς κακίαις» (Ἰων. 4, 2). Εἶναι ὁ Θεὸς ποὺ δὲν κάνει πραγματικὸ δικαστήριο μαζί  μας, δὲν ἔρχεται «εἰς κρίσιν μετὰ τῶν δούλων» του, ἐπειδὴ εἶναι «ὁ μακροθυμῶν ἐπὶ πάντας ἡμᾶς καὶ μετανοῶν ἐπὶ ταῖς κακίαις ἡμῶν». Ὁ Θεὸς ποὺ ἀλλάζει γνώμη καὶ δὲν μᾶς «τιμωρεῖ» κατὰ τὰ ἔργα μας.  Ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει πολὺ καλὰ ὅτι ὁ φιλάνθρωπος Κύριος «οὐκ  εἰς τέλος ὀργισθήσεται, οὐδὲ εἰς τὸν αἰῶνα μηνιεῖ» (Ψαλμ. 102, 9). Γι’ αὐτὸ προτιμάει πάντα νὰ πέφτει «ἐν χειρὶ Κυρίου», διότι «πολλοὶ οἱ οἰκτιρμοὶ αὐτοῦ», καὶ ὄχι στὰ ἀνηλεῆ χέρια τῶν ἐχθρῶν του, ὅπως χαρακτηριστικὰ λέγει ὁ Δαυΐδ, εὑρισκόμενος ὁ ἴδιος, λόγῳ σοβαροῦ παραπτώματός του, σὲ πραγματικὸ ἀδιέξοδο. Ἡ «τιμωρία» τοῦ Θεοῦ εἶναι πάντα φιλανθρωπότερη ἀπὸ τὰ δεινὰ ποὺ ἐπισωρεύει ἡ ἀνθρώπινη βαρβαρότητα. Εἶναι πάντα μικρότερη ἀπὸ τὴν παράβαση. Χρησιμοποιεῖται  μόνο ὡς ἔναυσμα ἐπιστροφῆς στὸν Θεό. Μὲ τὴ λήψη τοῦ μηνύματός  της ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, δὲν ἔχει λόγο νὰ ἐπιτείνεται καὶ παύει (πρβλ. Β΄  Βασ. κεφ. 24). Δὲν ἰσχύουν καθόλου στὸν Θεὸ τὰ αὐτονόητα τῆς ἀνθρώπινης ἄκαμπτης δικαιοσύνης, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ ὁπωσδήποτε γιὰ κάθε  παράβαση τὴν ἀντίστοιχη τιμωρία.  
Γι’ αὐτὸ καὶ τίποτε δὲν ἐμποδίζει τὸν ἄνθρωπο νὰ ὑμνεῖ ἀκατάπαυστα αὐτὸν τὸν Θεό. «Τὰ ἐλέη σου, Κύριε, εἰς τὸν αἰῶνα ἄσομαι» 
(Ψαλμ. 88, 2). «Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ». Αἰώνιο καὶ ἀνεξάντλητο εἶναι τὸ ἔλεός του (Ψαλμ. 135, 1). 
Παρὰ τὶς «τιμωρίες» δηλαδή, ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται φιλάνθρωπα τὰ  χέρια τοῦ Θεοῦ. Ἐμπιστεύεται χωρὶς δισταγμὸ τὸν ἑαυτό του στὴν  ἀγκαλιά του. Γιατὶ ὁ Θεὸς διακηρύττει, ὅτι ἀγαπάει τὸ πλάσμα του περισσότερο ἀπὸ ὅσο ἡ μάνα τὸ παιδί της. «Εἶναι ποτὲ δυνατὸν μιὰ μητέρα νὰ μὴ σπλαχνισθεὶ τὰ ἔκγονα τῶν σπλάχνων της, νὰ λησμονήσει  τὰ παιδιά της; (Στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία δυστυχῶς συμβαίνουν κάποτε  καὶ αὐτά). Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ἀκόμα τὸ παρὰ φύσιν γεγονὸς νὰ συμβεῖ, νὰ λησμονήσει μιὰ μητέρα τὰ παιδιά της, ὅμως ἐγὼ ποτὲ δὲν θὰ σὲ λησμονήσω, εἶπε Κύριος» (Ἡσ. 49, 15).  
Ἕναν τέτοιο Θεό, ἀνώτερο καὶ ἀπὸ τὴ μάνα μας, θέλουμε.  
(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 423, Ὀκτ. 2018, ἐπηυξημένο)  
(Συνεχίζεται)  
 

Ἀ ν τ ι ύ λ η  
Ἱ. Ναὸς Ἁγ. Βασιλείου, 481 00 Πρέβεζα  
Τηλ. 26820 25861/23075/6980 898 504  
e-mail: antiyli.gr@gmail.com  
 
Διαδίδω τὴν «Ἀ ν τ ι ύ λ η»  
Ἐκτυπώνω/προωθῶ σὲ φιλικά μου e-mails  
ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ; (ζ) 
 

Washington Post: Converting Hagia Sophia into a mosque is an act of cultural cleansing- "Kthimi i Shën Sofisë në një xhami është një akt spastrimi kulturor!" -« Η μετατροπή σε τζαμί είναι πράξη πολιτιστικής εκκαθάρισης»

Αγία Σοφία: Συγκλονιστικό άρθρο στη Washington Post -« Η μετατροπή σε τζαμί είναι πράξη πολιτιστικής εκκαθάρισης»

Converting Hagia Sophia into a mosque is an act of cultural cleansing

 

Opinion by Judith Herrin

Judith Herrin is emeritus professor at King’s College London and the author of “Ravenna, Capital of Empire, Crucible of Europe,” to be published in August.

Turkish President Recep Tayyip Erdogan is famous for saying, “If we lose Istanbul, we lose Turkey.” Last year, he lost the city’s municipal elections. Today, he is trying to reverse his sliding popularity by backing a religious fundamentalism that threatens Turkey’s minorities, the country’s secular character and Istanbul’s historic role as a tolerant metropolis where Muslim, Christian and Jewish faiths coexisted for centuries.

On Friday, Erdogan’s shortsighted, cynical campaign struck at the very heart of world culture and Istanbul’s essential character. At his instigation, Turkey’s highest administrative court issued a scandalously dangerous and bigoted decision: Hagia Sophia, a UNESCO world heritage site in Istanbul and a global symbol of world history and multicultural representation, should convert from a museum back to a mosque.

By serving as a museum, Hagia Sophia, a vast, 1,500-year-old structure that previously served as a church and then a mosque, represented the essence of Istanbul, a place where world-changing empires and religions conflicted and intersected but whose monuments and artifacts can be enjoyed by all. Friday’s ruling marks a symbolic end to this legacy of tolerance.

Hagia Sophia’s history contains the city’s history. It is a Byzantine church that has dominated the skyline of Istanbul, formerly Constantinople, for the city’s entire history. When the Ottomans conquered the city in 1453, it became a mosque. In 1935, Kemal Ataturk, the founder of modern, secular Turkey, made it a museum, and Hagia Sophia was opened to all as a cultural and scientific site. It became a tremendous tourist attraction. Visitors marvel at not only its structure but also the layers of history it embodies.

Constantinople was founded in 330 A.D. by the Roman Emperor Constantine I. He selected an amazing site overlooking the Bosporus with strategic control of the Black Sea. In his “New” Rome, he built an imperial capital that outstripped “Old” Rome.

His son constructed the first church dedicated to “Hagia Sophia,” Holy Wisdom. It served as the cathedral, where the patriarch conducted services attended by the emperor and empress as well as the local population.

As the city expanded, so did the church. In 537, Emperor Justinian, whose rule stretched from Italy to Sinai, dedicated the present structure as an expression of might and piety. It has an enormous dome, 102 feet in diameter, at a height of 184 feet. For nearly 1,000 years, it was the highest and largest in the world.

Decorated in contrasting colored marbles brought from all parts of the Mediterranean, the entire interior surface of Hagia Sophia glowed with golden and silver mosaics that reflected the light flooding in through its many windows.

Justinian’s original church had one internal decoration: a monumental, glittering cross in the dome, now removed. In the late ninth century, figural mosaics were added: the Virgin and Child in the main apse, with the archangels Michael and Gabriel on either side. Later rulers, including the Empress Zoe, commemorated themselves with beautiful gold mosaic portraits and Christian icons.

 

The great church established the standard. When the Arabs broke out of the deserts to proclaim the faith of Islam, they modeled their first mosques on the Christian domes pioneered by the Byzantines. So when the Turkish Sultan Mehmet II breached the triple walls and rode into Constantinople in May 1453, he could order the symbol of the city, Hagia Sophia, to be transformed into a mosque rather than destroying it.

Under Islamic law, the figural mosaics were either removed or plastered over, a huge loss and a warning of what might happen again. Indeed, while Turkish officials on Friday promised the mosaics won’t be removed, on Monday they announced that they will be covered by curtains or lasers during Muslim prayers.

To turn the unrivaled building back into a place of worship threatens open access to a magnificent structure and the building’s invaluable mosaic decorations. By restricting access to Istanbul’s greatest historical legacy, Erdogan assaults the cosmopolitan traditions that make the city and Turkey itself a crossroads for the world. It is an act of cultural cleansing.

 

This is a decision of a beleaguered autocrat — the most dangerous — motivated by a desire to punish Istanbul’s inhabitants, who voted decisively against him, and by a desire to consolidate his position by stirring sectarian animosity between his pious followers and those attached to secular traditions.

Hagia Sophia belongs to the world. Its fate is not just a matter, as Erdogan defensively insists, of Turkish sovereignty.

https://www.washingtonpost.com/


 

 

Konvertimi i Shën Sofisë në xhami është një akt spastrimi kulturor.

 

Opinion nga Judith Herrin.

Judith Herrin është një pedagoge nderi e King’s College Lodon dhe autorja e “Ravenna, Kryeqytet i Perandorisë, ena e Europës”

Presidenti turk Rexhep Tajip Erdogan është i famshëm për thënien , "Nëse humbasim Stambollin, ne humbim Turqinë". Vitin e kaluar, ai humbi zgjedhjet lokale të qytetit. Sot, ai është duke u përpjekur të rikthejë popullaritetin e tij të rrëshqitur duke u mbështetur në fondamentalizmin fetar që kërcënon pakicat e Turqisë, karakterin sekular të vendit dhe rolin historik të Stambollit si një metropol tolerant ku besimet myslimane, të krishtera dhe hebraike bashkëjetuan për shekuj.

Të Premten, fushata e shkurtër cinike e Erdoganit goditi në zemrën e kulturës botërore dhe karakterin thelbësor të Stambollit. Nën nxitjen e tij, gjykata  e lartë administrative e Turqisë nxori një vendim skandalozisht të rrezikshëm dhe të trashëguar: Hagia Sophia (Shën Sofia), një sit i trashëgimisë botërore të UNESCO-s në Stamboll por dhe një simbol global i historisë botërore dhe përfaqësimit multikulturor, duhet të kthehet nga një muze, përsëri në një xhami.

Duke shërbyer si një muze, Hagia Sophia, një strukturë e gjerë, 1.500-vjeçare që më parë shërbente si kishë dhe më pas si një xhami, përfaqësonte thelbin, esencën  e Stambollit, një vend ku perandoritë  dhe fetë që ndryshuan botën u ndeshën dhe u përplasën, por monumentet  dhe artefaktet e këtij qyteti mund të shijohen nga të gjithë. Vendimi i së Premtes shënon një fund simbolik të kësaj tolerance të trashëguar.

Historia e Hagia Sophia përmban historinë e qytetit. Është një kishë bizantine që ka mbizotëruar në vijën qiellore të Stambollit, dikur Kostandinopojën, për gjatë gjithë historisë së qytetit. Kur osmanët e pushtuan qytetin në vitin 1453, ajo u bë një xhami. Më 1935, Kemal Ataturk, themeluesi i Turqisë moderne, laike, e bëri atë një muze, dhe Hagia Sophia u hap për të gjithë si një sit kulturor dhe shkencor. U bë një atraksion i jashtëzakonshm turistik. Vizitorët mrekullohen jo vetëm me strukturën e saj, por edhe me shtresat e historisë që ky monument mishëron.

Kostandinopoja u themelua në vitin 330 p.K nga Perandori Romak Konstandin I. Ai zgjodhi një sit të mahnitshëm me pamje nga Bosfori me kontroll strategjik të Detit të Zi. Në Romën e tij "të Re", ai ndërtoi një kryeqytet perandorak që tejkaloi Romën e "Vjetër".

Djali i tij ndërtoi kishën e parë kushtuar "Hagia Sophia – Shën Sofisë", Urtësisë së Shenjtë. Ajo shërbeu si katedralja, ku patriarku zhvillonte Shërbesa Hyjnore ku merrnin pjesë perandori dhe perandorja, si dhe popullsia vendase.

Ndërsa qyteti u zgjerua, kështu ndodhi dhe me kishën. Në vitin 537, Perandori Justinian, sundimi i të cilit shtrihej nga Italia në Sinai, e dedikoi strukturën e tanishme, si një shprehje të fuqisë dhe devotshmërisë. Ka një kube shumë të madhe, 102 metra në diametër, në një lartësi prej 184 këmbësh. Për afro 1.000 vjet, ishte më e lartja dhe më e madhja në botë.

Zbukuruar në mermere me ngjyra të kundërta të sjella nga të gjitha pjesët e Mesdheut, e gjithë sipërfaqja e brendshme e Shën Sofisë u zbukurua dhe ndriçua me mozaikë të artë dhe të argjendtë që pasqyronin dritën që vërshonte nëpër dritaret e saj të shumta.

Kisha origjinale e Justinianit kishte një dekorim të brendshm: një kryq monumental, me shkëlqim në kube, tani i hequr. Në fund të shekullit të nëntë, mozaikë figurative u shtuan: Virgjëresha dhe Foshnja në absidën kryesore, me kryeengjëjt Mihail dhe Gabriel nga të dyja anët. Sundimtarët e mëvonshëm, përfshirë Perandoreshën Zoi, nderuan dhe vendosën në histori veten, me portrete të bukura me mozaikë ari dhe ikona të krishtera.

 

Kisha e madhe vendosi standardin. Kur arabët dolën nga shkretëtirat për të shpallur besimin e Islamit, ata modeluan xhamitë e tyre të para të frymëzuar nga kupolat e krishtera, të paruara nga Bizantinët. Kështu që kur Sulltani turk Mehmet II shkeli muret e trefishtë dhe hyri në Kostandinopojë në maj 1453, ai mundi të urdhëronte që simboli i qytetit, Shën Sofia, të shndërrohej në një xhami dhe jo ta shkatërrohej.

Sipas ligjit islamik, mozaikët, ikonat, ishin hequr ose suvatuar, një humbje e madhe dhe një paralajmërim i asaj që mund të ndodhë përsëri. Në të vërtetë, ndërsa zyrtarët turq të Premten premtuan se mozaikët nuk do të hiqen, të hënën ata njoftuan se ato do të mbulohen nga perde ose me drita lazer gjatë lutjeve muslimane.

Të kthesh një ndërtesë të pakrahasueshme sërish në një vend adhurimi kërcënon hyrjen e hapur në një structure të tillë madhështore dhe dekorimet e vyera të mozaikut të ndërtesës. Duke kufizuar hyrjen në trashëgiminë më të madhe historike të Stambollit, Erdogan sulmon traditat kozmopolite që e bëjnë qytetin dhe Turqinë vetë një udhëkryq për botën. Ky është një veprim i spastrimit kulturor.

 

Ky është një vendim i një autokrati të rrethuar – të llojit rrezikshëm - i motivuar nga një dëshirë për të ndëshkuar banorët e Stambollit, të cilët votuan me vendosmëri kundër tij, dhe nga një dëshirë për të konsoliduar pozicionin e tij duke nxitur armiqësi sektare midis ndjekësve të tij të devotshëm dhe atyre që i bashkëngjiten traditave laike .

Shën Sofia  i përket botës. Fati i saj nuk është vetëm një çështje, ashtu si Erdogani përsërit me inistim për tu mbrojtur, e brendshme që lidhet me sovranitetin e Turqisë.

Përktheu Pelasgos Koritsas

Washington Post -« Η μετατροπή σε τζαμί είναι πράξη πολιτιστικής εκκαθάρισης»

 

Με σκληρή γλώσσα προς τον Ταγίπ Ερντογάν και χαρακτηρίζοντας τη μετατροπή σε τζαμί ως «πράξη πολιτιστικής εκκαθάρισης», η Βρετανίδα πανεπιστημιακός στο King’s College London Judith Herrin γράφει στην εφημερίδα Washington Post άρθρο για την Αγία Σοφία.

 

Ο Τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν είχε πει «αν χάσουμε την Κωνσταντινούπολη, θα χάσουμε την Τουρκία», γράφει η Herrin. «Πέρσι έχασε στις δημοτικές εκλογές την πόλη. Σήμερα προσπαθεί να ωθήσει τη δημοτικότητά του, που συρρικνώνεται, στηρίζοντας έναν θρησκευτικό φονταμενταλισμό που απειλεί τις μειονότητες της Τουρκίας, τον κοσμικό χαρακτήρα της χώρας και τον ιστορικό ρόλο της Κωνσταντινούπολης ως την ανεκτική μητρόπολη όπου συνυπήρχαν για αιώνες μουσουλμάνοι, χριστιανοί και Εβραίοι» σημειώνει στην αρχή του άρθρου της.

 

Τονίζει πως η «κοντόφθαλμη και κυνική εκστρατεία του Ερντογάν» χτύπησε στην καρδιά τον παγκόσμιο πολιτισμό και τον χαρακτήρα της Κωνσταντινούπολης και χαρακτηρίζει «σκανδαλωδώς επικίνδυνη» την απόφαση του τουρκικού Ανώτατου Δικαστηρίου. «Η Αγία Σοφία, μνημείο της UNESCO και παγκόσμιο σύμβολο ιστορίας και πολυπολιτισμικής συνύπαρξης, δεν θα έπρεπε ποτέ να επιστρέψει από το μουσειακό καθεστώς σε τζαμί»

 

 

Η συντάκτρια του άρθρου κάνει μεγάλη αναδρομή στην ιστορία και την εξέλιξη της Αγίας Σοφίας και τον τρόπο με τον οποίο συμπυκνώνει την πορεία της πόλης στους αιώνες.

 

«Η επαναφορά του κτιρίου σε τόπο λατρείας  απειλεί την ανοιχτή πρόσβαση σε ένα εκπληκτικό οικοδόμημα και τα ανεκτίμητα μωσαϊκά του. Περιορίζοντας την πρόσβαση στη μεγαλύτερη ιστορική κληρονομιάς της Κωνσταντινούπολης, ο Ερντογάν προσβάλλει τις κοσμοπολίτικες παραδόσεις που κάνουν την πόλη και την ίδια την Τουρκία σταυροδρόμι του κόσμου. Είναι μία πράξη πολιτιστικής εκκαθάρισης» γράφει χαρακτηριστικά.

 

«Είναι μια απόφαση του μονάρχη- η πιο επικίνδυνη- που τροφοδοτείται από την επιθυμία να τιμωρήσει τους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης, που ψήφισαν εναντίον του, και από την επιθυμία να εδραιώσει τη θέση του πυροδοτώντας την εχθρότητα μεταξύ των ευσεβών οπαδών του και εκείνων που συνδέονται με τις κοσμικές παραδόσεις. Η Αγία Σοφία ανήκει στον κόσμο. Η τύχη της δεν είναι μόνο θέμα, όπως ο Ερντογάν επιμένει, της τουρκικής κυριαρχίας» καταλήγει το άρθρο.


https://www.newsbeast.gr