|
3.
Ο ΠΟΝΟΣ Εδώ
κι ένα χρόνο περίπου, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού με τραίνο, είχα μια
μακροσκελή συζήτηση μ’
ένα νεαρό Αμερικανό. Κατά πως φαινόταν, με συνάντησε τυχαία (βέβαια, δεν
υπάρχει τυχαίο στη ζωή), και
μου είπε ότι μάθαινε Ρωσικά. Ήταν ένας θρησκευτικός αναζητητής που είχε
βρεθεί σε όλα τα είδη των αποκαλούμενων
χριστιανικών ομάδων, δεν είχε βρει τίποτα παρεκτός από υποκρισία και απάτη
παντού, κι ήταν
έτοιμος να παρατήσει εντελώς τη
θρησκεία. Μετά όμως άκουσε ότι στη Ρωσία οι άνθρωποι υπέφεραν για
την πίστη τους. Εκεί υπάρχει πόνος, σκέφτηκε, θα υπάρχει προφανώς κάτι
αληθινό, και δεν μπορεί να υπάρχει
τέτοια απάτη όπως στην Αμερική. Κι έτσι μελετούσε Ρωσικά με σκοπό να πάει στη
Ρωσία και να συναντήσει
ανθρώπους που ήταν πραγματικοί Χριστιανοί. Ως Ρωσορθόδοξος ιερέας το άκουσα
αυτό με έκπληξη, γιατί ο νεαρός δεν
είχε δει ποτέ πιο πριν ένα Ορθόδοξο ποιμένα ούτε είχε παρακολουθήσει κάποια Ορθόδοξη
λειτουργία. Είχαμε μια μεγάλη συζήτηση για τη θρησκεία, και είδα ότι η ιδέα
του ήταν πολύ σωστή:
η ιδέα ότι ο πόνος μπορεί να παράγει κάτι γνήσιο, ενώ η γεμάτη απολαύσεις ζωή
μας εύκολα παράγει απάτη. Σον
4ο αιώνα, ένας μεγάλος Ορθόδοξος θεολόγος, ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός
(που καλείται επίσης
«Θεολόγος») περιέγραψε τη θρησκεία μας ως «Ορθοδοξία που υποφέρει» - και έτσι
ήταν από την αρχή,
σε όλη τη ιστορία της Εκκλησίας. Οι ακόλουθοι του Εσταυρωμένου Θεού υφίσταντο
διωγμούς και
βασανιστήρια. Όλοι σχεδόν οι Απόστολοι πέθαναν σαν μάρτυρες, ο Πέτρος
σταυρώθηκε ανάποδα κι ο Ανδρέας
σ’ ένα σταυρό με σχήμα X. Κατά τη
διάρκεια των τριών πρώτων αιώνων του Χριστιανισμού, οι πιστοί κατέφευγαν
σε κατακόμβες και υπέμεναν τρομακτικά βάσανα. Ήταν μέσα στις κατακόμβες όπου
η Θεία Λειτουργία
της Εκκλησίας – την οποία σήμερα τελούμε σε μια μορφή λίγο αλλαγμένη από
εκείνης της εποχής
– τελείτο σε μια ατμόσφαιρα συνεχούς αναμονής του θανάτου. Μετά την εποχή των
κατακομβών υπήρξε
ο αγώνας να διατηρηθεί η καθαρότητα της Πίστης, όταν πολλοί δάσκαλοι
προσπάθησαν να υποκαταστήσουν τις θεϊκά αποκεκαλυμμένες διδασκαλίες, τις
παραδεδομένες από τον Κύριό μας Ιησού Χριστό,
με τις προσωπικές τους γνώμες. Στους κατοπινούς αιώνες, υπήρχαν οι εισβολές στις
Ορθόδοξες επαρχίες
από Άραβες, Τούρκους, άλλους μη χριστιανικούς λαούς, και τελικά – στις μέρες
μας – από τους κομμουνιστές.
Ο κομμουνισμός, ο οποίος δίωξε την θρησκεία όπως δεν είχε κυνηγηθεί ποτέ
πριν, επιτέθηκε πρώτα
ακριβώς στις ορθόδοξες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Γι’ αυτούς τους λόγους,
όπως μπορεί να γίνει φανερό,
η πίστη μας είναι μια πίστη που υποφέρει∙ και μέσα στον πόνο αυτόν συμβαίνει
κάτι που βοηθά την καρδιά
να δεχθεί την αποκάλυψη του Θεού. Τι
έχει η πονεμένη Ορθοδοξία της Ρωσίας – η βασανισμένη θρησκεία που ο
προαναφερόμενος νεαρός άνδρας
ήθελε να δει – να πει σε μας σήμερα; Έχει στη Ρωσία αποκαλυφθεί η αλήθεια σε
καρδιές που αγαπούν;
σύμφωνα με την κοσμική λογική, δεν έπρεπε να υπάρχει δυνατότητα για κάτι τέτοιο.
Ο κομμουνισμός
με σιδερένιο χέρι για περισσότερο από 60 χρόνια, κι από το πρώτο του ξεκίνημα
η ιδέα του ήταν
να «σβήσει» τη θρησκεία. Για κάποιο διάστημα, στα τέλη της δεκαετίας του
1930, σχεδόν πέτυχε αυτό το σκοπό,
αφήνοντας πολύ λίγες εκκλησίες ανοιχτές. Αν η εισβολή του Χίτλερ δεν
απαιτούσε από τον Ρωσικό λαό
να γίνει πατριώτης και αν αποκτήσει κάποια ελπίδα στη ζωή πέρα από την
κομμουνιστική ιδεολογία, η Εκκλησία
θα είχε φτάσει να είναι εντελώς περιθωριακή. ήμερα η κατάσταση είναι κάπως καλύτερη,
αλλά υπάρχει
ακόμα μεγάλη πίεση πάνω στους πιστούς. Υπήρξε μια ανανέωση των διώξεων το
1960 επί Χρουτσώφ, που είχε σαν
αποτέλεσμα να κλείσουν τα τρία τέταρτα των εκκλησιών που είχαν μείνει ανοιχτές. Σήμερα, (Σ. Μτχ. Δηλ. το 1981 οπότε
δόθηκε η διάλεξη) εκτός από τις πόλεις όπου πάνε τουρίστες, (στη Μόσχα και στο Λένινγκραντ
για παράδειγμα, θα δείτε ίσως 30 ή 40 εκκλησίες ανοιχτές), υπάρχουν μεγάλες
πόλεις στην επαρχία με λίγους ή καθόλου ναούς. Έτσι, αν ένας πιστός θέλει να
βαφτίσει το παιδί του,
θα πρέπει μερικές φορές να ταξιδέψει εκατοντάδες μίλια. Εδώ
θα ήθελα να πω δυο λόγια για το πως ο Θεός αποκαλύπτει τον Εαυτό Σου στους Χριστιανούς
που υποφέρουν στη Ρωσία ακριβώς τώρα.
Πιθανώς να έχετε ακούσει όλοι σας για τον Αλέξανδρο Σολζενίτσυν, ένα μεγάλο Ρώσο μυθιστοριογράφο και στοχαστή
που εξορίστηκε από την πατρίδα του του 1975 επειδή έλεγε την αλήθεια για τη Ρωσία όπως την είδε. Η
ηλικία του ήταν σχεδόν ακριβώς ίδια με αυτήν του ίδιου του κομμουνιστικού καθεστώτος, κι έτσι δεν
μπορεί να κατηγορηθεί ότι του είχαν μείνει προκαταλήψεις από την παιδική
του ηλικία. Έζησε μια τυπική ζωή στη Σοβιετική Ένωση. Γεννημένος ένα χρόνο μετά
την Οκτωβριανή Επανάσταση, έχασε τον
πατέρα του στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, σπούδασε μαθηματικά με σκοπό
να πιάσει μια πρακτική δουλειά, υπηρέτησε ως στρατιώτης στον Δεύτερο
Παγκόσμιο Πόλεμο και πήγε με το Σοβιετικό
στρατό στη Γερμανία. Tο 1945 συνελήφθη
γιατί έγραφε σε προσωπικά του γράμματα ασεβείς παρατηρήσεις
σχετικά με το «μουστάκι» (εννοώντας τον Στάλιν) και καταδικάστηκε σε οκταετή εγκλεισμό
σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. το τέλος αυτής
της ποινής, το 1953, εξορίστηκε (πράγμα που σημαίνει ότι δεν ήταν ακριβώς στη φυλακή, αλλά ούτε ήταν
ελεύθερος να πάει οπουδήποτε) σε μια πόλη στο νότιο Καζακστάν,
στην άκρη της ερήμου. Εκεί παρουσίασε καρκίνο και παραλίγο να πεθάνει από
αυτόν, αλλά θεραπεύθηκε σε μια κλινική
για τον καρκίνο (για την οποία έγραψε ένα μυθιστόρημα, το «Φυλακή του καρκίνου»).
Σ’ αυτόν τον τόπο της εξορίας δίδασκε μαθηματικά και φυσική, κι έγραφε μυθιστορήματα
και ιστορίες
στα κρυφά. Όταν πέθανε ο Στάλιν υπήρξε μια προσωρινή περίοδος «συμφιλίωσης» ή «απάλυνσης», και του έδωσαν ελευθερία και άδεια να
εκδώσει ένα βιβλίο στη Ρωσία, το 1961. Τότε αποκαλύφθηκε ότι ήταν περισσότερο
«διαφωνών» από όσο άρεσε στην κομμουνιστική κυβέρνηση, και δεν του επιτράπηκε
να εκδώσει τίποτα
άλλο. Πάντως τα μυθιστορήματά του άρχισαν να εκδίδονται έξω από τη Ρωσία.
Αυτό τον έκανε μια προσωπικότητα πολύ
ενοχλητική για τη Σοβιετική εξουσία, ειδικά όταν το 1970 του απονεμήθηκε το βραβείο
Νόμπελ και δεν του επιτράπηκε να το
παραλάβει προσωπικά. Τελικά, το 1975 εξορίσθηκε δια της βίας∙ λίγες μέρες νωρίτερα του δόθηκε μια ειδοποίηση και
μετά τον έστειλαν στη Δυτική Γερμανία. Ο Σολζενίτσυν
ζει τώρα στο Βέρμοντ, όπου συνεχίζει τη συγγραφική του δραστηριότητα. Έχει μιλήσει
στη
Δύση για κάτι πολύ σημαντικό: το νόημα του αθεϊστικού πειράματος στη Ρωσία.
Δεν κοιτά πρωταρχικά αυτό
το πείραμα από μια πολιτική σκοπιά, αλλά από μια πιο προσγειωμένη και παρ’
όλα αυτά πνευματική προοπτική. Κατά
κάποιον τρόπο, είναι σύμβολο της σύγχρονης Ορθόδοξης αναγέννησης στη Ρωσία,
γιατί έχει υποστεί τα πάνω από 60
χρόνια δυστυχίας του ρωσικού λαού, και βγήκε ακατάβλητος από αυτή τη δοκιμασία.
Έχει μια πολύ ισχυρή χριστιανική πίστη, κι ένα μήνυμα προς τον κόσμο,
βασισμένο στην εμπειρία του.
Σο μνημειώδες βιβλίο του «Σο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ» θα έπρεπε να διαβαστεί από
τον καθένα που θέλει
να κατανοήσει τον αθεϊσμό όπως εξασκήθηκε στη Ρωσία και το πως αυτός ενεργεί
στην ανθρώπινη ψυχή.
Ο Σολζενίτσυν
δεν είναι πικρός σχετικά με τις εμπειρίες του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης και
με όλα
τα υπόλοιπα παθήματά του. Αναδύθηκε νικητής πάνω από αυτά, γιατί απέκτησε
χριστιανική πίστη. Βλέπει
ότι το σύστημα του αθεϊσμού δεν είναι μόνο κάτι ρωσικό, αλλά μια καθολική
κατηγορία ανθρώπινης ψυχής.
Από τη στιγμή που έχεις τη ιδέα ότι ο αθεϊσμός είναι πραγματικός κι ότι δεν
υπάρχει Θεός, τότε – όπως
έγραψε ο Ντοστογιέφσκυ στα μυθιστορήματά του – το καθετί επιτρέπεται: γίνεται
δυνατό το να πειραματίζεσαι
με ό,τι φανταστείς, κάθε νέα έμπνευση, κάθε νέο τρόπο θεώρησης των πραγμάτων,
κάθε νέο είδος
κοινωνίας. Η
αξία του Σολζενίτσυν είναι ότι δείχνει πως, από τη στιγμή που ο αθεϊσμός γίνεται
κυρίαρχη φιλοσοφία
και είναι παρούσα η ιδέα ότι η θρησκεία πρέπει να εξολοθρευθεί, (κάτι που
αποτελεί το επίκεντρο της
κομμουνιστικής ιδεολογίας), τότε πρέπει να υπάρχουν στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Ο άνθρωπος θέλει τη θρησκεία, και αν είναι απαγορευμένη, πρέπει κάπως να
απαλλαγούν από αυτόν (που τη θέλει). Γι’ αυτό, εφ’ όσον
ο αθεϊσμός είναι βασισμένος στο κακό που υπάρχει στη φύση του ανθρώπου, το
σύστημα φυλακών Γκουλάγκ
είναι η φυσική έκφραση του αθεϊστικού πειράματος στη Ρωσία. Αυτό
πάντως είναι ένα δευτερεύον σημείο. Σο κυρίως θέμα για το οποίο θα ήθελα να
μιλήσω είναι το τι
συνέβη στο Σολζενίτσυν (από πνευματικής απόψεως) όταν πήγε φυλακή, γιατί ήταν
εκεί που του αποκαλύφθηκε
ο Θεός. Την ίδια στιγμή που το Γκουλάγκ αποκαλύπτει το κακό στη φύση του
ανθρώπου, είναι
επίσης το αφετηριακό σημείο για την πνευματική ανάπτυξη ενός ανθρώπου. Αυτό
είναι που κάνει την πνευματική
αναγέννηση που συμβαίνει τώρα στη Ρωσία πολύ βαθύτερη από τις ποικίλες
«πνευματικές αναγεννήσεις»
που συμβαίνουν στον σύγχρονο κόσμο. Ο ίδιος ο Σολζενίτσυν λέει τα ακόλουθα σχετικά
με το πως
έφτασε στην πίστη: «Από
τα χρόνια της φυλάκισής μου, μου παραχωρήθηκε να αποκομίσω πάνω στην
τσακισμένη πλάτη
μου, που σχεδόν συντρίφθηκε από το φορτίο της, αυτή την ουσιώδη εμπειρία: το
πως ένα ανθρώπινο ον
γίνεται καλό, και το πως γίνεται κακό. την παραζάλη των επιτυχιών της νεότητάς
μου είχα νιώσει τον εαυτό
μου αλάθητο, και ήμουν γι’ αυτό σκληρός.» (Ήταν λοχίας στο στρατό.) «την κατάχρηση
της δύναμης ήμουν
ένας δολοφόνος και ένας τύραννος. τις πιο κακές μου στιγμές ήμουν πεπεισμένος
πως έκανα καλό, και
ήμουν γερά εφοδιασμένος με μεθοδικά επιχειρήματα. Και ήταν μονάχα όταν
ξάπλωσα εκεί στο σαπισμένο
άχυρο της φυλακής, που αισθάνθηκα μέσα μου τα πρώτα σκιρτήματα του καλού.» Εδώ
η καρδιά του αρχίζει να γίνεται μαλακή και δεκτική, κι έτσι λαμβάνει χώρα ένα
είδος αποκάλυψης:
«Βαθμιαία
μου φανερώθηκε ότι η γραμμή που διαχωρίζει το καλό από το κακό δεν περνά μέσα
από καταστάσεις,
ούτε μέσα από κοινωνικές τάξεις, ούτε μέσα από πολιτικά κόμματα – αλλά κατ’
ευθείαν μέσα από
κάθε ανθρώπινη καρδιά – και κατόπιν μέσα από όλες τις ανθρώπινες καρδιές...
Κι ακόμα και μέσα σε καρδιές
κυριευμένες από το κακό, διατηρείται ένα μικρό προγεφύρωμα καλού. Κι ακόμα
και στην καλύτερη καρδιά,
παραμένει... μια μικρή γωνιά κακού που δεν έχει ξεριζωθεί» (Αποσπάσματα από
το «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ»).
Πόσο
βαθύτερη είναι αυτή η παρατήρηση από οτιδήποτε μπορούμε να πούμε εμείς στη
Δύση, βασισμένοι
στις δικές μας εμπειρίες! Είναι βαθύτερη γιατί βασίζεται πάνω στον πόνο, που
είναι η πραγματικότητα
της ανθρώπινης κατάστασης και η αρχή της γνήσιας πνευματικής ζωής. Ο ίδιος ο Χριστός
ήρθε
σε μια ζωή πόνου και Σταυρού∙ και η δοκιμασία στη Ρωσία ικανώνει όσους την υφίστανται
να δουν αυτό το
γεγονός με εμβρίθεια. Γι’ αυτό η χριστιανική αναζωπύρωση στη Ρωσία είναι ένα
φαινόμενο τόσο βαθύ. |
3. DHIMBJA Rreth një vit më parë, gjatë një udhëtimi me tren, pata
një bisedë të gjatë me një të ri amerikan. Siç dukej, më takoi rastësisht
(sigurisht, në jetë nuk ka rastësi), dhe më tha se po mësonte rusisht. Ai
ishte një kërkues fetar që kishte qenë në të gjitha llojet e të
ashtuquajturave grupe të krishtera, nuk kishte gjetur gjë tjetër veç
hipokrizisë dhe mashtrimit kudo, dhe ishte gati ta braktiste krejtësisht
fenë. Por më pas dëgjoi se në Rusi njerëzit vuanin për besimin e tyre. Aty ka
dhimbje, mendoi, prandaj do të ketë patjetër diçka të vërtetë, dhe nuk mund
të ketë një mashtrim të tillë si në Amerikë. Kështu ai mësonte rusisht me
qëllim që të shkonte në Rusi dhe të takonte njerëz që ishin të krishterë të
vërtetë. Si prift ruso-orthodhoks e dëgjova këtë me habi, sepse i riu nuk
kishte parë kurrë më parë një bari orthodhoks dhe as kishte marrë pjesë në
ndonjë liturgji orthodhokse. Patëm një bisedë të gjatë për fenë, dhe pashë se
ideja e tij ishte shumë e saktë: ideja se dhimbja mund të prodhojë diçka të
vërtetë, ndërsa jeta jonë plot kënaqësi prodhon lehtë mashtrim. Në shekullin e 4-ët, një teolog i madh orthodhoks, shën
Grigor Nazianzinoi (i quajtur gjithashtu “Teologu”) e përshkroi fenë tonë si
“Orthodhoksia që vuan” – dhe kështu ka qenë që nga fillimi, gjatë gjithë
historisë së Kishës. Ndjekësit e Perëndisë së Kryqëzuar pësuan përndjekje dhe
tortura. Pothuajse të gjithë Apostujt vdiqën si martirë: Pjetri u kryqëzua
përmbys dhe Andrea në një kryq me formë X. Gjatë tre shekujve të parë të
Krishterimit, besimtarët strehoheshin në katakombe dhe duronin vuajtje të
tmerrshme. Ishte brenda katakombeve ku Liturgjia Hyjnore e Kishës – të cilën
sot e kryejmë në një formë paksa të ndryshuar nga ajo e asaj kohe – kremtohej
në një atmosferë pritjeje të vazhdueshme të vdekjes. Pas periudhës së katakombeve erdhi lufta për të ruajtur
pastërtinë e Besimit, kur shumë mësues u përpoqën të zëvendësonin mësimet hyjnore
të zbuluara , të trashëguara nga Zoti ynë Jezu Krisht, me mendimet e tyre
personale. Në shekujt pasues, pati pushtime në krahinat orthodhokse nga
arabët, turqit, popuj të tjerë jo të krishterë, dhe më në fund – në ditët
tona – nga komunistët. Komunizmi, i cili e përndoqi fenë siç nuk ishte
ndjekur kurrë më parë, sulmoi së pari pikërisht vendet orthodhokse të Evropës
Lindore. Për këto arsye, siç mund të bëhet e qartë, besimi ynë është një
besim që vuan; dhe brenda kësaj dhimbjeje ndodh diçka që e ndihmon zemrën të
pranojë zbulesën e Perëndisë. Çfarë ka Orthodhoksia e vuajtur e Rusisë – feja e
torturuar që i riu i lartpërmendur donte të shihte – për të na thënë sot? A
është zbuluar e vërteta në Rusi në zemra që dashurojnë? Sipas logjikës së
kësaj bote, nuk duhej të kishte mundësi për diçka të tillë. Komunizmi, me
dorë të hekurt për më shumë se 60 vjet, dhe që nga fillimi i tij ideja ishte
të “shuhej” feja. Për një periudhë, në fund të viteve 1930, pothuajse e
arriti këtë qëllim, duke lënë shumë pak kisha të hapura. Nëse pushtimi i
Hitlerit nuk do t’i kërkonte popullit rus të bëhej patriot dhe të gjente
njëfarë shprese në jetë përtej ideologjisë komuniste, Kisha do të kishte
përfunduar krejtësisht në periferi. Sot gjendja është disi më e mirë, por
ende ka presion të madh mbi besimtarët. Pati një ripërtëritje të përndjekjeve
në vitin 1960 nën Hrushovin, e cila solli mbylljen e tre të katërtave të
kishave që kishin mbetur të hapura. Sot (S.M.T.K. përkth. d.m.th. në vitin 1981, kur u mbajt
ligjërata), përveç qyteteve ku shkojnë turistët (në Moskë dhe në Leningrad,
për shembull, mund të shihni ndoshta 30 ose 40 kisha të hapura), ka qytete të
mëdha në provincë me pak ose pa asnjë kishë. Kështu, nëse një besimtar
dëshiron të pagëzojë fëmijën e tij, ndonjëherë duhet të udhëtojë qindra
milje. Këtu do të doja të them dy fjalë për mënyrën se si
Perëndia e zbulon Veten te të krishterët që vuajnë në Rusi pikërisht tani.
Ndoshta të gjithë keni dëgjuar për Aleksandër Solzhenicinin, një romancier
dhe mendimtar të madh rus që u dëbua nga atdheu i tij në vitin 1975 sepse
thoshte të vërtetën për Rusinë ashtu siç e pa. Mosha e tij ishte pothuajse
saktësisht e njëjtë me atë të vetë regjimit komunist, dhe kështu nuk mund të
akuzohet se i kishin mbetur paragjykime nga fëmijëria. Ai jetoi një jetë
tipike në Bashkimin Sovjetik. I lindur një vit pas Revolucionit të Tetorit, e
humbi të atin në Luftën e Parë Botërore, studioi matematikë me qëllim të
gjente një punë praktike, shërbeu si ushtar në Luftën e Dytë Botërore dhe
shkoi me ushtrinë sovjetike në Gjermani. Në vitin 1945 u arrestua sepse
shkruante në letra personale vërejtje të pahijshme për “mustaqen” (duke
nënkuptuar Stalinin) dhe u dënua me tetë vjet izolim në kamp përqendrimi. Në
fund të këtij dënimi, në vitin 1953, u internua (që do të thotë se nuk ishte
saktësisht në burg, por as nuk ishte i lirë të shkonte kudo) në një qytet në
Kazakistanin jugor, në skaj të shkretëtirës. Atje u sëmur me kancer dhe gati
vdiq prej tij, por u shërua në një klinikë kanceri (për të cilën shkroi një
roman, “Pavijoni i kancerit”). Në atë vend internimi ai jepte mësim
matematikë dhe fizikë dhe shkruante romane dhe tregime fshehurazi. Kur vdiq
Stalini, pati një periudhë të përkohshme “pajtimi” ose “zbutjeje”, dhe iu dha
liria dhe leja të botonte një libër në Rusi, në vitin 1961. Atëherë u zbulua
se ishte më shumë “disident” sesa i pëlqente qeverisë komuniste, dhe nuk iu
lejua të botonte asgjë tjetër. Megjithatë romanet e tij filluan të botoheshin
jashtë Rusisë. Kjo e bëri atë një figurë shumë të bezdisshme për pushtetin
sovjetik, sidomos kur në vitin 1970 iu dha çmimi Nobel dhe nuk iu lejua ta
merrte personalisht. Më në fund, në vitin 1975, u dëbua me forcë; disa ditë
më parë iu dha një njoftim dhe pastaj e dërguan në Gjermaninë Perëndimore. Solzhenicini jeton tani në Vermont, ku vazhdon
veprimtarinë e tij letrare. Ai ka folur në Perëndim për diçka shumë të
rëndësishme: kuptimin e eksperimentit ateist në Rusi. Ai nuk e sheh këtë
eksperiment kryesisht nga një këndvështrim politik, por nga një perspektivë
më tokësore dhe megjithatë shpirtërore. Në njëfarë mënyre, ai është simbol i
rilindjes bashkëkohore orthodhokse në Rusi, sepse ka pësuar më shumë se 60
vjet mjerim të popullit rus dhe ka dalë i pathyeshëm nga kjo provë. Ai ka një
besim të fuqishëm të krishterë dhe një mesazh për botën, të bazuar në
përvojën e tij. Libri i tij monumental “Arkipelagu Gulag” duhet të lexohet
nga kushdo që dëshiron të kuptojë ateizmin siç u ushtrua në Rusi dhe se si ai
vepron në shpirtin njerëzor. Solzhenicini nuk është i hidhëruar për përvojat e tij
në kampin e përqendrimit dhe për të gjitha vuajtjet e tij të tjera. Ai doli
fitimtar mbi to, sepse fitoi besim të krishterë. Ai sheh se sistemi i
ateizmit nuk është vetëm diçka ruse, por një kategori universale e shpirtit
njerëzor. Që nga çasti kur ke idenë se ateizmi është i vërtetë dhe se nuk ka
Perëndi, atëherë – siç shkroi Dostojevski në romanet e tij – çdo gjë lejohet:
bëhet e mundur të eksperimentosh me çfarëdo që të imagjinosh, çdo frymëzim të
ri, çdo mënyrë të re të të parit të gjërave, çdo lloj shoqërie të re. Vlera e Solzhenicinit është se tregon se, nga çasti kur
ateizmi bëhet filozofia sunduese dhe është e pranishme ideja se feja duhet të
shfaroset (gjë që është në qendër të ideologjisë komuniste), atëherë duhet të
ketë kampe përqendrimi. Njeriu e do fenë, dhe nëse ajo është e ndaluar, duhet
disi të shpëtojnë prej tij (që e do atë). Prandaj, meqenëse ateizmi bazohet
në të keqen që ndodhet në natyrën e njeriut, sistemi i burgjeve Gulag është
shprehja natyrore e eksperimentit ateist në Rusi. Megjithatë kjo është një pikë dytësore. Tema kryesore
për të cilën do të doja të flisja është ajo që i ndodhi Solzhenicinit (nga
pikëpamja shpirtërore) kur shkoi në burg, sepse ishte aty që iu zbulua
Perëndia. Në të njëjtën kohë që Gulagu zbulon të keqen në natyrën e njeriut,
ai është gjithashtu pika e nisjes për zhvillimin shpirtëror të një njeriu.
Kjo është ajo që e bën rilindjen shpirtërore që po ndodh tani në Rusi shumë
më të thellë sesa “rilindjet shpirtërore” të ndryshme që ndodhin në botën
moderne. Vetë Solzhenicini thotë këto fjalë për mënyrën se si arriti në
besim: “Që nga vitet e burgimit tim, m’u dha të fitoj mbi
kurrizin tim të thyer, që pothuajse u shtyp nga pesha e tij, këtë përvojë
thelbësore: se si një qenie njerëzore bëhet e mirë, dhe se si bëhet e keqe.
Në marramendjen e sukseseve të rinisë sime e kisha ndier veten të
pagabueshëm, dhe për këtë isha i ashpër.” (Ai ishte toger në ushtri.) “Në
abuzimin e pushtetit isha një vrasës dhe një tiran. Në çastet e mia më të
këqija isha i bindur se bëja mirë, dhe isha i pajisur fort me argumente
metodike. Dhe vetëm kur u shtriva atje mbi kashtën e kalbur të burgut, ndjeva
brenda meje lëvizjet e para të së mirës.” Këtu zemra e tij fillon të bëhet e butë dhe e
pranueshme, dhe kështu ndodh një lloj zbulese: “Gradualisht m’u zbulua se vija që ndan të mirën nga e
keqja nuk kalon përmes shteteve, as përmes klasave shoqërore, as përmes
partive politike – por drejt e përmes çdo zemre njerëzore – dhe pastaj përmes
të gjitha zemrave njerëzore... Dhe madje edhe në zemrat e pushtuara nga e
keqja, ruhet një urë e vogël e së mirës. Dhe madje edhe në zemrën më të mirë,
mbetet... një qoshe e vogël e së keqes që nuk është çrrënjosur.” (Pjesë nga
“Arkipelagu Gulag”.) Sa më e thellë është kjo vëzhgim se gjithçka që mund të
themi ne në Perëndim, të bazuar në përvojat tona! Është më e thellë sepse
bazohet mbi dhimbjen, e cila është realiteti i gjendjes njerëzore dhe fillimi
i jetës së vërtetë shpirtërore. Vetë Krishti erdhi në një jetë dhimbjeje dhe
Kryqi; dhe prova në Rusi u jep aftësi atyre që e pësojnë ta shohin këtë fakt
me thellësi. Prandaj ringjallja e krishterë në Rusi është një dukuri kaq e
thellë. |
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου