Δεν έχω γράψει ποιήματα/ δεν έχω γράψει ποιήματα/ μόνο σταυρούς/ σε μνήματα καρφώνω.
Με το σφυρί ο Μανόλης Αναγνωστάκης:
Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις/ Να μην τις παίρνει ο άνεμος.
Ο Νίκος Καρούζος πλησιάζει ακόμα πιο κοντά στις πληγές:
Ποτέ στ’ αλήθεια δεν το ‘μαθα τι είναι τα ποιήματα./ Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα./ Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης.
Και ο Άρης Αλεξάνδρου, μάς προειδοποιεί:
Με τις λέξεις σου να είσαι πολύ προσεχτικός/όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν βαριά τραυματισμένο που κουβαλάς στον ώμο./ Εκεί που προχωράς μέσα στη νύχτα μπορεί να τύχει να γλιστρήσεις στους κρατήρες των οβίδων/ μπορεί να τύχει να μπλεχτείς στα συρματοπλέγματα.
Όμως εγώ θα σας μιλήσω για τα συρματοπλέγματα. Η Ποίηση του Φωτοκυριαζάτη ήταν μέσα σε αληθινά συρματοπλέγματα. Η μικρή του πατρίδα -κοινή μας πατρίδα- έζησε στα συρματοπλέγματα. Ηλεκτροφόρα, γύρω από τις μεθόριους, γύρω από την αυλή της φυλακής που έζησε καταδικασμένος, στα κάτεργα, στο Κιαφ Μπάρι και στο Μπουρέλι. Κάθε λέξη του Φώτου είναι και μια σταγόνα αίμα στο συρματόπλεγμα. Δεν είναι νοερά τα συρματοπλέγματα. Δεν διαθλώνται μέσα σε μεταφορές, υπονοούμενους προσδιορισμούς, καλολογικά στοιχεία, παρομοιώσεις. Τα συρματοπλέγματα είναι συρματοπλέγματα.
Για αυτό όπως μας γράφει ο ίδιος για τη μυστική του μούσα:
Την πονάμε την ποίηση/ κι αν κανείς δεν ακούει κι αν χανόμαστε μόνοι στις γούβες του σήμερα,/ των αυτιών μας βουίζουνε τ’ άδεια κοχύλια./ Την πονάμε την ποίηση σα γυναίκα που πάνε εξορία και κανείς δεν της κρένει…/ ανασαίνω κι επιμένω ακόμα με ένα κόκαλο ξερό περασμένο σφιχτά στα δόντια της απόφασης για να μην προδοθώ./ Κι ένα δεύτερο στο δεξί μου για πένα/ να χαράζω τις λέξεις στο σιδερένιο καύκαλο του καιρού μου, πλάι στην αβάσταχτη ασφυχτική δυσοσμία της επαφής με τον δήμιο.
Στα συρματοπλέγματα: “Μας είπαν…”:
Μας είπαν να δώσωμε τον εαυτό μας και θα κερδίζαμε τη γαλήνη/ Τον δώσαμε και κερδίσαμε την απάτη/ Τώρα τριγυρνάμε σε αυτούς τους δρόμους που δεν βγάζουν πουθενά πλάι σ’ έναν πονεμένο ήλιο από συρματοπλέγματα…
Στα “Σπασμένα τοπία” μονολογεί για τον ποιητή κι ακούει ο ίδιος. Ξέρει πως η δική του έκφραση ελευθερίας θα επιφέρει συνέπειες και σε άλλους:
… Δεν σέρνω τις σημειώσεις μαζί μου -είπε- από φόβο μήπως εκραγούν στις τσέπες μου σαν παράνομες βόμβες μίσους/ Συγκρατώ με δυσκολία την οργή να μην εκτιναχτώ στον αέρα/ σκορπώντας σ’ εχθρούς και δικούς μου τον θάνατο…
Τα συρματοπλέγματα επίσημα ξεκίνησαν μετά το δημοψήφισμα για την “Λαϊκή Δημοκρατία της Αλβανίας”, ήδη από τις 2 Δεκέμβρη του 1945. Οι Χιμαριώτες δεν δέχτηκαν να συμμετέχουν στο δημοψήφισμα ενός άλλου κράτους (1). Τον πρωτοστάτη Ανδρέα Δήμα αφού τον καταδίκασαν σε θάνατο τον έθαψαν ζωντανό. Η κόρη του η Αντιγόνη τον μοιρολόγησε:
Τον πήγαν στην ερημιά/ ζωντανό τον εξάπλωσαν/ με λιθάρια τον πλάκωσαν/ ζωντανός είναι θαμμένος/ με λιθάρια σκεπασμένος/ φύλακας τον εφυλούσε/ ο κακούργος δεν πονούσε/ από πάνω τον πατούσε,/ αυτός βαριά βογκούσε/ να μιλήσει δεν μπορούσε/ βοήθεια πού να ζητούσε;/ με το ζόρι ξεψυχούσε.
Πολλοί Χιμαριώτες καταδικάστηκαν σε ισόβια, σε πολύχρονες φυλακίσεις και σε εξορίες. Από το σημείο αυτό, έναρξης της δήθεν Λαϊκοδημοκρατικής Αλβανίας, ξεκίνησε επίσημα μια διαδικασία που κράτησε για 45 χρόνια κι άφησε ανεξίτηλα τα αποτυπώματά της. Η δικτατορία επί του προλεταριάτου ήταν ένα συντριπτικό πλιάτσικο στον λαό για να υποταχθεί σε μια μικρή κλίκα εξουσιαστών, η οποία στο μπλοκ των Τιράνων και στις περιφέρειες του συστήματος καλοπερνούσε και ραδιουργούσε για τους εχθρούς του λαού. Ο σοσιαλισμός τους ήταν στο συρματόπλεγμα. Το συρματόπλεγμα ήταν η συνθήκη ζωής, στη μεγάλη και στην πιο μικρή φυλακή. Σύμφωνα με το άρθρο 73/1 του Αλβανικού Ποινικού Κώδικα περί agitacion propanda, ακόλουθο του ολοκληρωτικού συστήματος που επικράτησε στη Σοβιετική Ένωση, ήταν αυτό από το οποίο εκπορεύονταν σαν φωτοτυπίες όλες οι σκευωρίες που στήνονταν στα Δικαστήρια κι έστελναν χιλιάδες κρατούμενους ως άμισθο εργατικό δυναμικό για την εξόρυξη χρωμίου, χαλκού και άλλων ορυκτών στα κάτεργα, στο Σπατς, στο Μπουρέλι κι αλλού. Άλλους έσερναν για δημόσια έργα και εργάτες αναλώσιμους. Όλα αυτά αφού μετά τη σύλληψη, πέρναγαν από σκληρά βασανιστήρια στα κελιά του Αργυροκάστρου ή αλλού, έχοντας αρκετές φορές έναν εξαθλιωμένο συγκρατούμενο στην προφυλάκιση, που θα τους “την έφερνε” και θα ομολογούσε εναντίον τους. Αρκούσε μόνο η ψευδής κατάθεση των ανθρώπων του συστήματος, που για μια μπουκιά ψωμί καθάριο και μια ψευδεπίγραφη ασφάλεια -αφού μπορεί κι οι ίδιοι να ήταν πιθανά θύματα και εξόρκιζαν με αυτόν τον τρόπο τη δική τους δίωξη- κατέθεταν κατά του “εχθρού του λαού”.
Την περίοδο εκείνη το καθεστώς Χότζα – Αλία κατάφερε ό,τι δεν πρόκαμαν οι προηγούμενοι ηγέτες της Αλβανίας, μετά τη νόθα ανεξαρτησία που έδωσαν οι μεγάλες δυνάμεις -και κυρίως η Αυστρία και η Ιταλία-, οι οποίες έδωσαν και “τα φώτα τους” στην ίδρυση του κράτους, στις μεθόδους παρακολούθησης και τρομοκρατίας μέσω των θεσμών και καπηλείας της ελληνικής διαχρονικής παρουσίας τριών ή τεσσάρων χιλιάδων χρόνων. Το καθεστώς κατάφερε να κάνει εγχείρηση μέσα στην καρδιά της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας καταστρέφοντας με την τρομοκρατία τον περίφημο Ηπειρωτικό Κοινοτισμό και διχάζοντας τις κοινότητες, από τη μια σε συνεργάτες της ταξικής πάλης και από την άλλη σε εξτρεμιστές, εχθρούς του λαού. Αφού αναγνώρισε μόνο 99 χωριά κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου χαρακτήρισε όλες τις περιοχές του Αργυροκάστρου, της Πρεμετής, της Κορυτσάς, των χωριών των Ελληνοβλάχων, των Αγίων Σαράντα, του Αυλώνα, του Δελβίνου καθώς και σε άλλες περιοχές ως αλβανικές. Ξερίζωσε ολόκληρα χωριά στη μεθόριο και ξεσπίτωσε εκατοντάδες ανθρώπους μακριά. Η επίσημη ιστορία ήθελε τους Έλληνες να βρίσκονται σε αυτά τα μέρη ως πρώην κολλήγες των Αγάδων της Τουρκοκρατίας. Όποιοι είχαν περιουσίες, άνθρωποι νοικοκυραίοι, κηρύχθηκαν κουλιάκοι, κάτι σαν τσιφλικάδες και διώχθηκαν αυτοί και οι οικογένειές τους. Το ολοκληρωτικό καθεστώς χτύπησε όλους όσους ήταν αντιφρονούντες στην Αλβανία κατά διαστήματα “δεξαμενών συλλήψεων” αλλά οι Έλληνες διώχθηκαν διπλά, επειδή ήταν Έλληνες, όπως έχει διατυπώσει σε συνέντευξή μαζί μου ο Αλβανός διανοούμενος Φατός Λιουμπόνια.
Η ναζιστική αρχή της συλλογικής ευθύνης για όσους ήταν οι παραβάτες των στενόμυαλων παραχαρακτών μιας κοσμοαντίληψης απελευθερωτικής, οδήγησε σε μαρτυρίες κατηγορίας του ενός Έλληνα από τον άλλον. Ήταν μια εθνοκάθαρση, πνευματική, πολιτιστική, ανθρωπολογική ακόμα και δημογραφική. Οι μινοριτάρηδές μας, είχαν να αντιμετωπίσουν την μήνη για οτιδήποτε συνέβαινε και ο ένας συγκρατούσε τον άλλον καλόπιστα. Στην καλύτερη περίπτωση (αν δεν υπήρξαν μάρτυρες κατηγορίας π.χ. ο γιος για τη μάνα που πήρε ελιές από το κρατικό δέντρο, στοιχείο που αναφέρεται σε ποίημα του Φώτου) ο αδερφός συγκρατούσε τον αδερφό, η μάνα το παιδί, τα παιδιά τον πατέρα, ο φίλος τον φίλο γιατί η δίωξη του ενός θα επέσυρε τη δίωξη όλων. Δίπλα στα χτυπήματα αυτά απαγορεύτηκε με διάταγμα και η θρησκευτική λατρεία, στοιχείο θεμελιακό και ιστορικό για τους Έλληνες που έδωσαν μάχες υπέρ πίστεως και πατρίδας. Κάθε ένδειξη λατρείας θεωρούνταν ποινικά κολάσιμη. Κάθε απλή εκδήλωση, ένα αναμμένο κερί στην Εκκλησιά που δεν χάλασαν, κόκκινα τσόφλια το Πάσχα στα μνήματα, ένα ανέκδοτο, ένα παράπονο που δεν έβρισκες κάποιο βρώσιμο αγαθό, η έκφραση μιας απαρέσκειας για τα ξυπόλητα πόδια, μια λέξη για το μπομποτίσιο ψωμί ήταν ικανά να σε στείλουν 9 - 10 χρόνια στα κάτεργα, να έχεις την οικογένειά σου θιγμένη, να μην μπορούν να σπουδάσουν τα παιδιά σου και να είναι καταδικασμένα να δουλεύουν φτυάρι και καζμά, να βάζουν τα παιδιά σου τιμωρία στο σχολείο και να τα φτύνουν, να λιμοκτονείς και να δουλεύεις σαν σκυλί και να είσαι ο εχθρός του λαού για τους μισούς τους χωριού κι υπόλοιποι να μη σου μιλάνε από φόβο μήπως χαρακτηριστούν κι αυτοί (2).
Ο Φωτοκυριαζάτης μέσα στη δίνη της ολοκληρωτικής δικτατορίας γράφει για όσα βιώνει. Είναι αξιοπρόσεκτο και σπάνιο, το ότι μυστικά γράφει, σκέφτεται και εκφράζεται με ποίηση. Ό,τι εκφραζόταν ελεύθερα ήταν μέσα στους 4 τοίχους και με προσοχή προς τους συγγενείς διότι μπορεί να ήταν συνεργάτες ή να σπάσουν σε κάποια βασανιστήρια και να σε δώσουν στη Σιγκουρίμι. “Εκείνο τον καιρό”, κοινός μας φίλος, μού έχει εκμυστηρευτεί ότι “δεν επιτρεπόταν να σκεφτούμε”. Ο Φωτοκυριαζάτης γράφει με αιμάτινο, καταθλιπτικό τόνο για τον τρόμο που βιώνει, για την πατρίδα που ανήκει κι αυτή χάθηκε, για την γλώσσα που ξηλώνεται σαν ρούχο σκιάχτρου, για την ιστορία στο καλούπι, για τον καημό να ζήσει σαν άνθρωπος. Ο Φώτος είναι ο συρματοπλεγμένος καημός της Ρωμιοσύνης.
Στα 1969 έγραφε προφητικά σχεδόν στα “Σύννεφα αραγμένα στον ορίζοντα στα σούρουπα”:
...Ένα αστέρι που πέφτει να πιάσω/ απλώνω στα χέρια/ ματωμένα μου πέφτουν στα συρματοπλέγματα/ Ω τι δύσκολα περάματα/ Ω τι δύσκολα περάματα/ Μες σ’ αγγίσματα από σκελετούς/ μες σε σκιές και σε φαντάσματα…
Ποιος είναι ο κόσμος του; Όλες οι μεταφορές είναι κυριολεξίες ...
ένας δύστυχος δίχως πατρίδα/ Ένα χόρτο πικρό δίχως ίχνη/ της ζωής η σκληρή καταιγίδα/ πότε εδώ πότε εκεί να με ρίχνει/ δίχως όνομα δίχως πατρίδα… “Ακόμα δεν είπαμε το όνομά μας”: Το ποτάμι με την πικρή ανάμνηση των πνιγμένων φαντάρων καθώς επιστρέφανε εξαντλημένοι και προπάντων γελασμένοι από το μέτωπο του ‘40./ Η τιμωρία της άτυχης αγρότισσας για τις κλεμμένες ελιές/ η δήλωση εθνικότητας του νεογέννητου/ Το παιδί ανακράζει καθώς το απομακρύνει το υπεραστικό προς το άγνωστο με τα πέτρινα βουνά: “Μπαμπά, πού με αφήνεις;
Η γη του Φώτου είναι πάντα παντού με τους ανθρώπους να είναι μοιρασμένοι στα δυο:
“Γη μου αγάπη μου! Είπα”: Σε τούτα τα ρημαγμένα χωριά με τους τάφους, που δεν μοιάζουν με τάφους. Πώς έγινε να σε χάσωμε; /Πώς έγινε να αλληλοφαγωθούμε; /Τόσες φορές πουλημένοι, τόσες φορές προδομένοι και πάντοτε ραγιάδες .../ Σκλάβοι παντού στον τόπο μας/ σκλάβοι/ στα σπίτια στους δρόμους κι η κάθε μας λέξη/ σκλάβα κι εκείνη – σε σπρώχνουν και σπρώχνεις σε μάντρα φαγώματα και λύκων και σκύλων…“Τη χαρά σου εδώ μην τη ζητάς”: Τους παλιούς συντρόφους μη ζητάς/ Άδειοι είν’ οι δρόμοι και στον κάμπο σκορπισμένα ερωτηματικά/ Μπήκε ανάμεσά τους ο προδότης…
Χωριό μου του ’75./ Με τα σπίτια σου, τους δρόμους και τα δέντρα που με θωρούν ακίνητα κάτω από ένα βουρκωμένο ουρανό./ Και με το δάσκαλο σταματημένο γύρω στο ’40 σα μια πλάκα γραμμοφώνου… να λέει και να λέει τα ίδια κι εμείς να την ακούμε γιατί την αγαπάμε…
“Η απομόνωση μας έκανε σκληρούς”:
...Κι αυτό το χαμόγελο απέναντι από το πεζοδρόμιο είναι μια φυλλάδα κατάθεσης/ Κάνεις ν’ ανοίξεις το στόμα σου/ και νιώθεις άξαφνα να φυτρώνουν στον αέρα άμετρα αυτιά σε ετοιμότητα…
Το χωριό του Φώτου, το Λαζάτι -εξ ου και Φώτης Λαζατινός-, είναι ένα χωριό της μεθορίου σήμερα στον Δήμο Φοινικαίων. Είναι ένα χωριό με ευρήματα από αρχαίο οικισμό. Αναφέρεται το 1664 και το 1670 στους καταλόγους του μοναστηριού του Αγέλαστου στην Άνω Λεσινίτσα, και το έτος 1750 σε μια πέτρινη πλάκα που βρέθηκε στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής. Στη δεκαετία του ‘30 που η ελληνική παιδεία δέχθηκε επίθεση από το αλβανικό κράτος, άνθρωποι από το χωριό του ήταν μέλη της επιτροπής που υπέγραψαν μεταξύ άλλων την προσφυγή προς το δικαστήριο της Χάγης. Είναι ένα χωριό με διωχθέντες και έναν εκτελεσμένους, με πλούσια πνευματική παράδοση καθώς και με πολιτική δραστηριότητα μετά τη μεταπολίτευση.
“Όλος ο τόπος μου ένα στρατόπεδο”… Η βροχή στήνει άμετρα συρματοπλέγματα./ Μόνο λίγα περιστέρια τριγυρνάν αδέσμευτα επάνω από βρεγμένες στέγες./ Σαν ανοιχτά γράμματα φυλακισμένων που από πριν γνωρίζουν τι ζητάν ή νοσταλγούνε:/ κανένα πάκο καφέ, λιγάκι καπνό, μάλλινα ρούχα για το χειμώνα ή τη φωτογραφία του αρραβωνιαστικού της κόρης που ποτέ δεν συνάντησαν…/ Πρόσωπα απλησίαστα, ανέκφραστα δίχως διαστάσεις./ Σαν παράθυρα φραγμένα με χαρτόνια…/ Εμάς η πατρίδα μας ήταν φτωχή./ Δεν είχες τι να λυπηθείς αν την παρατούσες…
Η θαμμένη ιστορία είναι παντού σαν μνήμη και σαν φόβος για τη μνήμη:
Ο παππούς που σέρνει στη ράχη του τον δικό του τάφο σαν άχρηστο καβούκι εδώ και πενήντα χρόνια/ Όλοι τον αγνοούν. Το κρανίο τους είναι πια από περισσεύματα κι οι υποσχέσεις είναι ένα ξεχασμένο ρολόι, παρατημένο στην κάσα του κατωγιού, σταματημένο στο 12 ή στο 13/ Ακόμα δεν είπαμε το όνομά μας/ Ο κρατούμενος στην υγρή απομόνωση να επιμένει να του απαγγείλουν κατηγορητήριο στη μητρική του γλώσσα/ Ακόμα δεν είπαμε το όνομά μας/ Εκείνος που αποδιώξαν σαν σκυλί από την κηδεία της μητέρας του καταναγκαστικού συμπέθερου/ Η θιγμένη αδερφή του/ Δεν ήρθε ακόμα ο ήλιος…
Θυμώντας τους παλιούς τονίζει:
Ήταν κάποτε ναι, παλικάρια λεβέντες/ Για τιμή και πατρίδα παίρναν αίμα στο φρύδι/ Στρώναν χάμου τρανούς και κιοτήδες αφέντες/ Στραφτολόγαγε τότε το δικό τους λεπίδι…Στα “Πικραμένα σπουργίτια” ο Φώτος κράζει και περιμένει τους Έλληνες: Σπασμένες οι μνήμες και ζωές σπασμένες οι καμπάνες/ Και το ντουφέκι του παππού στον κήπο να σκουριάζει/ Στριφογυρνάνε οι νεκροί βαστάνε την ανάσα/ Μήνα να ακούσουν βήματα μην ήρθαν οι δικοί μας;… Βαθειά μου η γλώσσα των προγόνων/ Απ’΄τις χαράδρες των αιώνων.../ Αράδα αράδα είναι οι τάφοι/ Εκεί καντήλι δεν ανάφει…
Ποια είναι οι μοίρα των παλιών ηρώων που αγωνίστηκαν για την τιμή και την πατρίδα;
“Οι πεθαμένοι”: Εδώ οι άνθρωποι φοβούνται κι από τους πεθαμένους τους/ Τους ξεπροβοδούν με δυο σπυριά χώμα και λόγια συγχώρεσης μα εκείνοι επιστρέφουν ξανά στα σπίτια που τους αρνήθηκαν πριν με μακαριά στον τάφο τους παρατήσουν οι δικοί/… Πώς να γλιτώσουμε από τον μέσα κι έξω θάνατο;/ Ο ένας μας πολιορκεί ασφυκτικά κι ο άλλος/ προδίδει τις μέρες μας και την καρδιά μας….
Πίσω απ’ την ποίηση είναι πάντα η Ελλάδα:
...τη μοίρα της σαν να έχει στύψει/ επάνω της με τόση θλίψη/ Με τι καημό και τι πικράδα…
Στον “Ουρανό μπαλωμένο με σύννεφα”, μιλάει για την πατρίδα στον φίλο ποιητή Μαγιακόφσκι που έγραψε το “σύννεφο με παντελόνια” και πώς κατάντησε:
Ουρανός μπαλωμένος με σύννεφα όπως το παντελόνι του φίλου ποιητή που υπηρετεί στο ξενοδοχείο της παραλίας/ Πιάσαμε την πρώτη θέση στον κόσμο, λέει, και τώρα θα φάμε ουράνιο/ Οι στρατιές – σταχτιές πολεμίστρες- χορτάριασαν/ κι οι άντρες μαδούν/ μουχλιασμένα αποτσίγαρα πατρίδας…
Παντού ο τρόμος:
Σε κάθε άκρη καταδότες/ το βλέμμα τους παντού γυρίζαν… καλή αμοιβή τους περιμένει… και του μιλάει η βροχή, ο διπλανός του, ο αδερφός του, αυτός που θέλει να τον προστατέψει: παιδί μου/ Παιδί μου κάθισε καλά/ Έχει η ζωή πολλά…
Πρέπει να αντέξεις, λέει η βροχή στον Φώτο, να μην προδοθείς, να μη δείξεις τίποτε από αυτά που σκέφτεσαι κι αισθάνεσαι κι έτσι κάποιες φορές -πρέπει- όπως μας γράφει:
“Να φοβάσαι τη σιωπή” ...ο μεγάλος αριθμός των καταδοτών είναι αντιστρόφως ανάλογος με τη δύναμη ενός συστήματος/κι οι τελευταίοι φρουροί μια γλώσσας που χάνεται είναι οι γέροι…
“Ζούσαμε τον κατακτητή” και:
Για να υπάρξουμε γυρίσαμε τα μπρούμυτα τους νεκρούς μας. Να μη μας ενοχλούν. Για σιγουριά περάσαμε στα αυτιά μας βουλοκέρι. Μετά βαλθήκαμε στο πρόσωπο. Το σμίλευμα, σε σφυριές· χώρια που η μάσκα μας χτύπαγε στη ράχη σα σαμάρι. Λυγίσαμε τη μέση. Μαζί με εμάς όλα τα δέντρα μας σκυφτά κι αυτά… Πίσω από αυτές τις αγκαθωτές απανωτές περιφράξεις πασχίζαμε να βαστάξουμε την υπόσταση και το βήμα μας. Κάναμε ν’ αντικρίσωμε τις ακτίνες του ήλιου το πρωί κι άξαφνα βρισκόμασταν ζωσμένοι με άμετρα συρματοπλέγματα σαν κρύα δάκτυλα να δείχνουν εσένα από κάθε κατεύθυνση. Κι εσύ απορούσες κι αναρωτιόσουν αν επισήμαναν εσένα ή κάποιον άλλον. Όχι εσένα. Τί έφταιξα εγώ; Έλεγες. Τι έχουν με μένα;… Στις μέρες μας η σκέψη είχε αποβεί βλαβερή πολυτέλεια… Κι αυτές οι γυναίκες που ανηφόριζαν από τον κάμπο της αγγαρείας το απόβραδο ήταν φαντάσματα. Κι αυτά τα παιδιά που στριμώχνονταν έξω από τον κοινό φούρνο τα σούρουπα κι αυτός ο πιτσιρικάς που πλησίαζε οργώνοντας με τα βρώμικα χέρια του καλαμποκίσια μπομπότα – ήταν φαντάσματα… Στις μέρες μας αποφεύγαμε τους ανθρώπους. Γιατί δεν ξέραμε ποιος ο φονιάς και ποιος ο αδικημένος…
Ο πόνος να ζήσεις, να χαρείς:
“Ζούσαμε”: Και δεν θέλαμε παρά μονάχα άνθρωποι να ‘μασταν ολόκληροι μια μέρα/ Το χαμόγελο να λέγαμε χαμόγελο/ και την καλημέρα καλημέρα… / Κι όμως τα χέρια μας θα μπορούσαν να χαϊδολογήσουν όπως ο μπάτης το φυτό και τη γυναίκα για να μπουμπουκιάσουν…
Σε ποιήματα του Φώτου είναι οι άνθρωποι, όχι αφηρημένες νοητές συλλήψεις. Είναι άνθρωποι που στοίχειωσαν. Γράφει για ένα παλικάρι 22 χρονών:
“Ναι τέτοιος πάντα ήταν αυτός”: ...Στη φυλακή προσπάθαγε ν’ ανοίξει μιαν οπή/ Νύχτα και μέρα μάτωνε για την ελευθερία/ Τον κρέμασαν ανάποδα και του ‘λεγαν να πει/τον κόσμο αν έβλεπε σωστά μετά την εξορία… Κι ήτανε κάποτε ήταν στα είκοσι δυο του χρόνια… Μου είχαν αρπάξει τ’ όνειρο μου/τον φίλο μου τον αδερφό μου/ είχαν ρημάξει τη ζωή μου/...
Κι ένα Τραγούδι για τον τρελό τον Πέτρο”, τον Πέτρο Δράλιο, εκπαιδευτικό που τρελάθηκε κι είχε δυο όνειρα: να κατεβάσει το φρούριο του Αργυροκάστρου με ρόδες στον κάμπο για να δει ήλιο η πόλη και να ενώσει με κρεμαστή γέφυρα τους Αγίους Σαράντα με την Κέρκυρα:
...Τρελός εσύ τρελός κι εγώ/ Αδέρφια εμείς πικρά μιας μοίρας/ Εγώ τον πόθο κυνηγώ/ Κι εσύ τις όχθες μιας γεφύρας…
Στο “Μοιρολόι για το αδικοσκοτωμένο παιδί από τη Δρόπολη που το μόνο του έγκλημα ήταν να περάσει τα σύνορα για να γνωρίσει τον κόσμο”:
Σαν παράσημο του φόνου/το φεγγάρι κρεμασμένο/Ο στρατιώτης θα το πάρει/σκότωσε το παλικάρι/...Σάβανο πλατύ το χιόνι/παγερό σα χάρου χέρι/τον λεβάντη θα σκεπάσει/Ποιος θα πλύνει ποιος θα αλλάξει;/Συρματόπλεγμα κι αγκάθια/του άδικου χαμού ο πόνος/μου σε πήραν γαντζωμένο/σαν πουλί στη μαύρη μπόρα…
Κι επειδή πριν σας ομολογήσω για τον Φώτο, όλα αυτά που σας ομολογώ, τα έστειλα σε ανθρώπους απ’ έκει, για τα περάσουν από την κρησάρα. Για το παιδί που το έσυραν στον κάμπο της Δρόπολης με το τρακτέρ, ακούστε τι γράφει η Μιρέλλα Καραντζιά, από τη Δερβιτσιάνη, σήμερα καθηγήτρια στο Τμήμα Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστήμιού Αργυροκάστρου:
Ομολογώ πως, διαβάζοντάς το απόσπασμα από το «Μοιρολόι για το αδικοσκοτωμένο παιδί από τη Δρόπολη», ήρθαν αμέσως στον νου μου τα παλιά, δύσκολα χρόνια — εκείνα που σημάδεψαν ανθρώπους και τόπους, οικογένειες και παιδικές ψυχές. Ήμουν μόλις δέκα χρονών όταν έφεραν στο χωριό μας τον νεαρό Δροπολίτη, σκοτωμένο για παραδειγματισμό. Θυμάμαι καθαρά τη μέρα εκείνη. Η μητέρα μου με είχε στείλει να πάρω ψωμί. Στον δρόμο αντίκρισα το άψυχο σώμα του: ένα παιδί σχεδόν, ξαπλωμένο σαν να κοιμόταν, στην καροτσερία ενός ζατοριού. Δεν κατάλαβα πολλά — μόνο ένιωσα. Ένιωσα το άδικο και τον φόβο. Γύρισα σπίτι κλαίγοντας. Από τότε, η εικόνα αυτή με συνοδεύει. Δεν έσβησε με τα χρόνια, έγινε μνήμη χαραγμένη βαθιά και σιωπηλή μαρτυρία μιας εποχής που δεν πρέπει να ξεχαστεί.
Αυτοί είναι πραγματικοί ήρωες της ποίησης του Φωτοκυριαζάτη που πότε - πότε αφήνει τους τραγικούς ήρωες της ελληνικής Μυθολογίας να μιλήσουν για λογαριασμό του:
...Τού κάκου πάλεψες με τον δράκοντα, του κάκου έσπειρες τα τρομερά εκείνα δόντια/ Οι Σπαρτοί αλληλοφαγώθηκαν/ Το μόνο που κέρδισες δούλος να γίνεις τελικά, Κάδμε…
Αρμονία!/ ωραίο αντάλλαγμα, γελοίο δώρο για δούλους!/ Θυγατέρα της Αφροδίτης και του Άρη πέρα από μένα! Σε άλλους ποιητές ανήκει ο ύμνος και η χάρη και τα θεϊκά κοσμήματα…
Ζήσαμε χίλιες φορές το δίλημμα της Σφίγγας…
Μοίρες τι διαλαλάτε; Ποιος ο δρόμος και το τέλος για μένα;/ Την αρχή και τη μέση την έζησα, δεν θέλω να μου την πείτε/… Άτροπη σαν δαυλί θέλω να σβήσω καίγοντας…
Τελαμώνα και Πηλέα, μείνετε ήσυχοι/ Ακόμα δεν βρέθηκε το πτώμα του αδερφού που κατασπαράξατε και αναζητάτε δήθεν τώρα στον άμμο…
Μεγάλο το χρέος και το μπόι μας/ μαζί μας κι άλλοι, Σίσυφε πολλοί συμπατριώτες μας, το ίδιο μας ζύμωσε χώμα και νερό/ Εσύ παλικάρι μου και δίκαιε στην τιμωρία/ έλα να κατακρίνουμε για χιλιοστή φορά τον Δία/ σαν κολασμένο φονιά κι άρπαγα στον ασήμαντο Ασωπό…
Ο Αίγισθος σκοτώνει για χιλιοστή φορά στα λουτρά τον Αγαμέμνονα. Ευμενίδες φανείτε!…
Μας ξαπλώσανε τόσες φορές στην κλίνη του Προκρούστη/ Και τόσες φορές ακρωτηρίασαν την ψυχή μας…
Πότε θα ξανάρθουν στη γη τα μεγάλα Διονύσια;/ να ξεχυθούν και πάλι στους δρόμους ελεύθεροι οι δούλοι;/ να βουίσει για λίγες ώρες ξανά το τραγούδι των δούλων;…
Εγώ είμαι ο Ηρακλής/ Πώς να υποταχθώ σε έναν Ευρυσθέα;…
Στην “Εποχή του Κρόνου” μιλάει για τον πατέρα - εξουσία που τρώει τα παιδιά του:
Έτσι φτάσαμε τελικά στον Κρόνο, που καταβροχθίζει τόσο ηλίθια ένα – ένα τα παιδιά του από τον φόβο μήπως του πάρουνε τον θρόνο.. Και δεν ήταν οι ασπίδες και τ’ ακόντια που βροντούσαν οι Κούρητες/ μα μουσικές σε ραδιόφωνα και ειδικά ηχητικά για παρόμοιες περιστάσεις να πνίγονται μέσα τους οι κραυγές εκείνων που βασανίζονται/ αυτήν την ώρα.
Εσείς οι αγαθοί, εσείς οι ήρωες… Ξαναρθείτε στο φως απ’ το έρεβος/ Σας κράζω!
Κάποιες φορές το καθεστώς με τους συνεργάτες του διέσπειρε φήμες για για περισσότερες ελευθερίες κι έτσι συνελάμβανε όσους άνθιζε το χαμόγελό τους:
“Περιμέναμε την αλλαγή”: ...Περιμέναμε την αλλαγή/ Οι ανεμώνες επιμένανε με την παρουσία τους στο χαμόγελο της ζωής/ Κι από το βάθος της λαγκαδιάς οι ανθισμένες πυροκοκκιές δίπλα στον ξερόλακκο/μιλούσαν για μεγάλες κηλίδες αίματος περασμένου χρέους… Περιμέναμε την αλλαγή/ Ο γερο-πατέρας έσκυβε όλο και πιο πολύ πάνω στο ραδιόφωνο/ αλαφιάζοντας στο κάθε τρίξιμο της φτωχικής μας πόρτας… Περιμέναμε την αλλαγή/ Και τα κουφώματα του τυφλοπόντικα του μαρασμού αύξαιναν στα μονοχώραφα της καρδιάς μας…
Ποιοι ήταν αυτοί; Ποιοι ήταν οι συνεργάτες του καθεστώτος; Ποιοι ήταν οι βασανιστές; Ποιοι οι καταδότες;
"Εμείς κι αυτοί". Κι η ζωή κυλάει. Ένα δωμάτιο 2x3… Κι εγώ να κρύβομαι. Σβησμένο το φως. Κι οι γονείς στο ισόγειο. Έτοιμοι να απολογηθούν πως δεν ήρθα, να πουν ψέματα. Γιατί δεν είχα καθόλου διάθεση να παραβρεθώ μαζί τους, διότι ξέραμε από πριν τι θα λέγανε. Είχαμε ξοδέψει και τις τελευταίες σταγόνες της υπομονής… Δεν μπορούσαμε ούτε και να τους αντικρίζαμε. Κι ήταν πιο τίμια, λέγαμε, η αποχή μας. Αύριο πάλι θα βάζαμε όλες τις δυνάμεις μας να επαναφέραμε το πρόσωπό μας στα μέτρα τους, να τους μιλούσαμε, να τους χαμογελούσαμε, γιατί δεν είχαμε ξεχάσει, βλέπεις, ακόμα αυτή τη συνήθεια. Κι άλλο δεν τους γυρεύαμε. Να μας άφηναν τουλάχιστο να ’ταν δικές μας οι νύχτες… να μας δίνανε το δικαίωμα τουλάχιστον να μην τους βλέπαμε τις νύχτες. Κι είναι ν’ απορείς. Τόσο πολύ να το ποθούσανε. Τόσο πολύ να είχαν ανάγκη για την καταναγκαστική μας παρουσία…
Ο φιλόλογος, ποιητής και πεζογράφος Φώτος Κυριαζάτης, το 1987 καταδικάστηκε μαζί με τον αδελφό του Σωτήρη (που μετέπειτα διατέλεσε πρόεδρος της ΔΕΕΕΜ Ομόνοια) και άλλους, σε 15 χρόνια φυλάκισης. Ο κυρίως λόγος ήταν η προδομένη προσπάθειά τους να αποκατασταθεί με νόμιμο τρόπο η διαχρονικότητα των Ελλήνων, από τα αρχαία χρόνια, στην επίσημη αφήγηση του αλβανικού κράτους. Λόγια της Φυλακής, μιας φυλακής πραγματικής.
…ο ήλιος μοιάζει με κρατούμενο που αφαίρεσε από μόνος του μερικά δάχτυλα του χεριού του για να γλιτώσει τη γαλαρία… Πώς γίνεται να λάμπουν τόσα αστέρια αμέριμνα πάνω απ’ τα κεφάλια μας… Η συγκομιδή ήταν τόσο λίγη σε στίχους τούτα τα χρόνια, που διαλογίζομαι αν υπήρξα ποτέ, καθώς λένε, ποιητής. Οι δεσμοφύλακες γνώριζαν πιότερο από εμάς το σώμα μας, τις τσέπες μας και τα γραπτά μας… Στη βρώμικη κουβέρτα του ουρανού τ’ αστέρια διάσπαρτα… Το φεγγάρι-τάφος ανοιχτός σε αναμονή. Ευλογημένος όποιος δεν πρόδωσε τον αδερφό. Όποιος έφερε το σπόρο της ζωής στα αδύναμα χέρια του σήμερα. Τον φίλο του τον παιδικό όποιος δεν μαχαίρωσε πισώπλατα τη νύχτα του τυφλού μακελάρη…
Η ποίηση -για να τελειώνουμε όπως αρχίσαμε- ήταν το καταφύγιό του, η ελευθερία του, η ελπίδα του:
Αν δεν έλπιζα πως θα ανταμώσουμε κάποτε και πως θα βρει λιγάκι θολό στ’ αυτιά σου η φωνή μου να ησυχάσει μια μέρα, ο χαμώρυγας της σιωπής θα κούρνιαζε αθόρυβα κάτω από τα πόδια μου μαδώντας ένα-ένα τα νύχια μου και τα δάχτυλα, μετά τις κάλτσες και τα παπούτσια υποσκάπτοντας όλες τις μυστικές ρίζες που με δένουν με τούτη τη γη και τους ανθρώπους. Με κλαδεμένα πια τα χέρια και τα πόδια θα καταποντιζόμουν σαν άγαλμα σε καιρό σεισμού που κανείς δεν το πρόσεξε καθώς θα το ανάγειραν κάποιοι ασήμαντοι μάστοροι με τ’ ασήμαντα σύνεργά τους – οι γονείς μου. Ή και σαν δέντρο μαυρισμένο κι όρθιο να επιμένει με δυο κλαδιά βλάστησης να λαλήσει πάνω του ο κούκος την άνοιξη. Μα σκαμμένο ολότελα μέσα μεριά – όμοια με παρατημένη καλύβα καπνισμένη από τη φωτιά που άναψαν κάποιο χειμώνα βοσκοί για να λιάσουν τις κάπες τους…
Έγινα φύλλο αυγής και γρύλος – του κάμπου τραγούδι… Έτσι επιβίωσα χιλιετηρίδες τέσσερις θαμμένος κάτω απ’ τα χιόνια. Στην άσωτη νάρκη του πόνου θρεμμένος λίγο-λίγο σαν φίδι με χώμα… Ζωντανός είμαι και νεκρός ζωντανεύω. Με αίμα σφαγμένων ψυχών τρέφονται οι ελπίδες και τα όνειρα…
Και θα τελειώσω με την υπόμνηση του ελλείμματος αναγνώρισης των μαρτύρων από τη μητέρα πατρίδα με το ποίημα “Φόρος Τιμής”.
“Φόρος τιμής”: Φόρος τιμής στον άνθρωπο που, καθώς πήγαινε για εργασία ένα πρωί τον σταμάτησαν στον δρόμο και του είπαν: στο όνομα του λαού συλλαμβάνεσαι/ Στον νέο που, διασχίζοντας νύχτα χιλιόμετρα λευκή έρημο/ για τα σύνορα/ έμειναν τα οστά του άθαφτα στη χαράδρα μέσα στο χιόνι/ Φόρος τιμής σε όλους εκείνους που έλιωσαν τα χρόνια τους στα κάτεργα δίχως να τους εγκαταλείψει ποτέ η ελπίδα/ Φόρος τιμής στο κλαδί ή στο πουλί που το βρήκε ο χάρος στον ύπνο την ώρα που γαζώνανε με σφαίρες τον πρώτο φυγά/ Φόρος τιμής στη γη που δεν άφησαν να πρασινίσει εκεί στη μεθοριακή ζώνη/ στις μαυροφορεμένες γυναίκες, στις καρδιοκαμένες ζωντοχήρες, στα αγέννητα ορφανά που τράνεψαν το στίγμα της “μαύρης βιογραφίας” ή του “καταναγκαστικού καταδότη”/ Φόρος τιμής στον ποιητή που δεν πρόλαβε να πει το τραγούδι του/ Στους αδικοχαμένους αυτού του κόσμου/στους κατατρεγμένους αυτής της γης…
Στον "Δρόμο της Αριστεράς", ο Φωτοκυριαζάτης στη θεματική "Το βορειοηπειρωτικό τραύμα":
Η παρουσίαση της Αδελφότητας των Λαζατινών:
γκ
(1) Η Κοινότητα των Χιμαριωτών δεν υπέγραψε το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας που απέδιδε την Αυτονομία στη Βόρειο Ήπειρο το 1914. Η δική τους αντίληψη για την απελευθέρωση σήμαινε την Ένωση και μόνο την Ένωση με την Ελληνική επικράτεια.
(2) Ενδεικτικές αφηγήσεις από πάμπολλες στη Δρόπολη:
α) Τα παιδιά συγκράτησαν τον πατέρα, που μόλις έμαθε για την τουρκική εισβολή το 1974 ήθελε να φύγει από τα σύνορα για να πολεμήσει.
β) Τυχαία συνάντηση στον δρόμο για το μοναστήρι της Παναγιάς ξημερώματα Δεκαπενταύγουστου, συγχωριανών που πήγαν να ανάψουν κρυφά κερί: Ούτε εγώ σε είδα ούτε ούτε είδες. Στο Τσαούσι Αδελφότητα Τσαουσιωτών Άγιος Βασίλειος στην αναστηλωμένη Αγία Παρασκευή βρίσκεται ακόμα το δέντρο με τα τάματα. Πάνω στα κλαδιά του έδεναν παντελόνια, πουκάμισα, μπλούζες. Στα γκρεμίσματα κρυφά άναβαν καντιλάκια.
γ) 9 χρόνια καταδίκης πάμφτωχου συνεταιριστή εργάτη στον κάμπο, διότι είχε μονολογήσει μπροστά σε άλλους, τις ημέρες που απεβίωσε ο Ενβέρ: Τουλάχιστον πέθανε με τα παπούτσια του.
δ) Παιδί οικογένειας θιγμένων, το οποίο διακρίθηκε ως επιστήμονας μετά τη μεταπολίτευση, η αρχή του σχολείου το απασχολούσε μόνιμα με το να καθαρίζει την αυλή σε ώρες μαθημάτων.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου