Ομιλία του μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου, η οποία εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 30 Αυγούστου 1992.
ΙΑ΄ Κυριακή Ματθαίου
Η παραβολή των μυρίων ταλάντων – Περί συγχωρητικότητος
Πάντοτε, αγαπητοί μου, στις ανθρώπινες σχέσεις θα υπάρχουν διαφορές. Και πολλές φορές ο ένας θα είναι ο αδικών και ο άλλος ο αδικούμενος, και ἐν στενῇ και ἐν εὐρείᾳ ἐννοίᾳ. Και τίθεται το ερώτημα: Πώς θα μπορούν αυτές οι σχέσεις να αποκαθίστανται, πράγμα πολύ αναγκαίο για την ομαλή συνύπαρξη των ανθρώπων; Πώς αλλιώς, παρά με την ανεξικακία ή με την αμνησικακία, δηλαδή να μη θυμάται κανείς την κακία του άλλου, αρετές που εκφράζονται με την εκ βάθους καρδίας συγχωρητικότητα.
Και αν συμβαίνουν, υποτίθεται, απεριόριστες προστριβές, μέχρι ποιο σημείο μπορεί να ισχύει αυτή η συγχωρητικότητα; Απεριόριστα. Αρκεί, φυσικά, ο αδικών, ο πταίων, να ζητά συγγνώμη.
Κατά την εβραϊκή αντίληψη, η συγγνώμη, έστω και αν ζητούνταν, περιοριζόταν συνήθως στις τρεις φορές. Εννοείται την ημέρα, όχι σε ολόκληρη τη ζωή. Την ημέρα. Και ο Απόστολος Πέτρος κάποτε άκουσε τον Κύριο να λέγει: «Ἐὰν δὲ ἁμαρτήσῃ εἰς σὲ ὁ ἀδελφός σου, ὕπαγε καὶ ἔλεγξον αὐτόν· ἐάν σου ἀκούσῃ, ἐκέρδησας τὸν ἀδελφόν σου». Δηλαδή υποτίθεται ότι τον συγχωρείς. Και όχι μόνο αυτό, αλλά τον κερδίζεις κιόλας.
Και με μεγαλοψυχία ο Απόστολος Πέτρος νόμιζε ότι, αν ξεπερνούσε το εβραϊκό όριο —αυτό το οποίο υπήρχε δεν ήταν γραμμένο στην Παλαιά Διαθήκη· υπήρχε ως αντίληψη στους Εβραίους, ήταν διδασκαλία των Ραββίνων—, ερωτά λοιπόν τον Κύριο:
«Κύριε, έως επτά φορές, εάν αμαρτήσει σε μένα ο αδελφός μου, θα τον συγχωρήσω;».
Θα επαναλάβω: την ημέρα επτά φορές.
Και ο Κύριος του απαντά: «Όχι επτά φορές, όπως νομίζεις, αλλά ἕως ἑβδομηκοντάκις ἑπτά». Δηλαδή εβδομήντα φορές το επτά. Δεν είναι επτά επί επτά, σαράντα εννέα· είναι τετρακόσιες ενενήντα.
Αλλά σημαίνει: Είπες επτά; Εγώ σου λέγω εβδομήντα φορές το επτά. Είναι έκφραση που δείχνει το απεριόριστο. Όσες φορές και αν αμαρτήσει ο αδελφός σου και έρθει να σου ζητήσει συγγνώμη, οφείλεις να τον συγχωρήσεις. Προσέξτε: οφείλεις να τον συγχωρήσεις.
Και για να εδραιώσει ο Κύριος αυτή τη σπουδαιότατη ηθική θέση, που καθορίζει τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους, είπε την παραβολή των μυρίων ταλάντων και του χρεώστη δούλου, που ακούσαμε, αγαπητοί μου, στη σημερινή ευαγγελική περικοπή.
Πώς άρχισε ο Κύριος τον λόγο Του, για να δείξει τη μεγάλη αυτή αλήθεια της συγχωρητικότητας; Είπε: «Διὰ τοῦτο ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν…». «Γι’ αυτόν τον λόγο έμοιασε η Βασιλεία των Ουρανών…». Και ακολουθεί η παραβολή.
Πολύ συχνά ο Κύριος αναφέρεται σε αυτή τη φράση, η οποία είναι περίπου στερεότυπη: «Τίνι ὁμοιώσω τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν;», «Με τι να παρομοιάσω τη Βασιλεία των Ουρανών;»· ή «ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν», «έμοιασε, μοιάζει η Βασιλεία των Ουρανών» και τα λοιπά.
Αυτό το «Τίνι ὁμοιώσω;», «με τι να παρομοιάσω τη Βασιλεία του Θεού;», δείχνει την προσπάθεια του Κυρίου να μεταφέρει μία ουράνια πραγματικότητα επάνω στη γη. Έχει πει ο Κύριος επτά παραβολές, οι οποίες αποτελούν μία δέσμη, και όλες αρχίζουν έτσι: «Τίνι ὁμοιώσω τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν;». Αυτό δείχνει ότι οι επτά αυτές παραβολές δεν είναι τίποτε άλλο παρά επτά πτυχές μίας πραγματικότητας: της Βασιλείας του Θεού.
Αλλά η Βασιλεία του Θεού ή η Βασιλεία των Ουρανών είναι μία ουράνια πραγματικότητα, ενώ εδώ στη γη ζούμε μέσα σε μία γήινη πραγματικότητα. Αυτή η μεταφορά —γι’ αυτό λέγει ο Κύριος «Τίνι ὁμοιώσω;»— των ουράνιων πραγμάτων σε γήινες πραγματικότητες, με ποια γλώσσα θα γίνει; Ποια είναι η γλώσσα που θα μιλήσουμε; Και ποια γλώσσα θα μπορεί να μεταφέρει αυτές τις ουράνιες πραγματικότητες; Είναι δύσκολο. Είναι αδύνατο.
Λέγει ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος είδε ουράνια πράγματα, ότι δεν είναι δυνατόν να μεταφέρει κανείς τα ουράνια πράγματα εδώ στη γη. Δεν υπάρχει περιγραφή. «Οὐκ ἐξὸν ἐστὶν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι». Δεν είναι δυνατόν. Η περιγραφή των ουράνιων πραγμάτων εκφεύγει· δεν μπορεί να μεταφερθεί.
Και όμως, αυτή η μεταφορά είναι ανάγκη να γίνει. Και πώς γίνεται; Γίνεται με παρομοιώσεις, με τη γλώσσα των παρομοιώσεων.
Γι’ αυτό, λοιπόν, μία παραβολή δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία παρομοίωση, μία εικόνα, ένας τρόπος να εκφραστούμε για πράγματα ανέκφραστα μέσα στον χώρο των γήινων πραγματικοτήτων. Και εν προκειμένω έχουμε την παραβολή που ακούσαμε σήμερα.
Η παραβολή, μιλώντας γενικά τώρα, θα ήθελα να το γνωρίζετε, έχει το μειονέκτημα της απουσίας ορισμού. Πώς να ορίσεις; Ορίζονται τα ουράνια πράγματα; Τι είναι η Βασιλεία του Θεού; Ορίζεται; Τι υπάρχει στη Βασιλεία του Θεού; Ορίζεται; Δεν ορίζεται.
Δεν είναι δυνατόν, δηλαδή, να χρησιμοποιηθεί ορισμός. Το λέγει και η λέξη: ορίζω. Ορίζω θα πει θέτω όρια. Αλλά η Βασιλεία του Θεού δεν ορίζεται, δεν έχει όρια. Δεν μπορεί να μπει μέσα στα καλούπια των ορίων. Γι’ αυτό και δεν ορίζεται.
Είναι γνωστό, και μάλιστα κατ’ επιστήμην ομιλούντες, ότι, όταν θέλουμε να δώσουμε την ακριβή περιγραφή ενός πράγματος, δίνουμε ορισμό. Εάν δεν δώσουμε ορισμό, δεν μιλάμε κατ’ επιστήμην. Το γνωρίζουμε αυτό.
Αυτό, λοιπόν, είναι ένα μειονέκτημα: ότι απουσιάζει ο ορισμός. Αλλά, εκ της φύσεως των πραγμάτων, δεν είναι δυνατόν, όπως είπαμε, να τεθεί ορισμός. Και έτσι μιλάμε με πολλές παρομοιώσεις, με πολλές εικόνες.
Αυτό είναι και ένα πλεονέκτημα, διότι μπορούμε να δούμε με πολλούς τρόπους πολλές πτυχές ενός πράγματος και, συνεπώς, έχουμε έναν πλούτο ερμηνευτικό. Είναι πάρα πολύ σπουδαίο αυτό.
Έτσι, έχουμε το μειονέκτημα της απουσίας του ορισμού, έχουμε όμως το πλεονέκτημα μίας πληθωρικής ερμηνείας. Γι’ αυτό βλέπετε που λέμε, όταν ερμηνεύουμε το Ευαγγέλιο, ότι ένας Πατέρας το ερμηνεύει έτσι και άλλος το ερμηνεύει διαφορετικά. Τι σημαίνει αυτό; Αντιφάσεις; Ελλείψεις; Όχι.
Ουράνιες πραγματικότητες ερμηνεύουμε. Συνεπώς, έχουμε τη δυνατότητα να πούμε πάρα πολλά πράγματα· τόσα πολλά, επιτρέψατέ μου να σας το πω, ανεξαντλήτως. Όσο σκάβεις, βρίσκεις. Ναι· όσο ερευνάς, γνωρίζεις.
Έτσι, στην παραβολή που ακούστηκε στη σημερινή ευαγγελική περικοπή, ξεδιπλώνεται μία πτυχή της Βασιλείας των Ουρανών: η συγχωρητικότητα και η αμνησικακία.
Έχουμε εδώ μία ωραία και βαθιά αποκάλυψη του πνεύματος της Βασιλείας του Θεού. Τι είναι η Βασιλεία του Θεού; Η Βασιλεία του Θεού είναι αγάπη. Τι είναι η Βασιλεία του Θεού; Είναι ελπίδα. Τι είναι η Βασιλεία του Θεού; Είναι η θέα του προσώπου του Χριστού. Τι είναι η Βασιλεία του Θεού; Είναι η συγχωρητικότητα και η ανεξικακία. Και ούτω καθεξής.
Βλέπετε, λοιπόν, ότι η παραβολή αυτή παρουσιάζει, ως μία πτυχή, το πνεύμα της Βασιλείας του Θεού.
Και πρέπει ακόμη να πούμε ότι η Βασιλεία του Θεού έχει δύο σκέλη. Μία, ενιαία είναι· μία είναι, το επαναλαμβάνω. Έχει δύο σκέλη: το ουράνιο σκέλος και το γήινο σκέλος. Το ουράνιο σκέλος είναι οι ουράνιες πραγματικότητες. Το γήινο σκέλος είναι εδώ στη γη.
Και γνωρίζετε τι είναι η Βασιλεία του Θεού; Ω, αν γνωρίζαμε! Γνωρίζουμε, αλλά ποτέ δεν το σκεφτήκαμε. Είναι η Εκκλησία. Η Εκκλησία μέσα στην Ιστορία είναι η Βασιλεία του Θεού, κατά το γήινο σκέλος της.
Αλλά τα δύο σκέλη συγκροτούν ένα σώμα. Μία είναι η Βασιλεία του Θεού. Αυτός που είμαι εδώ, στο γήινο σκέλος της Βασιλείας του Θεού, αυτός θα είμαι και εκεί. Δεν μπορώ να είμαι κάτι διαφορετικό εδώ και κάτι διαφορετικό εκεί.
Γι’ αυτό, εάν φύγω άγιος, θα ζήσω εν αγιότητι στη Βασιλεία του Θεού. Εάν δεν φύγω άγιος, αλλά μοχθηρός, κακοήθης, παραβάτης των εντολών του Θεού και τα λοιπά, δεν μπορώ να μπω στη Βασιλεία του Θεού. Δεν είναι δυνατόν, διότι δεν μπήκα ήδη στη γήινη πραγματικότητά της.
Δεν μπήκα στα Μυστήρια της Εκκλησίας, στην πνευματική ζωή, στη ζωή του Αγίου Πνεύματος εν Χριστώ Ιησού ή στη ζωή του Χριστού εν Αγίω Πνεύματι. Δεν μπήκα. Δεν μπορώ, λοιπόν, να μπω ούτε σε εκείνη την ουράνια πραγματικότητα.
Με τι, λοιπόν, παρομοιάστηκε η Βασιλεία των Ουρανών;
«Ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὃς ἠθέλησε συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ».
Με κάποιον άνθρωπο βασιλιά, ο οποίος θέλησε να λογαριαστεί με τους δούλους του· να του δώσουν λογαριασμό για το πού βρίσκονταν τα οικονομικά τους.
Πράγματι, και ενώ δινόταν ο λογαριασμός, βρέθηκε κάποιος δούλος, μας λέγει η παραβολή, ο οποίος χρωστούσε στο αφεντικό του, στον κύριό του, μύρια τάλαντα! Ο αριθμός «μύρια», όπως θα γνωρίζετε, είναι οι δέκα χιλιάδες. Συνεπώς, μύρια τάλαντα σημαίνει ένα ποσό δέκα χιλιάδων ταλάντων.
Πρέπει, όμως, ευθύς εξαρχής να πούμε ότι στην παραβολή αυτή βλέπουμε πως κάθε άνθρωπος έχει να δώσει λόγο στον Θεό για τα πεπραγμένα του. Είναι μία μεγάλη αλήθεια, μία μεγάλη πραγματικότητα, που δυστυχώς διαφεύγει από πολλούς χριστιανούς μας.
Όσο για εκείνους που μιλούν για ελευθερία —μία ελευθερία κατασκεύασμα του δικού τους μυαλού— λέγουν: «Αφού είμαι ελεύθερος, γιατί θα πρέπει να δώσω λόγο για τα πεπραγμένα μου; Διότι αυτό θα πει ότι είμαι ελεύθερος. Δεν έχω λόγο να δώσω λογαριασμό πουθενά, ούτε στους ανθρώπους ούτε στον Θεό».
Αλλά θα βρεθούν προ εκπλήξεως οι άνθρωποι αυτοί, όταν αντιληφθούν ότι η έννοια της ελευθερίας δεν είναι όπως αυτοί νόμισαν, δίνοντάς της μία φιλοσοφική διάσταση, αλλά όπως εννοεί την ελευθερία ο λόγος του Θεού.
Έτσι, η κρίση του Θεού, αγαπητοί μου, είναι μία φοβερή πραγματικότητα. Και η κρίση είναι τόσο προσωπική όσο και γενική. Καθένας που φεύγει από τον παρόντα κόσμο κρίνεται. Και όταν έρθει ο Χριστός, θα κριθεί ολόκληρη η ανθρωπότητα στη γενική κρίση.
Και τότε εμφανίζεται, όπως λέγει η περικοπή, ένας οφειλέτης μυρίων ταλάντων.
Δεν γνωρίζω εάν γνωρίζετε τι ήταν το τάλαντο. Ήταν το μεγαλύτερο νόμισμα, το οποίο δεν είχαν μόνο οι Έλληνες· το είχαν και άλλοι λαοί. Και ήταν τριών ποιοτήτων: το χρυσό τάλαντο, το αργυρό και το χάλκινο.
Μάλιστα, όταν ο Τωβίτ στέλνει τον γιο του στους Ράγους της Μηδίας για ένα παλαιό χρέος κάποιου φίλου, εκείνος θα του έδινε το χρέος αυτό, το οποίο ήταν κάποια τάλαντα.
Το χρυσό τάλαντο ήταν, βεβαίως, εκείνο που είχε τη μεγαλύτερη αξία. Είχε πολύ βάρος· ήταν ασήκωτο. Και η αξία ενός χρυσού αττικού ταλάντου —σας ανέφερα τον Τωβίτ, για να σας πω ότι και στην Ανατολή χρησιμοποιούσαν το τάλαντο— δεν είχε απλώς αρχαιολογική αξία αλλά πραγματική αξία σε χρυσό. Ήταν, παρακαλώ, διακόσιες σαράντα χρυσές λίρες Αγγλίας.
Μύρια τάλαντα, λοιπόν, σημαίνουν δύο εκατομμύρια τετρακόσιες χιλιάδες χρυσές λίρες Αγγλίας, με την πραγματική σημερινή αξία. Αυτό δείχνει πόσο χρεώστης ήταν ο άνθρωπος αυτός έναντι του Θεού.
Ναι· το χρέος είναι οι αμαρτίες. Γι’ αυτό λέμε στην Κυριακή προσευχή: «Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν». Και άφησέ μας, δηλαδή συγχώρεσέ μας, διέγραψε τα οφειλήματά μας.
«Οφείλημα» θα πει χρέος. Να διαγράψεις τα χρέη μας. Και τα οφειλήματα αυτά είναι οφειλήματα παραβάσεων και οφειλήματα παραλείψεων: τι παρέβην και τι έπρεπε να κάνω και δεν το έκανα.
Πόσο βαθύ σκοτάδι, αγαπητοί μου, υπάρχει σε πολλούς που νομίζουν ότι είναι αθώοι απέναντι στον Θεό!
«Εγώ», λέγει, «δεν έχω αμαρτίες».
Και αν, βέβαια, κάποιες αμαρτίες αναφερθούν, απαντά: «Και τι είναι αυτό; Όλοι οι άνθρωποι κάνουν το ένα και το άλλο». Φοβερό πράγμα! Φοβερό! Το χρέος μένει ανεξόφλητο.
Κάποτε είχα πει —και πολλές φορές το έχω πει· δεν πειράζει να το επαναλάβω γρήγορα εν παρενθέσει— ότι το χρέος μεγαλώνει απέναντι στον Θεό, επειδή είναι ο Θεός. Ανάλογα με το πρόσωπο είναι και η εκτίμηση του χρέους.
Δηλαδή, για να το καταλάβουμε: Τι είπαμε ότι είναι το χρέος; Παράβαση. Και ακόμη τι είναι; Παράλειψη.
Ας πάρω μία παράβαση εντολής. Εάν δώσω ένα χαστούκι σε ένα μικρό παιδί, δεν έχει και πολλή σημασία. Θα κλάψει· το πολύ-πολύ να μου διαμαρτυρηθούν οι γονείς του. Εάν δώσω το ίδιο χαστούκι στον δήμαρχο της πόλης, το πράγμα διαφέρει. Εάν δώσω δημοσίως ένα χαστούκι στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, το πράγμα διαφέρει ακόμη περισσότερο.
Εάν τώρα προσβάλω τον Θεό, πόσο μεγάλη είναι η προσβολή; Όσο είναι το πρόσωπο. Ο Θεός είναι άπειρος και η προσβολή είναι άπειρη. Ο Θεός είναι αιώνιος και η προσβολή είναι αιώνια.
Ερωτά κάποιος, λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος: «Καλά, εγώ αμάρτησα για ένα λεπτό και θα τιμωρούμαι αιώνια;».
Ναι. Γιατί; Διότι Εκείνος έναντι του οποίου αμάρτησες είναι άπειρος και αιώνιος.
Για να καταλάβουμε, λοιπόν, γιατί με το ποσό αυτό ο Κύριος θέλει να δείξει ότι κάθε άνθρωπος είναι χρεώστης. Και ας μη λέμε, αγαπητοί μου, εκείνο το παραμύθι —κυριολεκτικά παραμύθι του διαβόλου— ότι δεν έχουμε αμαρτίες, ότι δεν κάνουμε τίποτε και ότι είμαστε αθώοι άνθρωποι.
Ποιος, λοιπόν, μπορεί να εξοφλήσει αυτόν τον όγκο του χρέους; Ένας μόνο: ο Θεός.
Όπως εδώ έρχεται ο δούλος και παρακαλεί τον κύριό του: «Κύριε, μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοὶ. Μακροθύμησε απέναντί μου και θα σου το εξοφλήσω».
Τι θα εξοφλήσεις, άνθρωπε; Τι θα εξοφλήσεις; Δούλος είσαι και δεν είναι δυνατόν να εργάζεσαι για να δίνεις χρήματα στο αφεντικό. Δούλος είσαι. Τι θα κάνεις;
Ένας εξόφλησε το χρέος για τον καθένα μας: ο Ιησούς Χριστός.
Λέγει στους Κολοσσαείς ο Απόστολος Παύλος:
«Καὶ ὑμᾶς, νεκροὺς ὄντας ἐν τοῖς παραπτώμασι…».
Νεκροί στα παραπτώματα.
«Συνεζωοποίησεν ὑμᾶς σὺν αὐτῷ».
Μαζί με τον Χριστό, ο Πατέρας μάς ζωοποίησε.
«Χαρισάμενος ἡμῖν πάντα τὰ παραπτώματα».
Μας χάρισε όλα τα παραπτώματά μας.
«Ἐξαλείψας τὸ καθ’ ἡμῶν χειρόγραφον».
Γνωρίζετε ότι το χρέος βεβαιώνεται με ένα χειρόγραφο, μία συναλλαγματική, ένα συμβόλαιο, ένα χαρτί. Με ένα χαρτί που λέμε ότι «σε τυλίγει σε μία κόλλα χαρτί ο δανειστής σου». Χειρόγραφο χρέους.
Ε, λέγει, μας το εξάλειψε αυτό, «προσηλώσας αὐτὸ τῷ σταυρῷ». Ποιο; Το χειρόγραφο. Το κάρφωσε στον Σταυρό.
Εκεί βρίσκεται το χρέος. Σαν να είναι ο δανειστής στον οποίο χρωστάμε και να μας λέγει: «Το βλέπεις; Στο χέρι μου το κρατώ. Μου χρωστάς. Το βλέπεις;». Και να πηγαίνει μπροστά στα μάτια μας και να το σχίζει.
Αυτό σημαίνει ότι το κάρφωσε επάνω στον Σταυρό. Εκπληκτικό!
Και επειδή ο δούλος δεν είχε να εξοφλήσει το χρέος, τι κάνει ο κύριος στην παραβολή; «Ἐκέλευσεν πραθῆναι». Διέταξε να πουληθεί.
«Να πουληθεί», λέγει, «η γυναίκα του» —έτσι γινόταν στην αρχαιότητα· το υλικό της παραβολής είναι παρμένο από την αρχαιότητα και από την πραγματικότητα—, «τα παιδιά του, ό,τι είχε και δεν είχε, και να προσμετρηθεί».
Γνωρίζετε πόσο κόστιζε ένας δούλος; Πάμφθηνος. Η γυναίκα δε ακόμη πιο φθηνή.
Λοιπόν; Τι να εξοφλήσεις, άνθρωπε;
Εν τω μεταξύ θα πουλιόταν και ο ίδιος ο δούλος, για να εισπράξει το αφεντικό το χρέος που του όφειλε. Τι σήμαινε αυτό; Ότι θα υφίστατο αλλοτρίωση. Θα αλλοτριωνόταν από τον κύριό του.
Τι σημαίνει αυτό; Αυτή η αλλοτρίωση είναι η αιώνια κόλαση. Σε πουλάει το αφεντικό. Σε διώχνει ο Θεός. Όταν σε διώχνει ο Θεός, πού θα πας; Πού αλλού; Δεν υπάρχει πουθενά αλλού παρά μόνο η κόλαση. Αυτή είναι η αλλοτρίωση.
Ο δούλος είδε ότι δεν υπάρχει σωτηρία.
«Πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος…». Έπεσε, γονάτισε και τον παρακαλούσε: «Μακροθύμησε απέναντί μου».
Και το αφεντικό; «Σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος…».
Τι ωραίες εικόνες! Είναι μία απλή πράξη αιτήσεως μακροθυμίας, την οποία έκανε ο δούλος λέγοντας: «Μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοί». Και αυτό επέφερε ολόκληρη την αλλαγή, την εξόφληση του χρέους.
«Λυπήσου με».
«Σου τα χαρίζω».
«Λυπήσου με».
«Σου τα χαρίζω!».
Αυτό δείχνει περίτρανα ότι η μετάνοια και η αίτηση συγχωρήσεως, αγαπητοί μου, μας απαλλάσσουν από την αιώνια καταδίκη.
Αλλά ας προσέξουμε και κάτι ερμηνευτικό. Όταν ο Κύριος λέγει «ἐκέλευσεν πραθῆναι», «διέταξε να πουληθεί», αυτό εκφράζει το πνεύμα της Παλαιάς Διαθήκης. Διότι «πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν». Παρέβης; Θα τιμωρηθείς.
Αντίθετα, το «σπλαχνισθείς» εκφράζει το πνεύμα της Καινής Διαθήκης.
Αυτά, βέβαια, ως προς τις σχέσεις ανθρώπου και Θεού. Μένουν, όμως, και οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων.
Και σημειώνει η παραβολή: «Ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος…».
Μόλις βγήκε από τον χώρο, από το γραφείο του αφεντικού, κατεβαίνει τα σκαλοπάτια και βρίσκει έναν σύνδουλό του.
«Α, έλα εδώ! Έλα εδώ! Μου χρωστάς εκατό δηνάρια».
Εκατό δηνάρια, δύο λίρες.
«Έλα εδώ. Εξόφλησέ μου το χρέος που μου οφείλεις».
Εκεί χρησιμοποιεί τη λέξη: «Ἔπνιγεν αὐτόν». Αυτό που λέμε στη γλώσσα μας: «Με έπνιξε ο δανειστής μου». Εδώ είναι κυριολεξία, δεν είναι μεταφορικό.
Διότι ο δανειστής έβαζε τον αντίχειρα, το μεγάλο δάχτυλο, εδώ, στον λάρυγγα του χρεοφειλέτη, τον πίεζε και κυριολεκτικά τον έπνιγε.
«Δώσε μου αυτά που μου χρωστάς».
«Ἔπνιγεν αὐτόν».
«Σε παρακαλώ», του λέγει, «μακροθύμησε απέναντί μου και θα σου τα πληρώσω».
Τι είναι εκατό δηνάρια; Δύο λίρες. Ε, εύκολο είναι.
«Όχι· τώρα!».
Και τον έβαλε στη φυλακή.
Είδαν τη συμπεριφορά αυτή οι άλλοι σύνδουλοι, τρόμαξαν και πήγαν και ανέφεραν στον κύριό τους αυτά που είδαν και άκουσαν.
Τότε, βέβαια, ο κύριος κάλεσε τον δούλο και του λέγει:
«Δούλε αχρείε και πονηρέ, εγώ σου χάρισα ένα τόσο υπέρογκο ποσό· εσύ δεν μπορούσες να μακροθυμήσεις απέναντι στον σύνδουλό σου;».
Εδώ δείχνει την πελώρια διαφορά ανάμεσα σε όσα χρωστάμε στον Θεό και σε όσα μας χρωστούν οι άλλοι άνθρωποι.
Εντούτοις, ενώ το ποσό είναι μικρό —δηλαδή τι σημαίνει; Άνθρωπος προς άνθρωπο—, κάποιος μου δίνει ένα χαστούκι, όπως σας είπα στο προηγούμενο παράδειγμα.
Είναι το ίδιο με το χαστούκι που θα έδινα στον Θεό, προσβάλλοντάς Τον; Είναι μικρό πράγμα· είναι πολύ μικρό.
Εντούτοις, δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε τον εαυτό μας, ώστε να συγχωρήσουμε τους άλλους ανθρώπους για όσα μας έχουν κάνει, πολύ περισσότερο όταν μας ζητούν επίμονα συγγνώμη.
Το συμπέρασμα της παραβολής; Ω, το συμπέρασμα της παραβολής το εξάγει ο ίδιος ο Κύριος:
«Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν —έτσι θα σας κάνει και ο Πατέρας μου ο επουράνιος—, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν».
«Εάν δεν αφήσετε», λέγει, «τα αμαρτήματα των άλλων από την καρδιά σας, με την καρδιά σας».
Αγαπητοί μου, ο Θεός αποκάλυψε το πνεύμα της Βασιλείας Του, αλλά οι άνθρωποι δεν συμμορφώνονται με αυτό.
Και τίθεται το ερώτημα: Μας συμφέρει να μη συμμορφωθούμε; Δεν θα μπούμε στη Βασιλεία του Θεού. Μας συμφέρει;
Και αν υποτεθεί ακόμη ότι ο Θεός, παρ’ όλα αυτά, μας συγχωρούσε, ενώ εμείς δεν συγχωρούσαμε τους άλλους ανθρώπους, θα είχαμε ειρήνη στην ψυχή μας; Ερωτώ: Θα είχαμε ειρήνη στην ψυχή μας και θα ήταν αγαθές οι σχέσεις μας με τον πλησίον μας;
Όχι. Μας συμφέρει; Όχι.
Μήπως εκείνος που δεν συγχωρεί δημιουργεί μία αυτοτιμωρία; Μήπως αυτοβασανίζεται και αυτοτιμωρείται; Μας συμφέρει; Όχι.
Έτσι, λοιπόν, δεν μας συμφέρει. Διότι ούτε ο Θεός μάς συγχωρεί ούτε αγαθές σχέσεις μπορούμε να έχουμε και να αναπτύξουμε με τους άλλους ανθρώπους, εάν δεν μάθουμε τόσο να ζητούμε τη συγχώρηση του Θεού όσο και να δίνουμε συγχώρηση στους άλλους ανθρώπους.
Εμπρός, λοιπόν, αγαπητοί μου! Εμπρός, λοιπόν! Ας μάθουμε να συγχωρούμε απεριόριστα.
Και εύκολο είναι και μας συμφέρει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου