Σελίδες

Η Κορυτσά «πέθανε» για την Ελλάδα ή η Ελλάδα για την Κορυτσά;

 


Υπάρχουν ερωτήματα που αποφεύγεις για πολύ καιρό να τα διατυπώσεις καθαρά. Όχι επειδή δεν υπάρχουν μέσα σου, αλλά επειδή φοβάσαι την απάντηση. Άλλοτε επιστρέφουν σαν εφιάλτης που προσπαθείς να διώξεις και άλλοτε επιβεβαιώνονται από μικρά και μεγάλα γεγονότα, από αποφάσεις, συμπεριφορές και κυρίως από παραλείψεις.

Ένα τέτοιο ερώτημα μάς απασχολεί όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια: Η Κορυτσά «πέθανε» για την Ελλάδα ή μήπως η Ελλάδα απομακρύνθηκε τόσο πολύ, ώστε κινδυνεύει να πεθάνει μέσα στην Κορυτσά;

Δεν γράφουμε ότι στην Κορυτσά δεν υπάρχει πλέον τίποτε. Το αντίθετο. Υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που αγωνίζονται, οικογένειες που επιμένουν να μείνουν, εκπαιδευτικοί που προσφέρουν πολύ περισσότερα από όσα προβλέπει η θέση τους, οργανώσεις που δραστηριοποιούνται, σχολεία, ενορίες, πολιτιστικές πρωτοβουλίες και μέσα ενημέρωσης που προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανή τη μνήμη, τη γλώσσα και τον πολιτισμό. Εκείνο που σβήνει σιγά σιγά είναι η ελπίδα ότι αυτή η προσπάθεια έχει μέλλον και ότι κάπου υπάρχει ένα σταθερό σχέδιο που την υποστηρίζει.

Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Έχουμε και εμείς ευθύνες. Είμαστε χρόνια κατακερματισμένοι, πολλές φορές χαμένοι μέσα σε μικρές αντιπαλότητες, προσωπικές φιλοδοξίες και διαφωνίες που δεν καταφέραμε να ξεπεράσουμε. Θα ήταν, όμως, πολύ βολικό να αποδοθεί ολόκληρη η ευθύνη σε εμάς και να τελειώσει εκεί η συζήτηση.

Επί σειρά ετών, οι διπλωματικές αρχές, τα αρμόδια υπουργεία και γενικότερα οι εκπρόσωποι του ελληνικού κράτους επιλέγουν συχνά ως συνομιλητές πρόσωπα και σχήματα που δεν δημιουργούν δυσκολίες, δεν θέτουν ενοχλητικά ερωτήματα και μπορούν εύκολα να παρουσιαστούν σε μια εκδήλωση ή σε μια φωτογραφία. Δημιουργείται έτσι μια «βιτρίνα» που βολεύει σχεδόν τους πάντες. Οι μεν μπορούν να αναφέρουν ότι συναντήθηκαν με την κοινότητα και οι δε ότι εξακολουθούν να την εκπροσωπούν. Το αν πίσω από τη βιτρίνα υπάρχει ουσιαστικό έργο, συμμετοχή, ανανέωση και πραγματική επαφή με την κοινωνία φαίνεται να απασχολεί πολύ λιγότερο.

Το ζήτημα δεν είναι να στραφούμε εναντίον συγκεκριμένων ανθρώπων. Το πρόβλημα είναι η παντελής έλλειψη αξιολόγησης. Ποιοι εργάζονται πραγματικά; Ποιοι κινητοποιούν την κοινωνία; Ποιοι δημιουργούν εκπαιδευτικό, κοινωνικό και πολιτιστικό έργο; Ποιοι πληρώνουν προσωπικό κόστος γι’ αυτή την προσπάθεια και ποιοι απλώς εκπροσωπούν τον εαυτό τους; Αυτά τα ερωτήματα σπανίως τίθενται.

Το ίδιο συμβαίνει και με τις συμφωνίες που υπογράφονται κατά καιρούς μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας. Οι συμφωνίες δεν μπορεί να κρίνονται μόνο από τις δηλώσεις, τις χειραψίες και τις επίσημες φωτογραφίες. Πρέπει κάποτε να εξετάσουμε και τα αποτελέσματά τους. Είναι σήμερα ισχυρότερη η ελληνόγλωσση εκπαίδευση; Έχουν περισσότερες ευκαιρίες οι νέοι μας; Ενισχύθηκαν οι τοπικοί θεσμοί; Αισθάνονται οι οικογένειες μεγαλύτερη ασφάλεια και προοπτική; Ή μήπως οι περισσότεροι νέοι εξακολουθούν να βλέπουν ως μοναδική λύση τη φυγή;

Εάν, παρά τις συμφωνίες και τις επανειλημμένες διαβεβαιώσεις, οι κοινότητες συρρικνώνονται, οι οικογένειες φεύγουν και οι εκπαιδευτικές και πολιτιστικές δομές εξασθενούν, τότε κάτι δεν έχει λειτουργήσει. Είτε οι συμφωνίες δεν είναι αρκετές είτε δεν εφαρμόζονται είτε δεν εντάσσονται σε μια μακροπρόθεσμη πολιτική.

Η αφομοίωση, άλλωστε, δεν επιβάλλεται πάντοτε με απαγορεύσεις. Τις περισσότερες φορές προχωρά πολύ πιο αθόρυβα: μέσα από την αδιαφορία, την έλλειψη ευκαιριών, την εγκατάλειψη των τοπικών δομών και την πεποίθηση ότι όποιος θέλει να προκόψει πρέπει να φύγει.

Χαρακτηριστικό είναι το πρόσφατο παράδειγμα των υποτροφιών του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών. Από τις πενήντα υποτροφίες που προκηρύχθηκαν για το ακαδημαϊκό έτος 2026–2027, στην Αλβανία αναλογούν μόλις τρεις. Δεν υποτιμούμε ούτε τη σημασία αυτών των υποτροφιών ούτε την ευκαιρία που προσφέρουν στα παιδιά που θα τις λάβουν. Αλλά δεν μπορούμε και να μη ρωτήσουμε: ποια ακριβώς προτεραιότητα εκφράζει αυτός ο αριθμός;

Η Αλβανία δεν είναι απλώς μία ακόμη χώρα σε έναν μακρύ κατάλογο. Είναι μια γειτονική χώρα στην οποία ζει ιστορική Ελληνική Εθνική Μειονότητα και όπου εξακολουθούν να λειτουργούν σχολεία και άλλες δομές που υπηρετούν την ελληνική γλώσσα και τον πολιτισμό. Υπάρχουν νέοι που θα μπορούσαν να σπουδάσουν στην Ελλάδα και να επιστρέψουν ως εκπαιδευτικοί, επιστήμονες και στελέχη της τοπικής κοινωνίας. Επομένως, οι τρεις υποτροφίες δεν είναι μόνο ένας αριθμός. Είναι και ένα μήνυμα για τη θέση που κατέχει η Αλβανία στον πραγματικό –και όχι στον διακηρυγμένο– σχεδιασμό του ελληνικού κράτους.

Και κάπου εδώ φτάνουμε σε ένα ακόμη πιο δύσκολο ζήτημα: στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι άνθρωποι που ζουν εδώ και προσφέρουν επί χρόνια.

Όσοι αποστέλλονται από την Ελλάδα έρχονται για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Αρκετοί υπήρξαν εξαιρετικοί συνεργάτες. Άκουσαν, σεβάστηκαν την τοπική πραγματικότητα, αναγνώρισαν τις θυσίες των ανθρώπων και προσπάθησαν να ενισχύσουν ό,τι βρήκαν. Δεν ήρθαν με την ιδέα ότι πριν από αυτούς δεν υπήρχε τίποτε.

Υπήρξαν, όμως, και περιπτώσεις ανθρώπων που έφτασαν με τη νοοτροπία ότι όλα όσα προϋπήρχαν ήταν λανθασμένα, ότι μόνο οι ίδιοι γνωρίζουν τι πρέπει να γίνει και ότι η συνεργασία σημαίνει απλώς υπακοή στις αποφάσεις τους. Σαν να αρχίζει η ιστορία του τόπου από την ημέρα της άφιξής τους.

Το ότι κάποιος έρχεται από την Ελλάδα δεν αποτελεί φυσικά μειονέκτημα. Αλλά ούτε η υπηρεσιακή του ιδιότητα τού εξασφαλίζει το μονοπώλιο της γνώσης. Όποιος έρχεται στην Κορυτσά παραλαμβάνει μια πραγματικότητα που δημιουργήθηκε με θυσίες δεκαετιών. Δεν παραλαμβάνει λευκό χαρτί. Βρίσκει, όπως λέει ο λαός μας, μια πίτα έτοιμη. Πριν αποφασίσει ότι η πίτα δεν έγινε καλά και ότι πρέπει να τη διαλύσει για να την ξαναφτιάξει από την αρχή, θα ήταν χρήσιμο να ρωτήσει ποιοι τη ζύμωσαν, κάτω από ποιες συνθήκες και με τι κόστος την κράτησαν μέχρι σήμερα.

Ο προσωρινός εκπρόσωπος μπορεί ύστερα από δύο ή τρία χρόνια να αποχωρήσει, παρουσιάζοντας τον δικό του υπηρεσιακό απολογισμό. Οι άνθρωποι που ζουν εδώ, όμως, θα παραμείνουν για να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες των πειραματισμών του.

Στην εκπαίδευση αυτή η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνη. Το έχουμε αναφέρει πολλές φορές στο παρελθόν. Τα Εκπαιδευτήρια «Όμηρος» αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της ελληνόγλωσσης παιδείας στην Κορυτσά. Δεν μπορεί η πορεία ενός ολόκληρου σχολείου να εξαρτάται κάθε φορά από τον χαρακτήρα, την προσωπική αντίληψη ή τις φιλοδοξίες του εκάστοτε συντονιστή.

Ο συντονιστής οφείλει, πρώτα απ’ όλα, να συντονίζει. Δεν είναι λογοπαίγνιο. Είναι η ουσία του ρόλου του. Οφείλει να στηρίζει, να εποπτεύει, να συνδέει ανθρώπους και θεσμούς και να βοηθά στην επίλυση των προβλημάτων. Δεν έρχεται για να αντικαταστήσει τη διεύθυνση του σχολείου ή για να τη μετατρέψει σε διακοσμητικό όργανο που απλώς επικυρώνει αποφάσεις άλλων.

Οι άνθρωποι που έχουν την καθημερινή και νομική ευθύνη μιας σχολικής μονάδας δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται ως υποχείρια. Δεν μπορεί να τους ζητείται να συμφωνούν με όλα, ενώ στο τέλος θα κληθούν οι ίδιοι να λογοδοτήσουν για όσα δεν πήγαν καλά.

Όταν παρακάμπτεται η θεσμική διοίκηση, όταν καλλιεργούνται επιλεκτικές και άτυπες επαφές με εργαζομένους, όταν δημιουργούνται παράλληλοι κύκλοι πληροφόρησης και όταν οι ψίθυροι αποκτούν μεγαλύτερη αξία από το πραγματικό και καταγεγραμμένο έργο, τότε δεν υπάρχει συντονισμός. Υπάρχει αποδιοργάνωση.

Όταν, επίσης, κάθε διαφορετική άποψη θεωρείται εχθρική ενέργεια, δημιουργείται ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο κανείς δεν τολμά να μιλήσει ειλικρινά. Οι συνεργάτες χωρίζονται σιγά σιγά σε «δικούς μας» και «αντιπάλους», οι πραγματικές συζητήσεις γίνονται πίσω από κλειστές πόρτες και η διοίκηση χάνει τον παιδαγωγικό και θεσμικό της χαρακτήρα.

Η ικανότητα ενός συνεργάτη δεν αποτελεί απειλή. Η διαφορετική γνώμη δεν είναι απειθαρχία. Και ο άνθρωπος που γνωρίζει τον τόπο, τη νομοθεσία, τις οικογένειες και την καθημερινότητα του σχολείου δεν είναι εμπόδιο που πρέπει να παραμεριστεί. Είναι κεφάλαιο που πρέπει να αξιοποιηθεί.

Όλα αυτά έχουν και ένα ανθρώπινο κόστος που συνήθως δεν καταγράφεται σε κανέναν υπηρεσιακό απολογισμό. Όταν ένας άνθρωπος αναγκάζεται καθημερινά να υπερασπίζεται την προσφορά, την αξιοπρέπεια και ακόμη και την παρουσία του στον χώρο όπου εργάζεται, δεν αφήνει αυτή την πίεση στην πόρτα του γραφείου. Την παίρνει μαζί του στο σπίτι. Επηρεάζει την οικογένεια, τις σχέσεις, τον ύπνο και την υγεία του.

Κάποια στιγμή θα κουραστεί. Θα σιωπήσει, θα απομακρυνθεί ή θα αναζητήσει αλλού μια πιο αξιοπρεπή προοπτική. Και τότε οι ίδιοι που τον εξώθησαν στην αποχώρηση θα αναρωτιούνται γιατί δεν υπάρχουν πια άνθρωποι πρόθυμοι να προσφέρουν.

Η πραγματικότητα, πάντως, παραμένει πεισματάρα. Χωρίς τις τοπικές οργανώσεις, τα σχολεία, την Εκκλησία, τους πολιτιστικούς συλλόγους, τα ελληνόγλωσσα μέσα και τους εθελοντές, πολλές ιστορικές, πολιτιστικές και θρησκευτικές εκδηλώσεις δεν θα πραγματοποιούνταν καθόλου. Οι άνθρωποι αυτοί, με περιορισμένους πόρους και πολύ προσωπικό χρόνο, καλύπτουν κενά που θα έπρεπε να αποτελούν μέρος μιας οργανωμένης πολιτικής.

Δεν ζητούμε από την Αθήνα να αποφασίζει αντί για εμάς. Ζητούμε να αποφασίζει μαζί μας. Χρειαζόμαστε μια σταθερή και μακροπρόθεσμη στρατηγική για την ελληνική παιδεία και την πολιτιστική παρουσία στην Αλβανία, περισσότερες ευκαιρίες και υποτροφίες για τους νέους, στήριξη των σχολείων, των οργανώσεων και των ελληνόγλωσσων μέσων, αλλά και σαφή κριτήρια για την επιλογή και την αξιολόγηση όσων αποστέλλονται εδώ.

Πάνω απ’ όλα, χρειάζεται σεβασμός στους ντόπιους ανθρώπους. Σ’ εκείνους που δεν ήρθαν για δύο ή τρία χρόνια, αλλά έζησαν εδώ, εργάστηκαν εδώ και θα παραμείνουν εδώ όταν οι υπόλοιποι θα έχουν φύγει.

Το κείμενο αυτό δεν στρέφεται εναντίον της Ελλάδας. Γράφεται ακριβώς επειδή η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει ανεκτίμητη σημασία για την Κορυτσά και επειδή δεν θέλουμε αυτή η σχέση να περιοριστεί κάποτε σε αναμνήσεις, επετείους και φωτογραφίες.

Η σιωπή απέναντι σε όσα συμβαίνουν δεν είναι πατριωτισμός. Είναι αποδοχή της φθοράς.

Η Ελλάδα χάνεται λίγο μέσα στην Κορυτσά κάθε φορά που ένας άνθρωπος που έμεινε και πρόσφερε αντιμετωπίζεται ως ύποπτος. Κάθε φορά που η εμπειρία δεκαετιών διαγράφεται για να ικανοποιηθεί ένα προσωρινό διοικητικό σχέδιο. Κάθε φορά που ένα σχολείο μετατρέπεται από χώρο παιδείας και συνεργασίας σε πεδίο ελέγχου και προσωπικών ανταγωνισμών.

Και η Κορυτσά απομακρύνεται λίγο από την Ελλάδα κάθε φορά που μια ακόμη οικογένεια καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει μέλλον εδώ και επιλέγει να φύγει.

Ίσως, λοιπόν, ούτε η Κορυτσά να έχει πεθάνει για την Ελλάδα ούτε η Ελλάδα για την Κορυτσά. Εκείνο που κινδυνεύει πραγματικά είναι ο ζωντανός δεσμός ανάμεσά τους. Ένας δεσμός που δεν θα σωθεί με ωραία λόγια, αλλά με σχέδιο, συνέχεια, εμπιστοσύνη και σεβασμό.

Δεν ζητούμε χάρη. Ζητούμε από την Ελλάδα να μη θυμάται την Κορυτσά μόνο όταν μιλά για το ένδοξο παρελθόν της, αλλά να τη στηρίζει έμπρακτα ώστε να μπορεί να έχει και μέλλον.

Πελασγός Κορυτσάς

Δεν υπάρχουν σχόλια: