ΙΑ΄ Κυριακή Ματθαίου
Η παραβολή των μυρίων ταλάντων — Περί συγχωρητικότητος
«Οὕτω καὶ ὁ Πατήρ μου ὁ οὐράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν».
Δύο είναι μεγάλες εντολές, αδελφοί μου, που υπάρχουν στην Αγία Γραφή. Αν ψάξουμε και στην Παλαιά Διαθήκη και στην Καινή Διαθήκη, θα δούμε σε πολλά σημεία ότι τονίζονται δύο μεγάλες εντολές.
Κάποτε ρώτησαν και τον Κύριό μας ποια είναι η πιο μεγάλη εντολή στον Νόμο, και τους είπε ο Χριστός ότι η πιο μεγάλη εντολή στον Νόμο, η πιο μεγάλη εντολή που έδωσε ο Θεός στους ανθρώπους, είναι: «Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου».
Με όλη την καρδιά σου, με όλη τη σκέψη σου, με όλη τη δύναμή σου και με όλη την ψυχή σου. Αυτή είναι η πρώτη και μεγάλη εντολή.
Και η δεύτερη εντολή, όμοια με αυτή, λέει ο Χριστός, είναι να αγαπήσεις τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. Να αγαπήσεις τον συνάνθρωπό σου όπως αγαπάς τον εαυτό σου.
Σε αυτές τις δύο εντολές κρέμονται, λέει, όλοι οι Προφήτες και ο Νόμος. Από αυτές τις δύο εντολές εξαρτώνται και εκπηγάζουν όλες οι άλλες, οι υπόλοιπες εντολές. Και το «οὐ κλέψεις» και το «οὐ μοιχεύσεις» και ούτω καθεξής.
Στο σημερινό Ευαγγέλιο, αδελφοί μου, βλέπουμε να τονίζεται και να παρουσιάζεται η δεύτερη εντολή: η αγάπη προς τον συνάνθρωπο.
Η αγάπη προς τον συνάνθρωπο έχει δύο όψεις. Έχει δύο εκδηλώσεις, θα λέγαμε: μία θετική και μία αρνητική.
Η πρώτη εκδήλωση είναι η προσφορά, αυτό που λέμε διαφορετικά η ελεημοσύνη. Το να προσφέρεις στον συνάνθρωπό σου είτε χρήματα είτε κάποια άλλη εξυπηρέτηση.
Και η δεύτερη εκδήλωση της αγάπης προς τον συνάνθρωπο είναι η συγχώρηση. Το να του συγχωρέσεις κάποιο κακό που σου έχει κάνει.
Ποιο είναι το πιο δύσκολο από τα δύο; Είναι, αδελφοί μου, όπως καταλαβαίνουμε όλοι μας, το δεύτερο. Το να δώσεις ελεημοσύνη είναι εύκολο πράγμα. Βλέπεις κάποιον και τον πονάς, τον λυπάσαι, και αμέσως δίνεις, του προσφέρεις. Ακούς για σεισμοπαθείς, ακούς για πυρόπληκτους, αμέσως ευαισθητοποιείσαι και δίνεις.
Δεν είναι τόσο δύσκολο αυτό. Το δύσκολο στην αγάπη είναι να συγχωρέσουμε αυτόν που μας αδίκησε, αυτόν που μας πίκρανε, αυτόν που μας ζημίωσε, αυτόν που μας πρόσβαλε, αυτόν που μας έκανε κάποιο κακό. Αυτό είναι το πιο δύσκολο. Είναι όμως και το πιο σημαντικό, αλλά και το πιο ωραίο, αδελφοί μου.
Πάνω σε αυτό, λοιπόν, ο Κύριος μάς λέει σήμερα μια παραβολή: την παραβολή των μυρίων ταλάντων. Αφορμή για την παραβολή αυτή έδωσε μια ερώτηση που έκανε ο Απόστολος Πέτρος στον Χριστό.
Του είπε ο Απόστολος Πέτρος: «Κύριε, μέχρι πόσες φορές μπορούμε να συγχωρούμε κάποιον που μας ζητά συγχώρηση; Μέχρι εφτά φορές;»
Ο Νόμος —ή μάλλον οι Ραβίνοι, οι διδάσκαλοι του Ισραήλ— έλεγαν ότι μπορείς μέχρι τρεις φορές να συγχωρέσεις αυτόν που σου έφταιξε. Δηλαδή έρχεται κάποιος, σου κάνει κάτι, σου ζητά συγγνώμη, τον συγχωρείς. Έρχεται δεύτερη φορά, σου ζητά ξανά συγγνώμη, τον συγχωρείς. Τρίτη φορά τον συγχωρείς. Από εκεί και πέρα δεν είσαι υποχρεωμένος να τον συγχωρέσεις. Έτσι έλεγαν οι Ραβίνοι.
Ο Πέτρος, λοιπόν, φαίνεται τώρα πιο γενναιόδωρος και λέει: «Κύριε, μέχρι εφτά φορές μπορούμε να συγχωρέσουμε; Αρκετές δεν είναι εφτά φορές;»
Και ο Χριστός τού λέει: «Όχι εφτά· ἑβδομηκοντάκις ἑπτά». Να έρθει ο άλλος να σου ζητήσει συγχώρηση, πρέπει να τον συγχωρέσεις. Και όταν λέει «ἑβδομηκοντάκις ἑπτά» δεν εννοεί τετρακόσιες ενενήντα φορές —εφτά επί εβδομήντα—, εννοεί αμέτρητες φορές, άπειρες φορές.
Και στη συνέχεια έρχεται ο Κύριος και μας λέει την παραβολή που ακούσαμε σήμερα στο Ευαγγέλιο, όσοι ήμασταν παρόντες. Είναι η παραβολή, όπως είπαμε, των μυρίων ταλάντων.
Εδώ στην παραβολή, αδελφοί μου, παρουσιάζει ο Χριστός τον ωκεανό, τον απέραντο ωκεανό της αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο. Αφού ο Θεός είναι αγάπη και ο Θεός είναι απέραντος, άρα η αγάπη αυτή προς τον συνάνθρωπο πρέπει να είναι και αυτή απέραντη.
Κάπου στην Παλαιά Διαθήκη, στη Σοφία Σειράχ, λέει έναν πολύ ωραίο λόγο, πολύ συγκινητικό, αλλά και παρήγορο λόγο για όλους μας: «Ὡς ἡ μεγαλωσύνη αὐτοῦ, οὕτως καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ». Όση είναι η μεγαλωσύνη του Θεού, όσο απέραντο είναι το μεγαλείο Του, τόσο απέραντη είναι και η αγάπη Του, το έλεός Του.
Αυτή τη φράση την ακούμε και στο Άγιο Ευχέλαιο που κάνουμε συνήθως την παραμονή της Μεγάλης Πέμπτης, τη Μεγάλη Τετάρτη το απόγευμα: «Ὡς ἡ μεγαλωσύνη αὐτοῦ, οὕτως καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ».
Τι λέει η παραβολή που είπε ο Χριστός; Σύντομα την εξιστορούμε κι εμείς.
Ήταν κάποτε, λέει, ένας βασιλιάς πολυπλούσιος, ο οποίος είχε δούλους. Και σε αυτούς τους δούλους είχε εμπιστευθεί ένα μέρος της περιουσίας του να το διαχειριστούν.
Κάποια στιγμή ήθελε «συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ». Θα λέγαμε σήμερα να κάνει έναν οικονομικό έλεγχο, όπως γίνονται οικονομικοί έλεγχοι από το κράτος.
Και φωνάζει τους δούλους του, ώσπου κάποια στιγμή τού φέρνουν κάποιον ο οποίος, ποιος ξέρει τι είχε κάνει, φάνηκε —αποδείχθηκε από τα χαρτιά— ότι χρωστούσε στον βασιλιά, που του έδωσε τα χρήματα να τα διαχειριστεί, μύρια τάλαντα.
Μύρια τάλαντα είναι ένα αμύθητο ποσό, αδελφοί μου. Όπως λένε οι ειδικοί που ασχολούνται με πραγματολογικά θέματα, μύρια τάλαντα σημαίνει είκοσι εκατομμύρια χρυσές λίρες. Μπορείτε να φανταστείτε: αν τα μεταφράσουμε σε ευρώ, μιλάμε για εκατομμύρια, δισεκατομμύρια ευρώ. Ένα τεράστιο ποσό.
Όταν διαπίστωσε ο βασιλιάς τη μεγάλη αυτή οικονομική ατασθαλία που έγινε, έδωσε διαταγή να τον πουλήσουν. Τα χρόνια εκείνα πουλούσαν τους ανθρώπους. Σήμερα, τουλάχιστον στις πολιτισμένες χώρες, δεν υπάρχει αυτό. Υπάρχει με άλλον τρόπο. Τότε πουλούσαν, λοιπόν, τους ανθρώπους, ειδικά τους δούλους.
«Να τον πουλήσετε κι αυτόν και τη γυναίκα του και τα παιδιά του, και θα πάρετε ό,τι μπορέσετε να πάρετε, για να εξοφλήσει αυτό το χρέος».
Όταν το άκουσε αυτό ο ταλαίπωρος αυτός άνθρωπος —τι ταλαίπωρος!— έπεσε στα πόδια του κλαίγοντας και του είπε: «Κύριε, μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοί, καὶ πάντα σοι ἀποδώσω».
«Δωσε μου χρόνο, μακροθύμησε, κι εγώ όλα θα σου τα ξεπληρώσω» — αν ήταν δυνατόν να ξεπληρώσει το τεράστιο αυτό ποσό! Αλλά εκείνη τη στιγμή ο απελπισμένος κρατιέται κι από τα μαλλιά του, όπως λέμε. Είπε αυτή την κουβέντα, χωρίς φυσικά να μπορούσε ποτέ να την εκπληρώσει.
Και τότε ο κύριος τον σπλαχνίστηκε. Ακούστε τώρα το μεγαλείο του βασιλιά αυτού. Τον λυπήθηκε τόσο πολύ, που έκλαιγε μπροστά του γονατιστός, και του χάρισε, αδελφοί μου, όλο αυτό το ποσό.
Του λέει: «Φύγε, σου το χαρίζω. Να είσαι ευλογημένος». Μπορείτε να φανταστείτε τη χαρά αυτού του δούλου, όταν άκουσε την άφεση όλων αυτών των χρεών.
Ακούστε τώρα και τη συνέχεια. Φεύγοντας αυτός ο δούλος, συναντά στον δρόμο κάποιον σύνδουλό του, συνάδελφό του, δούλο κι αυτόν, ο οποίος του χρωστούσε εκατό δηνάρια. Ένα μικρό σχετικά ποσό.
Υπενθυμίζουμε ότι το δηνάριο ήταν το μεροκάματο. Όσο άξιζε ένα μεροκάματο ήταν το ένα δηνάριο. Του χρωστούσε, λοιπόν, εκατό δηνάρια. Και μόλις τον είδε, τον αρπάζει και του λέει: «Δώσε μου αυτό που μου χρωστάς, τα εκατό δηνάρια».
Πέφτει τότε κι αυτός στα πόδια του και του λέει τα ίδια λόγια που είπε και ο πρώτος στον βασιλιά: «Μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοί, καὶ πάντα σοι ἀποδώσω. Δώσε μου μια παράταση χρόνου κι εγώ θα σου τα δώσω όλα».
Αυτός όμως δεν έκανε εκείνο που έκανε σ’ αυτόν ο καλός εκείνος βασιλιάς, αλλά τον έπιασε, λέει, από τον λαιμό και τον έπνιγε, και του λέει: «Δώσε μου αμέσως τα χρήματα». Και έπειτα τον έκλεισε στη φυλακή.
Αυτή τη σκηνή την είδαν κάποιοι άλλοι δούλοι, υπηρέτες εκεί του βασιλιά, λυπήθηκαν σφόδρα, πάρα πολύ, και πήγαν στον βασιλιά και του το είπαν: «Βασιλιά μου, αυτό κι αυτό. Αυτός τον οποίο συγχώρεσες και του χάρισες όλο το τεράστιο χρέος, πήγε και έκλεισε στη φυλακή κάποιον συνάδελφό του, που του χρωστούσε ένα μικρό ποσό, ασήμαντο».
Όταν το άκουσε αυτό ο βασιλιάς, πολύ φυσικό, οργίστηκε. Τον φωνάζει και του λέει: «Δούλε πονηρέ, δούλε πονηρέ! Εσύ με παρακάλεσες κι εγώ σου χάρισα εκείνο το τεράστιο χρέος που μου χρωστούσες. Δεν όφειλες κι εσύ αυτό το μικρό ποσό να το χαρίσεις στον σύνδουλό σου, στον συνάδελφό σου;»
Και τον έκλεισε στη φυλακή — και τότε το άξιζε. Λέει: «Πάρτε τον, δώστε τον στους βασανιστές να τον χτυπήσουν αλύπητα, να τον τιμωρήσουν, μέχρι που να δώσει και το τελευταίο που οφείλει». Που φυσικά δεν θα μπορούσε ποτέ να το δώσει.
Και συμπληρώνει ο Χριστός αυτό που είχαμε στην αρχή: «Έτσι και ο Πατέρας μου ο Ουράνιος θα κάνει σε εσάς, εάν δεν συγχωρέσετε στους αδελφούς σας, από τις καρδιές σας, τα παραπτώματά τους, αυτά που σας έφταιξαν».
Αυτή είναι η παραβολή, αδελφοί μου, που ακούσαμε. Βλέπουμε δύο πράγματα, δύο αντίθετα πράγματα.
Πρώτον, την άπειρη ευσπλαχνία του βασιλιά, που —όπως καταλαβαίνουμε όλοι, δεν χρειάζεται να το πούμε— είναι ο Θεός. Και ο οφειλέτης των μυρίων ταλάντων είμαστε εμείς οι άνθρωποι. Τα τάλαντα είναι οι αμαρτίες μας απέναντι στον Θεό. Και βλέπουμε, λοιπόν, πως ο φιλάνθρωπος Θεός μάς συγχωράει όλες τις αμαρτίες μας.
Από την άλλη, βλέπουμε τη σκληρότητα και την ασπλαχνία του ανθρώπου εκείνου, ο οποίος δεν συγχώρησε, και γενικά των ανθρώπων που δεν συγχωρούν τους συνανθρώπους τους όταν τους φταίξουν.
Όμως, αδελφοί μου, για να συγχωρηθούν οι αμαρτίες μας, οι πολλές και μεγάλες αμαρτίες μας, οπωσδήποτε χρειάζεται να συγχωρέσουμε κι εμείς προηγουμένως εκείνους που μας έφταιξαν, εκείνους που μας πίκραναν, εκείνους που μας στενοχώρησαν, εκείνους που μας αδίκησαν, εκείνους που μας άρπαξαν την περιουσία που δικαιούμασταν από τους γονείς μας κτλ.
Καθημερινά στα εξομολογητήρια… Έχουν γίνει, όπως έλεγα κάποτε, ειρηνοδικεία τα εξομολογητήρια. Ακούμε από το πρωί ως το βράδυ υποθέσεις κληρονομικές. Αυτά ακούμε στα εξομολογητήρια: τα αδέρφια μεταξύ τους, και άλλα πολλά.
Αν δεν συγχωρέσουμε, λοιπόν, αυτούς που μας έφταιξαν, δεν πρόκειται να μας συγχωρέσει ο Θεός τις αμαρτίες μας, όσες εξομολογήσεις κι αν κάνουμε.
Λέει ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός: «Και στον Πατριάρχη να πας να εξομολογηθείς, αν δεν συγχωρέσεις προηγουμένως αυτόν που σου έφταιξε, δεν παίρνεις συγχώρηση».
Λέει ο Προφητάναξ Δαβίδ: «Αἱ ἀνομίαι μου ὑπερῆραν τὴν κεφαλήν μου, ὡσεὶ φορτίον βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ’ ἐμέ». Οι αμαρτίες μου, λέει, είναι τόσο μεγάλες που με έπνιξαν σαν τα κύματα. Είναι τόσο βαριές, που σαν φορτίο με καταπιέζουν.
Και ο Μανασσής, ένα άλλο μεγάλο πρόσωπο της Παλαιάς Διαθήκης, λέει ότι: «Ἥμαρτον ὑπὲρ ἀριθμὸν ψάμμου θαλάσσης». Αμάρτησα, Θεέ μου, περισσότερο από τους κόκκους της άμμου της θάλασσας.
Αυτές είναι οι αμαρτίες μας απέναντι στον Θεό. Και τα σφάλματα που μας κάνουν οι συνάνθρωποί μας είναι πολύ μικρότερα σε σχέση με αυτά που χρωστάμε στον Θεό.
Και κάνει μια συμφωνία ο Θεός μαζί μας και μας λέει: «Θέλεις, παιδί μου, να σου συγχωρέσω τις πολλές και μεγάλες αμαρτίες που έχεις, που είναι φορτίο βαρύ και σαν την άμμο της θάλασσας; Κάνε αυτό που μπορείς και είναι εύκολο: συγχώρεσε αυτούς που σε έβλαψαν. Εάν δεν τους συγχωρέσεις, δεν θα συγχωρέσω. Εάν τους συγχωρέσεις, θα συγχωρέσω κι εγώ».
«Ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος· ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν».
Όμως, αδελφοί μου, το ξέρω. Είμαι σίγουρος ότι σκέφτεστε μέσα σας: «Μα είναι εύκολο, πάτερ, αυτό που μας ζητάτε;» Ξέρω ότι είναι πολύ δύσκολο. Κι εμείς στα εξομολογητήρια το συναντούμε πάρα πολλές φορές.
Όμως, αδελφοί μου, αν έχουμε τη δύναμη, με τη βοήθεια του Θεού, να νικήσουμε τον εγωισμό μας και να πάμε να συμφιλιωθούμε με τον συνάνθρωπό μας και να τον συγχωρέσουμε για αυτά που μας έβλαψε, να ξέρετε ότι η χαρά που θα νιώσουμε μέσα μας είναι απερίγραπτη.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ: ένας παππούς ήρθε να εξομολογηθεί κάποτε και μου είπε: «Έχω πολλά χρόνια να μιλήσω με κάποιον άνθρωπο».
Του λέω: «Πώς θα κοινωνήσεις, αδελφέ μου; Αφού λέει ο Χριστός ότι, αν πας να προσφέρεις το δώρο σου στον ναό και θυμηθείς ότι κάτι έχεις με τον αδελφό σου, άσ’ το εκεί απ’ έξω. Μην το προσφέρεις, δεν το δέχομαι. Πήγαινε πρώτα να συμφιλιωθείς με τον αδελφό σου και μετά έλα να προσφέρεις το δώρο σου».
Του είπα και άλλα. Έφυγε σκυθρωπός, στενοχωρημένος, σκεπτικός. Του λέω: «Κάνε προσευχή να σου δώσει και ο Θεός τη δύναμη, γιατί ξέρω ότι είναι πολύ δύσκολο».
Μετά από λίγο καιρό έρχεται με ένα χαμόγελο, να! Και μου λέει: «Πήγα. Τον βρήκα στον δρόμο, τον χαιρέτησα, τον αγκάλιασα, τον φίλησα, είπαμε “συγχωρεμένα”, και τώρα ήρθα να σου το πω».
Του λέω: «Να πας! Με τα τέσσερά μου χέρια σού υπογράφω να κοινωνήσεις!» Και ο άνθρωπος πήγε, κοινώνησε με καθαρή την καρδιά του, με ήρεμη τη συνείδησή του, και μετά από λίγο καιρό τον πήρε ο Κύριος. Πέθανε. Αφού προηγουμένως όμως πρόλαβε και συγχωρέθηκε με τον συνάνθρωπό του.
Αδελφοί μου, οι αμαρτίες μας, όπως είπα, είναι άπειρες. Είναι πάρα πολλές. Δεν μπορούμε να σωθούμε. Μέρα νύχτα να προσευχόμαστε, να κάνουμε νηστείες, να κλειστούμε σε σπηλιές του Αγίου Όρους και να νηστεύουμε και να προσευχόμαστε και να αγρυπνούμε, ούτε μία αμαρτία δεν μπορούμε να συγχωρέσουμε.
Ο Χριστός σήμερα μάς δίνει τον τρόπο για να συγχωρηθούν οι αμαρτίες μας: να συγχωρέσουμε κι εμείς αυτούς που μας έφταιξαν.
Όπως ο ίδιος ο Χριστός μάς έδειξε το παράδειγμα πάνω στον Σταυρό. Εκείνο το μανιασμένο πλήθος, που ωρυόταν από κάτω σαν σκυλιά, όπως λέει: «Ἐκύκλωσάν με κύνες πολλοί», «ταῦροι πίονες περιέσχον με». Σαν τα σκυλιά, λέει, σαν τους ταύρους, οι σταυρωτές από κάτω ωρύονταν και Τον βλασφημούσαν.
Και ο Χριστός μας, αντί να τους καταραστεί, έλεγε στον Πατέρα Του: «Πατέρα μου, συγχώρεσέ τους. Δεν ξέρουν τι κάνουν».
Και μη μου πείτε ότι αυτά τα είπε ο Χριστός, που είναι Θεός, και εμείς δεν μπορούμε να τα κάνουμε. Τα ίδια λόγια είπε και ο Πρωτομάρτυρας Στέφανος.
Όταν έπεφταν βροχή —χαλάζι έπεφταν πάνω του τα κοτρώνια— και το αίμα του έτρεχε από το πρόσωπό του κάτω ποτάμι, γονάτισε κάτω στη γη, ύψωσε τα χέρια του στον Θεό να προσευχηθεί.
Τι θα περιμέναμε να πει; «Θεέ μου, ρίξε κεραυνούς να τους κάψεις! Άνοιξε τη γη να τους καταπιεί με αυτό που κάνουν!» Δεν είπε αυτό. Τι είπε ο Στέφανος; «Κύριε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην». Θεέ μου, μην τους λογαριάσεις αυτή την αμαρτία που έκαναν.
Κι άλλος αργότερα, ο Άγιος Διονύσιος, ο οποίος φυγάδευσε και έσωσε τον φονιά του αδελφού του, παρακαλώ. Γι’ αυτό και ο Άγιος Διονύσιος έγινε Άγιος και το σώμα του δεν έλιωσε. Γι’ αυτό που έκανε και μόνο: που συγχώρεσε τον φονιά του αδελφού του.
Και μη μου πείτε ότι είναι παλιά αυτά. Έχουμε και σύγχρονα πολλά. Δεν αναφέρω του Κολοκοτρώνη το παράδειγμα. Αναφέρω, επειδή έχουμε και Κυπρίους αυτές τις μέρες εδώ στη Φλώρινα και είναι στο εκκλησίασμα αυτή τη στιγμή, τα λόγια που είπε ένας μελλοθάνατος, τον οποίο καταδίκασαν οι Άγγλοι σε απαγχονισμό: ο Ιάκωβος Πατάτσος, ο άγιος της Κυπριακής Ιστορίας του 1955.
Ο οποίος, αφού εξομολογήθηκε και κοινώνησε, λίγο πριν εκτελεστεί, είπε στον ιερέα: «Να πεις τον δήμιο που θα με εκτελέσει ότι εξομολογήθηκα, κοινώνησα και τον συγχωρώ με όλη μου την καρδιά».
Αυτά είναι παραδείγματα ανθρώπινα, αδελφοί μου, δεν είναι αγγελικά. Κι εμείς μπορούμε να το κάνουμε.
Γι’ αυτό, λοιπόν, ας ακούσουμε τη φωνή του Χριστού μας. Να συγχωρέσουμε κι εμείς τις αμαρτίες και τα σφάλματα που έκαναν οι συνάνθρωποί μας, ούτως ώστε κι εμείς να συγχωρηθούμε από τον Θεό για τις πολλές και μεγάλες αμαρτίες μας. Αμήν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου