Σελίδες

Αι παραμοναί της Ελληνικής Επαναστάσεως


Γεώργιος Δροσίνης

 Ο πατέρας μου κατήγετο από εν χωρίον της Παρνασσίδος. Είχεν αποκατασταθή εις την Άμφισσαν και έκαμνεν εκεί τον πραγματευτήν μέχρι του έτους 1807. Τότε ηναγκάσθη έξαφνα να φύγη δια νυκτός και να καταφύγη εις την Ιθάκην, δια τον εξής λόγον : Ένας τούρκος αγάς εκ των προκρίτων της Αμφίσσης ηγόρασε πολλάς πραγματείας από τον πατέρα μου, τας οποίας δεν επλήρωσεν αμέσως, ηρνήθη δε και κατόπιν να πληρώση. Ο πατέρας μου επέμενεν εις το δίκαιόν του και έφερε την υπόθεσιν εις τον τούρκον δικαστήν, τον κατήν. Αλλ' ο αγάς, ζητών πάντοτε πρόφασιν, εθεώρησε την υπόληψίν του προσβληθείσαν και τόσον εξηγριώθη, ώστε ηπείλησεν, ότι θα φονεύση τον πατέρα μου και θα καύση το μαγαζί του. Και επειδή δεν ήθελε πολύ, δια να εκτελέση την απειλήν του, ο πατέρας μου ανησυχών όχι τόσον περί του εαυτού του, όσον περί της μητρός μου, του μικροτέρου αδελφού μου και εμού, μας επήρε μίαν νύκτα του Νοεμβρίου σκοτεινήν, επήρε και τας πολυτιμοτέρας πραγματείας του και κατέβημεν εις το Γαλαξείδιον και απ' εκεί δια του πλοίου ενός κουμπάρου του μετά δύο ημερών ταξίδιον εφθάσαμεν εις την Ιθάκην. Τότε ήμην μόλις οκτώ ετών, αλλ' ενθυμούμαι πολύ καλά το δυσάρεστον εκείνο ταξίδιον. Εις την Ιθάκην είχαμεν πλήρη ασφάλειαν και συγγενείς εκεί από την μητέρα μου, οι οποίοι μας εβοήθησαν εις την αρχήν, και ολίγον κατ' ολίγον έστρωσαν αι εργασίαι του πατέρα μου και επήραν καλόν δρόμον. Αλλά τούτο δεν ελάττωσε την διαρκή λύπην, που τον κατείχεν, ότι άφησε την πατρίδα του, και έβραζε μέσα του κρυμμένον το μίσος εναντίον των τούρκων, μίσος πατροπαράδοτον, που το εδυνάμωσεν η τελευταία αυτή περίστασις.

     Εις την Ιθάκην ο πατέρας μου εφρόντισε πως να εκπαιδεύση τον αδελφόν μου Θανάσην και εμέ. Ο Θανάσης ήτο τρία έτη μικρότερός μου και ο πατέρας μου τον ήθελε να γίνη παπάς· εμένα ήθελε να με κάμη πραγματευτήν, βοηθόν εις την εργασίαν του. Μας έστελλεν εις ενός γέροντος διδασκάλου το σπίτι, όπου μαζί με πέντ' εξ άλλα παιδιά εμανθάναμεν ανάγνωσιν και γραφήν, κατήχησιν και ιστορίαν. Ο διδάσκαλος αυτός δεν ήτον πολυμαθής και σοφός, είχεν όμως πολύ ζήλον και εκτός τούτου δεν περιωρίζετο εις το να μας μάθη ξερά γράμματα, αλλά εφρόντιζε πως να μας εμπνεύση δύο μεγάλα αισθήματα, αγάπην προς την αρετήν και αφοσίωσιν προς την πατρίδα. Τον ενθυμούμαι ακόμη κοντόν, σκυφτόν, με τα άσπρα του γένεια, με τα μικρά του μάτια και τα μεγάλα γυαλιά εις την μύτην, με την φαλακράν κεφαλήν του, που την εσκέπαζε διαρκώς μαύρος σκούφος. Τον ενθυμούμαι, πως ήναπτεν η όψις του η γεροντική,πως εσπιθοβολούσαν τα μάτια του, όταν μας ωμιλούσε δια την πατρίδα μας την δουλωμένην. Μας διηγείτο πως ήτο μεγάλη εις τους παλαιούς χρόνους, πως αυτή ήτο πρώτη εις τον πολιτισμόι, όταν οι άλλοι όλοι ήσαν βάρβαροι. Και ανεστηλώνετο έξαφνα και εφαίνετο νεώτερος, όταν μας παρίστανε τον Λεωνίδαν πολεμούντα εις τας Θερμοπύλας, τον θεμιστοκλέα τρέποντα εις φυγήν τον περσικόν στόλον εις το στενόν της Σαλαμίνος, τον μέγαν Αλέξανδρον κατακτώντα την Ασίαν. Και εχαμήλωνε την κεφαλήν και δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του, όταν ήρχετο έπειτα εις τα μαύρα έτη της Ελληνικής ιστορίας : την πτώσιν της Κωνσταντινουπόλεως, τον Θάνατον του τελευταίου Παλαιολόγου, την κατάκτησιν των τούρκων.

- Εχάθη πλέον η Ελλάς, έλεγε με αναστεναγμόν, κατήντησε, ταπεινή σκλάβα των τούρκων αυτή η βασίλισσα της Ανατολής. Αλλ' έξαφνα ανεσήκωνε την κεφαλήν, ωσάν να ήκουε μακρινήν φωνήν, εκάρφωνε τα βλέμματα υψηλά προς τον τοίχον, ωσάν να διέκρινε μακρινόν σημείον, και με φωνήν ζωηράν και με όψιν φωτισμένην από ενθουσιασμόν επρόσθετεν :

- Όχι, όχι ! δεν είναι μακριά η ημέρα της ελευθερίας. Ο σπόρος του Ρήγα θα φυτρώση και σεις θα θερίσετε τον καρπόν όχι με δρέπανα αλλά με σπαθιά. Να ειπήτε τον θούριόν του τώρα και έπειτα να σχολάσετε. Και ο γέρων διδάσκαλος με φωνήν τρέμουσαν από συγκίνησιν απήγγελλε τους φλογερούς στίχους, και ημείς όλοι μαζί τους επαναλαμβάναμεν :

--Ως πότε, παλληκάρια, να ζώμεν στα στενά, μονάχοι σαν λιοντάρια στις ράχες, στα βουνά !

Αλλά και εις το σπίτι ο πατέρας μου, αν και δεν ήξευρεν ιστορίαν, μας ωμιλούσε όμως δια σύγχρονα η χθεσινά πράγματα, δια τους αγώνας των Σουλιωτών, δια την αποτυχίαν της επαναστάσεως του Ι770, δια τον ήρωα Λάμπρον Κατσώνην και τον μάρτυρα Ρήγαν Φεραίον, δια τας φοβεράς σκληρότητας των τούρκων. Μας έλεγεν ότι η κατάστασις αυτή δεν ημπορεί να διαρκέση πλέον επί πολύ και ίσως εις τας ημέρας ημών των νέων ήτο γραμμένον να ελευθερωθή η Ελλάς. Και η μητέρα μου ακόμη μας είχε μάθει εις την προσευχήν μας το βράδυ κοντά εις τα άλλα να προσθέτωμεν και την παράκλησιν :

- Παναγία μου, να ελευθερώσης την πατρίδα μας !

Και δεν ηξεύρω διατί, όταν έλεγα τα λόγια αυτά εμπρός εις τας εικόνας, ησθανόμην κάτι εις όλον μου το σώμα, ωσάν να μ' έβρεχεν έξαφνα παγωμένον νερόν. Από τα 1814 ήρχισα να βοηθώ τον πατέρα μου εις την εργασίαν του Όλην την ημέραν έμενα εις το μαγαζί μας κάτω εις την προκυμαίαν και μόνον όταν ενύκτωνε επηγαίναμεν εις το σπίτι. Άνθρωποι πολλοί ήρχοντο εις το μαγαζί˙ οι περισσότεροι δια ν' αγοράσουν πραγματείας, μερικοί δια να ιδούν τον πατέρα μου και να συνομιλησουν ολίγον. Εγώ άμα έβλεπα, κανένα εις την θύραν, ευθύς εκάρφωνα το βλέμμα επάνω του. Και αν μεν έβλεπα ότι έρχεται δια ν' αγοράση τίποτε, έτρεχα να τον περιποιηθώ, αν όμως ήρχετο με τον σκοπόν απλής επισκέψεως και συνομιλίας, εγύριζα από το άλλο μέρος τα μάτια σ μου δυσαρεστημένος, ότι ήρχετο να μας χασομερήση αδίκως. Με μεγάλην περιέργειαν λοιπόν είδα ένα πρωί τον πρώτον άνθρωπον, που εμβήκεν εις το μαγαζί μας. Ήτον μεσόκοπος με μαύρα γένεια, σκεπασμένος με μακρόν, χονδρόν επανωφόρι και εις την κεφαλήν εφορούσε καλογηρικόν σκούφον. Εφαίνετο ότι ήτον ξένος και ότι ήρχετο από ταξίδι. Άμα τον είδα είπα μέσα μου :

- Εδώ θα κάνωμε καλή δουλειά ! Και έτρεξα γελαστός να τον προαπαντησω. Αυτός όμως μου λέγει με σοβαρόν ύφος :

- Που είναι ο πατέρας σου ;

- Εδώ είμ' εγώ να σάς υπηρετήσω εις ό,τι θέλετε. Προστάξετε !

- Καλά, παιδί μου, σ' ευχαριστώ, μά θέλω τον ίδιον τον πατέρα σου, επαναλαμβάνει με σοβαρόν και προστακτικόν τρόπον.

Ο πατέρας μου ήτον οπίσω εις την αποθήκην του μαγαζιού και ήνοιγε μερικά κιβώτια με πανικά, που μας είχαν έλθει από την Τεργέστην. Ετρεξα να του φωνάξω, πειραγμένος ολίγον από τον τρόπον του ξένου, που δεν μ' έκρινεν άξιον εμένα, αλλά ήθελε και καλά τον πατέρα μου.

- Δεν πειράζει, είπεν ο ξένος, άφησέ τον εις την εργασίαν του· πηγαίνω εγώ και τον ευρίσκω. Και επροχώρησε κατ' ευθείαν προς το βάθος.

Είδα ότι έδωκεν εν γράμμα εις τον πατέρα μου και ο πατέρας μου το εδιάβαζε με προσοχήν. Μετά την ανάγνωσιν μου εφάνηκε ότι κάπως εταράχθηκε˙ άπλωσε το χέρι του εις τον ξένον και είπε :

- Καθίστε μίαν στιγμήν και τελειώνω.

Τον έβαλε και εκάθισεν εκεί οπίσω εις την αποθήκην και έκλεισε την θύραν, αφού μου είπε :

- Δήμο, όποιος με ζητήση πές πως έχω δουλειά και να ξαναπεράση.

Τον νουν σου εσύ στο μαγαζί.

Τι έλεγαν εκεί οπίσω από την κλειστήν θύραν επί δύο ώρας ο πατέρας μου και ο άγνωστος δεν ηξεύρω. Θα ήσαν όμως πολύ σοβαρά πράγματα. Όταν επί τέλους ήνοιξεν η θύρα και εξήλθεν ο ξένος δια να φύγη η φυσιογνωμία του πατέρα μου μου εφάνηκε πολύ συλλογισμένη. Ο ξένος επέρασε κοντά μου, εστάθηκεν εμπρός μου και μ' εκοίταξε μέσα εις τα μάτια· έπειτα μ' εκτύπησε με το χέρι εις τον ώμον και είπε :

- Καρδιά, παλληκάρι μου !

Και εχάθηκε...

Ο τρόπος, που μου τα είπεν αυτά τα λόγια, ήτο παράξενος˙ το όλον φέρσιμον του αγνώστου μ' έβαλεν εις απορίαν και ανησυχίαν. Ετόλμησα να ερωτήσω τον πατέρα μον :

- Τι άνθρωπος είναι αυτός ;

Και εκείνος μου αποκρίθηκε ξηρά - ξηρά και μου έκοψε κάθε άλλην ερώτησιν :

- Ένας καλός πατριώτης˙ μου έφερε γράμμα από τον δεσπότην μας τον Ησαΐαν.

Εκτοτε δεν τον είδα πλέον τον άνθρωπον αυτόν, παρά τον Ιανουάριον του 1821. Εμβήκε πάλιν με τον ίδιον τρόπον ένα πρωί και ο πατέρας μου τον επήρεν εις την αποθήκην και έμειναν ώραν κλεισμένοι μαζί. Έπειτα εξήλθε και εστάθηκεν ολίγον εμπρός μου. Μου εφάνηκεν, ότι είχε πολύ καταβληθή και γηράσει από τον καιρόν, που τον είχα πρωτοϊδεί. Την φοράν αυτήν δεν μ' εκτύπησεν εις τον ώμον˙ μου έδωκε το χέρι και μου είπε σιγαλά :

- Δήμο, ό,τι σου ειπή ο πατέρας σου είναι το θέλημα του Θεού και η προσταγή της πατρίδος !

Και εχάθηκε πάλιν... Τόσον μ' ετάραξαν οι λόγοι αυτοί του ξένου, ώστε δεν είχα νουν να εργασθώ εκείνην την ημέραν. Τον πατέρα μου δεν ετόλμησα να τον ερωτήσω˙ τον έβλεπα και εκείνον πολύ συγχυσμένον και μίαν στιγμήν μου εφάνη ότι με το δάκτυλον εσφόγγισε τα δακρυσμένα μάτια του. Τέλος πάντων το βράδυ, όταν ήταν ώρα να κλείσωμεν, μου λέγει :

-Κλείσε από μέσα την πόρτα, βάλε τον λύχνον εκεί κι έλα κάθισε να σου ειπώ.

Αφού έκαμα όπως μου είπεν, αρχίζει με φωνήν, που έτρεμε από συγκίνησιν :

- Δήμο μου, παιδί μου, ό,τι θα σου ειπώ είναι μεγάλο μυστικό. Ξεύρω την καρδιά σου και σου το εμπιστεύομαι. Δεν είναι μυστικό δικό μας είναι της πατρίδος. Δεν θέλω να μου ορκισθής, πως θα το κρατήσης· αν είχα την παραμικράν αμφιβολίαν, δεν θα σου το έλεγα. Λοιπόν άκουσε· όλα είναι έτοιμα, εις ολίγον καιρόν η φωτιά θα ανάψη απ' άκρη σ' άκρη˙ οι τούρκοι θα διωχθούν και η Ελλάς θα ελευθερωθή από τους τυράννους της. Τότε θα γυρίσωμεν πάλιν εις την πατρίδα μας, να περάσωμεν εκεί τα υστερνά μας χρόνια, αν το θελήση ο Θεός ! Ο ξένος αυτός, που είδες σήμερα, είναι ένας άξιος πατριώτης, απόστολος της Φιλικής Εταιρείας, και γυρίζει από τόπον εις τόπον και αδελφώνει τους άλλους πατριώτας εις την ιδέαν της Εταιρείας. Σκοπός της Εταιρείας είναι να συνενώνη όσον το δυνατόν περισσοτέρους πατριώτας, δια να εργασθούν όλοι μαζί και το κατά δύναμιν καθένας δια την απελευθέρωσιν της πατρίδος.

Η Εταιρεία έχει πολλούς και μεγάλους προστάτας και τα μέλη της μετρούνται κατά χιλιάδας εις όλην την Ανατολήν και εις την Ευρώπην. Τι λες λοιπόν ;

Οσον άκουα αυτά, το αίμα ανέβαινεν εις την κεφαλήν μου, η καρδία μου εκτυπούσε δυνατά εις τα στήθη. Αντί άλλης απαντήσεως έπεσα εις την αγκάλην του πατέρα μου :

- Σ' ευχαριστώ, πατέρα ! εψιθύρισα. Και τον εκαταφιλούσα δακρυσμένος και τον ευχαριστούσα και δια την χαρμόσυνον αυτήν είδησιν και δια την εμπιστοσύνην, που μου έδειχνε με το φανέρωμα του ιερού μυστικού. Επειτα ανατινάχθηκα επάνω˙ μία ιδέα ήλθεν εις τον νουν μου :

- Πατέρα, όταν οι άλλοι θα πολεμούν εκεί, εγώ θα κάθωμαι με τον πήχυν εδώ στο μαγαζί ;

- Οχι, παιδί μου, αυτήν την προσβολήν δεν θα την κάμω εις εσένα και εις την οικογένειάν μας. Εγώ είμαι ανίκανος πλέον, ο αδελφός σου ο Θανάσης μικρός και αρρωστιάρης, εσύ θα πας για όλους μας, όταν έλθη η ώρα. Θα σε στείλω εις τον καπετάν Πανουριά. Προς το παρόν η μητέρα σου και ο αδελφός σου να μη μάθουν τίποτε. Σιωπή ! Ας πηγαίνωμεν τώρα στο σπίτι, να μην ανησυχούν, που αργούμε. Είσαι άνδρας, δεν είσαι πλιά παιδί τώρα. Θάρρος και φρόνησις, Δήμο μου !

«Ο Μπάρμπα - Δήμος»

Πηγή



 Έσχατη αντίσταση στη Μονή Σέκου Σεπτέμβριος 1821


Από τα τέλη Ιουλίου, όταν είχε παύσει κάθε αντίσταση στη Μικρή και στη Μεγάλη Βλαχία, ο αγώνας περιορίσθηκε στα βουνά της Μολδαβίας. Εκεί το ισχυρό επαναστατικό σώμα του Ολύμπιου και του Φαρμάκη και μικρές επαναστατικές ομάδες, που συνέπρατταν μαζί του, παρενοχλούσαν τον εχθρό αδιάκοπα σχεδόν, αν και ο ίδιος ο Ολύμπιος εξακολουθούσε να είναι άρρωστος, και συχνές ήταν οι συμπλοκές η και μεγαλύτερες συγκρούσεις με τουρκικά αποσπάσματα.

Οι φήμες, για τις συμπλοκές και τις συγκρούσεις αυτές, εξογκώνοντας τα γεγονότα, ανέβαζαν σε χιλιάδες ανδρών τις απώλειες των Τούρκων. Έτσι, ο Αθανάσιος Ξόδιλος σε επιστολή του από 23 Σεπτεμβρίου, που αναφέρεται σε γεγονότα του Ιουλίου και του Αυγούστου, γράφει από το Ρέννι προς τους εφόρους της Φιλικής Εταιρείας στην Οδησσό:

«Ο ήρως Ολύμπιος εις τα βουνά της Μολδαβίας κατέστρεψε και τετάρτην φοράν χιλιάδας βαρβάρων, όπου εκινούντο εναντίον του, με νίκην λαμπράν».

Κατά το τέλος Αυγούστου ο Ολύμπιος, που είχε ήδη αναρρώσει, αποφάσισε να εγκαταλείψη την ορεινή περιοχή της Βράνσας, Όπου δεν θα ,μπορούσε να διατηρεί τον χειμώνα το ιππικό, και να προχωρήση προς τα πεδινότερα, επιχειρώντας με πορεία επικίνδυνη να φθάση στη Βεσσαραβία, σύμφωνα με το αρχικό του σχέδιο. Το υψηλό φρόνημα του Ολύμπιου εκφράζεται και με την προκήρυξη, που εξέδωσε τις δύσκολες εκείνες ημέρες:

«Ανδρείοι Έλληνες! Oλoι μας, ευγενείς αδελφοί, υποκύψαμε σε μια τρομερή μοίρα. Από τους ομοδόξους γείτονές μας εκείνοι που μας υποσχέθηκαν βοήθεια μας εγκατέλειψαν, οι άλλοι με συκοφαντίες εχαρακτήρισαν σαν έγκλημα τους αιματηρούς αγώνες μας για τη θρησκεία μας και την ύπαρξή μας!
ΓΙΩΡΓΑΚΗΣ ΟΛΥΜΠΙΟΣ».


Οι περισσότεροι όμως από τους στρατιώτες, ιδίως οι προερχόμενοι από τις γειτονικές περιοχές, που δεν ήθελαν να απομακρυνθούν από αυτές, αλλά και έβλεπαν τον κίνδυνο αυξημένο, εγκατέλειψαν το σώμα. Απόμειναν έτσι ο Ολύμπιος και ο Φαρμάκης με 350 περίπου άνδρες και με αυτούς κλείσθηκαν προσωρινά στη Μονή Νάμτσου και από αυτή μετακινήθηκαν στη Μονή Σέκου, που απείχε 24 ώρες από το Ιάσιο, και βρισκόταν σε κοιλάδα στενή, τριγυρισμένη από κατάφυτα βουνά, με μια μόνη είσοδο σε απόσταση μισής ώρας από τη Μονή. Ο Φαρμάκης με τους περισσότερους στρατιώτες ανέλαβε τη φύλαξη της εισόδου της κοιλάδας, ο Ολύμπιος με τους υπόλοιπους έμεινε στον χώρο της Μονής.

Εναντίον τους κινήθηκαν από το Ιάσιο 6.000 τούρκοι με αρχηγό τον Σελήχ πασά. Έστειλαν στις 5 Σεπτεμβρίου απόσπασμα από 300 ιππείς για να ενεργήση αναγνώριση στην περιοχή. Το απόσπασμα αυτό έπεσε σε ενέδρα, που είχε στήσει προωθημένο μικρό τμήμα του Φαρμάκη από 50 άνδρες υπό τον εμπειροπόλεμο οπλαρχηγό Γεώργιο Κολαούζ, και αναγκάσθηκε να τραπή σε φυγή, αφήνοντας 200 νεκρούς και 3 αιχμαλώτους.

Ο Ολύμπιος και ο Φαρμάκης πληροφορήθηκαν από τους αιχμαλώτους αυτούς ότι ισχυρή δύναμη των εχθρών είχε φθάσει ήδη σε απόσταση 6 ωρών και ετοιμαζόταν να επιτεθή. Σκέφθηκαν τότε ότι έπρεπε να εγκαταλείψουν τη Μονή, αλλά ο Ολύμπιος ήθελε να διασχίσουν τη Μολδαβία για να φθάσουν στη Βεσσαραβία, ο Φαρμάκης και ο Βλάδεν, υποστήριζαν ότι ήταν αδύνατο σχεδόν να διασχίσουν την Μολδαβία, όπου υπήρχε τότε πολυάριθμος τουρκικός στρατός, και ότι έπρεπε να διαφύγουν στην Αυστρία, από όπου τoυς χώριζε μικρή απόσταση.

Δεν δεχόταν όμως ο Ολύμπιος να καταφύγη στην Αυστρία, πιστεύοντας ότι εκεί θα συλληφθεί, και έτσι από αλληλεγγύη, ο πιστός φίλος του Φαρμάκης και οι άλλοι αποφάσισαν να μείνουν μαζί του στη Μονή.

Όπως γράφει ο Φιλήμων, αντιμετώπισε ο Ολύμπιος και μιά σκέψη να γυρίσουν πάλι στα βουνά της Βράνσας, αποφάσισε όμως τελικά να παραμείνη στη Μονή Σέκου, επηρεασμένος και από επιστολή του επισκόπου του Ρωμανού, σταλμένη ίσως «επί εισηγήσει των Τούρκων», όπου του απευθυνόταν έκκληση να παραμείνη στη Μονή για να αποφευχθή διαρπαγή των ιερών κειμηλίων της από τους Τούρκους.

Το σχέδιο της άμυνας του χώρου της Μονής στηριζόταν κυρίως στον υπολογισμό ότι θα ήταν δυνατόν να αποκρουστούν οι επιθέσεις των Τούρκων στην είσοδο της στενής κοιλάδος. Αγνοούσαν, φαίνεται, οι αρχηγοί του επαναστατικού τμήματος την ύπαρξη μονοπατιών που οδηγούσαν από τα βουνά στο εσωτερικό της κοιλάδας.

Οι τούρκοι στις 6 Σεπτεμβρίου έστειλαν δύναμη 600 ανδρών, που συγκρούσθηκε, κοντά στην είσοδο της κοιλάδος πιθανώτατα, με στρατιώτες του Φαρμάκη και του Βλάδεν χωρίς αξιόλογο αποτέλεσμα. Στις 8 Σεπτεμβρίου άρχισαν τηv κύρια επίθεσή τους, χρησιμοποιώντας τα ορεινά αυτά, μoνoπάτια για την προώθηση των ανδρών τους.

Οδηγημένο «παρά εντοπίων Εφιαλτών» από μονοπάτια, «καταβαίνει... ενώπιον του Σέκου» το κύριο σώμα των Τούρκων, όπως γράφει ο Φιλήμων.

Ο Ολύμπιος, μόλις είδε ξαφνικά να πλησιάζουν τα πρώτα τμήματα των Τούρκων, τοποθετήθηκε με τους άνδρες του στις επάλξεις της Μονής και με τα εύστοχα πυρά τους κράτησαν τα εχθρικά τμήματα έξω από τη Μονή. Ο Φαρμάκης, που είχε υπερφαλαγγισθεί από το κύριο σώμα των Τούρκων, άρχισε να υποχωρή με το τμήμα του και πολεμώντας κατόρθωσε να φθάση ως τη Μονή, όπου και μπήκε τη νύκτα και ενώθηκε με το τμήμα του Ολύμπιου. Την ίδια νύκτα, ο Βλάδεν και ο Κολαούζ διέφυγαν από τη Μονή στα γύρω δάση και από εκεί στην Αυστρία.

Από το πρωί της επόμενης ημέρας, 9 Σεπτεμβρίου, άρχισε πολιορκία στενή της Μονής από τους Τούρκους, που έβαλλαν εναντίον των πολιορκημένων με ένα κανόνι και με τα ατομικά όπλα τους. Οι Έλληνες, τοποθετημένοι σε κατάλληλες θέσεις, τους αντιμετώπιζαν με πυροβολισμό εύστοχο. Ο Ολύμπιος βρισκόταν με 11 ή 7 πιστούς συμπολεμιστές επάνω στο κωδωνοστάσιο της Μονής, όπου είχε μεταφέρει πυρομαχικά. Ο Φαρμάκης με περισσότερους στρατιώτες κατείχε τις άλλες θέσεις.

Σε κάποια φάση της μάχης, την ημέρα αυτή, 9 Σεπτεμβρίου, έγινε και το πιο ένδοξο επεισόδιο του Αγώνος της Μολδοβλαχίας. Ο Ολύμπιος, απομονωμένος με τους συντρόφους του επάνω στο κωδωνοστάσιο, απειλημένος και από πυρκαγιά γύρω του, βρέθηκε σε κίνδυνο να αιχμαλωτισθεί υπό συνθήκες μη εξακριβωμένες. Διατηρώντας ακραίο φρόνημα στρατιωτικής τιμής και πατριωτικής αδιαλλαξίας, «μετά των Τούρκων εις oυδένα ερχόμενος λόγον», κάλεσε τότε τους συμπολεμιστές του να φύγουν όσοι θέλουν και αφού εκείνοι αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τον αρχηγό τους εμπρός στον θάνατο, πυροβόλησε βαρέλι πυρίτιδος και ανατινάχθηκαν όλοι στον αέρα με το κωδωνοστάσιο, μαζί και με Τούρκους που βρέθηκαν πολύ κοντά.

Ο Φαρμάκης, μόνος έκτοτε αρχηγός των εγκλείστων επαναστατών, εξακολούθησε την αντίσταση επί 14 ημέρες.

Άγριες επιθέσεις επί 4 ημέρες αποκρούσθηκαν. Η άμυνα των Ελλήνων ήταν αποφασιστική και απoτελεσματική. Όταν έσπασε η πόρτα της Μονής, ο Φαρμάκης διέταξε και κλείσθηκε με σκοτωμένα άλογα των Τούρκων. Επί άλλες τέσσερεις ημέρες εξαπολύονταν νέες επιθέσεις του εχθρού ενισχυμένου με νέες δυνάμεις, και αυτές όμως αποκρούσθηκαν από τους αμυνόμενους Έλληνες.

Ο Σελήχ πασάς έστειλε τότε και άλλες ακόμη δυνάμεις και 4 κανόνια και ύστερα από σφοδρό βομβαρδισμό εξαπέλυσε γενική επίθεση των Τούρκων. Ο Φαρμάκης διέταξε τους πολεμιστές του να σταματήσουν τους πυροβολισμούς και άφησε έτσι τους Τούρκους να πλησιάσουν στην κεντρική πύλη της Μονής. Τότε ο ίδιος και 160 στρατιώτες του ενήργησαν αιφνιδιαστική ορμητική αντεπίθεση, προκάλεσαν βαριές απώλειες στους επιτιθέμενους και τους ανάγκασαν να υποχωρήσουν αφήνοντας και μια σημαία.

Νέα επίθεση των Τούρκων είχε οικτρότερη αποτυχία και τους στοίχισε 400 νεκρούς. Επακολούθησε ορμητική επίθεση 100 γενιτσάρων εναντίον της κεντρικής πύλης της Μονής, αποκρούσθηκε όμως και αυτή από τα σφοδρά πυρά των αμυνομένων. Από τους επιτιθέμενους 72 σκοτώθηκαν, οι άλλοι τράπηκαν σε φυγή.

Ύστερα από τις αλλεπάλληλες αυτές αποτυχίες ανέθεσαν οι τούρκοι στον Αυστριακό διπλωματικό υπάλληλο Βόλφ να επιδιώξη συνεννόηση με τους πολιορκημένους. Εν τω μεταξύ, τα τρόφιμα των Ελλήνων είχαν εξαντληθή, τα πυρομαχικά τους πλησίαζαν να εξαντληθούν, και είχαν απομείνει στη Μονή 235 πολεμιστές, οι περισσότεροι τραυματισμένοι, όπως και ο αρχηγός τους. Σε τέτοια κατάσταση των πολιορκημένων, ο Φαρμάκης δέχθηκε να συζητήση με τον Βολφ και συναντήθηκε μαζί του έξω από τη Μονή, αφού είχαν παύσει οι πυροβολισμοί και από τα δύο μέρη.


Ό Φαρμάκης, στη συζήτηση με τον Βολφ, πρότεινε αρχικά να επιτραπεί η αναχώρηση των εγκλείστων από τη Μονή με τα όπλα τους χωρίς κανένα περιορισμό, ή τουλάχιστον η μετακίνησή τους προς τα αυστριακά σύνορα, όπου να καταθέσουν τα όπλα τους ζητώντας καταφύγιο στην Αυστρία. Οι τούρκοι όμως δεν δέχθηκαν τις προτάσεις του Φαρμάκη και αποφάσισαν τελικά να περιμένουν τον Σελήχ πασά, που θα έφθανε την επομένη με νέες ενισχύσεις από 4.000 άνδρες και 4 κανόνια.

Σε δόλο κατέφυγε, όταν έφθασε, ο Σελήχ πασάς. ανέθεσε νέες διαπραγματεύσεις στον Βολφ και του ζήτησε να βεβαιώση στον Φαρμάκη ότι είχε σταλή φιρμάνι από τον σουλτάνο και ότι χορηγούσε αυτό αμνηστία στους πολιορκημένους, αν κατέθεταν τα όπλα, οπότε θα ήταν ελεύθεροι να καταφύγουν όπου ήθελαν. Ξανασυναντήθηκε ο Βολφ με τον Φαρμάκη, του δήλωσε αυτά και του επιβεβαίωσε και ο ίδιος την ύπαρξη του φιρμανιού.

Ο Φαρμάκης τότε δήλωσε ότι θα δεχόταν την πρόταση των Τούρκων, αλλά υπό τον όρο να απομακρυνθούν πριν τα στρατεύματά τους εκτός από 1.000 άνδρες. Οι τούρκοι όμως απέρριψαν τον όρο αυτό. Και ο Φαρμάκης, ύστερα και από νέες διαβεβαιώσεις του Βολφ, και προπάντων επηρεασμένος από τη δεινή κατάσταση των στρατιωτών του, αποφάσισε να εισηγηθεί σ' αυτούς να αποδεχθούν την πρόταση των Τούρκων.

Πολλοί από τους πολιορκημένους στη Μονή, δυσπιστώντας προς την ειλικρίνεια των Τούρκων, όταν ο Φαρμάκης ανακοίνωσε τις προτάσεις τους για συνθηκολόγηση, ζήτησαν να. μη γίνουν δεκτές και πρότειναν να επιχειρηθεί τη νύκτα έξοδος από τη Μονή προς το γειτονικό δάσος, από όπου να προσπαθήσουν διαφυγή προς την Αυστρία. Επακολούθησε ολονύκτια συζήτηση και οι γνώμες ήταν διχασμένες.

Ο ίδιος ο Φαρμάκης ταλαντευόταν. Έφτασε η αυγή, και τότε, όταν πια και το σχέδιο για διαφυγή κατά τη νύκτα ήταν ανεφάρμοστο, επιβλήθηκε από την κόπωση και από πίεση των πραγμάτων ή αποδοχή των προτάσεων για συνθηκολόγηση.

Έτσι, παραδόθηκαν το πρωί της 23ης Σεπτεμβρίου τα όπλα των πολιορκημένων ανδρών στους Τούρκους. Και τότε αμέσως εκδηλώθηκε ή παρασπονδία του Σελήχ πασά. Μόλις βγήκε ο Φαρμάκης από τη Μονή, ένοπλος, με 18 αξιωματικούς του, για να επισκεφθή τον τούρκο πασά, πολυάριθμοι τούρκοι όρμησαν, τους αφόπλισαν και τους έθεσαν υπό φρούρηση. Ταυτόχρονα, πλήθος τούρκοι όρμησαν με αλαλαγμούς στο εσωτερικό της Μονής και άρχισαν να σκοτώνουν τους άοπλους πολεμιστές. Εκείνοι πρόβαλαν απεγνωσμένη αντίσταση με τα χέρια τους μόνο, και μάλιστα κατόρθωσαν να στραγγαλίσουν 40 από τους Τούρκους σφαγείς, τελικά όμως εξοντώθηκαν όλοι, εκτός από τρεις. Άλλοι 33 Έλληνες πολεμιστές, που υποπτεύονταν έντονα τον δόλο των Τούρκων, είχαν αυτόβουλα διαφύγει από τη Μονή κατά τη νύκτα. Ο Φαρμάκης και οι 18 αξιωματικοί του μεταφέρθηκαν δέσμιοι στο Ιάσιο και από εκεί στη Σιλίστρια, όπου ύστερα από βασανιστήρια θανατώθηκαν με αποκεφαλισμό οι αξιωματικοί, ενώ ο Φαρμάκης είχε την ίδια τύχη στην Κωνσταντινούπολη, όπου είχε τελικά μεταχθεί.

Αυτή ήταν η τραγικότατη έκβαση της τελευταίας μάχης των Ελλήνων στη Μολδοβλαχία, που διεξήχθηκε από εθελοντές επίλεκτους πολεμιστές, πιστούς μέχρι τέλους στον Αγώνα, προκάλεσε πολύ μεγάλες απώλειες στους Τούρκους και διήρκεσε ως τα όρια της ανθρώπινης αντοχής.

Οι δυό αρχηγοί της έσχατης αυτής μάχης υπήρξαν άξιοι της Αποστόλης τους. Ο ένας, ο Γεωργάκης Ολύμπιος, περιβλήθηκε δίκαια με τον φωτοστέφανο του θρύλου. Γεννημένος στο Λειβάδι του Ολύμπου το 1772, έζησε αφιερωμένος στους αγώνες για την απελευθέρωση του Έθνους και ταυτισμένος με το συναίσθημα της τιμής. Ευτύχησε να έχει θάνατο αυθεντικού ήρωα, και να εκπληρώσει ακέραια ό,τι έγραφε τον Σεπτέμβριο του 1820 στον Αλέξανδρο Υψηλάντη: "υπόσχομαι να αγωνισθώ ως την υστερινή ρανίδα του αίματός μου, χωρίς ποτέ να με δειλιάσει καμιά ανθρώπινος περίστασις".


Ο άλλος, ο Γιάννης Φαρμάκης, γεννημένος στο Μπλάτσι της Μακεδονίας, το 1772, αγωνίσθηκε άοκνα και αυτός, με πίστη και συνέπεια, για την απελευθέρωση του Έθνους. Υπήρξε ο ικανός αρχηγός της άμυνας των Ελλήνων στη φονικώτατη για τους Τούρκους έσχατη μάχη του Αγώνος της Μολδοβλαχίας. Δεν ευτύχησε να πεθάνει την ώρα που αγωνιζόταν ως ήρωας. Πέθανε, όπως και οι τελευταίοι σύντροφοί του, ως μάρτυρας του Αγώνος
Γεωργάκης Ολύμπιος

Πηγή

ΧΡΟΝΙΆ ΠΟΛΛΆ- ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΘΝΟΣ - ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Η ΘΑΝΑΤΟΣ