Σελίδες

Ομόνοια Χιμάρας: Η Αλβανική Κυβέρνηση συνεχίζει να κακοποιεί τους λατρευτικούς χώρους

Δελτίο Τύπου: Η Αλβανική Κυβέρνηση συνεχίζει να κακοποιεί τους λατρευτικούς χώρους προκαλώντας το θρησκευτικό αίσθημα των Ορθοδόξων
Το Σάββατο 2 Απριλίου στο χωριό Βουνό της Χιμάρας, πραγματοποιήθηκε εκδήλωση στον προαύλιο χώρο του Ιερού Ναού Αγίου Σπυρίδωνα όπου με τυμπανοκρουσίες παρουσιάστηκε η «συντήρηση» του ναού, από τον πρωθυπουργό της χώρας κ. Έντι Ράμα.
Η αλβανική κυβέρνηση, ίσως επειδή είναι εγκλωβισμένη με «τα του Καίσαρος» βρήκε διέξοδο με «τα του θεού» προκαλώντας για μία ακόμα φορά το θρησκευτικό αίσθημα των κατοίκων της περιοχής. Οι επεμβάσεις στον Ιερό Ναό έγιναν χωρίς να ερωτηθεί η Ορθόδοξη Εκκλησία. Για τον λόγο αυτό δεν υπήρχε συμμετοχή πιστών στην εκδήλωση. Είναι πρωτοφανές να παρουσιάζεται ένα έργο που υποτίθεται ότι προφυλάσσει και αναδεικνύει την θρησκευτική παράδοση και να μην παρευρίσκεται ένας ιερέας.
Το θράσος τους είναι τέτοιο που λίγες ώρες πριν την εκδήλωση, τα τοπικά στελέχη του Σοσιαλιστικού Κόμματος παραπλανούσαν τον κόσμο λέγοντας πως θα παραβρεθεί σε αυτήν ο Αρχιεπίσκοπος. Ο λαός της Χιμάρας γύρισε την πλάτη στις μεθοδεύσεις τους και αναγκάστηκαν προκειμένου ο πρωθυπουργός να μην μιλάει μόνος του να επιστρατεύσουν ως κοινό τους δημοτικούς και κρατικούς υπαλλήλους και τους εργάτες που απασχολήθηκαν στην «αποκατάσταση».
Τέλος σημειώνουμε πως όλα αυτά συμβαίνουν ενώ ο ναός και τα κτίσματα της Ιεράς Μονής Αγίων Θεοδώρων παραμένουν με απόφαση της αλβανικής κυβέρνησης χωρίς σκεπή εδώ και δύο χρόνια με κίνδυνο να χαθούν για πάντα. Μετά την κατεδάφιση του Αγίου Αθανασίου στους Δρυμάδες, η αλβανική κυβέρνηση και ο δήμαρχος προχώρησαν σε άλλη μια πράξη που αγνοεί την τοπική κοινωνία σε συνέχεια της πολιτικής αλλοίωσης της εθνικής και πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
Για μία ακόμη φορά η αλβανική κυβέρνηση μέσω του ίδιου του πρωθυπουργού Έντι Ράμα και ο δήμαρχος Χιμάρας Γιώργος Γκόρος, επιβεβαιώνουν την εχθρική τους στάση απέναντι στην ταυτότητα της Χιμάρας και τον πολιτισμό της.



Ο ιστός της αράχνης! - Rrjeta e merimangës


Κατά τη διάρκεια του Β Παγκόσμιου Πολέμου ένας στρατιώτης έχασε τη μονάδα του μέσα στον χαμό των εκρήξεων και τον πυροβόλων. Έψαξε για τους συμπολεμιστές του αλλά προς μεγάλη του θλίψη δεν μπόρεσε να τους βρει. Είχε μείνει μόνος του σε κείνο το τόπο. Άκουγε τους εχθρούς να έρχονται κατά το μέρος του. Απεγνωσμένα έψαχνε για καταφύγιο και κάποια στιγμή το μάτι του έπεσε σε κάποιες σπηλιές στα αντικρινά βράχια. Γρήγορα σκαρφάλωσε και χώθηκε σε μια από αυτές. Παρότι ήταν για την ώρα ασφαλής, διαπίστωσε ότι οι εχθροί δεν θα αργούσαν να σκαρφαλώσουν κι αυτοί, να ψάξουν τις σπηλιές να τον βρουν και να τον σκοτώσουν.
Όση ώρα περίμενε προσευχήθηκε στο Θεό: "Σε παρακαλώ Θεέ μου, αν θέλεις προστάτεψε με. Παρόλα αυτά ό,τι είναι θέλημα σου σε αγαπώ και σε εμπιστεύομαι". Όταν τέλειωσε τη προσευχή του ξάπλωσε ήρεμος και άκουγε τους εχθρούς που πλησίαζαν. Σκέφτηκε: "Όπως βλέπω ο Θεός δεν πρόκειται να με βοηθήσει να γλυτώσω αυτή τη φορά".
Τότε παρατήρησε μια αράχνη που ξεκίνησε να υφαίνει τον ιστό της στην είσοδο της σπηλιάς."Χα!" σκέφτηκε, "αυτό που θέλω είναι πέτρες και τούβλα και ο Θεός μου έστειλε μια αράχνη και τον ιστό της. Μα τη πίστη μου ο Θεός έχει χιούμορ!"
Καθώς πλησίαζε ο εχθρός, από τη σκοτεινή μεριά της σπηλιάς έβλεπε τους στρατιώτες που εξερευνούσαν την μια σπηλιά ύστερα από την άλλη. Όταν έφτασαν στη δική του ήταν έτοιμος να δώσει την τελευταία του μάχη. Όμως προς μεγάλη του έκπληξη οι στρατιώτες έριξαν μόνο μια ματιά μέσα και συνέχισαν στην επόμενη.
Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι με τον ιστό στην είσοδο της σπηλιάς φαινόταν ότι ήταν κλειστή εδώ και πάρα πολύ καιρό.
"Θεέ μου, συγχώρεσε με" είπε ο νεαρός στρατιώτης. "Είχα ξεχάσει ότι ο ιστός της αράχνης είναι πιο δυνατός από ένα τοίχο φτιαγμένο από τούβλα"! 


Gjatë Luftës së 2-të Botërore një ushtar humbi skuadrën e tij në rëmujën e shpërthimeve dhe të bombardimeve. Kërkoi për bashkëluftëtarët e tij por u hidhërua shumë që nuk mundi që ti gjejë. Kishte mbetur i vetëm  në atë vend. Dëgjonte armiqtë e tij që po drejtoheshin drejt vendit në të cilin nodhej.  I dëshpëruar kërkonte të gjente një strehim dhe në një farë momenti syri i tij ra në disa shpella në shkembinjtë përballë.  Shpejt u ngjit dhe u fut në një prej tyre. Mgjth se ishte për momentin i sigurt, vuri re që armiqtë nuk ishin shumë larg dhe do të ngjiteshin drejt tij, që të kërkonin nëpër shpella ku do ta kapnin dhe do ta vrisnin.
Për sa kohë pristeiu lut Zotit: “ O Zot të lutem, nëse do më mbro. Mgjth atë le të bëhet vullneti yt, të dua dhe kam besim tek ty”. Kur mbaroi lutjen u shtri i qetë dhe dëgjonte armiqtë që afroheshin. U mendua: “Me sa duket Zoti nuk do të më ndihmojë që të shpëtoj kësaj rradhe”.
Atëhere vuri re një merimangë që filloi të thurrte rrjetën e saj në hyrjen e shpellës: “Ha!” Mendoi, “ajo që dua janë tulla dhe gurë dhe Zoti më dërgoi një merimangë dhe rrjetën e saj. Për besimin tim, Zoti ka humor!”.
Pasi afrohej armiku, nga ana e errët e shpellës shikonte ushtarët që kontrrollonin njërën shpellë pas tjetrës. Kur arritën tek shpella e tij ishte gati që të jepte betejën e fundit. Por për çudi ushtarët hodhën një sy brenda dhe vazhduan tek shpella tjetër.
Pa pritur kuptoj se me rrjetën e merimangës në hyrje shpella dukej se ishte e mbyllur këtu e shumë kohë. “O Zot më fal”, tha ushtari i ri. “Kisha harruar që rrjeta e merimangës është më e frotë nga një murr i bërë me tulla”!.

6 Απριλίου 1935: Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης δικαιώνει την προσφυγή των Ελλήνων της Β. Ηπείρου για το Σχολικό Ζήτημα



Βασίλειος Σαχίνης



Η αλβανική κυβέρνηση τον Απρίλιο 1933, δια του άρθρου 206 του αλβανικού Συντάγματος, απαγόρευσε τελείως την λειτουργία  όλων των ιδιωτικών σχολείων. Στα ιδιωτικά σχολεία η αλβανική κυβέρνηση συμπεριέλαβε και τα σχολεία της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας. Με αυτή την απόφαση η Αλβανία επιδίωκε να απαλλαγεί οριστικά ως κράτος από τη χρήση της ελληνικής γλώσσας στις περιοχές της Βορείου Ηπείρου.

Ως αντίδραση σε αυτή την πρόκληση του αλβανικού κράτους οι Έλληνες Βορειοηπειρώτες, το Δεκέμβριο του 1933 ιδρύουν στο Αργυρόκαστρο τη «Νέα Φιλική Εταιρεία». Σκοπός της «Νέας Φιλικής Εταιρείας», ήταν να ενθαρρύνει την Εθνική Ελληνική Μειονότητα και να την προετοιμάσει για τους μελλοντικούς αγώνες κατά των Τιράνων και την εκ νέου αναγνώριση των διεθνώς αναγνωρισμένων σχολικών προνομίων της μειονότητας. Η οργάνωση αυτή λειτουργούσε τότε στα πρότυπα της «Φιλικής Εταιρείας». Με σύνεση, απόλυτη πειθαρχία και με άκρως μυστικότητα κατάφερε με τις τοπικές εκλογές να ελέγξει την τοπική εξουσία στην περιοχή της Ελληνικής Μειονότητας. Σε κάθε χωριό υπήρχε και ο τομεάρχης που είχε αναλάβει την οργάνωση των Ελλήνων Βορειοηπειρωτών. Ιδρυτής και ηγέτης της «Νέας Φιλικής Εταιρείας» ήταν ο Βασίλειος Σαχίνης. 

Στις 10 Σεπτεμβρίου 1933, οι τομεάρχες της «Νέας Φιλικής Εταιρείας» συγκεντρώνονται κάτω από πλήρη μυστικότητα στη Δερβιτσιάνη, όπου αποφάσισαν πως έως ότου η Κοινωνία των Εθνών επιληφθεί του σχολικού ζητήματος, ο αγώνας θα έπρεπε να συνεχιστεί. 
Έτσι αποφάσισαν την κήρυξη σχολικής απεργίας. Οι Έλληνες μαθητές στη Βόρειο Ήπειρο, μετά την απόφαση της «Νέας Φιλικής Εταιρείας», αρνούνται να προσέλθουν στα αλβανικά σχολεία και το καθεστώς των Τιράνων απαντά στην απεργία με διώξεις κατά των οργανωτών, με τρομοκρατία, συλλήψεις και εκτοπισμούς δασκάλων και με βασανιστήρια.

Στις 18 Σεπτεμβρίου 1933 άρχισε από τους Βορειοηπειρώτες, ο σταδιακός  απεργιακός σχολικός αγώνας. Μέχρι τις 25 Σεπτεμβρίου είχαν απεργήσει όλα τα ελληνικά σχολεία της Βορείου Ηπείρου. Ούτε ένας μαθητής δεν προσήλθε να εγγραφεί στα μητρώα των σχολείων ως ένδειξη διαμαρτυρίας κατά της αλβανικής κυβέρνησης και του βασιλιά Ζώγκου για το κλείσιμο των περισσοτέρων ελληνικών σχολείων στη Βόρειο Ήπειρο.

Στις 2 Ιανουαρίου 1934, οι τομεάρχες της «Νέας Φιλικής Εταιρείας» συγκεντρώνονται και πάλι στο Αργυρόκαστρο, όπου και αποφασίζουν ότι ήρθε η ώρα να προσφύγουν οι Έλληνες Βορειοηπειρώτες στην Κοινωνία των Εθνών όπου θα καταγγείλουν την Αλβανία για το κλείσιμο των ελληνικών σχολείων. 
Έως τις 23 Ιανουαρίου συγκεντρώθηκαν πάνω από τριάντα χιλιάδες υπογραφές Βορειοηπειρωτών που  επισυνάφθηκαν στο υπόμνημα και εστάλησαν στην Κοινωνία των Εθνών.

Στις 5 Απριλίου 1934 κοινοποιείται προς την αλβανική κυβέρνηση, από τον γενικό γραμματέα της Κοινωνίας των Εθνών, η προσφυγή των Βορειοηπειρωτών προς την Κοινωνία των Εθνών κατά της Αλβανίας, για το σχολικό ζήτημα.

Στις 14 Ιανουαρίου 1935 με υπόμνημα του εκπροσώπου της Ισπανίας ζητείται η συμβουλευτική γνώμη του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου της Χάγης ως προς το σχολικό ζήτημα  που προέκυψε στην Αλβανία με την απόφασή της να κλείσει τα ελληνικά σχολεία.

Στις 21 Φεβρουαρίου 1935 από τον αντιπρόσωπο της ελληνικής κυβερνήσεως Γεώργιο Λαγουδάκη υπεβλήθη στο Δικαστήριο της Χάγης υπόμνημα με τις απόψεις αυτής για το σχολικό ζήτημα που είχε προκύψει στη Βόρειο Ήπειρο.

Στις 6 Απριλίου 1935 το Διαρκές Δικαστήριο Διεθνούς Δικαιοσύνης της Χάγης με πρόεδρο τον Άγγλο Sir Cecil James Barrington Hurst, εξέδωσε τη γνωμοδότησή του πάνω στην προσφυγή των Βορειοηπειρωτών κατά της Αλβανίας. Η  απόφαση καταδικάζει την Αλβανία για το κλείσιμο των ελληνικών σχολείων και την υποχρεώνει ώστε να λειτουργήσουν ξανά τα ελληνικά σχολεία. Η απόφαση αυτή ήταν μια δικαίωση του αγώνα των Βορειοηπειρωτών για το σχολικό ζήτημα.

Στις 23 Μαΐου 1935 ο αντιπρόσωπος της Ισπανίας ανακοίνωσε στο Συμβούλιο της Κ.Τ.Ε. δήλωση της αλβανικής κυβέρνησης μέσω της οποίας υιοθετούσε την απόφαση του Δικαστηρίου της Χάγης ζητώντας όμως παράλληλα αναβολή ως προς την εφαρμογή της.

Στις 30 Αυγούστου 1935 η Αλβανία, προς συμμόρφωση με την απόφαση του Δικαστηρίου της Χάγης, υπέβαλε στην Κοινωνία των Εθνών σχέδιο κανονισμού για την ελεύθερη λειτουργία των σχολείων της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας.

Στις 23 Σεπτεμβρίου 1935 γίνεται δεκτός από το Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών με πλήρη ομοφωνία ο κανονισμός που είχε υποβάλει η Αλβανία για το θέμα της ελεύθερης ελληνικής παιδείας για την Εθνική Ελληνική Μειονότητα στη Βόρειο Ήπειρο.

Η όλη διαδικασία και  η τελική απόφαση δικαιώνει τους Βορειοηπειρώτες στο θέμα της παιδείας και υποχρεώνει τους Αλβανούς να επιτρέψουν την ελεύθερη λειτουργία των ελληνικών σχολείων.

Μετά το Πρωτόκολλο της Κερκύρας, η απόφαση του δικαστηρίου της Χάγης, ήταν η δεύτερη μεγάλη διεθνής νίκη του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού.