Η συνωμοτική συνεργασία των ελλήνων κομμουνιστών με την Αλβανία του Ενβέρ Χότζα (1943-1974)


Του Χρ. Γ. Πετρίδη
Σταύρος Γ. ΝΤΑΓΙΟΣ, Νίκος Ζαχαριάδης, Ενβέρ Χότζα: Συνεργασία και μυστικές συμφωνίες του ΚΚΕ με την Αλβανία 1943-1974. Θεσσαλονίκη: Literatus, 2019. σ. 484.
Ο αλβανικός παράγοντας και η ευρύτερη κομουνιστική εμπλοκή της στα ελληνικά πράγματα, ιδίως κατά και μετά την κομμουνιστική ανταρσία (1946-1949), είναι ελάχιστα γνωστός, καθώς, λόγω έλλειψης ιστορικών τεκμηρίων από αρχειακές συλλογές της Ανατολικής Ευρώπης, αγνοήθηκε, ή, στην καλύτερη περίπτωση, υποβαθμίσθηκε από την ιστορική μελέτη. Το βιβλιογραφικό αυτό κενό ήρθε να καλύψει ο διδάκτωρ ιστορίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Σταύρος Γ. ΝΤΑΓΙΟΣ, ο οποίος με τα τρία σπουδαία βιβλία του, βασιζόμενα εξ ολοκλήρου σε πρωτογενές αρχειακό υλικό από ευαίσθητα αρχεία της Ελλάδας, Αλβανίας, πρώην Γιουγκοσλαβίας και Σοβιετικής Ένωσης αναδεικνύει σημαντικές πτυχές: Ελλάδα Αλβανία, 50 χρόνια αμοιβαίας δυσπιστίας: Οι ελληνοαλβανικές σχέσεις και η Ελληνική Μειονότητα της Αλβανίας, 1945-1990. Θεσσαλονίκη: Literatus, 2015. Ο Νίκος Ακριβογιάννης και η δίκη των αεροπόρων. Θεσσαλονίκη: Literatus 2017. Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Αλβανία 1945-1990 Θεσσαλονίκη: Literatus, 2017.
Στο πρόσφατο βιβλίο ο συγγραφέας πραγματεύεται τις συνεργατικές σχέσεις του ΚΚΕ με την Αλβανία, κατά την Κατοχή και έως την πτώση της δικτατορικής εξουσίας των στρατιωτικών (1943-1974). Η συνεργασία αυτή και οι συνωμοτικές συμφωνίες των δύο κομμάτων βασίσθηκαν σε ένα οξύμωρο σχήμα: η συνεργατική σχέση, επαγγελλόμενη ότι βασιζόταν σε αμιγώς ιδεολογικό καθορισμό και αντιπαρερχόμενη τα εμπεδωμένα αλβανικά συμφέροντα -τα οποία δεν συνέπιπταν πάντα και αναγκαστικά με τα ελληνικά- δεδομένου ότι το ΚΚΕ υπερασπιζόταν μόνο τα ιδεολογικά όρια της μαρξιστικής-λενινιστικής ορθοφροσύνης, ενώ το Κομμουνιστικό Κόμμα Αλβανίας ως κόμμα-κράτος υπερασπιζόταν, πρωτίστως, τα εδαφικά όρια της χώρας του, την αυτοτέλεια και την εθνική της κυριαρχία, διαμόρφωνε μία ισορροπία ετεροβαρή και παρήγαγε συνομωσία, επιβουλή και υπονόμευση, ασχήμιες που η ιδεολογική ταύτιση δεν μπορούσε να απαλείψει ή, έστω, να εξισορροπήσει.
Από το βιβλίο συνάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι η συναινετική και η συνεργατική συνείδηση ελάχιστες φορές υπερέβη την ιδιοτέλεια και τον ωφελιμισμό. Παρότι το Κομμουνιστικό Κόμμα Αλβανίας ιδρύθηκε μετά από 23 χρόνια ζωής του ΚΚΕ, κατάφερε να επιβληθεί και, έως ενός σημείου, να το υποσκελίσει, συμπεριφερόμενο με κατάδηλη έπαρση «ως ένα κόμμα μεγάλο προς ένα μικρό», πλέγμα που δεν δικαιολογείτο ούτε από τα αριθμητικά μεγέθη τους. Οι φρενοβλαβείς αυτές σχέσεις διαμορφώθηκαν υπό συγκεκριμένες συνθήκες, εύθετες για τους αλβανούς κομμουνιστές και αντίξοες για τους έλληνες όμαιμους.
Τα συμφέροντα των ελλήνων κομμουνιστών, όσο ιερά και εάν ήταν, δεν θα υπερίσχυαν ποτέ των προτεραιοτήτων του αλβανικού κράτους, όπως τις είχαν σταθμίσει οι αλβανοί κομμουνιστές. Απεναντίας, η ταύτιση του κομμουνιστικού κέρδους και του ιδεολογικού ιδεώδους με τον ιερό σκοπό του έθνους δεν ήταν πάντα δεδομένη για το ΚΚΕ.
Οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές της θυελλώδους φιλίας ήταν ο Νίκος Ζαχαριάδης και ο Ενβέρ Χότζα, πρώτοι γραμματείς των αντίστοιχων κομμάτων, προερχόμενοι από διαφορετικές κομμουνιστικές σχολές: ο Ζαχαριάδης από τη σκληρή σοβιετική, ενώ ο Χότζα από μία ηπιότερη, τη γαλλική. Οι συνωμοτικές σχέσεις των δύο ανδρών βασίσθηκαν στο γεγονός ότι τον Ζαχαριάδη ενδιέφερε ο Χότζα στο βαθμό που θα τον στήριζε στην προσπάθειά του για την κατάκτηση της εξουσίας, ενώ τον Χότζα στη διατήρηση της εξουσίας, έχοντας έναν σίγουρο φίλο στα νότια σύνορά του. Οι συζητήσεις τους για το πολιτικό φρόνημα και την ιδεολογική καθαρότητα υπήρξαν απελπιστικά ελάχιστες και εμφανώς παραπειστικές. Ενώπιον των επιθετικών -και πολλές φορές αντιφατικών- παρορμήσεων και λεονταρισμών του Χότζα κατά της Ελλάδας, ο Ζαχαριάδης τηρούσε ενοχική σιγή, αισθανόμενος σίγουρα αβουλία, ενώ ο Χότζα συνδύαζε μία εμφανή δόση σνομπισμού και κατήφειας προς τους υφιστάμενούς του με ένα πλέγμα κατωτερότητας, έως και δουλείας, προς τους ανωτέρους του. Ο Χότζα εκδήλωνε ένα ύφος γεμάτο υποκριτική ταπεινοφροσύνη και, συγχρόνως, μετά το 1949, υπεροψία απέναντι στον συντετριμμένο Ζαχαριάδη, τον οποίο εγκατέλειψε την πιο κρίσιμη στιγμή: όταν χιλιάδες έλληνες μαχητές του ΔΣΕ κατέφυγαν ρακένδυτοι στην Αλβανία διωκόμενοι, στο έλεος της σταλινικής ελεημοσύνης.
Τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου πραγματεύονται τις σχέσεις του ΚΚΕ με τους αλβανούς κομμουνιστές την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου, όταν τίθεντο οι βάσεις της συνεργασίας, ύστερα από εντολές της Κομιντέρν και τη γιουγκοσλαβική κομμουνιστική υπερίσχυση.
Κατά τη διάρκεια του ελληνικού Εμφυλίου, ιδίως μετά την αποστασία του Τίτου (1948) η Αλβανία, ύστερα από πιεστικές προτροπές της Μόσχας, ανέλαβε τον κύριο ρόλο της διοχέτευσης της ανατολικής βοήθειας προς τον αγώνα των ελλήνων στασιαστών και παραχώρησε το έδαφός της στην υπηρεσία του ΔΣΕ. Συγχρόνως, προέκυψαν οι πρώτες διαφωνίες, λόγω του κινδύνου που διέτρεχε η Αλβανία εξ αιτίας της εμπλοκής. Η διακομματική ένταση κλιμακώθηκε και χρειάστηκε η κατευναστική διαιτησία του Στάλιν (Ιανουάριος 1950) στην κατ’ αντιπαράσταση εξέταση Ζαχαριάδη-Χότζα να αμβλυνθεί και να σιγάσει.
Στη συνέχεια, εξετάζονται οι σχέσεις των δύο κομμάτων μετά την κατάλυση της κομμουνιστικής εξέγερσης, το 1949, όταν το ήμισυ της ελληνικής Αριστεράς βρέθηκε εξωθημένο στην Ανατολική Ευρώπη, σε μία υπερορία ανεπιθύμητη, αλλά επιβεβλημένη από μία πολιτική ηγεσία που στερήθηκε την πολιτική ενόραση. Το βασικό στοιχείο της υπερορίας, εκτός από τη σκληρή πάλη της επιβίωσης, ήταν και μία ανόητη εμμονή διαχωρισμού φίλων και εχθρών από την ηγεσία του ιδίου του κόμματος, που διάβρωσε και κατέστρεψε σε μεγάλο βαθμό χιλιάδες ζωές ανθρώπων.
Μετά τη ρήξη στην 6η Πλατιά Ολομέλεια (1956) και τη διάλυση, μερικοί έλληνες πρόσφυγες στράφησαν προς τη Μόσχα, μερικοί προς το Πεκίνο και τα Τίρανα, μερικοί προς το Βελιγράδι, ενώ οι υπόλοιποι βίωσαν στωικά το μαρτύριο της άξενης «σοβιετικής πατρίδας», την περιθωριοποίηση, την αποξένωση και, εν τέλει, τον κοινωνικό εξοβελισμό και την εξορία. Οι φανατικοί οπαδοί του Ζαχαριάδη ζήτησαν πολιτική, ορισμένοι και εδαφική στέγη στην Αλβανία, διωκόμενοι από τη νέα πολιτική ηγεσία του ΚΚΕ, αλλά και τις μυστικές υπηρεσίες των ανατολικών χωρών, αλλά αυτό έφερνε σε αμηχανία την κομματική και κυβερνητική ηγεσία των Τιράνων. Η εικόνα του Ζαχαριάδη, όμως, δεν απέφερε πια οφέλη και οι Αλβανοί επιδίωκαν με περίτεχνα διανοήματα να τον απωθήσουν. Καμιά πολιτική ωφέλεια δεν επέφερε μια τέτοια στενότητα, απεναντίας, θα διατάρασσε τις σχέσεις της Αλβανίας με τις χώρες του ανατολικού συγκροτήματος αλλά και την νεοφυή ηγεσία του ΚΚΕ. Εν τούτοις, το Κόμμα Εργασίας Αλβανίας συνέχιζε να πρεσβεύει τη νομοτελειακή αναγκαιότητα και τον πολιτικό ευπρεπισμό, αλλά τα πραγματικά κίνητρα της συνέχισης των σχέσεων παρέμεναν οι σκοπιμότητες και ο ωφελιμισμός: οι έλληνες κομμουνιστές, φιλικά προσκείμενοι απέναντι στην Αλβανία, αποτελούσαν μια υπολογίσιμη πηγή πληροφόρησης για τις υπηρεσίες της σχετικά με τον ελληνικό κίνδυνο στα νότια σύνορά της.
Στο τρίτο μέρος εξετάζεται η αντίδραση του ΚΚΕ απέναντι στην εθνική πολιτική της Αλβανίας για το βορειοηπειρωτικό ζήτημα. Το ΚΚΕ, κατά τρόπο απολύτως ακατανόητο αποσιώπησε ή αποδέχθηκε ως ορθή την πολιτική των αλβανών κομμουνιστών για τον βορειοηπειρωτικό ελληνισμό, οι οποίοι αγνοούσαν συστηματικά την εθνολογική και γλωσσική σύσταση και την ιστορική προέλευση του λαού, ενώ προέκριναν την ιδεολογική ορθοδοξία ως την ύψιστη αξία του. Ο ιδεολογικός καθορισμός κάλυπτε την πολιτική χρήση του ΚΚΕ. Το ΚΚΕ παρέμεινε, έως το τέλος, ασυγκίνητο απέναντι στις κοπιώδεις επιζητήσεις των αλβανών κομμουνιστών να αποξενώσουν γλωσσικά και συνειδησιακά τους έλληνες βορειοηπειρώτες, με απώτερο στόχο τη βαθμιαία απεθνικοποίησή τους.
Παραδόξως, το ΚΚΕ δεν τήρησε την ίδια ακραιφνή στάση και για τους μουσουλμάνους Τσάμηδες της Θεσπρωτίας, τους οποίους, έως ενός σημείου, τους αποδέχθηκε ως μόνον θύματα της θηριωδίας του Ζέρβα, ενώ σχεδόν αποσιώπησε αδικαιολόγητα το συνεργατικό τους παρελθόν με τους κατακτητές και το μαζικό τους δοσιλογισμό.
Το ΚΚΕ καταδίκασε τον Νόμο Περί Εμπολέμου με την Αλβανία, τις εθνικές διεκδικήσεις του ελληνικού κράτους εις βάρος της ως ιμπεριαλιστικές βλέψεις που απειλούσαν την ασφάλεια της χώρας και την ειρήνη της ευρύτερης περιοχής. Καταδίκασε τα μεθοριακά επεισόδια ως μονομερή ελληνική παραβίαση, προέβαλε θετικά την αλβανική σοσιαλιστική πραγματικότητα με ερεθιστική πολλές φορές συσκότιση της αλήθειας μέσω του Ριζοσπάστη και των λοιπών μέσων ενημέρωσης που ήλεγχε και αγωνίσθηκε για την αναγνώριση της αλβανικής κυβέρνησης με υπέρμετρο ζήλο.
Τα τελευταία κεφάλαια πραγματεύονται τις σχέσεις της Αλβανίας με τις ομάδες και τις ομαδώσεις που επήλθαν από τη θραύση του ΚΚΕ, μετά το 1956, τα μάταια διλήμματα για τη συνέχιση της αέναης επανάστασης, τις παλινδρομήσεις, τις υποφερτές συνθήκες διαβίωσης και τις επώδυνες χορηγήσεις από την Αλβανία προς ξεχωριστές ομάδες στον βωμό της αδήριτης ανάγκης της κομματικής και βιολογικής επιβίωσης.
Στόχος του βιβλίου είναι η διακόνηση της ιστορικώς τεκμηριωμένης αληθείας των διακομματικών σχέσεων για την οποία η σχετική ελληνική επιστημονική βιβλιογραφία είναι παντελώς ανύπαρκτη, ενώ η κατεστημένη ιστοριογραφία στην Αλβανία κατακλύζεται από εμπεδωμένα μυθεύματα, επηρεασμένα κυρίως από ιδεολογικές σκοπιμότητες, πολιτική ιδιωφέλεια και εμφανή προσωποληψία και χειραγώγηση.
Το βιβλίο έχει διακριτική αρετή τη σχολαστική επιμέλεια και την επιστημονική πληρότητα, υπηρετεί την ιστορική αλήθεια με την αυθεντία της εξαντλητικής έρευνας αξιόπιστων πηγών και τη χρήση πρωτογενούς αρχειακού υλικού. Παρότι, ο συγγραφέας διεισδύει σε ένα περίπλοκο πλαίσιο συνεργασίας και συνομωσιών, καλυπτόμενο από ιδεολογικό και πολιτικό προπέτασμα, το βιβλίο του συνιστά ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα· είναι καλογραμμένο με γλωσσική συνωνυμική ευφορία, σημασιολογική ευστοχία και αφηγηματική δεινότητα, με σαφήνεια, ακρίβεια, νηφαλιότητα, επιστημονική παρρησία και διεισδυτική δύναμη για τη συναγωγή ασφαλών συμπερασμάτων για θέματα τα οποία έως τώρα συνιστούσαν ερευνητικό ταμπού για τους ιστορικούς επιστήμονες. Η επιστημονική τεκμηρίωση εμπλουτίζεται με δηκτικές λεπτομέρειες από τη ζωή των πρωταγωνιστών, οι οποίες εργαλειοποιήθηκαν δολίως κατά καιρούς από της ηγεσίες των δύο πολιτικών κομμάτων για τον καθολικό πολιτικό έλεγχο των κομματικών μελών και την πολιτική και βιολογική εξόντωση των αντιπάλων της.

Σχόλια