Μια πολιτιστική εκδήλωση προς τιμήν του μεγάλου ποιητή ανοίγει ξανά τη συζήτηση για το πώς η ελληνική διπλωματία αντιλαμβάνεται την ομογένεια, την παιδεία και τους ανθρώπους που κρατούν ζωντανή την ελληνική μνήμη στην περιοχή.
Στην Κορυτσά διοργανώθηκε εκδήλωση προς τιμήν του Γιώργου Σεφέρη, του μεγάλου Έλληνα ποιητή, διπλωμάτη και Νομπελίστα, ο οποίος έζησε και υπηρέτησε στην πόλη ως πρόξενος της Ελλάδας κατά τα έτη 1936–1938. Η Κορυτσά δεν υπήρξε για τον Σεφέρη ένας απλός υπηρεσιακός σταθμός. Ήταν τόπος εμπειρίας, γραφής, προσωπικής μνήμης και διπλωματικής παρουσίας σε μια περίοδο δύσκολη για τον Ελληνισμό της περιοχής. Το κτίριο όπου έζησε και εργάστηκε είναι γνωστό ως «Κτίριο Σεφέρη» και συνδέεται διαχρονικά με την ελληνική πολιτιστική και διπλωματική μνήμη στην Κορυτσά.
Μια τέτοια εκδήλωση, οργανωμένη από την Ελληνική Πρεσβεία στα Τίρανα και το Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στην Κορυτσά, θα μπορούσε να αποτελέσει γεγονός ενότητας, αυτογνωσίας και ουσιαστικής παρουσίας. Θα μπορούσε να αναδείξει όχι μόνο τον Σεφέρη ως παγκόσμιο ποιητή, αλλά και την ιστορική συνέχεια της ελληνικής παιδείας, της ελληνικής γλώσσας και της ορθόδοξης ελληνικής μνήμης στην Κορυτσά.
Και όμως, γύρω από τέτοιες εκδηλώσεις γεννιούνται ερωτήματα που δεν μπορούν να παραμεριστούν. Όχι για να μειωθεί η σημασία της τιμής προς τον Σεφέρη, αλλά ακριβώς επειδή η τιμή προς τον Σεφέρη απαιτεί σοβαρότητα, βάθος και συνέπεια.
Το πρώτο ερώτημα αφορά την ίδια την ελληνική κοινότητα. Γιατί σε τέτοιες εκδηλώσεις δεν φαίνεται να δίνεται ο κεντρικός ρόλος σε ανθρώπους της ομογένειας που επί δεκαετίες κράτησαν ζωντανή την ελληνική παρουσία στην Κορυτσά; Γιατί δεν αναδεικνύονται πρώην εκπρόσωποι της μειονότητας, άνθρωποι της παιδείας, της ελληνόγλωσσης δημοσιογραφίας, της τοπικής ιστορικής μνήμης, πρόσωπα που εργάστηκαν σε δύσκολες εποχές χωρίς προβολή, χωρίς διπλωματική προστασία και συχνά χωρίς ουσιαστική στήριξη;
Η ελληνική παρουσία στην Κορυτσά δεν μπορεί να είναι μόνο υπόθεση πρωτοκόλλου. Δεν μπορεί να εξαντλείται σε επίσημες φωτογραφίες, σε δεξιώσεις και σε ευγενικές παρουσίες τοπικών αρχών. Αν δεν αγκαλιάζει εκείνους που πραγματικά κουβαλούν την ελληνική γλώσσα, την παιδεία και την παράδοση στην καθημερινότητά τους, τότε κινδυνεύει να γίνει παρουσία επιφανειακή, χωρίς ρίζες.
Το δεύτερο ερώτημα αφορά τη συμμετοχή των τοπικών αλβανικών αρχών. Κανείς δεν αρνείται ότι η διπλωματία οφείλει να συνομιλεί με τις αρχές του τόπου. Η επικοινωνία, η θεσμική ευγένεια και η πολιτιστική συνεργασία είναι αναγκαία. Όμως η διπλωματία δεν μπορεί να περιορίζεται σε χειρονομίες καλής συμπεριφοράς προς εκείνους που δεν ανταποδίδουν τον ίδιο σεβασμό στην ελληνική κοινότητα.
Όταν εκπρόσωποι των τοπικών αρχών συμμετέχουν σε εκδηλώσεις του Ελληνικού Προξενείου, αλλά απουσιάζουν από εκδηλώσεις της ελληνικής κοινότητας ή του Ελληνοαλβανικού Σχολείου «Όμηρος», όταν εμφανίζονται πρόθυμοι σε δεξιώσεις αλλά όχι σε στιγμές ουσιαστικής τιμής προς την ελληνική παιδεία, τότε το πρόβλημα δεν είναι τυπικό. Είναι πολιτικό και συμβολικό.
Δεν μπορεί η ελληνική διπλωματία να χαίρεται απλώς επειδή κάποιοι παρευρίσκονται σε μια εκδήλωση, χωρίς να θέτει το ερώτημα: ποια είναι η πραγματική τους στάση απέναντι στην ελληνική παιδεία, στην ελληνική γλώσσα, στην ομογένεια και στα σχολεία που λειτουργούν στην περιοχή;
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά αυτό σε μια περίοδο κατά την οποία η πολιτική ρητορική στα Τίρανα επιστρέφει εύκολα σε υπαινιγμούς κατά της Ελλάδας. Το είδαμε πρόσφατα με την υπόθεση του Ζβερνέτσι, όπου ο Πρωθυπουργός Έντι Ράμα χρησιμοποίησε αναφορές στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η ελληνική δημοσιότητα γύρω από μια εσωτερική αλβανική κρίση είναι κάτι ύποπτο. Το ίδιο πνεύμα φάνηκε και σε δηλώσεις πολιτικών προσώπων που παρουσίασαν την ελληνική κριτική ως «ζήλια του γείτονα». Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ελληνική διπλωματία οφείλει να είναι ακόμη πιο προσεκτική, όχι πιο αμήχανη.
Το τρίτο ερώτημα αφορά πρόσωπα της τοπικής εξουσίας με ιδιαίτερες διαδρομές. Όταν άνθρωποι που προέρχονται από περιοχές ή περιβάλλοντα συνδεδεμένα με την ελληνική μειονότητα, ή ακόμη και από χώρους που κάποτε είχαν σχέση με την Ομόνοια και την ελληνική νεολαία, βρίσκονται σήμερα στην πλευρά της αλβανικής κρατικής διοίκησης, το ζήτημα δεν είναι να καταγγελθούν προσωπικά. Το ερώτημα είναι βαθύτερο: ποια πολιτική υπηρετούν; Ποια μνήμη τιμούν; Ποια κοινότητα στηρίζουν στην πράξη;
Δεν αρκεί κάποιος να έχει κάποτε σχέση με την ομογένεια. Το κριτήριο είναι η σημερινή στάση του. Στηρίζει την ελληνική παιδεία; Τιμά τις εκδηλώσεις της κοινότητας; Υπερασπίζεται την ισοτιμία των ανθρώπων που διατηρούν ελληνική συνείδηση; Ή απλώς εμφανίζεται εκεί όπου η παρουσία του εξυπηρετεί το πρωτόκολλο και την εικόνα;
Το τέταρτο ερώτημα αφορά τα ελληνόγλωσσα ή φιλελληνικά μέσα ενημέρωσης της περιοχής. Γιατί δεν καλούνται συστηματικά μέσα και άνθρωποι που γράφουν, καταγράφουν, θυμούνται και υπερασπίζονται την ελληνική παράδοση στην Κορυτσά; Γιατί ο τοπικός ελληνικός λόγος αντιμετωπίζεται συχνά ως ενόχληση όταν είναι κριτικός, ενώ θα έπρεπε να θεωρείται πολύτιμος σύμμαχος;
Δεν είναι υγιές να καλούνται άνθρωποι μόνο όταν πρέπει να ακούσουν παρατηρήσεις για άρθρα που ασκούν κριτική σε λανθασμένους χειρισμούς. Η κριτική δεν είναι εχθρότητα. Αντίθετα, πολλές φορές είναι η τελευταία ένδειξη ότι υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που νοιάζονται. Μια διπλωματική αρχή που ενοχλείται περισσότερο από την κριτική παρά από την αδιαφορία, κινδυνεύει να χάσει επαφή με την πραγματικότητα.
Ο Πελασγός Κορυτσάς και κάθε μέσο που κρατά ζωντανή την ελληνική μνήμη στην περιοχή δεν είναι αντίπαλος της ελληνικής παρουσίας. Είναι μέρος αυτής της παρουσίας. Μπορεί να κάνει λάθη, μπορεί να είναι αυστηρός, μπορεί να ενοχλεί. Αλλά όταν η ελληνική διπλωματία αγνοεί αυτούς που γράφουν ελληνικά, σκέφτονται ελληνικά και εργάζονται για την ιστορική μνήμη του τόπου, τότε αφήνει χώρο σε άλλους να ορίζουν το αφήγημα.
Το πέμπτο ερώτημα είναι ίσως το πιο ουσιαστικό. Ποια είναι σήμερα η ελληνική στρατηγική στην Αλβανία; Υπάρχει μακροπρόθεσμος σχεδιασμός; Υπάρχει σταθερή στήριξη στους ανθρώπους της παιδείας, της Εκκλησίας, της κοινότητας, των μέσων ενημέρωσης, των συλλόγων; Ή κάθε προξενική θητεία λειτουργεί αποσπασματικά, με καλές προθέσεις ίσως, αλλά χωρίς συνέχεια;
Η Ελλάδα στην Αλβανία δεν μπορεί να πορεύεται μόνο με πολιτιστικές εκδηλώσεις και συμβολικές παρουσίες. Χρειάζεται στρατηγική. Χρειάζεται γνώση της τοπικής πραγματικότητας. Χρειάζεται κατανόηση της ψυχολογίας της ομογένειας. Χρειάζεται σταθερή γραμμή, όχι ευκαιριακή διαχείριση. Χρειάζεται να στηρίζει εκείνους που προσφέρουν και όχι να τους θυμάται μόνο όταν χρειάζεται φωτογραφίες ή σιωπή.
Αυτό είναι ακόμη πιο αναγκαίο επειδή οι αλβανικές αρχές, παρά τις ζωτικές σχέσεις της Αλβανίας με την Ελλάδα, συχνά δεν δείχνουν τον ανάλογο σεβασμό προς την ελληνική κοινότητα. Η Ελλάδα υπήρξε χώρα εργασίας, σπουδών, στήριξης και επιβίωσης για εκατοντάδες χιλιάδες Αλβανούς πολίτες. Οι σχέσεις των δύο κοινωνιών είναι βαθιές, καθημερινές και πραγματικές. Και όμως, στο επίπεδο της πολιτικής ρητορικής, η Ελλάδα συχνά αντιμετωπίζεται ακόμη ως χρήσιμος «άλλος», ως γείτονας που μπορεί να κατηγορηθεί, να ειρωνευθεί ή να παρουσιαστεί ως απειλή όταν το απαιτεί η εσωτερική πολιτική ανάγκη.
Απέναντι σε αυτό, η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να απαντά μόνο με ευγένεια. Η ευγένεια είναι απαραίτητη, αλλά δεν αρκεί. Χρειάζεται αξιοπρέπεια. Χρειάζεται μνήμη. Χρειάζεται διεκδίκηση σεβασμού. Χρειάζεται να γίνεται σαφές ότι η συνεργασία δεν σημαίνει σιωπή και ότι η καλή γειτονία δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην περιθωριοποίηση της ελληνικής κοινότητας.
Ο Σεφέρης, άλλωστε, δεν ήταν απλώς ένας διπλωμάτης που υπηρέτησε στην Κορυτσά. Ήταν ποιητής της μνήμης, της ευθύνης και της γλώσσας. Η παρουσία του στην πόλη μάς θυμίζει ότι η διπλωματία δεν είναι μόνο πρωτόκολλο. Είναι τρόπος να υπηρετείς έναν πολιτισμό, να ακούς τον τόπο, να σέβεσαι τους ανθρώπους του και να μην ξεχνάς αυτούς που κρατούν ζωντανή τη γλώσσα όταν οι επίσημοι αποχωρούν.
Γι’ αυτό η εκδήλωση προς τιμήν του Σεφέρη πρέπει να ιδωθεί και ως ευκαιρία αυτοκριτικής. Όχι για να ακυρωθεί η σημασία της, αλλά για να αποκτήσει μεγαλύτερο βάθος. Να γίνει αφορμή να ξανασκεφτούμε ποιοι καλούνται, ποιοι μένουν έξω, ποιοι τιμώνται, ποιοι αγνοούνται και ποια Ελλάδα τελικά παρουσιάζεται στην Κορυτσά.
Μια Ελλάδα που αρκείται στη φωτογραφία; Ή μια Ελλάδα που στηρίζει τους ανθρώπους της μνήμης, της παιδείας και της κοινότητας;
Αν η ελληνική παρουσία στην Κορυτσά θέλει να έχει μέλλον, πρέπει να αποκτήσει ρίζες πιο βαθιές από το πρωτόκολλο. Να ακούσει την ομογένεια. Να σεβαστεί τα σχολεία. Να στηρίξει τον ελληνικό λόγο. Να αναγνωρίσει εκείνους που εργάζονται αθόρυβα. Να μη φοβάται την κριτική. Και κυρίως, να θυμηθεί ότι η διπλωματία χωρίς την κοινότητα γίνεται άσκηση εικόνας, ενώ η διπλωματία μαζί με την κοινότητα μπορεί να γίνει δύναμη συνέχειας.
Ο Σεφέρης αξίζει κάτι περισσότερο από μια ωραία εκδήλωση. Αξίζει να γίνει αφορμή για μια πιο σοβαρή, πιο δίκαιη και πιο ουσιαστική ελληνική παρουσία στην Κορυτσά.
Πελασγόσ Κορυτσάς
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου