Σελίδες

ΤΟ ΣΑΡΑΝΤΑΛΕΙΤΟΥΡΓΟ (α)


π. Δημητρίου Μπόκου
Στὶς 15 Νο­εμ­βρί­ου ἀρ­χί­ζει τὸ σα­ραν­τα­ή­με­ρο, ἡ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κη νη­στεί­α. Ἡ νη­στεί­α αὐ­τὴ ἀ­νή­κει στὶς ἐ­λα­φρὲς νη­στεῖ­ες τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ ἔ­τους, ἐφόσον ἐπιτρέπεται νὰ τρῶ­με λα­δε­ρὰ φα­γη­τὰ καὶ ψά­ρι (ὄχι βέβαια Τε­τάρ­τες καὶ Πα­ρα­σκευὲς) μέχρι καὶ τὶς 17 Δεκεμβρίου, γί­νε­ται δηλαδὴ κα­τά­λυ­σις ἰ­χθύ­ος, ὅ­πως ση­μει­ώ­νουν τὰ βι­βλί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Δὲν τρῶ­με κα­τὰ τὴ νη­στεί­α αὐ­τὴ κρέ­ας, γά­λα, τυ­ρὶ καὶ αὐ­γά.
Στὶς 14 Νο­εμ­βρί­ου, ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Φιλίππου καὶ πα­ρα­μο­νὴ τῆς νη­στεί­ας (ἀ­πο­κριά), ἂν τύ­χει Τε­τάρ­τη ἢ Πα­ρα­σκευ­ή, τρῶ­με μό­νο ψά­ρι καὶ ὄ­χι κρέ­ας. Κα­τὰ τὴν πρώ­τη ἑ­βδο­μά­δα τῆς νη­στεί­ας (15-21 Νο­εμ­βρί­ου), κα­τὰ πα­ρά­δο­ση ἄ­γρα­φη τοῦ Ὀρ­θο­δό­ξου λα­οῦ, νη­στεύ­ου­με καὶ ἀ­πὸ ψά­ρι, ἐ­πει­δὴ πα­λαι­ό­θεν οἱ Χρι­στια­νοὶ εἶ­χαν τὴν εὐ­λα­βῆ συ­νή­θεια νὰ κοι­νω­νοῦν στὴν πλειονότητά τους κα­τὰ τὴ με­γά­λη ἑ­ορ­τὴ τῶν Εἰ­σο­δί­ων τῆς Θε­ο­τό­κου (τῆς Παναγίας τῆς Πο­λυ­σπο­ρί­τισ­σας, ὅπως τὴν ξέρει ὁ λαός μας).
Ὁ κα­νό­νας τῆς νη­στεί­ας δὲν εἶ­ναι βέ­βαι­α ὁ ἴδιος γιὰ ὅ­λους. Ἡ δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας δι­έ­πε­ται πάν­τα ἀ­πὸ φι­λάν­θρω­πα κρι­τή­ρια. Οἱ ἅ­γιοι δι­δά­σκουν νὰ νη­στεύ­ει ὁ κα­θέ­νας ἀ­νά­λο­γα μὲ τὶς δι­κές του δυ­να­τό­τη­τες, τὴν ἡ­λι­κί­α δη­λα­δή, τὴν κα­τά­στα­ση τῆς ὑ­γεί­ας του, τὴν ὅ­λη του ψυ­χο­σω­μα­τι­κὴ ἀν­το­χὴ καὶ ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σί­α. Ὁ κα­θέ­νας πρέπει νὰ συμ­βου­λεύ­ε­ται ἀπαραιτήτως τὸν πνευ­μα­τι­κό του καὶ νὰ ἔ­χει τὴ σύμ­φω­νη γνώ­μη καὶ εὐ­λο­γί­α του γιὰ τὸν κα­νό­να τῆς νη­στεί­ας ποὺ θὰ κά­νει.
Ἡ πνευ­μα­τι­κὴ προ­ε­τοι­μα­σί­α γιὰ τὴ με­γά­λη ἑ­ορ­τὴ τῶν Χρι­στου­γέν­νων δὲν ἐ­ξαν­τλεῖ­ται φυ­σι­κὰ στὴ λιγοστὴ νη­στεί­α. Ὁ Χρι­στια­νὸς ἀγωνίζεται νὰ ἀπέχει συνολικὰ ἀπὸ κάθε πάθος, κάθε κακία. Ταυτόχρονα φροντίζει νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ­ται τακτικά, για­τὶ μό­νο ἔ­τσι λαμ­βά­νει «ἄ­φε­σιν ἁ­μαρ­τι­ῶν» καὶ ἐλαφρύνει τὴν ψυ­χή του. Τὸ ρη­χὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μα «δὲν ἔ­χω κά­νει τί­πο­τα», ἂς τὸ ἀ­φή­σου­με γιὰ πω­ρω­μέ­νους ἐ­γω­ι­στὲς καὶ ἀ­νεγ­κέ­φα­λους ποὺ θε­ω­ροῦν ὅ­τι τὰ ξέ­ρουν ὅ­λα. Ἐ­μεῖς ἂς ἀ­κού­σου­με τὸν λό­γο τοῦ Θε­οῦ, ποὺ λέ­ει ὅ­τι καὶ μί­α μέ­ρα νὰ εἶ­ναι ἡ ἐπίγεια ζωὴ τοῦ ἀν­θρώ­που, θὰ ἁ­μαρ­τή­σει (Ἰώβ, 14, 4-5). Καὶ ὅ­τι ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ ἀκόμα ἡ­λι­κί­α ἡ σκέ­ψη τοῦ ἀν­θρώ­που ρέ­πει πρὸς τὰ πο­νη­ρὰ (Γεν. 8, 21). Ἁ­μαρ­τί­α δὲν εἶ­ναι μό­νο ὁ φό­νος καὶ ἡ κλε­ψιά, ἀλ­λὰ κάθε βλέμμα, κάθε σκέψη, κάθε λόγος ποὺ ἐκκλίνει ἀπὸ τὸ φρόνημα τοῦ Θεοῦ (Ματθ. 5, 28).
Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ σα­ραν­τα­η­μέ­ρου (ἀ­πὸ 15 Νο­εμ­βρί­ου μέ­χρι 24 Δε­κεμ­βρί­ου) γί­νε­ται κα­θη­με­ρι­νὰ Θεί­α Λει­τουρ­γί­α,  τὸ λε­γό­με­νο σα­ραν­τα­λεί­τουρ­γο. Πολ­λοὶ νο­μί­ζουν ὅ­τι αὐ­τὸ γί­νε­ται ἀ­πο­κλει­στι­κὰ γιὰ τοὺς νε­κρούς, τοὺς κε­κοι­μη­μέ­νους. Ἡ Θεί­α Λει­τουρ­γί­α ὅ­μως (ὅπως δείχνουν οἱ πολλές της δεήσεις καὶ κυρίως ἡ ἀ­κο­λου­θί­α τῆς Προ­σκο­μι­δῆς, δηλαδὴ ἡ προ­ε­τοι­μα­σί­α τῶν Τι­μί­ων Δώ­ρων ὅπου μνημονεύονται καὶ τὰ ὀνόματα) προ­σφέ­ρε­ται γιὰ ὅ­λο τὸν κό­σμο, «ὑ­πὲρ τοῦ σύμ­παν­τος κό­σμου», ζών­των καὶ τε­θνε­ώ­των. Οὐδέποτε τελεῖται Θεία Λειτουργία, χωρὶς νὰ μνημονευθούν καὶ οἱ ζῶντες καὶ νὰ ἐξαχθοῦν μερίδες καὶ γι’ αὐτούς. Γι’ αὐ­τὸ μπο­ροῦ­με νὰ βά­λου­με καὶ τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν ζών­των στὸ σα­ραν­τα­λεί­τουρ­γο, παρὰ τὴ σχεδὸν ἑ­δραι­ω­μέ­νη ἀν­τί­λη­ψη ὅ­τι αὐ­τὸ γί­νε­ται κυ­ρί­ως ὑπὲρ τῶν κε­κοι­μη­μέ­νων.
Ἄ­σχε­τα πρὸς αὐ­τό, ἡ ἀ­ξί­α τῆς Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας εἶ­ναι τε­ρά­στια γιὰ ὅ­λους. Οἱ ψυ­χὲς τῶν κεκοιμημένων ἰδιαίτερα βο­η­θοῦν­ται τὰ μέ­γι­στα ἀ­πὸ τὴν τέ­λε­σή της. Ἄλ­λω­στε οἱ προ­σευ­χὲς (ἀ­το­μι­κὲς καὶ ἐκκλησιαστι­κὲς-τρισάγια, μνημόσυνα καὶ κυρίως ἡ Θεία Λει­τουρ­γί­α) μαζὶ μὲ τὶς ἐ­λε­η­μο­σύ­νες, εἶ­ναι τὰ μοναδικά, ἀλ­λὰ καὶ σπου­δαι­ό­τα­τα πράγ­μα­τα ποὺ μπο­ροῦ­με νὰ κά­νου­με γιὰ τοὺς κε­κοι­μη­μέ­νους μας. Εἶναι οἱ «ἀποσκευές» τους ποὺ φροντίζουμε ὁπωσδήποτε νὰ τὶς στείλουμε ξοπίσω τους, ἀφότου ἐκεῖνοι ἔχουν φύγει. Αλλιῶς θὰ μᾶς κατηγορήσουν κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία πὼς τοὺς ἀμελήσαμε (ἅγ. Ἰω. ὁ Χρυσόστομος).  
(Σημ. γιὰ τοὺς ἐνορίτες μας. Στὴν ἐ­νο­ρί­α μας δι­α­τη­ροῦ­με ἀρ­χεῖ­ο μὲ τὰ ὀ­νό­μα­τα ποὺ μνη­μο­νεύ­ου­με στὸ σα­ραν­τα­λεί­τουρ­γο, γραμ­μέ­να σὲ εἰ­δι­κὸ ἔν­τυ­πο μὲ δύ­ο στῆ­λες, μί­α γιὰ τοὺς ζῶν­τες καὶ μί­α γιὰ τοὺς κε­κοι­μη­μέ­νους. Πά­νω στὸ ἔν­τυ­πο αὐ­τὸ πρέ­πει νὰ ἀναγρά­φε­τε ὁ­πωσ­δή­πο­τε τὸ ἐ­πώ­νυ­μο τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς σας, γιὰ τὴν ἀλ­φα­βη­τι­κὴ τα­ξι­νό­μη­ση καὶ τὴν εὔ­κο­λη ἀ­νεύ­ρε­σή του. Μπο­ρεῖ­τε νὰ ζη­τᾶ­τε ὁ­ποι­α­δή­πο­τε στιγ­μὴ τὸ ἔν­τυ­πο ποὺ ἔ­χε­τε συμ­πλη­ρώ­σει, γιὰ νὰ ση­μει­ώ­νε­τε τυ­χὸν ἀλ­λα­γὲς ἀ­πὸ γεν­νή­σεις καὶ θα­νά­τους ἢ γιὰ προ­σθῆ­κες ὀ­νο­μά­των γνω­στῶν καὶ φί­λων σας).
Τὸ σα­ραν­τα­λεί­τουρ­γο, ὅ­πως καὶ κά­θε ἄλ­λη ἱ­ε­ρο­πρα­ξί­α, τε­λεῖ­ται δω­ρε­άν. Δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ προ­σφέ­ρε­τε χρή­μα­τα. Χρει­ά­ζε­ται ὅ­μως ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἡ προ­σω­πι­κή συμ­με­το­χή σας σ’ αὐ­τό. Ἡ Θεί­α Λει­τουρ­γί­α δὲν γίνεται μὲ τὸν πα­πά μονάχα. Εἶ­ναι ἔρ­γο τοῦ λα­οῦ (λεῖ­τος [=λα­ὸς] + ἔργο), δηλαδὴ ὅ­λων μας. Δὲν ἀρ­κεῖ νὰ «δι­α­βά­ζει» μόνος ὁ πα­πὰς τὰ «γράμ­μα­τα» καὶ τὸ χαρ­τά­κι μὲ τὰ ὀ­νό­μα­τα γιὰ νὰ λυ­θοῦν μα­γι­κὰ τὰ προ­βλή­μα­τά μας. Χρει­ά­ζε­ται
α) καὶ νὰ εἴ­μα­στε πα­ρόν­τες στὴν κοι­νὴ προ­σευ­χή, ἀλ­λὰ
β) καὶ νὰ προ­σπα­θοῦ­με νὰ δι­ορ­θώ­νου­με τὴ ζω­ή μας κα­τὰ τὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ. Χω­ρὶς τὸν ἀ­γώ­να αυ­τὸν μάταια πα­σχί­ζου­με. Δὲν ἀγοράζονται ὅλα μὲ τὰ λεφτά.  Δὲν χτί­ζουν σχέ­ση μὲ τὸν Θε­ό. Χωρὶς αλλαγὴ ζωῆς (μετάνοια), δὲν ἔχουν πέραση πουθενά. Καὶ εὐτυχῶς δηλαδή, γιατὶ ἀλλιῶς, ὁ Παράδεισος θά ’ταν μόνο γιὰ τοὺς πλούσιους (ποὺ θὰ μπορούσαν νὰ τὸν ἀγοράσουν μὲ λεφτά).
Ἡ Θεί­α Λει­τουρ­γί­α λοιπὸν δὲν ἐ­νερ­γεῖ πο­τὲ μὲ τρό­πο μα­γι­κό. Ἀν­τι­θέ­τως!
Ἐκ­κλη­σι­α­ζό­μα­στε ὅ­λοι ἀ­πο­λύ­τως συ­νει­δη­τὰ καὶ συμ­προ­σευ­χό­μα­στε μὲ τὸν ἱ­ε­ρέ­α σὰν μιὰ οἰ­κο­γέ­νεια, σὰν μέ­λη τοῦ ἑ­νὸς Σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ. Φρον­τί­ζου­με ὅ­λοι γιὰ ὅ­λους, ὄ­χι μό­νο γιὰ τοὺς δι­κούς μας. Καὶ ὅ­που ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε ἑ­νω­μέ­νοι καὶ ἀ­γα­πη­μέ­νοι, χω­ρὶς καμ­μιὰ ἔ­χθρα με­τα­ξύ μας, ἐ­κεῖ πα­ρευ­ρί­σκε­ται ἀοράτως καὶ ὁ Θε­ός μας, πλημ­μυ­ρί­ζον­τάς μας μὲ τὴν εὐ­λο­γί­α καὶ τὴ Χά­ρη του.
ΚΑΛΟ ΣΑΡΑΝΤΑΗΜΕΡΟ - ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!
Σαρανταήμερο 2014


Ἀ ν τ ι ύ λ η
Ἱ. Ναὸς Ἁγ. Βασιλείου, 481 00 Πρέβεζα
Τηλ. 26820-25861/23075/697-280.9268

Διαδίδω τὴν «Ἀ ν τ ι ύ λ η»
Ἐ­κτυ­πώνω/προ­ω­θῶ σὲ φι­λι­κά μου e-mails

Eθνική Αντίσταση Η συμβολή του κλήρου, Αρχιμ Επιφάνιος Χατζηγιάγκου 22 11 2015


Στον εισοδηματία που γράφει πως εξασφάλισε τον εαυτό του και τους οικείους του. (Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς) - Rrogëtarit që shkruan se siguroi veten e tij si dhe të afërmit e tij. (Shën Nikolla Velimiroviç).

Στον εισοδηματία που γράφει πως εξασφάλισε τον εαυτό του και τους οικείους του. (Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς)

Φοβᾶμαι γιά σᾶς. Μοῦ γράφετε πώς ἐξασφαλίσατε τόν ἑαυτό σας καί τά παιδιά σας τόσο σταθερά, ὥστε τώρα μπορεῖτε νά ζήσετε χωρίς ἀνησυχία. Ἡ ἀσφάλειά σας, φαίνεται, ἔδιωξε ἀπό τήν ψυχή σας τόν φόβο τοῦ Θεοῦ. Μέ τί ἐξασφαλιστήκατε; Μέ τό χρῆμα; Μά δέν ἀκοῦτε αὐτές τίς μέρες, πώς ἡ ξαφνική πτώση τῶν τραπεζῶν σέ μία νύχτα κάνει τούς ἐκατομμυριούχους ζητιάνους καί, τό χειρότερο, αὐτόχειρες; Μέ τά σπίτια καί τά μαγαζιά; Μά δέν διαβάζετε περί τῶν ἐπαναλαμβανόμενων σεισμῶν, πού σ’ ἕνα λεπτό γκρεμίζουν τίς πόλεις σέ σωρό χαλάσματα; Ἀγοράσατε τούς ἀγρούς καί τούς κήπους φρούτων; Μά ξεχάσατε τίς πρόσφατες ξηρασίες, καί τίς πλημμύρες, καί τά σύννεφα ἀπό τίς ἀκρίδες; Ἐάν διαβάζατε τό Εὐαγγέλιο, θά εἴχατε ἐμπεδώσει τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ: «Ἡ ἀπάτη τοῦ πλούτου» (Ματθ. 13, 22). Μέ παραξενεύει, πῶς ἀκριβῶς αὐτές τίς μέρες, ὅταν ὁ θυμός τοῦ Θεοῦ σπάει κάθε γήινη ἀσπίδα, μέ τήν ὁποία οἱ ἄνθρωποι θέλουν νά προστατέψουν τόν ἑαυτό τους ἐκτός ἀπό τήν πίστη σ’ Ἐκεῖνον, τόν Παντοδύναμο, ἐσεῖς θεωρεῖστε προστατευμένος μέ τόσο τιποτένια ἀσπίδα σάν τόν πλοῦτο. Καί μοῦ θυμίζετε πολύ τούς Κινέζους, οἱ ὁποῖοι σ’ ἕναν πόλεμο μέ τούς Ἰάπωνες τεντώνανε τίς ὀμπρέλες πάνω ἀπό τά κεφάλια τους, γιά νά προστατευτοῦν ἀπό τά ἐχθρικά πολυβόλα.

Μαζί μ’ αὐτήν τήν ἀσφάλεια, πού προέρχεται ἀπό τόν ἄξιο τιμωρίας πλοῦτο, ἐγώ διαισθάνομαι καί ἄλλο κακό σέ σᾶς, δηλαδή, ὅτι ὁ πλοῦτος σας προέρχεται ἀπό τήν ἀδικία. Τοῦτο σημαίνει νά τρῶς ψωμί μέ τά σκουλήκια. Θά δηλητηριάσετε τόν ἑαυτό σας καί τά παιδιά σας. Ἀκοῦστε τί λέει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος: «Ὅποιοι πλουτίζουν μέ τήν ἀδικία εἶναι πιό κακόμοιροι ἀπό τούς ζητιάνους· εἶναι καλύτερο νά ζητιανεύεις παρά νά ἁρπάζεις». Ἡ Βιβλική ἱστορία περί τοῦ Ἰώβ μᾶς μαρτυρεῖ πώς ὁ δίκαιος ἄνθρωπος μπορεῖ σέ μία μέρα νά χάσει ὅλο τό γήινο πλοῦτο, πόσο μᾶλλον ὁ ἄδικος. Σέ μία μέρα ὁ δίκαιος Ἰώβ ἔχασε ὅλη τήν περιουσία του, μαζί μ’ αὐτό ἀκόμα καί τούς γιούς καί τίς κόρες του. Ἔχασε ἔπειτα καί τήν ὑγεία καί σάν ζητιάνος, ὁλόκληρος μέσα στίς πληγές, ξάπλωσε στό χῶμα καί ἄρχισε νά θρηνεῖ. Ἄραγε δέν φοβάστε ὅτι καί σ’ ἐσᾶς αὐτό μπορεῖ νά συμβεῖ; Στήν κακομοιριά του καί τήν ἀρρώστια ὁ εὐσεβής Ἰώβ ὑπερασπιζόταν τήν ψυχή του ἀπό τήν ἀπελπισία μέ τή δυνατή πίστη στόν Θεό. Ἐσεῖς μέ τί θά τήν ὑπερασπισθεῖτε; Καί τί θά μπορέσει νά σᾶς συγκρατήσει νά μήν αὐτοκτονήσετε; Δηλαδή στήν ὑλική κατάρρευση νά μήν προσθέσετε καί τήν κατάρρευση τῆς ψυχῆς; Στήν Ἁγία Γραφή τοῦ Θεοῦ γράφει ὅτι ὅποιος ἀγαπᾶ τήν ἀδικία μισεῖ τήν ψυχή του. Στή μοναξιά, στίς ἤσυχες νυχτερινές ὧρες, μιλῆστε μέ τή συνείδησή σας, ἐάν ὄντως ἀγαπᾶτε περισσότερο τήν ἀδικία ἤ τήν ψυχή σας.

Γρηγορεῖτε καί νά πλουτίζετε ἐν Θεῷ, κατά τόν λόγο τοῦ Σωτήρα. Καί νά πλουτίζετε ἐν Θεῷ σημαίνει νά πλουτίζετε μ’ ἐκεῖνον τόν πλοῦτο τόν ὁποῖο ἀγαπᾶ ὁ Θεός καί ποτέ δέν θά ἐγκαταλείψει τόν ἄνθρωπο. Τοῦτος εἶναι ὁ πλοῦτος τῆς πίστης καί τῆς ἐμπιστοσύνης στόν Θεό, ὁ πλοῦτος τοῦ ἐλέους καί τῆς συμπόνιας, τῆς ἀλήθειας καί τῆς φιλαδελφίας. Μέ τούτη τήν ἀσπίδα θά προστατέψετε τή ζωή σας καί τή ζωή τῶν παιδιῶν σας ἀσφαλέστερα παρά μ’ ἕνα ὁλόκληρο γήινο βασίλειο, ἀκόμα καί ἄν ἐκτείνεται ἀπό τήν ἀνατολή τοῦ ἡλίου μέχρι τή δύση.

Ὁ Θεός νά σᾶς φωτίσει καί εὐλογήσει

Από το βιβλίο “Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται…” του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, σελ 200-201
Rrogëtarit që shkruan se siguroi veten e tij si dhe të afërmit e tij. (Shën Nikolla Velimiroviç).


Kam frikë për ju. Më shkurani se siguruat veten tuaj dhe fëmijët tuaj kaq me siguri, sa tani mund të jetoni pa preokupime. Siguria juaj, duket, largoi nga shpirti juaj frikën e Perëndisë. Me çfarë u siguruat? Me para? Nuk dëgjoni këto ditë, se rrënia e papritur e bankave, brenda një nate, bën milionerët lypës dhe më e keqja i çon në vetëvrasje? Me shtëpi apo dyqane? Nuk keni lexuar për tërmetet e përsëritura, që në një minutë shkatërrojnë qytetet dhe i kthejnë në një grumbull gërmadhash? Bletë toka dhe kopshte frutash? Harruat thatësirat e kohëve të fundit, dhe përmbytjet  si dhe rretë me karkalecë? Nëse lexuat Ungjillin, do të kishit kuptuar fjalën e Krishtit: “Mashtrimi i pasurisë” (Mattheut, 13,22).  Më çudit , se si pikërisht në këto ditë, kur indinjimi i Zotit thyen çdo mburrojë tokësore, me të cilën njerëzit duan të mbrojnë veten e tyre, përveç besimit të tyre tek Ai, të Gjithëpushtetëshmin,  ju konsideroheni të mbrojtur me një mburrojë kaq të pavlerë si pasuria. Më kujtoni  shumë Kinezët, të cilët në një luftë me Japonezët hapnin umbrellat e tyre mbi kokë që të mbroheshin nga mitralozët.

Bashkë me këtë siguri që vjen nga pasuria që  është e denjë që të ndëshkohet, unë ndjej diçka tjetër të keqe për ju, dmth, që pasuria juaj vjen nga padrejtësia. Kjo do të thotë të hash bukë me krimba.
Do të helmoni veten tuaj dhe fëmijët  tuaj. Dëgjoni se çfarë thotë Shën Joan Gojarti: “Ata që pasurohen me padrejtësinë janë më të fatkeqë se lypësit, është më mirë të lypësh se sa të rrëmbesh”.


Historia biblike e Jovit, na dëshmon se njeriu i drejtë mundet në një ditë , të humbsë të gjithë pasurinë e tij, bashkë me të, fëmijët bijtë dhe bijat e tij. Humbi më pas dhe shëndetin dhe si lypës, i gjithi në plagë, u shtri  përdhe dhe filloi të vajtojë. Vallë nuk keni frikë që dhe tek ju kjo mund të ndodhë? Çfarë do të mundet t’iu mbajë larg nga vetëvrasja ? Dmth në rrënimin tuaj materiale të mos shtoni dhe rrënimin shpirtëror? Në Shkrimin e Shenjtë, të Zotit, shkruanse ai i cili do padretjësinë, urren shpritin e tij. Në vetmi, gjatë orëve të qeta të natës, flisni me koshiencën tuaj, nëse me të vërtetë doni më tepër padrejtësinë apo shpritin tuaj.

Nxitoni dhe pasurohuni më Zotin, sipas fjalës së Shpëtimtarit. Të pasuroheni më Zotin do të thotë të pasuroheni me atë pasuri të cilën Zoti e do dhe kurrë nuk do ta braktisë njeriun. Kjo është pasuria e besës dhe e besimit ndaj Zotit, pasuria e mëshirës dhe dhembshurisë, e së vërtetës dhe dashurisë vëllazërore. Me këtë mburojë do të mbroni jetën tuaj dhe jetën e fëmijëve tuaj, më me siguri se sa me një mbretëri të tërë tokësore, akoma dhe sikur ajo të shtrihej nga lindja në perëndim.

Zoti t’iu bekojë dhe t’iu ndriçojë.

Nga libri “Rrugë pa Perëndi nuk durohet...”
Shën Nikolla Velimiroviç, fq 200-201.