Σελίδες

Δεν θέλει βραβεία για την θυσία της η ελληνίδα μάνα και γιαγιά!!!

Ένα πρωί στο Ιατρικό Κέντρο! Μια από τις καλύτερες καλημέρες, που άκουσα και είδα. Μια μέρα που δεν πήγε στραβά, όπως περίμενα. Ήταν μια μέρα απλοϊκή, όπως ο άνθρωπος, αληθινή, σαν μια ανθρώπινη ιστορία, που έμαθα τι σημαίνει ελπίζω για να ζω, και όχι ζω για να ελπίζω!
Μια γυναίκα περίμενε πριν από μένα έξω από το γραφείο του γιατρού. Μπορεί να ήταν μάνα, μπορεί θεία, σύζυγος ίσως, ή ακόμα και γιαγιά. Μπορεί και όλα. Είχε έρθει από τις 7 το πρωί για να «γράψει» φάρμακα.

Κάθισα δίπλα της σιωπηρά.
«Καλημέρα τι κάνεις;», είπε στην υπάλληλο που έτρεχε βιαστικά στους διαδρόμους. «Είμαι καλά αλλά κρυωμένη, δεν μπορώ να σου μιλήσω», ανταποκρίθηκε εκείνη με κομμένη βραχνή φωνή!

«Καλημέρα τι κάνεις;», είπε στην καθαρίστρια που μόλις εμφανίστηκε με τους κουβάδες της για φασίνα. «Είμαι καλά, αλλά δεν έχει συνέλθει ακόμα ο λαιμός μου. Μόλις πριν λίγο ξύπνησα. Μιλάμε μετά.», της απάντησε.

«Εσείς καλά;», μου είπε.

«Ναι, μια χαρά», της απάντησα.

«Ξέρεις εγώ μιλάω εύκολα απ' το πρωί. Με το που σηκώνομαι».

«Και εγώ το ίδιο», της είπα.

«Δούλευα εδώ 15 ολόκληρα χρόνια. Έχω πάρει σύνταξη τώρα. Ο άντρας μου είναι καρκινοπαθής, αλλά είναι καλά!»

«Τι λέτε; πάλι καλά!», της είπα.

«Έχω όμως τη μάνα μου και την πεθερά μου που φροντίζω στο σπίτι. Στο ένα δωμάτιο η μία, στο άλλο η άλλη. Την τελευταία φορά η πεθερά μου σπάστηκε και την έτρεχα στο νοσοκομείο. Τώρα είναι μια χαρά. Περδίκι! Της είπα δεν θα ξαναβάλει χαλάκι έξω από την πόρτα και θα αλλάζει τακτικά το λάστιχο από το μπαστούνι της. Δεν μπορώ άλλα τρεχάματα...Και στην μάνα μου είπα, να μη με φωνάζει συνέχεια για μικροπράγματα. Όταν ζωγραφίζω δεν θέλω κανέναν να με διακόπτει. Όλα κιόλα!»

«Ζωγραφίζετε; Τι καλά, μπράβο!», την ρώτησα.
Ήταν μια όμορφη καλοστεκούμενη μεσήλικη γυναίκα, και θα έδειχνε 10 χρόνια νεότερη αν είχε βάψει και περιποιηθεί περισσότερο τα μαλλιά, τα φρύδια και το πρόσωπό της.

Όσο εργαζόμουν στο ιατρικό κέντρο, παράλληλα πήγαινα σε σχολή και σπούδασα αγιογραφία. Τελείωσα τη σχολή και πήρα μαθήματα και στον Δήμο. Τώρα ζωγραφίζω τουλάχιστον δύο ώρες την ημέρα. Και είμαι μια χαρά! Πολλές παίρνουν χαπάκια για τα νεύρα, εγώ τίποτα. Δεν χρειάζεται έχω τη ζωγραφική! Αυτή είναι το φάρμακό μου! Να με βοηθήσει ο Θεός, δεν θέλω ποτέ να φέρω σε δύσκολη θέση τα παιδιά μου. Να με σηκώνουν, να με φροντίζουν, να τους γίνω βάρος! Να με βάλουν σ' ένα γηροκομείο τους είπα, και να πάρω μαζί και τα πινέλα μου, να ζωγραφίζω. Αυτό θέλω. Να έρχονται, αν θέλουν να με παίρνουν την Κυριακή να τους βλέπω. Είπα στα παιδιά μου όταν πεθάνω να με θάψουν με τα πινέλα μου!

Ένιωσα δέος και ανατριχίλα...για τη σκέψη, τη δύναμη, τον γνήσιο αλτρουισμό της φαινομενικά απλοϊκής κυρίας!

«Μαγειρεύω κάθε μέρα και για όλους μας, αλλά και για τα εγγόνια μου κάποιες φορές όταν γυρνάν απ΄ το σχολείο, ή για το μαγαζί - το καφενείο - που έχουμε, κάνω κάνα μεζεδάκι.»

«Καλά και πότε ζωγραφίζετε;»

«Πρωί - πρωί με την αυγούλα, μόλις σηκωθώ, μια ώρα και άλλη μια το βράδυ. Ο κόσμος να χαλάσει, δεν θα περάσει μέρα να μη ζωγραφίσω. Τώρα φτιάχνω ένα τέμπλο για ένα εκκλησάκι στην Αλεξανδρούπολη.»

«Και πληρώνεστε γι αυτό;»

«Και βέβαια, όπου να'ναι το τελειώνω και θα πρέπει να βρω τρόπο να το στείλω».

«Δεν θα έρθουν να δουν πρώτα, αν είναι καλό;»

«Όχι δεν χρειάζεται την ξέρουν τη δουλειά μου!»

Εκείνη την ημέρα, είδα κατάματα, κάθισα δίπλα στη γυναίκα, τη μάνα, τη γιαγιά της διπλανής πόρτας, της διπλανής γειτονιάς, του χωριού ή πόλης της Ελλάδας. Είδα τη μορφή της αγωνιζόμενης ελληνίδας, της γυναίκας, που δεν χρειάζεται όνομα για να μνημονευτεί, φωτογραφία για να διακριθεί.
Δεν της έδωσαν ένσημα ούτε παράσημα για να κολλήσει, για να είναι μπροστά σε κάθε κάλεσμα για αγάπη, στήριξη, συμπαράσταση ή βοήθεια.
"Δεν περιμένει η ελληνίδα μάνα, γυναίκα και γιαγιά, κανένα Νόμπελ ανθρωπιάς για τη ψυχή που δίνει. Είναι δικές της όλες οι μέρες, οι μνήμες και τα χρόνια."
Μπορεί η μέρα της να μην είναι πάντα άσπρη! Είναι όμως κάθε μέρα, μέρα καλή και πολύχρωμη! Τη ζωγραφίζει όπως αυτή θέλει. Με τα δικά της πινέλα. Αυτά της φροντίδας και της ανθρωπιάς, που μένουν ανεξίτηλα στο χρόνο.

Η αγάπη και η ανθρωπιά δεν πληρώνεται ούτε ξεπληρώνεται.

Δεν θέλει βραβεία η ψυχή για να ζήσει.

Πηγή

Λόγος Αρχιεπισκόπου Αναστασίου 07 02 2016 - Fjala e Kryepiskopit Anastas Tiranë 07 02 2016

anastasios cnn greece7

«Απλώς ξεροκατάπια. Είναι κι αυτό μια πράξη αντίστασης»

Οι Χριστιανοί, οι Ορθόδοξοι δεν είναι κότες, γι’ αυτό σ’ όλους τους αγώνες του Έθνους για ελευθερία ήταν στην πρώτη γραμμή. (Δέχεσαι προσβολές και ειρωνείες από τους ψευτοπροοδευτικούς του τύπου είσαι φασίστας, σκοταδιστής και λοιπά. Αν απαντήσεις δυναμικά ακούς την γνωστή επωδό: «Και το παίζεις και χριστιανός». «Αν δεν ήμουν δεν θα έμενα στα λόγια, θα σου είχα σπάσει το κεφάλι», όπως απάντησε σε ανάλογη περίπτωση, ευφυώς, αγαπητός φίλος και αδελφός)
Δημ. Νάτσιος, Δάσκαλος–Κιλκὶς
Θέτω στους αναγνώστες τον εξής προβληματισμό: Είσαι Έλληνας και πηγαίνεις μετανάστης, και όχι λαθρομετανάστης, ας πούμε στην Σουηδία. Βρίσκεις δουλειά και γνωρίζεις μια κοπέλα, ντόπια, ιθαγενή, και βγαίνεις μαζί της. Ένα βράδυ κάθεσαι σ’ ένα «μπαρ» με το κορίτσι. Κάποια στιγμή παρουσιάζεται ένας μεγαλόσωμος Σουηδός, ορμά στο τραπέζι σου πιάνει «με μεγάλη οικειότητα» τον ώμο του κοριτσιού και σε δείχνει με αποτροπιασμό λέγοντάς της: «Αυτό εδώ πού το βρήκες;».
Ερωτώ: Πώς θα αντιδρούσε ένας αξιοπρεπής, ένας σωστός και πραγματικός άντρας; Ή, αν ήταν αψύς και οξύθυμος, θα άρχιζε στις σφαλιάρες και τις κλοτσιές τον βλαμμένο και αγενή Σουηδό, ή μετά από ένα λαμπρό… ξεχεστήριο, θα έφευγε και κοιτούσε την δουλειά του. Υπάρχει και φιλότιμο να πάρει η ευχή.  
Εξηγώ την προαναφερόμενη ιστορία για τον διαπληκτισμό στο... «μπαρ».
Κάποιος γονέας, οργισμένος, με παρέπεμψε σε κείμενο, το οποίο φιλοξενείται στο «Τετράδιο Εργασιών» της Νεοελληνικής Γλώσσας της Β’ Γυμνασίου (σελ. 26), με τίτλο «...Γιατί ήμουν ξένος».
Παραθέτω το κείμενο ως έχει, για να μπορέσουμε να συνεννοηθούμε.
 «Δεν ξεχνώ ένα επεισόδιο από τα πρώτα χρόνια στη Σουηδία. Μόλις είχα συναντήσει την κοπέλα, της οποίας θα γινόμουν σύζυγος, όπως αποδείχθηκε, κι ένα όμορφο καλοκαιρινό βράδυ καθόμασταν σ’ ένα μπαρ προσπαθώντας να προσανατολιστούμε ο ένας στα χωρικά ύδατα του άλλου. Εκείνη πήρε ένα ποτήρι άσπρο κρασί, εγώ μία μπίρα.
Τότε παρουσιάζεται ένας άντρας της ηλικίας μου, ανάμεσα είκοσι πέντε και τριάντα, στέκεται στο τραπέζι μας και με μεγάλη οικειότητα την πιάνει από τον ώμο, μετά δείχνει εμένα και τη ρωτάει: “Αυτό εδώ πού το βρήκες;”.
Εκείνη κοκκίνισε, προσπάθησε να ξεπεράσει την αμηχανία της μ’ ένα γελάκι. Εγώ δεν είπα τίποτα. Τότε ζύγιζα πενήντα έξι κιλά κι εκείνος σίγουρα πάνω από ογδόντα. Απλώς ξεροκατάπια. Είναι κι αυτό μία πράξη αντίστασης.
Ύστερα από λίγο φύγαμε. Τη ρώτησα αν τον γνώριζε και η απάντηση με αιφνιδίασε. Όχι. Ιδέα δεν είχε ποιός ήταν.
Τι σημασία είχαν τέτοιες ή παρόμοιες σκηνές; Τι σήμαινε για κείνη να διαλέξει έναν άντρα, που όλοι, απολύτως όλοι, μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να τον αμφισβητήσουν; Γονείς κι αδέλφια, φίλοι και φίλες, γνωστοί και άγνωστοι. Πόση δύναμη έχει ξοδέψει για να υπερασπιστεί την εκλογή της; Πόσες φορές αμφέβαλλε αν έκανε σωστά, αν άξιζε τον κόπο; Όχι γιατί ήμουν εγώ, αλλά γιατί ήμουν ξένος». ( Tι ωραίο κείμενο για παιδιά! Ιστορίες για …μπαρόβιους. Εύγε στα σαϊνια του υπουργείου που το ανακάλυψαν).
 Έχω ακούσει πολλούς τα τελευταία χρόνια να διαμαρτύρονται, να οδύρονται μάλλον, διότι έλλειψε το αντιστασιακό ήθος του λαού μας, η λεβεντιά. Είναι υπερβολικοί! Μπορεί να μην βλέπουμε γύρω μας πράξεις αντίστασης, να είναι οι περισσότεροι «απραγέστεροι των βατράχων και αφωνότεροι των ιχθύων», αλλά καμμιά ανησυχία δεν πρέπει να μας κατέχει. Τα σχολικά βιβλία ετοιμάζουν την νέα γενιά των Καραϊσκάκηδων, των ατρόμητων και άφοβων αντιστασιακών του μέλλοντος. Ιδού, λοιπόν, η νέα μορφή αντίστασης, την οποία, αν είχαν ανακαλύψει οι πρόγονοί μας, θα αποφεύγαμε ποταμούς αιμάτων και θυσιών!
Όταν φτύνουν κατάμουτρα την αξιοπρέπειά σου, τον ανδρισμό σου (τώρα θα θιχτούν οι... «συμφωνημένες»), όταν σε ποδοπατούν σαν ελεεινό σκουλήκι και σε εξευτελίζουν, αντιδράς, κατά το σχολικό βιβλίο, με την εξής απροσμέτρητη ηρωϊκή πράξη: ξεροκαταπίνεις, βάζεις την ουρά στα σκέλια και φεύγεις κατησχυμμένος. (Θα την ονομάζαμε και μνημονιακή αντίδραση).
Διαβάζουμε στο κείμενο ότι το δειλό και ευτελές αυτό ανθρωπάριο-ο κιοτής, ο καντιποτένιος για να χρησιμοποιήσω γλώσσα του Εικοσιένα-κατάπιε την προσβολή  του Σουηδού, γιατί σκέφτηκε ότι ζύγιζε 56 κιλά κρέας. Ο Καραϊσκάκης δεν ζύγιζε παραπάνω. Ισχνός, ασθενής - τα παλληκάρια του πολλές φορές τον κουβαλούσαν στις μάχες για να τους ορμηνεύει, ξαπλωμένο σ’ ένα πρόχειρο φορείο, σε ξυλοκρέβατο - όμως «ήτο το φόβητρον των Τούρκων και των Ελλήνων το περιτείχισμα» (Περραιβός), ο ηρωικώς αθλήσας, «Αχιλλέας της Ρωμηοσύνης» κατά τον Παλαμά. (Είχε κι ένα γυναικείο παλιόβρακο, γράφει ο Φωτιάδης, με τ’ όνομα «το βρακί της Κατερίνας» που το φορούσε στους χέστηδες. Αλίμονο σ’ όποιον δείλιαζε. Ντροπιαζόταν όλη η οικογένειά του).
Μικρόσωμος ήταν και ο Κολοκοτρώνης, αλλά κι αυτός φόβος και τρόμος των Τούρκων. Πήγε κάποτε κάποιος να δει από κοντά τον φοβερό πολέμαρχο. Περίμενε να δει κανένα θεριό, κάποιον γίγαντα. Μόλις τον είδε, είπε απορών: «αυτός είναι ο Κολοκοτρώνης;». Και είπε ο θυμόσοφος Γέρος του Μοριά το εξής νόστιμο: «Καλύτερα να μας ακούν, παρά να μας βλέπουν».
Όσο για το ξυλοκόπημα παραπέμπω σ’ έναν άλλο απροσκύνητο λιοντάρι της Επανάστασης, τον Μακρυγιάννη, που συνήθιζε να δέρνει ανηλεώς κάτι απολειφάδια της κακιάς ώρας.
Διαβάζω στα απομνημονεύματά του και αγαλλιώ:
«Αφού είμουνα εις την Αρκαδιά, άκουγα τον πρόβοδον των Αράπηδων, ντρεπόμουν να καθήσω με τις γυναίκες, με τρακόσιους άντρες διαλεχτούς οπούχα. Το λέγω του διοικητή της Αρκαδιάς, να του αφήσω έναν αξιωματικόν με πενήντα ανθρώπους και να πάγω με τους άλλους εις την ανάγκη της πατρίδας. Μ’ αποκρίνεται: “Δεν έχεις να πας πουθενά, ότι εγώ είμαι από κείνους που κατεβάζω κι ανεβάζω στρατηγούς”. Είταν ένας μπαρμπέρης, φίλος του αρχηγού Κολοκοτρώνη και του Πρωτοσύγκελου κι αλλουνών. Εγώ ‘λεγα να πάγω να σκοτωθώ με τους οχτρούς, αυτός γύρευε να μου γκρεμίσει τον βαθμό μου. Του μίλησα δι’ αυτό, του κακοφάνη. Είπε ενού ανηψιού του, οπούχε εις το ψωμί και γεμεκλίκια και μας τάκοψε. Πήγα και τον έπιασα και τόδωσα ένα ξύλο διά πεθαμόν, κι αν δεν πήδαγε από το παλεθύρι κάτου ο διοικητής, δεν ξέρω αν έμενε ζωντανός».
Το διαβάζεις και σου έρχεται να φωνάξεις: Δώσ’ του κι άλλη μια, για μας, του κοπρίτη....
Ο Μακρυγιάννης ήταν γνήσιος και βαθύτατα ορθόδοξος, «η ανδρεία του, η τόσο επιβλητική λεβεντιά του, η μέχρις αυτοθυσίας αγάπη του για την πατρίδα, την θρησκεία, την ηθική και την δικαιοσύνη, επήγαζαν και ενισχύονταν από την ζωντανή πίστη του στην πρόνοια του Θεού και από τις συχνές προσευχές του», γράφει ο μακαριστός Γέροντας Θεόκλητος ο Διονυσιάτης στο βιβλίο του για τον Μακρυγιάννη. (εκδ. «Ο Άθωνας», σελ. 10). Όμως όταν χρειαζόταν το ξυλοκόπημα, το έριχνε και «διά πεθαμόν» μάλιστα.
Οι Χριστιανοί, οι Ορθόδοξοι δεν είναι κότες, γι’ αυτό σ’ όλους τους αγώνες του Έθνους για ελευθερία ήταν στην πρώτη γραμμή. (Δέχεσαι προσβολές και ειρωνείες από τους ψευτοπροοδευτικούς του τύπου είσαι φασίστας, σκοταδιστής και λοιπά. Αν απαντήσεις δυναμικά ακούς την γνωστή επωδό: «Και το παίζεις και χριστιανός». «Αν δεν ήμουν δεν θα έμενα στα λόγια, θα σου είχα σπάσει το κεφάλι», όπως απάντησε σε ανάλογη περίπτωση, ευφυώς, αγαπητός φίλος και αδελφός).
Στο κείμενο του σχολικού βιβλίου, ο λαγόκαρδος Γραικύλος, ξεροκατάπιε από φόβο και αυτό ήταν «πράξη αντίστασης». Αυτό είναι το είδος αντίστασης που διδάσκει το υπουργείο παιδείας, διότι «έκαστος κρίνει τα πράγματα κατά το ίδιον νόσημα». Όταν σε κυβερνούν, εδώ και δεκαετίες, δουλοπρεπείς και υποταγμένοι στους ξένους Νενέκοι, τι περιμένεις;
Πηγή