Σελίδες

Συνδρομή της Ελλάδας στην Αλβανία λόγω καταστροφικών πλημμυρών - Kontribut i Greqisë në ndihmë të Shqipërisë për shkak të përmbytjeve shkatërruese.



Η Ελλάδα συνδράμει μέσω της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας την Αλβανία με είδη πρώτης ανάγκης (5 γεννήτριες 2.5 kVa, 1.500 αδιάβροχα, 100 ζευγάρια γαλότσες), μετά τα έντονα πλημμυρικά φαινόμενα που εκδηλώθηκαν στις κεντρικές και τις νότιες περιοχές της χώρας από την 1η έως τις 3 Δεκεμβρίου 2017, τα οποία προκάλεσαν εκτεταμένες υλικές ζημιές.
Ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Πολιτικής Προστασίας (Emergency Response Coordination Centre - ERCC) ενεργοποιήθηκε κατόπιν αιτήματος της Αλβανίας, καθώς η χώρα αντιμετωπίζει ελλείψεις κυρίως σε υλικά κατασκευής γεφυρών, λοιπό εξοπλισμό έκτακτης ανάγκης (π.χ. γεννήτριες, φακούς, αντλίες νερού), είδη πρώτης ανάγκης (π.χ. κυτία πρώτων βοηθειών, υπνόσακους, αντίσκηνα, σωσίβια) και τρόφιμα (π.χ. ξηρά και συσκευασμένη τροφή, βρεφικές τροφές και πάνες). Μέσω του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού, εκτός από την Ελλάδα, αρωγή έχουν προσφέρει επίσης η Αυστρία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Σλοβακία και η Σλοβενία.
Επιπλέον, η Αλβανία έχει απευθύνει αίτημα για στήριξη στο Συντονιστικό Κέντρο για την Αντιμετώπιση Καταστροφών του ΝΑΤΟ (Euro-Atlantic Disaster Response Coordination Centre – EADRC). Σε διμερές επίπεδο συνδρομή έχουν ήδη προσφέρει η Βουλγαρία, το Κόσσοβο, το Μαυροβούνιο και η πΓΔΜ.
Greqia jep kontributin e saj nëpërmjet Sekretarisë së Përgjithëshme për Mbrojtjen Civile, me ndihma të nevoja parësore për të dëmtuarit në Shqipëri (5 gjeneratorë 2,5 kVa, 1500 veshje të padepërtueshme nga uji, 100 palë çizma), pas fenomeneve ekstreme metereologjike në zonat qëndrore dhe ato jugore të vendit në datë 1 deri 3 dhjetor të 2017, të cilat shkakëtua dhe dëme ekstreme.

Mekanizmi Europian i Mbrojtjes Civile (Emergency Response Coordination Centre - ERCC) u aktivizua pas kërkesës së Shqipërisë , pasi vendi përballonte mungesa kryesisht në materiale të ndërtimit të urrave, mjete të tjera të nevojave imediate (psh gjeneratorë, bila, pompa uji) dhe mjete të nevojave parësore (psh mjete për gjumë në ambiente të jashtme, çadra, mjete shpëtimi etj) ushime (psh ushqimet të thata e të ambalazhuara , ushqime për foshnja dhe bebelina). Nëpërmjet qëndrës së Koordinimit Europian, pëveç Greqisë, ndihmuan dhe Austria, Franca, Italia, Sllovakia dhe Sllovenia. Për më tepër Shqipëria ka drejtuar kërkesë për mbështetje në Qëndrën e Koordinimit për përballimin e katastrofave natyrore të Natos. Në nivel dypalësh ka kontribuar Bullgaria, Kosoava, Mali i Zi, Fyrom, Serbia me 100.000 euro.

Η εργαλειοποίηση της μουσουλμανικής μειονότητας και ο τουρκικός εθνικισμός



Αθανάσιος ΓκότοβοςΚαθηγητής Παιδαγωγικής στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
Οι διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης και της ενδυνάμωσης του μειονοτικού εθνικισμού είναι κάτι σαν δίδυμες αδελφές. Οι ομοιότητες είναι πολλές και ενδιαφέρουσες, γιατί και οι δύο αυτές διαδικασίες βγαίνουν από την ίδια μήτρα: την αποδυνάμωση του εθνικού κράτους, ειδικά όταν το τελευταίο, πρώτον, δεν ανήκει σε εκείνα τα κράτη που διαμορφώνουν το περιεχόμενο και την ταχύτητα εξάπλωσης του παγκοσμιοποιητικού φαινομένου και, δεύτερον, είναι «πολυπολιτισμικό», όπως ονομάζεται σήμερα μια πολυεθνική, πολυγλωσσική και πολυθρησκευτική κοινωνία.
Όχι μόνο τα χρόνια που κυβερνά στην Τουρκία ο Ερντογάν, αλλά και δεκαετίες νωρίτερα, η τουρκική ελίτ επιχείρησε να παίξει το πολιτικό χαρτί της τουρκικής διασποράς στην Ευρώπη, προκειμένου να καταστεί «παράγοντας» στις πολιτικές διεργασίες ευρωπαϊκών κοινωνιών. Χαρακτηριστικά είναι τα πρόσφατα παραδείγματα εμπλοκής μελών του τουρκικού πολιτικού προσωπικού στις εθνικές εκλογές της Ολλανδίας, αλλά και της Γερμανίας, με ευθεία παρέμβαση της μητέρας-πατρίδας για το πώς πρέπει να ψηφίσουν Ολλανδοί και Γερμανοί πολίτες τουρκικής καταγωγής και (εθνοτικής) συνείδησης.
Ιδιαίτερα στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες δύο βαλκανικές χώρες με τουρκική (ή από την Τουρκία ως τουρκική λογιζόμενη) διασπορά, τη Βουλγαρία και την ΠΓΔΜ,η Άγκυρα αξιοποιεί εδώ και καιρό τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς, τους οποίους βαπτίζει συλλήβδην τουρκικούς, προκειμένου να γίνει μέσω αυτών ρυθμιστικός παράγοντας στην εγχώρια πολιτική σκηνή, και - ειδικά σε περιπτώσεις οριακής κυβερνητικής πλειοψηφίας – εγγυητής της πολιτικής σταθερότητας. Αυτό γίνεται με δύο τρόπους:είτε με τη δημιουργία αυτόνομων πολιτικών φορέων που διεκδικούν ρυθμιστικό ρόλο στην πολιτική σκηνή, είτε με την ανάδειξη βουλευτών σε κυβερνητικά σχήματα, οι οποίοι δυνητικά παίζουν ρόλο ρυθμιστή σε περιπτώσεις ισχνής κυβερνητικής πλειοψηφίας.
Η προσπάθεια της Τουρκίας να χρησιμοποιήσει την τουρκική διασπορά στην Ευρώπη ως μέσο άσκησης πολιτικής επιρροής, προσπάθεια που γίνεται με συστηματικό τρόπο μέσω της ενεργοποίησης πολλαπλών δικτύων και πόρων, κυρίως όμως μέσα από ένα εκτεταμένο δίκτυο θρησκευτικών λειτουργών σε ευρωπαϊκές χώρες, δεν έχει οδηγήσει μέχρι στιγμής σε ορατά, ευνοϊκά για την Τουρκία, αποτελέσματα. Μάλλον συμβαίνει το αντίθετο. Ιδιαίτερα οι ανοιχτές προκλήσεις του προέδρου Ερντογάν σε προεκλογικές συνάξεις της τουρκικής διασποράς, με τις οποίες τασσόταν με θέρμη υπέρ της ιδέας του «πολυπολιτισμού» (εννοείται, εκτός Τουρκίας…) και της αναγνώρισης των μειονοτικών δικαιωμάτων των Τούρκων στη Γερμανία, έχουν οδηγήσει σε μια συντηρητική στροφή μέσα στην ίδια τη γερμανική κοινωνία και στην αμφισβήτηση του μοντέλου του «πολυπολιτισμού», με την ίδια την καγκελάριο να τονίζει χαρακτηριστικά ότι η ιδέα αυτή είναι νεκρή(“Multikultiisttot..”).Στην Ελλάδα, όμως, το παιχνίδι της Τουρκίας, και ειδικά του σημερινού της προέδρου, φαίνεται να «βγαίνει». Αυτό οφείλεται λιγότερο στη δεξιότητα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής και περισσότερο στον αλλοπρόσαλλο χαρακτήρα της ελληνικής μειονοτικής πολιτικής, και μάλιστα διαχρονικά. Αρκούν μερικά παραδείγματα για να το πιστοποιήσουν.
Πρώτον, το σύνολο των μέτρων της ελληνικής μειονοτικής πολιτικής, και ιδιαίτερα της μειονοτικής πολιτικής στον τομέα της εκπαίδευσης, στηρίζεται πάνω σε σαθρά θεμέλια, και συγκεκριμένα πάνω στο ελληνοτουρκικό μορφωτικό πρωτόκολλο του 1968, έτσι όπως το είχαν διαμορφώσει οι διπλωμάτες και οι τεχνοκράτες του απριλιανού καθεστώτος.Ενώ, λοιπόν, η μεταπολίτευση ορίζεται εν γένει ως μια πολιτική κατάσταση που προέκυψε από την ανατροπή του κανονιστικού πλαισίου της δικτατορίας, το σύνολο της ελληνικής νομοθεσίας για τη μειονότητα από το 1974 και μετά, αλλά και το σύνολο των μέτρων για τη βελτίωση της εκπαίδευσης των μελών της μειονότητας δεν έχει αποστεί ούτε κατά κεραία από το περιεχόμενο και τις αρχές του (απριλιανού) «θεμελίου» της μειονοτικής εκπαιδευτικής πολιτικής, ανεξάρτητα από τον φερόμενο ως διαφορετικό ιδεολογικό προσανατολισμό των ελληνικών κυβερνήσεων και διοικήσεων.
Δεύτερον, ενώ επισήμως η ελληνική πολιτεία δεν αναγνωρίζει τουρκική μειονότητα στη Θράκη, αλλά την προσδιορίζει ως μουσουλμανική, εφαρμόζοντας και εξειδικεύοντας τις πρόνοιες του Πρωτοκόλλου του 1968, έχει ιδρύσει και συντηρεί μειονοτικά σχολεία στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση με δίγλωσσο πρόγραμμα και αμιγώς μουσουλμανικό μαθητικό πληθυσμό. Έχει καθιερώσει, επίσης, την τουρκική γλώσσα και τον τουρκικό πολιτισμό (μέσω των κειμένων των σχολικών βιβλίων) ως στοιχεία ταυτότητας του συνόλου των μειονοτικών μαθητών, αγνοώντας συνειδητά το γεγονός ότι οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί της Θράκης ανήκουν σε τρεις διακριτές κατηγορίες, τόσο από γλωσσικής, όσο και από εθνοπολιτισμικής πλευράς. Παρακάμπτοντας τη γλώσσα και την πολιτισμική ταυτότητα των Πομάκων και των Ρομά Μουσουλμάνων, η ελληνική νομοθεσία μένει πιστή στο πνεύμα και το γράμμα του Πρωτοκόλλου του 1968, ενώ την ίδια στιγμή ονομάζει καταχρηστικά την πολιτική αυτή «διαπολιτισμική εκπαίδευση»Κάνει δηλαδή επί της ουσίας, χωρίς όμως να το δηλώνει, αυτό που θα έκανε αν υπήρχε μια ενιαία εθνική (τουρκική) μειονότητα στη Θράκη και μια αντίστοιχη συμφωνία προστασίας των δικαιωμάτων της. Συμπεριφέρεται σαν να υπήρχε αναγνωρισμένη συμπαγής τουρκική μειονότητα, αλλά αρνείται να ονομάσει την μειονότητα αυτή τουρκική. Την ίδια στιγμή δεν τολμά να αναγνωρίσει την ύπαρξη διακριτής πομακικής και ρόμικης ταυτότητας στη Θράκη. Σε κανένα από τα σχολικά εγχειρίδια που διδάσκονται στα μειονοτικά σχολεία δεν υπάρχει έστω μία αράδα ή μία εικόνα που να υπαινίσσεται την ύπαρξη αυτών των δύο ταυτοτήτων.
Τρίτον, απέναντι στη συστηματική προσπάθεια του τουρκικού κράτους για τον προσεταιρισμό και την ενσωμάτωση του πομακικού και ρόμικου μουσουλμανικού πληθυσμού της Θράκης μέσα στη (εθνοτική) τουρκική ομάδα και τη δημιουργία μιας ενιαίας τουρκικής συνείδησης σε όλα τα μέλη της μειονότητας, η ελληνική πλευρά δεν έχει εκπονήσει κανένα επεξεργασμένο σχέδιο. Δρα αμυντικά μέσα από στρατηγικές «παροχών» και «θετικής διάκρισης», δηλ. θέσπισης μέτρων εξαίρεσης των μελών της μουσουλμανικής μειονότητας από υποχρεωτικές για τον λοιπό πληθυσμό διαδικασίες ελέγχου της πρόσβασης σε κοινωνικά αγαθά (π.χ. για ην εισαγωγή στα ΑΕΙ, για διορισμό στη δημόσια διοίκηση κ.α.).
Τέταρτον, απέναντι στα δίκτυα τουρκικής πολιτικής επιρροής στη Θράκη (κυρίως μέσω των εκεί τουρκικών διπλωματικών αποστολών, αλλά και των παράλληλων δομών του μουσουλμανικού κλήρου) η ελληνική πλευρά θεωρεί ότι είναι αρκετό, όργανα ειδικών υπηρεσιών να παρακολουθούν και να καταγράφουν διάφορες ύποπτες «κινήσεις» προσώπων και παραγόντων. Ανέχεται διαχρονικά το διπλό σύστημα ιερατικής εκπροσώπησης (επίσημοι μουφτήδες – ψευδομουφτήδες, επίσημοι ιμάμηδες – άτυποι ιμάμηδες) καθώς επίσης και τη χρήση των χώρων θρησκευτικής λατρείας για την προώθηση των ιδεών και των στόχων του τουρκικού κράτους στην ελληνική επικράτεια (κορανικά σχολεία).
Κάτω από τις συνθήκες αυτές, το παιχνίδι της τουρκικής ελίτ με την πολιτική εργαλειοποίηση της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη, προκειμένου να καθιερωθεί η Τουρκία ως «παράγων» που έχει λόγο στην ελληνική εσωτερική και εξωτερική πολιτική, είναι ιδιαίτερα εύκολο. Δεν υπάρχει Τούρκος ηγέτης, πολύ περισσότερο ο σημερινός πρόεδρος, που δεν θα έμπαινε στον πειρασμό να εκμεταλλευτεί το στρατηγικό πλεονέκτημα της χώρας του για την προώθηση της τουρκικής πολιτικής στη Θράκη. Οι συχνές δηλώσεις Ελλήνων αξιωματούχων ότι η Τουρκία οφείλει να σέβεται το διεθνές δίκαιο και να τηρεί τους κανόνες καλής γειτονίας, δεν είναι σε θέση να ανατρέψουν το στρατηγικό μειονέκτημα της Ελλάδας, ένα μειονέκτημα που δημιούργησαν διαχρονικά - και το κληροδοτούν στις επόμενες - οι ίδιες οι ελληνικές διοικήσεις με την αβελτηρία τους.

ΑΠΟΝΟΜΗ ΥΠΟΤΡΟΦΙΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΡΓΥΡΟΚΑΣΤΡΟΥ, ΧΟΡΗΓΙΑ ΤΗΣ ΠΡΕΣΒΕΩΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΑ ΤΙΡΑΝΑ ΚΥΡΙΑΣ ΕΛΕΝΗΣ ΣΟΥΡΑΝΗ.

ΑΠΟΝΟΜΗ ΥΠΟΤΡΟΦΙΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΡΓΥΡΟΚΑΣΤΡΟΥ, ΧΟΡΗΓΙΑ ΤΗΣ ΠΡΕΣΒΕΩΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΑ ΤΙΡΑΝΑ ΚΥΡΙΑΣ ΕΛΕΝΗΣ ΣΟΥΡΑΝΗ.
Μια σπουδαία τελετή, με ιδιαίτερο νόημα και συμβολισμό, οργανώθηκε σήμερα στην έδρα του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στο Αργυρόκαστρο. 
Ο Γενικός Πρόξενος, κύριος Βασίλειος Τόλιος, παρουσία του Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αργυροκάστρου κυρίου Μπεκτάσι Μέμα και των καθηγητών του Τμήματος Ελληνικής Γλώσσας, Λογοτεχνίας και Ελληνικού Πολιτισμού, παρέδωσε τις υποτροφίες σε 22 φοιτητές του Τμήματός μας. 
Οι υποτροφίες χορηγήθηκαν από την κυρία Πρέσβη της Ελλάδας στα Τίρανα Κυρία Ελένη Σουρανή, προς ενίσχυση των φοιτητών του Τμήματος. Οι υποτροφίες δόθηκαν με απόφαση επιτροπής των καθηγητών του Τμήματος έχοντας ως βάση δύο βασικά κριτήρια:- τη παρακολούθηση του μαθήματος από τους φοιτητές και τις επιδόσεις τους στις εξετάσεις.
Ο Γενικός Πρόξενος της Ελλάδας χαρακτήρισε την χειρονομία αυτή από μέρος της Κυρίας Πρέσβεως, δείγμα του αμέριστου ενδιαφέροντος των διπλωματικών αρχών της Ελλάδας, τόσο για το Τμήμα Ελληνικών Σπουδών όσο και για την ενίσχυση της συνεργασίας με το Πανεπιστήμιο Αργυροκάστρου και τα ελληνικά πανεπιστήμια. Επισήμανε ακόμα ότι τις δύσκολες προκλήσεις των καιρών μπορεί πιο εύκολα να ξεπεράσουμε στηριζόμενοι στη συμβολή των πανεπιστημίων και της νεολαίας των δύο χωρών. Ανέφερε επίσης, ότι η χορήγηση υποτροφιών στους φοιτητές του Τμήματος θα αποτελεί έναν θεσμό υπό συνεχή βελτίωση. 
Από τη δική του πλευρά ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αργυροκάστρου Κύριος Μπεκτάσι Μέμα χαρακτήρισε το γεγονός με ιδιαίτερο συμβολισμός και ως σημαντικό κίνητρο για την προσέλκυση περισσότερων φοιτητών στο Πανεπιστήμιο Αργυροκάστρου. Εξήρε το ρόλο του Τμήματος ελληνικών σπουδών στη γενικότερη δράση του Πανεπιστημίου και εξέφρασε την ετοιμότητά του, ως αρχή του Πανεπιστημίου, να καταβάλλει κάθε προσπάθεια για την διεύρυνση και υλοποίηση της συνεργασίας με τα ελληνικά πανεπιστήμια. Αναφέρθηκε με έμφαση στην αναγκαιότητα αναγνώρισης από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές του πτυχίου του Τμήματος και του Πανεπιστημίου, επισημαίνοντας την προθυμία και βούλησή του να κάνει ότι είναι δυνατόν προς επίτευξη του στόχου αυτού.
Εκ΄μέρους των φοιτητών η τριτοετής φοιτήτρια Κατερίνα Γκίκα, εξέφρασε τις ευχαριστίες της προς την Κυρία Πρέσβη της Ελλάδας στα Τίρανα για την χειρονομία αυτή υπογραμμίζοντας ότι αποτελεί ένα σημαντικό κίνητρο για την επιλογή από τους φοιτητές του Τμήματός μας, όπως επίσης και για καλύτερες επιδόσεις.