Σελίδες

Η Νηστεία- Μέγας Βασίλειος! - Kreshma- Shën Vasili i Madh!

 



Η Νηστεία

 

 

Πολύτιμο δώρο του Θεού είναι η νηστεία. Θεσμός πανάρχαιος, που διατηρήθηκε σαν πατρική κληρονομιά κι έφτασε μέχρι τις μέρες μας.

Δεχθείτε τη λοιπόν με χαρά. Δεχθείτε οι φτωχοί τη σύντροφό σας. Δεχθείτε οι υπηρέτες την ανάπαυσή σας. Δεχθείτε οι πλούσιοι αυτή που σας σώζει από τον κίνδυνο του κορεσμού και νοστιμίζει όσα η συνεχής απόλαυση ανοσταίνει.

Οι άρρωστοι δεχθείτε τη μητέρα της υγείας. Οι υγιείς την εξασφάλιση της ευεξίας. Ρωτήστε τους γιατρούς, και θα σας πουν πως τίποτα δεν είναι τόσο αμφίβολο κι αβέβαιο όσο η υγεία. Γι’ αυτό οι συνετοί με τη νηστεία προσπαθούν να διατηρήσουν την υγεία τους και να γλυτώσουν από το συντριπτικό φορτίο της παχυσαρκίας.

Μην ισχυρίζεσαι πως δεν μπορείς να νηστέψεις, φέρνοντας σαν πρόφαση αρρώστια ή σωματική αδυναμία, αφού, από την άλλη μεριά, σ’ όλη σου τη ζωή ταλαιπωρείς το σώμα σου με την πολυφαγία. Γνωρίζω πολύ καλά πως οι γιατροί επιβάλλουν στους αρρώστους μάλλον λιτή δίαιτα και νηστεία παρά ποικιλία και αφθονία φαγητών.

Άλλωστε, τι είναι ευκολότερο για το σώμα, να περάσει τη νύχτα μ’ ένα ελαφρό δείπνο ή να πέσει στο κρεβάτι βαρύ απ’ την πολυφαγία; Μπορεί ν’ αναπαυθεί έτσι ή θα στριφογυρίζει παραφορτωμένο και ταλαίπωρο; Ποιο πλοίο μπορεί να κυβερνήσει ευκολότερα ένας καπετάνιος και να το σώσει σε μια θαλασσοταραχή, το βαρυφορτωμένο ή εκείνο που έχει το κανονικό του φορτίο; Το βαρυφορτωμένο δεν θα το βυθίσει μια μικρή τρικυμία; Έτσι και τα σώματα, όταν ταλαιπωρούνται με την πολλή τροφή, εύκολα υποκύπτουν στις αρρώστιες. Ενώ όταν τρέφονται ελαφρά, διατηρούν την καλή τους υγεία.

Ας παρακολουθήσουμε όμως ιστορικά την υπόθεση της νηστείας, για να δούμε πόσο εκτιμήθηκε από τους αγίους και πόσα καλά προξένησε.

Ο θεόπτης Μωυσής μετά από νηστεία σαράντα ημερών τόλμησε ν’ ανεβεί στην κορυφή του όρους Σινά και να παραλάβει τις πλάκες των δέκα εντολών (Εξ. 24:18). Δεν θα έπαιρνε το θάρρος να πλησιάσει την κορυφή, που κάπνιζε από τη θεία παρουσία, αν δεν είχε οπλιστεί με τη νηστεία. Νήστεψε, κι έτσι μπόρεσε να συνομιλήσει με το Θεό.

Ο προφήτης Σαμουήλ υπήρξε καρπός της νηστείας. Η μητέρα του Άννα, αφού νήστεψε, προσευχήθηκε στο Θεό και Του ζήτησε ένα παιδί, με την υπόσχεση να το αφιερώσει σ’ Εκείνον (Α’ Βασ. 1:11).

Τον μεγάλο ήρωα Σαμψών, τί ήταν εκείνο που τον έκανε ακαταμάχητο; Η νηστεία! Με τη νηστεία συνελήφθη στα σπλάχνα της μητέρας του. Η νηστεία τον γέννησε. Η νηστεία τον θήλασε. Η νηστεία τον ανέθρεψε. Η νηστεία εκείνη, που όρισε ο άγγελος: «Το παιδί, που θα γεννηθεί, δεν θα πρέπει να γευθεί κανένα από τα προϊόντα του αμπελιού. Δεν θα πιει κρασί ούτε κανένα άλλο δυνατό ποτό» (Κριτ. 13:14).

Η νηστεία γεννάει προφήτες. Ενισχύει τους δυνατούς. Σοφίζει τους νομοθέτες. Εξοπλίζει τους ήρωες. Γυμνάζει τους αθλητές. Αποκρούει τους πειρασμούς. Συγκατοικεί με τη νηφαλιότητα και την αγνότητα. Στους πολέμους κάνει ανδραγαθήματα και στον καιρό της ειρήνης διδάσκει την ησυχία. Αγιάζει τους αφιερωμένους και τελειοποιεί τους ιερείς. Κανείς δεν μπορεί να πλησιάσει το Θυσιαστήριο και να τελέσει τη θεία Λειτουργία, χωρίς προηγουμένως να έχει νηστέψει.

Μετά από νηστεία σαράντα ημερών αξιώθηκε ο προφήτης Ηλίας ν’ αντικρύσει τον Κύριο (Γ’ Βασ. 19:8-18). Χάρη στη νηστεία αποδείχθηκε ισχυρότερος από το θάνατο και ανέστησε το πεθαμένο παιδί (Γ’ Βασ. 17:21-23). Χάρη στη νηστεία εμπόδισε τον ουρανό να βρέξει για τριάμιση χρόνια (Γ’ Βασ. 17:1, 18:1). Κι αυτό, για να μαλακώσει τη σκληροκαρδία των Ισραηλιτών, που είχαν παραδοθεί στην ασέβεια και στην παρανομία. Έτσι προκάλεσε σ’ ολόκληρο λαό υποχρεωτική νηστεία, μέχρι να μετανοήσουν και να επανορθώσουν την αμαρτία, που προήλθε από την καλοπέραση και τον μαλθακό βίο.

Ο προφήτης Δανιήλ, που για ένα εικοσαήμερο δεν γεύθηκε ψωμί ούτε ήπιε νερό (Δαν. 10:2-3), δίδαξε και τα λιοντάρια ακόμα να νηστεύουν (Δαν. 6:16-22). Τα πεινασμένα λιοντάρια δεν τον κατασπάραξαν, σαν να είχε σώμα από πέτρα ή χαλκό ή άλλο σκληρό υλικό. Η νηστεία δυνάμωσε το σώμα του προφήτη και το έκανε απρόσβλητο από τα δόντια των θηρίων, όπως η βαφή κάνει το σίδερο απρόσβλητο από τη σκουριά.

Η νηστεία ενισχύει την προσευχή. Γίνεται φτερό στην πορεία της προς τον ουρανό. Είναι μητέρα της υγείας, παιδαγωγός της νιότης, στολίδι των γηρατειών. Είναι συνοδοιπόρος των ταξιδιωτών και ασφάλεια των συγκατοίκων.

Ο άνδρας δεν αμφιβάλλει καθόλου για τη συζυγική πίστη της γυναίκας του, όταν τη βλέπει να συζεί με τη νηστεία. Η γυναίκα δεν λιώνει από ζήλεια, όταν βλέπει τον άνδρα της να νηστεύει. Ποιός ζημιώθηκε ποτέ από τη νηστεία; Υπολόγισε την οικονομική κατάσταση του σπιτιού σου σε μια μέρα νηστείας. Υπολόγισέ την και σε μια συνηθισμένη μέρα. Θα διαπιστώσεις έτσι εύκολα, πόσο μεγάλο κέρδος έχεις με τη νηστεία.

Σκέψου πως ακόμα και οι εφοριακοί αφήνουν τους φορολογουμένους να ζήσουν λίγο καιρό ήσυχοι και ανενόχλητοι. Ας επιτρέψει λοιπόν και η σάρκα μια μικρή ανάπαυλα στο στόμα. Ας κάνει μια μικρή ανακωχή αυτή, που, όταν χορτάσει, φιλοσοφεί γύρω από την εγκράτεια, ενώ, όταν πεινάσει, ξεχνάει όσα δέχτηκε πριν.

Όποιος νηστεύει, δεν έχει ανάγκη από δάνεια ούτε χρειάζεται να πληρώνει τόκους. Η νηστεία γίνεται αφορμή να ευφραίνεται ο άνθρωπος. Γιατί όπως η δίψα κάνει γλυκό το πιοτό και η πείνα ευχάριστο το τραπέζι, έτσι και η νηστεία κάνει απολαυστικά τα φαγητά.

Αν θέλεις λοιπόν να ’ναι ευχάριστο το τραπέζι σου, δέξου την αλλαγή της νηστείας. Αν όμως είσαι πάντα κυκλωμένος από πλούσια φαγητά, αδικείς τον εαυτό σου, γιατί εξαφανίζεις την απόλαυση με την άμετρη φιληδονία.

Τίποτα δεν υπάρχει, που να μην περιφρονηθεί με τη συνεχή απόλαυσή του. Ενώ, αντίθετα, συχνά επιθυμούμε εκείνα τα φαγητά, που σπάνια γευόμαστε. Γι’ αυτό και ο Δημιουργός μας επινόησε την ποικιλία στη ζωή μας, ώστε να νιώθουμε την απόλαυση όλων των αγαθών Του.

Παρατήρησε τι συμβαίνει στη φύση: ο ήλιος δεν είναι λαμπρότερος μετά τη νύχτα; Ο ύπνος δεν είναι γλυκύτερος μετά την αγρυπνία; Η υγεία δεν είναι περισσότερο επιθυμητή μετά τη δοκιμασία της αρρώστιας; Έτσι και το τραπέζι γίνεται περισσότερο ευχάριστο μετά τη νηστεία. Αυτό μάλιστα ισχύει για όλους. Και για τους πλουσίους, που έχουν άφθονα φαγητά, και για τους φτωχούς, που διαθέτουν λιγότερη τροφή.

Να θυμάσαι και να φοβάσαι το παράδειγμα του πλουσίου της παραβολής (Λουκ. 16:19-31). Οι συνεχείς απολαύσεις τον οδήγησαν στην αιώνια κόλαση. Ο πλούσιος αυτός δεν κατηγορήθηκε για καμιά αδικία. Εξαιτίας όμως των ανέσεων και της τροφής που απολάμβανε, καθώς και της αδιαφορίας του για τη φτώχεια του Λαζάρου, τιμωρήθηκε τόσο σκληρά. Η νηστεία και η υπομονή στις κακοπάθειες δεν ήταν, αντίθετα, εκείνες που χάρισαν την ανάπαυση στο Λάζαρο; Η παραβολή δεν αναφέρει γι’ άλλες αρετές του, παρά μόνο γι’ αυτές, που, σαν δυο φτερά, τον ύψωσαν και τον ανέπαυσαν στους κόλπους του Αβραάμ.

Πρόσεξε λοιπόν κι εσύ, μήπως, ενώ τώρα πίνεις ευχάριστα ποτά και αποστρέφεσαι το νερό, αργότερα ικετεύεις για μια μονάχα σταγόνα του, όπως ο πλούσιος. Κανείς δεν έπαθε τίποτα πίνοντας νερό. Κανείς δεν μέθυσε. Κανείς δεν ένιωσε πονοκέφαλο ή ζάλη. Ενώ, αντίθετα, η κακή χώνεψη, που αναγκαστικά ακολουθεί τα συμπόσια, δημιουργεί φοβερές αρρώστιες.

Η ζωή του Τιμίου Προδρόμου ήταν μια συνεχής νηστεία. Δεν είχε ούτε κρεβάτι ούτε τραπέζι ούτε κτήματα ούτε ζώα ούτε αποθήκες τροφίμων ούτε τίποτ’ άλλο, απ’ αυτά που θεωρούνται απαραίτητα για τη ζωή. Γι’ αυτό όμως ο Κύριος διακήρυξε πως ήταν «ο σπουδαιότερος απ’ όσους γέννησαν ποτέ γυναίκες» (Ματθ. 11:11).

Η νηστεία ανέβασε στον τρίτο ουρανό και τον απόστολο Παύλο, που την απαρίθμησε ανάμεσα στα καυχήματα για τις θλίψεις του (Β’ Κορ. 11:17).

Για όλες όμως τις αρετές, κορυφαίο τύπο και υπογραμμό έχουμε τον ίδιο τον Κύριο. Ο Κύριος, λοιπόν, μετά από νηστεία σαράντα ημερών, άρχισε το έργο του εδώ στη γη (Ματθ. 4:2). Πρώτα οχύρωσε και εξόπλισε με τη νηστεία τη σάρκα, που πήρε για χάρη μας, κι ύστερα δέχθηκε τους πειρασμούς του διαβόλου. Παρόμοια κι εμείς, με νηστείες ας ετοιμαζόμαστε κι ας προγυμναζόμαστε στους αγώνες εναντίον των πνευματικών αντιπάλων.

Σε μίαν αμφίβολη πολεμική συμπλοκή, η παρουσία κάποιου συμμάχου στο πλευρό του ενός εμπολέμου προκαλεί την ήττα του άλλου. Λοιπόν, το πνεύμα και η σάρκα βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση. Με ποιο θα συμμαχήσεις; Αν συμμαχήσεις με τη σάρκα, θα εξασθενίσεις το πνεύμα. Ενώ αν συμμαχήσεις με το πνεύμα, θα υποδουλώσεις τη σάρκα. Αφού θέλεις να ισχυροποιήσεις το πνεύμα σου, δάμασε τη σάρκα με τη νηστεία. Ο απόστολος Παύλος γράφει: «Όσο ο εξωτερικός άνθρωπος (δηλαδή η σάρκα) φθείρεται, τόσο ο εσωτερικός (δηλαδή το πνεύμα) ανανεώνεται» (Β’ Κορ. 4:16).

Ο Μωυσής, για να πάρει τη νομοθεσία για δεύτερη φορά, χρειάστηκε και δεύτερη νηστεία (Εξ. 34:28).

Οι Νινευίτες, αν δεν είχαν νηστέψει οι ίδιοι και τα ζώα τους, δεν θα είχαν γλυτώσει την καταστροφή (Ιων. 3:4-10).

Αλλά και τον Ησαύ, τί ήταν εκείνο που τον εξευτέλιζε και τον έκανε δούλο του αδελφού του; Δεν ήταν ένα φαγητό; Γι’ αυτό και μόνο πούλησε τα πρωτοτόκια του (Γεν. 25:29-34)!

Ποιοι, πάλι, άφησαν τα πτώματά τους στην έρημο; Δεν τ’ άφησαν εκείνοι που επιζήτησαν την κρεοφαγία και την καλοπέραση της Αιγύπτου (Αριθ. 11:33-34); Όσο δηλαδή οι Ισραηλίτες έμεναν ικανοποιημένοι μόνο με το μάννα, νικούσαν τους εχθρούς τους και κανείς τους δεν αρρώσταινε. Όταν όμως θυμήθηκαν τις χύτρες με τα κρέατα και νοστάλγησαν τη δουλεία στην Αίγυπτο, τιμωρήθηκαν. Πέθαναν στην έρημο και δεν αξιώθηκαν να δουν τη γη της επαγγελίας.

Δεν φοβάσαι κι εσύ το παράδειγμα αυτό; Δεν σκέφτεσαι μήπως με την πολυφαγία αποκλειστείς από την ουράνια γη της επαγγελίας;

Η απόλαυση άφθονης και λιπαρής τροφής δημιουργεί στην ψυχή αναθυμιάσεις, που, σαν ένα πυκνό σύννεφο καπνού, εμποδίζουν το νου ν’ αντικρύσει τις ελλάμψεις του Παναγίου Πνεύματος.

Η νηστεία είναι ισχυρό όπλο εναντίον των δαιμόνων. «Αυτό το δαιμονικό γένος δεν μπορεί να διωχθεί με κανένα άλλο μέσο, παρά μόνο με την προσευχή και τη νηστεία», είπε ο Κύριος στην περίπτωση του δαιμονισμένου νέου (Μάρκ. 9:29).

Με την τροφή, τη μέθη και τα διάφορα καρυκεύματα εξάπτεται και κάθε είδος ακολασίας. Το κυνήγι της απολαύσεως μεταβάλλει τους λογικούς ανθρώπους σε άλογα ζώα.

Η κραιπάλη προκαλεί και φρικτές διαστροφές. Γίνεται αιτία ν’ αναζητούν οι ακόλαστοι τη γυναίκα στον άνδρα και τον άνδρα στη γυναίκα.

Η νηστεία ρυθμίζει και την έγγαμη ζωή. Εμποδίζει την ασυδοσία και επιβάλλει σύμφωνη εγκράτεια, για ν’ αφοσιωθούν οι σύζυγοι στην προσευχή.

Μην περιορίζεις όμως την αρετή της νηστείας μόνο στη δίαιτα. Αληθινή νηστεία δεν είναι μόνο η αποχή από ορισμένα φαγητά, αλλά η αποξένωση από τα πάθη και τις αμαρτίες: Να μην αδικήσεις κανένα. Να συγχωρήσεις τον πλησίον σου για τη λύπη που σου προξένησε, για το κακό που σου έκανε, για τα λεφτά που σου χρωστάει. Διαφορετικά, μολονότι δεν τρως κρέας, τρως τον ίδιο τον αδελφό σου. Μολονότι εγκρατεύεσαι στο κρασί, δεν εγκρατεύεσαι στις κακολογίες. Μολονότι νηστεύεις ως το βράδυ, ξοδεύεις την ημέρα σου στα δικαστήρια.

Η Αγία Γραφή αναφέρει: «Αλίμονο σ’ αυτούς που μεθάνε χωρίς κρασί» (Ησ. 28:1). Τέτοια μέθη είναι π.χ. ο θυμός, που κάνει την ψυχή να παραφρονήσει. Είναι επίσης ο φόβος, που παραλύει τη διάνοια. Γενικά, κάθε πάθος που ζαλίζει το νου είναι και μια μέθη. Ο οργισμένος μεθάει με το πάθος του. Δεν σκέφτεται ποιους έχει μπροστά του. Σαν να πολεμάει μέσα στη νύχτα, αρπάζει το καθετί, σκοντάφτει στον καθένα. Δεν ξέρει τι λέει, βρίζει, χτυπάει, απειλεί, ορκίζεται, κραυγάζει. Αν λοιπόν θέλεις να νηστέψεις πραγματικά, πρέπει ν’ αποφύγεις όλα τα πάθη.

Πρόσεξε και κάτι άλλο: Να μη γίνει η αυριανή νηστεία αφορμή κραιπάλης σήμερα. Μην καταστρέφεις με τη σημερινή ασυδοσία την αυριανή εγκράτεια. Όταν κανείς θέλει να συνάψει γάμο με μια σεμνή γυναίκα, δεν βάζει πρωτύτερα στο σπίτι του παλλακίδες και πόρνες. Γιατί η νόμιμη γυναίκα δεν ανέχεται να συγκατοικεί με τις παράνομες και διεφθαρμένες.

Έτσι λοιπόν κι εσύ. Με την προσδοκία της νηστείας, μη δέχεσαι την ακόλαστη μέθη, που είναι μητέρα της αναισχυντίας, φίλη του αισχρού αστείου, έτοιμη για κάθε ανηθικότητα. Η νηστεία και η προσευχή δεν θα κατοικήσουν μέσα σε ψυχή που έχει μολυνθεί με την κραιπάλη. Ο Κύριος δέχεται στα θεία σκηνώματα αυτόν που νηστεύει. Αποστρέφεται όμως σαν βέβηλο και ανίερο τον άσωτο.

Αν λοιπόν έρθεις αύριο εδώ και μυρίζεις κρασί, πώς θα λογαριάσω σαν νηστεία την κραιπάλη σου; Πού θα σε κατατάξω; Στους μέθυσους ή στους εγκρατείς; Η μέθη που προηγήθηκε, σε παρουσιάζει μέθυσο, ενώ η δίαιτα που άρχισες, νηστευτή. Με τα λείψανα της μέθης, η νηστεία σου γίνεται ανώφελη. Και αν η αρχή είναι ανώφελη, κινδυνεύει ανώφελο να καταλήξει και το σύνολο.

Η νηστεία δεν ασκεί επίδραση μόνο στα άτομα. Επηρεάζει και ολόκληρη την κοινωνία. Συμμορφώνει και καθησυχάζει σύντομα όλους τους ανθρώπους. Επιβάλλει σιγή στα ξεφωνητά και τις κραυγές, εξορίζει τους τσακωμούς και τις διαμάχες, απομακρύνει την κατάκριση και την καταλαλιά.

Ποιού δασκάλου η παρουσία σταματάει τόσο γρήγορα τις αταξίες και το θόρυβο των παιδιών; Μόλις εμφανιστεί η νηστεία, κάθε ταραχή στην πόλη αυτόματα σταματάει.

Ποιός μπορεί να συνεχίζει το γλέντι και τη διασκέδαση σε καιρό νηστείας; Ποιός μπορεί να συνδυάσει τη νηστεία με ασελγείς χορούς; Τα άπρεπα γέλια και τα πορνικά τραγούδια και οι έξαλλοι χοροί απομακρύνονται από την πόλη, μόλις φτάσει η νηστεία σαν ένας αυστηρός δικαστής.

Αν όλοι άκουγαν τις συμβουλές της νηστείας, θα επικρατούσε τέλεια ειρήνη σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα. Δεν θα ξεσηκωνόταν το ένα κράτος εναντίον του άλλου. Δεν θα είχαμε πολεμικές συμπλοκές ούτε κατασκευαστές όπλων. Δεν θα υπήρχαν δικαστήρια ούτε φυλακές. Οι ερημιές δεν θα φιλοξενούσαν κακοποιούς ούτε οι πόλεις συκοφάντες ούτε οι θάλασσες πειρατές.

Αν κυριαρχούσε η νηστεία, η ζωή μας δεν θα ήταν γεμάτη στεναγμούς. Γιατί αυτή θα δίδασκε σ’ όλους όχι μόνο τον περιορισμό της σπάταλης ζωής, αλλά και την αποχή από πολλά άλλα κακά. Θα δίδασκε την ολοκληρωτική φυγή και αποξένωση από τη φιλαργυρία και την πλεονεξία, από τη φιλοδοξία και τη φιληδονία. Αν απαλλαγούμε απ’ αυτά, θα ζούμε με ειρήνη και αγιασμό.

Αφού λοιπόν τέτοια αγαθά μας προσφέρει η βασίλισσα αυτή των αρετών, ας τη δεχτούμε χωρίς καμιά κατήφεια, χωρίς κανένα γογγυσμό. Όλοι πρόθυμα ας τιμήσουμε το πνευματικό τραπέζι που μας παραθέτει η νηστεία, εξαγνίζοντάς μας και προετοιμάζοντάς μας για την αιώνια θεία ευφροσύνη του παραδείσου.

 

Kreshma

 

 

Dhuratë e çmuar e Perëndisë është kreshma. Institucion shumë i lashtë, që u ruajt si trashëgimi atërore dhe mbërriti deri në ditët tona.

Pranojeni pra me gëzim. Pranojeni ju të varfërit, shoqëruesen tuaj. Pranojeni ju shërbëtorët, prehjen tuaj. Pranojeni ju të pasurit, atë që ju shpëton nga rreziku i ngopjes dhe u jep shije atyre gjërave që kënaqësia e pandërprerë i kthen në të pashijshme.

Ju të sëmurë, pranojeni nënën e shëndetit. Ju të shëndetshëm, sigurimin e mirëqenies. Pyesni mjekët dhe do t’ju thonë se asgjë nuk është kaq e dyshimtë dhe e pasigurt sa shëndeti. Prandaj njerëzit e urtë, me kreshmën, përpiqen të ruajnë shëndetin e tyre dhe të shpëtojnë nga barra dërrmuese e obezitetit.

Mos pretendo se nuk mund të kreshmosh, duke sjellë si justifikim sëmundje apo dobësi trupore, ndërkohë që, nga ana tjetër, gjatë gjithë jetës sate e mundon trupin tënd me ushqim të tepërt. E di shumë mirë se mjekët u imponojnë të sëmurëve më tepër një regjim të thjeshtë ushqimor dhe kreshmë sesa larmi dhe bollëk ushqimesh.

Përveç kësaj, çfarë është më e lehtë për trupin, ta kalojë natën me një darkë të lehtë apo të bjerë në shtrat i rënduar nga tejngopja? A mund të pushojë kështu apo do të rrotullohet i mbingarkuar dhe i munduar? Cilin anije mund ta drejtojë më lehtë një kapiten dhe ta shpëtojë në një stuhi deti, atë të mbingarkuarën apo atë që ka ngarkesën e zakonshme? A nuk do ta fundosë një dallgë e vogël anijen e mbingarkuar? Kështu edhe trupat, kur mundohen me shumë ushqim, bien lehtë pre e sëmundjeve. Ndërsa kur ushqehen lehtë, ruajnë shëndetin e mirë.

Le ta ndjekim, megjithatë, historikisht çështjen e kreshmës, që të shohim sa shumë u vlerësua prej shenjtorëve dhe sa të mira solli.

Moisiu, ai që pa Perëndinë, pas një kreshme dyzetditore guxoi të ngjitej në majën e malit Sinai dhe të merrte pllakat e dhjetë urdhërimeve (Eksodi. 24:18). Nuk do të kishte marrë guximin t’i afrohej majës, që nxirrte tym nga prania hyjnore, po të mos ishte armatosur me kreshmë. Kreshmoi, dhe kështu mundi të bisedonte me Perëndinë.

Profeti Samuel ishte fryt i kreshmës. Nëna e tij, Ana, pasi kreshmoi, iu lut Perëndisë dhe i kërkoi një fëmijë, me premtimin se do t’ia kushtonte Atij (I Mbret. 1:11).

Heroin e madh Samsonin, çfarë e bëri të pathyeshëm? Kreshma! Me kreshmën u ngjiz në kraharorin e nënës së tij. Kreshma e lindi. Kreshma e mëkoi. Kreshma e rriti. Ajo kreshmë, që i caktoi engjëlli: “Fëmija që do të lindë nuk duhet të shijojë asnjë nga prodhimet e hardhisë. Nuk do të pijë verë as asnjë pije tjetër të fortë” (Gjyq. 13:14).

Kreshma lind profetë. Forcon të fortët. U jep urtësi ligjvënësve. Armatos heronjtë. Stërvit atletët. I zmbraps tundimet. Bashkëjeton me kthjelltësinë dhe pastërtinë. Në luftë bën trimëri dhe në kohë paqeje mëson heshtjen. Shenjtëron të dedikuarit dhe i përsos priftërinjtë. Askush nuk mund t’i afrohet Altarit dhe të kryejë Liturgjinë Hyjnore, pa kreshmuar më parë.

Pas një kreshme dyzetditore u denjësua profeti Ilia të dilte para Zotit (III Mbret. 19:8-18). Falë kreshmës u tregua më i fortë se vdekja dhe e ngjalli fëmijën e vdekur (III Mbret. 17:21-23). Falë kreshmës e pengoi qiellin të jepte shi për tre vjet e gjysmë (III Mbret. 17:1, 18:1). Dhe këtë e bëri për të zbutur ngurtësinë e zemrës së izraelitëve, të cilët ishin dorëzuar në pabesi dhe paudhësi. Kështu shkaktoi mbi një popull të tërë një kreshmë të detyrueshme, derisa të pendoheshin dhe të ndreqnin mëkatin, që erdhi nga jeta e rehatshme dhe e butë.

Profeti Daniel, i cili për njëzet ditë nuk shijoi bukë e as piu ujë (Dan. 10:2-3), u mësoi edhe luanëve të kreshmonin (Dan. 6:16-22). Luanët e uritur nuk e copëtuan, sikur të kishte trup prej guri ose bakri ose nga ndonjë lëndë tjetër e fortë. Kreshma e forcoi trupin e profetit dhe e bëri të paprekshëm nga dhëmbët e bishave, ashtu siç boja e bën hekurin të paprekshëm nga ndryshku.

Kreshma e forcon lutjen. Bëhet krah në udhën e saj drejt qiellit. Është nëna e shëndetit, edukatorja e rinisë, stolia e pleqërisë. Është bashkudhëtare e udhëtarëve dhe siguria e bashkëbanuesve.

Burri nuk dyshon aspak për besnikërinë bashkëshortore të gruas së tij, kur e sheh të bashkëjetojë me kreshmën. Gruaja nuk shkrihet nga xhelozia, kur e sheh burrin e saj të kreshmojë. Kush është dëmtuar ndonjëherë nga kreshma? Llogarite gjendjen ekonomike të shtëpisë sate në një ditë kreshme. Llogarite edhe në një ditë të zakonshme. Kështu do ta kuptosh lehtë sa fitim të madh ke nga kreshma.

Mendo se akoma edhe tagrambledhësit i lënë taksapaguesit të jetojnë pak kohë të qetë e të pashqetësuar. Le t’i lejojë pra edhe mishi një pushim të vogël gojës. Le të bëjë një armëpushim të vogël ai që, kur ngopet, filozofon rreth vetëpërmbajtjes, ndërsa kur ka uri harron ato që kishte pranuar më parë.

Ai që kreshmon nuk ka nevojë për hua e as i duhet të paguajë kamata. Kreshma bëhet shkak që njeriu të gëzohet. Sepse, ashtu si etja e bën të ëmbël pijen dhe uria e bën tryezën të këndshme, kështu edhe kreshma i bën ushqimet të shijshme.

Nëse dëshiron, pra, që tryeza jote të jetë e këndshme, prano ndryshimin e kreshmës. Por nëse je gjithmonë i rrethuar nga ushqime të pasura, i bën padrejtësi vetes, sepse e zhduk kënaqësinë me epshin e tepruar.

Nuk ka asgjë që të mos përçmohet nga shijimi i vazhdueshëm i saj. Ndërsa, përkundrazi, shpesh dëshirojmë ato ushqime që i shijojmë rrallë. Prandaj edhe Krijuesi ynë shpiku larminë në jetën tonë, që të ndiejmë kënaqësinë e të gjitha të mirave të Tij.

Vëzhgo çfarë ndodh në natyrë: a nuk është dielli më i ndritshëm pas natës? A nuk është gjumi më i ëmbël pas pagjumësisë? A nuk është shëndeti më i dëshirueshëm pas sprovës së sëmundjes? Kështu edhe tryeza bëhet më e këndshme pas kreshmës. Kjo madje vlen për të gjithë. Edhe për të pasurit, që kanë ushqime me bollëk, edhe për të varfrit, që kanë më pak ushqim.

Ki parasysh dhe druaju shembullit të të pasurit të shëmbëlltyrës (Lluk. 16:19-31). Kënaqësitë e pandërprera e çuan në ferrin e përjetshëm. Ky i pasur nuk u akuzua për asnjë padrejtësi. Por për shkak të rehative dhe ushqimit që shijonte, si edhe të shpërfilljes së tij ndaj varfërisë së Lazarit, u ndëshkua aq rëndë. A nuk ishin, përkundrazi, kreshma dhe durimi në vuajtje ato që i dhuruan prehje Llazarit? Shëmbëlltyra nuk përmend ndonjë virtyt tjetër të tij, por vetëm këto, të cilat, si dy krahë, e ngritën lart dhe e prehën në gjirin e Abrahamit.

Prandaj edhe ti ki kujdes, mos ndodhë që, ndërsa tani pi pije të këndshme dhe e përbuz ujin, më vonë të lypësh një pikë të vetme prej tij, si i pasuri. Askush nuk pësoi gjë duke pirë ujë. Askush nuk u deh. Askush nuk ndjeu dhimbje koke ose marramendje. Ndërsa, përkundrazi, tretja e keqe, e cila domosdoshmërisht ndjek gostitë, krijon sëmundje të tmerrshme.

Jeta e Pararendësit të Nderuar ishte një kreshmë e vazhdueshme. Ai nuk kishte as shtrat, as tryezë, as prona, as kafshë, as magazina ushqimesh, as asgjë tjetër nga ato që konsiderohen të domosdoshme për jetën. Por për këtë arsye Zoti tha hapur tek të gjithë se ai ishte “më i madhi ndër ata që kanë lindur nga gratë” (Matth. 11:11).

Kreshma e ngriti deri në qiellin e tretë edhe apostullin Pavëll, i cili e renditi ndër mburrjet e tij për vuajtjet (II Kor. 11:17).

Por për të gjitha virtytet, modelin më të lartë dhe vijën udhëzuese e kemi vetë Zotin. Zoti, pra, pas një kreshme dyzetditore, e nisi veprën e Tij këtu në tokë (Matth. 4:2). Më parë e fortifikoi dhe e armatosi me kreshmë mishin që mori për hirin tonë, e më pas pranoi tundimet e djallit. Po kështu edhe ne, me kreshmë, le të përgatitemi dhe le të stërvitemi paraprakisht në luftërat kundër kundërshtarëve shpirtërorë.

Në një përplasje lufte të pasigurt, prania e një aleati në krah të njërës palë ndërluftuese sjell humbjen e tjetrës. Pra, shpirti dhe mishi ndodhen në gjendje lufte. Me cilin do të bësh aleancë? Nëse bën aleancë me mishin, do ta dobësosh shpirtin. Ndërsa nëse bën aleancë me shpirtin, do ta nënshtroni mishin. Meqenëse dëshiron ta forcosh shpirtin tënd, zbut mishin me kreshmë. Apostulli Pavël shkruan: “Sa më shumë prishet njeriu i jashtëm (domethënë mishi), aq më shumë përtërihet i brendshmi (domethënë shpirti)” (II Kor. 4:16).

Moisiut, për ta marrë Ligjin për së dyti, iu desh edhe një kreshmë e dytë (Eksodi 34:28).

Ninevitët, po të mos kishin kreshmuar vetë dhe bagëtitë e tyre, nuk do të kishin shpëtuar nga shkatërrimi (Jona 3:4-10).

Po Esaun, çfarë ishte ajo që e poshtëroi dhe e bëri skllav të vëllait të tij? A nuk ishte një gjellë? Pikërisht për këtë ai shiti të drejtat e parëlindjes së tij (Zan. 25:29-34)!

Kush ishin, nga ana tjetër, ata që i lanë kufomat e tyre në shkretëtirë? A nuk ishin ata që lakmuan mishngrënien dhe mirëqenien e Egjiptit (Num. 11:33-34)?  Për sa kohë që izraelitët kënaqeshin vetëm me manën, fitonin mbi armiqtë e tyre dhe askush prej tyre nuk sëmurej. Por kur kujtuan kazanët me mish dhe mallëngjyen për skllavërinë në Egjipt, u ndëshkuan. Vdiqën në shkretëtirë dhe nuk u denjësuan të shihnin tokën e premtuar.

A nuk i frikësohesh edhe ti këtij shembulli? A nuk mendon vallë se me ngrënin e tepruar mund të përjashtohesh nga toka e premtuar qiellore?

Kënaqësia e ushqimeve të shumta dhe të yndyrshme krijon në shpirt avuj, të cilët, si një re e dendur tymi, e pengojnë mendjen të sodisë ndriçimet e Shpirtit të Tërëshenjtë.

Kreshma është armë e fuqishme kundër demonëve. “Ky lloj demoni nuk mund të dëbohet me asnjë mjet tjetër, veçse vetëm me lutje dhe kreshmë”, tha Zoti në rastin e të riut të demonizuar (Mark. 9:29).

Me ushqimin, dehjen dhe erëzat e ndryshme ndizet edhe çdo lloj shthurjeje. Gjuetia e kënaqësisë i shndërron njerëzit e arsyeshëm në kafshë të paarsyeshme.

Grykësia sjell edhe shtrembërime të tmerrshme. Bëhet shkak që të shthururit të kërkojnë gruan te burri dhe burrin te gruaja.

Kreshma e rregullon edhe jetën bashkëshortore. E pengon shthurjen dhe imponon përmbajtje të përbashkët, që bashkëshortët t’i kushtohen lutjes.

Por mos e kufizo virtytin e kreshmës vetëm te dieta. Kreshmë e vërtetë nuk është vetëm heqja dorë nga disa ushqime, por largimi nga pasionet dhe mëkatet: të mos i bësh padrejtësi askujt. Ta falësh të afërmin tënd për hidhërimin që të shkaktoi, për të keqen që të bëri, për paratë që të ka borxh. Përndryshe, megjithëse nuk ha mish, ha vetë vëllanë tënd. Megjithëse ruhesh nga vera, nuk ruhesh nga të këqijat që thua. Megjithëse kreshmon deri në mbrëmje, ditën e kalon në gjykata.

Shkrimi i Shenjtë thotë: “Mjerë ata që dehen pa verë” (Is. 28:1). Një dehje e tillë është, për shembull, zemërimi, që e çmend shpirtin. Është gjithashtu frika, që e paralizon mendjen. Në përgjithësi, çdo pasion që e trullos mendjen është edhe një dehje. Ai që zemërohet, dehet nga pasioni i tij. Nuk shikon se kë ka përpara. Sikur të luftonte natën, kap çdo gjë, pengohet te kushdo. Nuk di çfarë thotë, shan, godet, kërcënon, betohet, ulërin. Prandaj, nëse dëshiron të kreshmosh me të vërtetë, duhet t’i shmangësh të gjitha pasionet.

Ki kujdes edhe për diçka tjetër: të mos bëhet kreshma e nesërme shkak grykësie sot. Mos e shkatërro me shthurjen e sotme përmbajtjen e nesërme. Kur dikush dëshiron të lidhë martesë me një grua të ndershme, nuk sjell më parë në shtëpinë e vet konkubina dhe prostituta. Sepse gruaja e ligjshme nuk duron të bashkëjetojë me ato të paligjshmet dhe të degjeneruarat.

Kështu edhe ti. Me pritjen e kreshmës, mos prano dehjen e shfrenuar, që është nëna e paturpësisë, shoqja e shakave të ndyra, e gatshme për çdo pamoralësi. Kreshma dhe lutja nuk do të banojnë në një shpirt të ndotur nga dehja. Zoti pranon në tendat hyjnore atë që kreshmon. Por e urren si të përdhosur dhe të pashenjtë plangëprishësin.

Prandaj, nëse vjen nesër këtu dhe mban erë vere, si do ta llogaris grykësinë tënde si kreshmë? Ku do të të rendis? Te të dehurit apo te të përmbajturit? Dehja që parapriu të paraqet si të dehur, ndërsa regjimi që nise si kreshmues. Me mbetjet e dehjes, kreshma jote bëhet e padobishme. Dhe nëse fillimi është i padobishëm, rrezikon që i padobishëm të jetë edhe i tëri.

Kreshma nuk ushtron ndikim vetëm mbi individët. Ajo ndikon edhe mbi gjithë shoqërinë. I përshtat me rregullat dhe i qetëson shpejt të gjithë njerëzit. Vendos heshtje mbi britmat dhe ulërimat, dëbon grindjet dhe mosmarrëveshjet, largon gjykimin dhe përgojimin.

Prania e cilit mësues ndalon aq shpejt rrëmujën dhe zhurmën e fëmijëve? Sapo shfaqet kreshma, çdo trazirë në qytet pushon vetvetiu.

Kush mund ta vazhdojë festën dhe dëfrimin në kohë kreshme? Kush mund ta bashkojë kreshmën me valle të shfrenuara? Të qeshurat e pahijshme, këngët e ndyra dhe vallet e çmendura largohen nga qyteti sapo mbërrin kreshma si një gjykatës i rreptë.

Nëse të gjithë do t’i dëgjonin këshillat e kreshmës, do të mbretëronte paqe e përsosur në mbarë njerëzimin. Nuk do të ngrihej një shtet kundër tjetrit. Nuk do të kishim përplasje luftarake e as prodhues armësh. Nuk do të kishte gjykata e as burgje. Shkretëtirat nuk do të strehonin keqbërës, as qytetet shpifës, as detet piratë.

Nëse do të mbretëronte kreshma, jeta jonë nuk do të ishte e mbushur me psherëtima. Sepse ajo do t’u mësonte të gjithëve jo vetëm kufizimin e jetës së shfrenuar, por edhe heqjen dorë nga shumë të këqija të tjera. Do të mësonte largimin dhe shkëputjen e plotë nga dashuria për para dhe lakmia, nga etja për famë dhe kënaqësi epshërore. Nëse çlirohemi prej këtyre, do të jetojmë me paqe dhe shenjtëri.

Prandaj, meqë kjo mbretëreshë e virtyteve na ofron të mira të tilla, le ta pranojmë pa asnjë trishtim, pa asnjë murmuritje. Të gjithë me dëshirë le ta nderojmë tryezën shpirtërore që na shtron kreshma, duke na pastruar dhe duke na përgatitur për ngazëllimin hyjnor të përjetshëm të parajsës.

 


Δεν υπάρχουν σχόλια: