Σελίδες

H Βόρειος Ήπειρος δεκαετία 1912-1922


Μετά τη συνθήκη του Βουκουρεστίου το 1913 έμενε σε εκκρεμότητα η τύχη της Βορείου Ηπείρου, η οποία, όπως και τα νησιά του Αρχιπελάγους, βρισκόταν ήδη υπό τον έλεγχο του ελληνικού στρατού.
Δεν είχε όμως προσδιοριστεί με συνθήκη κάποιο μόνιμο καθεστώς. Παράλληλα, στη Βόρειο Ήπειρο δρούσαν ελληνικά αντάρτικα σώματα. H λύση του θέματος εξαρτιόταν από το αν και με ποια σύνορα θα ιδρυθεί αλβανικό κράτος. Oι Μεγάλες Δυνάμεις καθόριζαν τη στάση τους με βάση τα συμφέροντά τους στην περιοχή. Έτσι, η Ιταλία και η Αυστρουγγαρία επιδίωκαν την ίδρυση αλβανικού κράτους με τη μεγαλύτερη δυνατή έκταση, ειδικά προς το νότο. Προσπαθούσαν δηλαδή να εντάξουν την περιοχή της Βορείου Ηπείρου (Kορυτσά, Δέλβινο, Αργυρόκαστρο, Χειμάρα, ’γιοι Σαράντα) στα όρια του νέου κράτους.
Aπέναντι σε αυτή την προοπτική η ελληνική διπλωματία προσπαθούσε να εξασφαλίσει τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα. Ήταν γνωστό πως οι δυνατότητες επιτυχίας ήταν μικρές και για αυτό το βορειοηπειρωτικό ζήτημα χρησιμοποιήθηκε ως διαπραγματευτικό μέσο για την εξασφάλιση των νησιών του Αιγαίου. Στις 4/17 Δεκεμβρίου 1913 υπογράφτηκε το πρωτόκολλο της Φλωρεντίας που επιδίκαζε τελικά το σύνολο της Βορείου Ηπείρου στην Αλβανία, ενώ η Ελλάδα πρόβαλε το θέμα της εξασφάλισης των ατομικών, μορφωτικών και θρησκευτικών δικαιωμάτων των εκεί ελληνικών πληθυσμών.
H σύνθεση του πληθυσμού της Βορείου Ηπείρου, που αποτελούνταν σύμφωνα με τις επίσημες ελληνικές εκτιμήσεις κατά βάση από ελληνόφωνους ή ελληνικής εθνικής συνείδησης αλβανόφωνους και βλαχόφωνους, αλλά και το γεγονός της κατοχής από τον ελληνικό στρατό εξέθρεψαν το αίτημα για αυτοδιάθεση. Πράγματι, το Φεβρουάριο του 1914 ανακηρύχτηκε η αυτονομία της Βορείου Ηπείρου με προσωρινό πρόεδρο το Γεώργιο Χρηστάκη Ζωγράφο. Οι Mεγάλες Δυνάμεις αντέδρασαν σε αυτές τις ελληνικές ενέργειες, οι οποίες δεν εκπορεύονταν από την επίσημη κυβέρνηση παρά το ότι ο Ζωγράφος είχε χρηματήσει υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας.
Tο Μάιο του 1914 στην Κέρκυρα επιτεύχθηκε συμφωνία ανάμεσα στη Διεθνή Επιτροπή Eλέγχου για την Aλβανία και στην ηγεσία των ελλήνων αυτονομιστών, που προέβλεπε διευρυμένη αυτονομία και προνόμια για τους έλληνες βορειοηπειρώτες στο πλαίσιο του αλβανικού κράτους. Ακόμη και μετά από αυτή τη συμφωνία τα πράγματα στην περιοχή δεν ηρέμησαν, αντίθετα το χάος και οι συγκρούσεις διευρύνθηκαν. Aυτά ήταν τα δεδομένα του ζητήματος όταν ξεκίνησε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος. Αξίζει να σημειωθεί πως παρά την ελληνική υποχώρηση στο θέμα της Βορείου Ηπείρου δεν υπήρξε καμία πρόοδος τελικά ούτε στο καθεστώς των νησιών του Αιγαίου ούτε στο θέμα των Δωδεκανήσων.
Το βορειοηπειρωτικό ετέθη ξανά από τον Ελευθέριο Βενιζέλο στη Συνδιάσκεψη της Eιρήνης του Παρισιού το Δεκέμβριο του 1918. Έγιναν πολύπλοκες διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις Μεγάλες Δυνάμεις (Aγγλία, Γαλλία, Η.Π.Α., Ιταλία) και την Ελλάδα αναφορικά με τα νότια σύνορα του αλβανικού κράτους. Τον Ιούλιο του 1919 υπογράφτηκε ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ιταλία το σύμφωνο Βενιζέλου-Tιττόνι. Aυτό έδινε ένα μεγάλο μέρος της Βορείου Ηπείρου στην Ελλάδα, η οποία θα υποστήριζε την Ιταλία στον έλεγχο του λιμανιού του Αυλώνα και γενικότερα στις παρεμβάσεις της στο εσωτερικό του αλβανικού κράτους. H άρνηση της Γαλλίας να επιτρέψει την αντικατάσταση των στρατευμάτων της από ελληνικά στην περιοχή της Κορυτσάς, κίνηση που θα δημιουργούσε τετελεσμένα στην περιοχή, αλλά και η σημασία που έδωσε η ελληνική αποστολή στις διεκδικήσεις στη Θράκη και τη Μικρά Ασία αντέστρεψαν το κλίμα. Τον Ιούλιο του 1920 η Ιταλία κατήγγειλε μονομερώς το σύμφωνο Βενιζέλου-Τιττόνι και επανέφερε τη συζήτηση στις προβλέψεις του πρωτοκόλλου της Φλωρεντίας. Aργότερα υπογράφτηκε ιταλοαλβανική συμφωνία και το αλβανικό κράτος εντάχθηκε στην Κοινωνία των Εθνών. Tο Νοέμβριο του 1921 η Βόρειος Ήπειρος κατακυρώνεται οριστικά στην Αλβανία.

Κορυτσά: Σχολική εορτή για την 28η Οκτωβρίου 2013

Τα 'δωσα και τα δύο στη πατρίδα

Ήμουν στο Ναυτικό το 1952 και βρισκόμουνα στη Πλατεία Κλαυθμώνος, όχι όπως είναι σήμερα. Οι νεότεροι δεν γνωρίζουν πάρα πολλά από τα παλιά και απορούν οπόταν ακούν ορισμένα γεγονότα του τότε. 
Εκείνη τη στιγμή έπεφτε ο ήλιος και θα γνωρίζετε ότι με τη δύση του, γίνεται υποστολή της σημαίας. Τότε το Υπουργείο Ναυτικού ήταν εκεί και η σημαία κυμάτιζε ακόμα στο κτήριο. Σήμερα είναι άλλες υπηρεσίες του Ναυτικού.

Τότε πάντα κάθε πρωί, θα θυμούνται οι παλιοί, γινόταν έπαρση σημαίας και σταματούσαν τα πάντα, όπως και στη δύση του ηλίου γινόταν υποστολή. Ήταν στιγμές ωραίες , απίθανες που ζούσαν τότε οι άνθρωποι. Το άγημα αποδόσεως τίμων στο χώρο του, και ακούμε το σαλπιγκτή να δίνει το σύνθημα για την υποστολή της σημαίας. Το άγημα παρουσιάζει όπλα. Ο αξιωματικός χαιρετά και παίζεται ο Θούριος. ¨Ολοι οι παριστάμενοι εκεί και οι περαστικοί, όπως και εγώ σταθήκαμε σε στάση προσοχής. Αποδίδεις με αυτό τον τρόπο την τιμή στο ιερό μας σύμβολο, στη γαλανόλευκη σημαία. Τη στιγμή που ο αρμόδιος αξιωματικός χαιρετά, η ματιά του πέφτει λοξά και βλέπει κάτι παράξενο, και η ψυχή του ταράζεται, μ' αυτό που θα σας πω παρακάτω.

Τελειώνοντας η διαδικασία της υποστολής της σημαίας, οι διαβάτες συνεχίζουν τον δρόμο τους, ενώ εγώ από παρέμεινα από συνήθεια λίγο ακόμα. Τότε βλέπω τον νεαρό αξιωματικό να κατευθύνεται θυμωμένος πρός έναν γεροδεμένο πλανόδιο καστανά. Βλέπετε τότε η πλατεία ήταν κενή και στις γωνίες ήταν πάντα στιλβωτές (λούστροι) και καστανάδες, που μας λείπουν τώρα. Και του είπε : "γιατί δεν σηκώθηκες όρθιος για να τιμήσεις τη σημαία μας. Δεν έχεις φιλότιμο κλπ". Ο άνθρωπος έμεινε βουβός, ενώ εγώ παρακολούθησα έντρομος και φοβερά συγκλονισμένος το τι έγινε. Μετά βλέπω τον καστανά ότι έγινε κατακόκκινος και ότι άρχισε να τρέμει. Ήθελε να φωνάξει, αλλά τον είδα με έκπληξη να συγκρατείται, σκύβοντας το κεφάλι του και να αρχίσει να κλαίει με λυγμούς. Όμως συνήλθε γρήγορα, σκούπισε τα δάκρυά του και με τη δύναμη των χεριών του (που ήταν γερά) στύλωσε το σώμα του δυνατά, έσπρωξε τον πάγκο με τα κάστανα μπροστά και φώναξε με όλη την ψυχη του στον νεαρό αξιωματικό δυνατά  "Πώς να σηκωθώ κύριε; Της τα έδωσα της Πατρίδας μου και τα δύο". Και σηκώνοντας τα μπατζάκια του παντελονιού, φάνηκαν δύο πόδια, κομμένα πάνω από το γόνατα. Και ξανάρχισε να κλαίει. Ο κόσμος όπως και εγώ γύρω του έκλαιγε και χειροκροτούσε, όμως περισσότερο απο όλους έκλαιγε ο νεαρός αξιωματικός.

Έχουν περάσει περίπου 60 χρόνια. Ποιος ξέρει τι να γίνεται. Εκείνη τη στιγμή πάντως έγινε κάτι το αλησμόνητο, μια φοβερή σκηνή. Ο αξιωματικός σκύβει και αγκαλιάζει και φιλά τον καστανά, και στη συνέχεια στέκεται ευθυτενής μπροστά στον ήρωα, φέρνει το δεξί χέρι στην άκρη του γείσου του πηλίκιού του και τον χαιρετά στρατιωτικά. Του απονέμει "τας κεκανονισμένας τιμάς" που δεν μπόρεσε εκείνος τυπικά να αποδώσει στη σημαία μας, γιατί της χάρισε τα δύο πόδια του στα βορειοηπειρώτικα βουνά μας, για να μπορεί να κυματίζει σήμερα ψηλά η κυανόλευκη σημαία μας, σε λεύτερη πατρίδα. Και οι άλλοι, οι πολλοί να μπορούν  να πηγαίνουν με γρήγορο βήμα στην ειρηνική απασχόλησή τους, χωρίς να γνωρίζουν ότι περνούν μπροστά από έναν ήρωα του αλβανικού μετώπου, τον Έλληνα ήρωα πολεμιστή, όποιο επάγγελμα και να 'χει.
 
Άλλοι δεν μιλούν, άλλοι όμως ειρωνεύονται. Γι' αυτό οι νέες  γενιές πρέπει να μάθουν, να διδαχθούν από την οικογένεια και από το Σχολείο για το Έπος του 1940.
Για το καλό της Πατρίδας μας. 
 
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΤΟΥΛΙΑΣ
ΠΛΩΤΑΡΧΗΣ Π.Ν. εα