Σελίδες

Δρυμάδες: Αστυνομικοί απειλούν τον ιερέα του Αγ. Αθανασίου να αποχωρήσει για να συνεχιστούν τα έργα

Ένταση επικράτησε σήμερα το πρωί στον χώρο που βρίσκονται τα συντρίμμια του Αγίου Αθανασίου. Αστυνομικοί με πολιτικά ρούχα προσπάθησαν εκ νέου να απομακρύνουν τους κατοίκους που παραμένουν επι καθημερινής βάσεως στο σημείο μαζί με τον ιερέα της εκκλησίας. Οι δημοτικές αρχές θέλουν να απομακρύνουν τα συντρίμμια της εκκλησίας και να προχωρήσουν τις εργασίες ανέγερσης του καθολικού μνημείου.
Εμφανώς εκνευρισμένοι οι αστυνομικοί απείλησαν άπαντες με προσαγωγές και έλαβαν απ' τον ιερέα πληρωμένη απάντηση «Μόνο νεκρό θα με πάρετε από εδώ».
- See more at: http://himara.gr/4737-drymades-astynomikoi-apeiloun-ton-ierea-tou-agiou-athanasiou-na-apoxorisei-gia-na-synexistoun-ta-ega#sthash.baIMX2uz.dpuf

Πηγή: www.himara.gr

Τα γεγονότα με το Ναό του Αγίου Αθανασίου στους Δρυμάδες, το Τάγμα των Ουνιτών και οι Αλβανικές Κυβερνήσεις.- Ngjarjet e Kishës së Shën Athanasit në Dhërmi, Misioni Bazilian dhe Qeveritë Shqiptare.

.Ngjarja e Kishës së Shë Athanasit në Dhërmi, përtej habisë dhe reminishencave të një kohe jo shumë të largët, ngjalli dhe një debat në media, falë të cilit gjithkush e di tashmë saktësisht thelbin e kësaj fabule tragjike. Fatmirësisht nëpërmet debatit mjaft intelektualë ortodoksë dhe joortodoksë treguan edhe një herë se tharmi i qytetarisë dhe shpirtit demokrat ekziston ende, ndërkohë që veprimet dhe qëndrimi i qeverisë, fatkeqësisht minoi edhe njëherë atë që sidomos lidershipi politik në vend i pëlqen ta quajnë harmoni fetare. 
Nuk duam të flasim këtu për qëllimet e këtij veprimi arrogant të qeverisë, apo për justifikimin komik të veprime të saj; as nuk duam të bëjmë ndonjë histori në lidhje me misionarin e Kishës Romanokatolike Nilo Catalano, pasi u shkrua mjaft në lidhje me ta këto ditë, bile nuk do të ndalemi as tek butaforia e shtetit, për ndërtimin e një kishe të re, duke u “konsultuar” me popullin, pa përfillur institucionin legjitim, Kishën Ortodokse, pronarin shekullor fizik dhe shpirtëror të kishës në fjalë. 
Duke marrë shkas nga ky veprim dhe duke u abstraguar pak sa në kohë është mirë të sjellim në vëmendjen e opinionit publik disa ngjarje ne lidhje me historinë e aktivitetit të këtij misioni të kishës Romanokatolike në vendin tonë, të sivllezërve të Nil Catalanit në kohë më të afërta, që ka rezultuar një aktivitet shumë i rrezikshëm dhe prosilizues për Kishën Ortodokse ne vend. Kështu në mjaft monografi për Voskopojën shkruar nga studiues me emër, vërehet tendenca e kishës Unite që nëpërmjet misionit të saj me klerikë kryesisht arbërershë, të ndërtonte një qendër të saj në qytetin mesjetar të Voskopojës, por që nuk ja arriti dot qëllimit dhe ky mision atje deshtoi pa filluar mirë.
Gjithashtu nga studiuesit, është mirë të evidentohet edhe lufta e gjatë dhe e dhimshme e popullatës ortodokse arbëreshe, kur kjo e fundit u vendos në Jug të Italisë, për ruajtjen e besimit të vjetër stërgjyshor ortodoks. Kjo qëndresë zgjati për shumë kohë dhe arbëreshët filluan të distancohen edhe nga grupimet e para brenda llojit, të cilët përqafuan fenë Romanokatolike, mjafton të përmendim këtu rastin e Jul Varibobës, poetin e vjetër arbëresh shkruesin e veprës “Gjella e Shën Marisë së Virgjër”, i cili dëbohet prej qytezës së tij nga arbëreshët për arsye se si prift katolik që ishte, filloi të bënte prosilitizëm ndër arbëreshë, për ti bërë ata që të ndërronin fenë e të parëve. Pra ky presion ka ekzistuar së pari mbi vetë arbëreshët. 

Duke erdhur në fillim të shekullit të XX, shikojmë se presioini i Unitëve që shfaqej si kisha arbëreshe, filloi të bëhej nëpërmjet qeverive të asaj kohe. Në kujtimet e një veterani të Rilindjes Kombëtare, Goni Treska, botuar nga Universiteti i Tiranës në vitin 1965, mësojmë se kur patriotët korçarë i këkuan një ndihmë ekonomike shtetit Italian, nëpërmet konsullatës Italiane në Manasir, për të ngritur shkolla në gjuhën shqipe në zonën e Korçës, përgjigjja ishte se nëse 40 familje do të linin besimin ortodoks dhe do të përqafonin atë Unit, Papa do t’ju dërgonte trefishin e shumës së kërkuar. Kështu misionarët unitë arbëreshë, që u shfaqën në vitet 30 të shekullit të kaluar edhe në qytetin e Korçës, nëpërmjet meshave private, të një kishe të përkohëshme dhe të një shkolle, që filloi të funksionojë me murgesha katolike, u përpoqën të bënin për vete besimtarët ortodoksë nëpëmjet shumave monetare dhe bursave që filluan të jepnin kryesisht për në Itali, gjithashtu u përpoqën të bënin për vete disa të rinj bile edhe klerikë ortodoksë, por falë aktivitetit të klerit ortodoks dhe sidomos përpjekjeve të mitropolitit të atëhershëm të Korçës imzot Evlogjio. Kurillës, ata u mënjanuan përfundimisht dhe misioni i tyre dështoi edhe në këtë qytet. 
Megjithatë, këmbëngulja e tyre është vërtet për tu admiruar, me pushtimin e Shqipërisë nga Italia fashiste, prezenca e tyre u rrit mjaft dhe ata synuan që të shtien në dorë krejt Kishën Ortodokse. Në këtë kohë qeveria vendore, e cila kuptohet ishte nën ndikimin e Italisë, ushtroi presion mbi kryepiskopin e atëhershëm të Kishës Ortodokse për të caktuar në vendet vakante të mitropolive në vend, mitropolitë unitë arbëreshë. Pikërisht në këtë periudhë dorëzohet mitropolit profesori i liceut të Tiranës, Ilia Banushi, i njohur më pas me emrin Irine Banushi, në mënyrë që të mos lejonin që këto skema uzurpimi të materializoheshin. Në ballafaqimin që u bë me përfaqësuesin e Vatikanit me kreun e Kishës Ortodokse Shqiptare , mbetën proverbiale fjalët e imzot Evlogjio Kurilla i cili i thotë atij se “ortodoksët shqiptarë do t’ju luftojnë juve dyfish edhe si pushtues të atdheut edhe si pushtues të besimit”. Nëse Kisha Ortodokse diti të mbijetonte me dinjitet edhe në kushte të tilla rrobërie, doemos që do të dijë edhe sot të përballojë këto sfida të turpshme që bëhen me dorën e qeverisë së sotme lokale dhe qëndrore, historia fatkeqësisht përsëritet. 
Vasil Tushi

Marrë nga profili personal i autorit në Facebook

 Το γεγονός με το ναό τους Αγίου Αθανασίου στους Δρυμάδες πέρα από την έκπληξη και την αναπόληση μιας όχι τόσο μακρινής εποχής, επανέφερε μια συζήτηση στα ΜΜΕ, εξαιτίας της οποίας, ο καθένας γνωρίζει τώρα πια ακριβώς την ουσία αυτού του τραγικού μύθου. Ευτυχώς μέσω αυτής της συζήτησης αρκετοί ορθόδοξοι και μη ορθόδοξοι διανοούμενοι  έδειξαν για ακόμη μια φορά πως η ζύμη του πολιτισμού και του δημοκρατικού πνεύματος υπάρχει ακόμα, την ίδια στιγμή που οι πράξεις και η στάση της κυβέρνησης, δυστυχώς υπονόμευσε για ακόμη μια φορά, αυτό που αρέσκεται να ονομάζει θρησκευτική αρμονία.
Δεν θέλουμε να μιλάμε εδώ για τους σκοπούς αυτής της αλαζονικής πράξης της κυβέρνησης ή για την κωμική αιτιολόγηση των πράξεών της, ούτε θέλουμε να κάνουμε καμία ιστορία με τον ιεραπόστολο της Ρωμαιοκαθολικής ιστορίας Νίλο Καταλάνο, αφού έχουν γραφτεί αρκετά σε σχέση με αυτά, αυτές τις μέρες, μάλιστα ούτε καν θα σταθούμε στο δήθεν κρατικό ενδιαφέρων, για το χτίσιμο ενός νέου ναού, κάνοντας «διαβουλεύσεις» μόνο με το λαό, χωρίς να λογαριάσουν την Ορθόδοξη Εκκλησία, το φυσικό πνευματικό και αιώνιο ιδιοκτήτη του εν λόγω ναού.
Λαμβάνοντα αφορμή από την πράξη αυτή και πηγαίνοντας πίσω στο χρόνο είναι καλύτερα να επιστήσουμε την προσοχή της κοινής γνώμης σε μερικά γεγονότα σε σχέση με τη δράση αυτής της ιεραποστολής της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, στην χώρα μας, τον ισαδελφών του Νιλ Καταλανού σε πιο κοντινούς καιρούς, το οποίο αποτέλεσε μια πολύ επικίνδυνη και προσηλυτιστική δράση για την Ορθόδοξη Εκκλησία στην χώρα. Έτσι σε αρκετές μονογραφίες για την Μοσχόπλη, γραμμένα από γνωστούς μελετητές, επιβεβαιώνεται η τάση της Ουνιτικής Εκκλησίας, που μέσω της ιεραποστολή της με κληρικούς κυρίως αρβανίτες/αρμπερές  της   κάτω Ιταλίας, να κτίσει ένα κέντρο της στην μεσαιωνική πόλη της Μοσχόπολης, αλλά που ποτέ δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει τους σκοπούς της και αυτή η αποστολή εκεί απέτυχε πριν ξεκινήσει καλά – καλά.
Επίσης από τους μελετητές, είναι καλό να διακριθεί και ο μακρύς και επίπονος πόλεμος του ορθόδοξου αρβανίτικου πληθυσμού, όταν οι τελευταίοι εγκαταστάθηκαν στα Νότια της Ιταλίας για τη διαφύλαξη της πατροπαράδοτης παλαιάς ορθόδοξης πίστης. Αυτή η αντίσταση διήρκησε πολύ στο χρόνο και οι αρβανίτες/αρμπερές  άρχισαν να κρατούν αποστάσεις και από τις πρώτες ομάδες μέσα στο είδος, οι οποίοι αγκάλιασαν την ρωμαιοκαθολική θρησκεία, αρκεί ν΄ αναφέρουμε εδώ την περίπτωση του Ιούλ(ιου) Βαρυμπόμπη, του παλαιού αρβανίτη ποιητή και συγγραφέα του έργου «Το φαγητό της Παρθένου Μαρίας», ο οποίος εκδιώχτηκε από την κωμόπολη του από τους αρμπερές επειδή ως καθολικός ιερέας που ήταν, άρχισε τον προσηλυτισμό ανάμεσα στους συμπατριώτες του , για να τους κάνει ν΄ αλλάξουν την θρησκεία  των προγόνων τους.  Δηλαδή η πίεση αυτή υπήρχε εξ αρχής πάνω στους ίδιους τους αρμπερές.
Προχωρώντας στην αρχή του 20-του αιώνα  βλέπουμε πως η πίεση των Ουνιτών που εμφανιζόταν ως η εκκλησία των αρμπερέσιδων/ αρβανιτών, άρχισε μέσω των κυβερνήσεων της εποχής. Στα απομνημονεύματα ενός βετεράνου της Αλβανική Εθνικής Αναγέννησης, Γόνη Τρέσκα, που εκδόθηκαν από το Πανεπιστήμιο Τιράνων το 1965, μαθαίνουμε πως όταν οι πατριώτες εξ Κορυτσάς ζήτησαν την οικονομική βοήθεια του ιταλικού κράτους, μέσω του ιταλικού Προξενείου στο Μοναστήρι , για να ανοίξουν αλβανικά σχολεία στην περιοχή της Κορυτσάς, η απάντηση ήταν πως, εάν 40 οικογένειες θα απαρνούνταν την ορθόδοξη πίστη και θα αγκάλιασαν το ουνιτισμό, ο Πάπας θα τους έστελνε τα τριπλά του ποσού που ζητήθηκε στην αρχή. Έτσι οι ουνίτες, αρβανίτες(κάτω Ιταλίας) ιεραπόστολοι που εμφανίστηκαν κατά τα έτη 30 του περασμένου αιώνα και στην πόλη της Κορυτσάς, μέσω των ιδιωτικών «Λειτουργιών/τελετών», μια προσωρινής εκκλησίας και ενός σχολείου που άρχισε να λειτουργεί με καθολικές μοναχές, προσπάθησαν να προσελκύσουν με το μέρος τους ορθόδοξους πιστούς μέσω χρημάτων, υποτροφιών κυρίως στην Ιταλία, αλλά χάρη στο τότε Μητροπολίτη Κορυτσάς Ευλόγιο Κουρίλα  εκείνοι απομακρύνθηκαν εντελώς και η αποστολή τους απέτυχε ολοκληρωτικά  στην πόλη αυτή.
Πέρα τούτο όμως, την επιμονή τους είναι να τη θαυμάσει κανείς, με την κατάκτηση της Αλβανίας από την φασιστική Ιταλία, η παρουσία τους μεγάλωσε αρκετά και εκείνοι στόχευαν πια στον έλεγχο ολόκληρης της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Την εποχή αυτή η τοπική κυβέρνηση, η οποία εννοείται πως ήταν υπό την επιρροή της Ιταλίας, άσκησε πίεση στον τότε Αρχιεπίσκοπο της Ορθόδοξης Εκκλησίας για να τοποθετήσει στις κενές θέσεις των Μητροπόλεων της χώρας , Ουνίτες, αρμπερές/αρβανίτες κληρικούς .Ακριβώς κατά την περίοδο αυτή χειροτονήθηκε Μητροπολίτης ο καθηγητής του Λυκείου Τιράνων, Ηλία Μπανούση, γνωστός με το όνομα Ειρηναίος Μπανούση, ώστε να μην επιτραπεί η πραγματοποίηση αυτών των σχεδίων κατάκτησης. Στη συνάντηση που έγινε μεταξύ των εκπροσώπων του Βατικανού και του Αρχιεπισκόπου  της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας, έμειναν παροιμιώδεις τα λόγια του Σεβασμιότατου Ευλόγιου Κουρίλα  ο οποίος είπε σ΄ αυτόν πως «οι ορθόδοξοι θα σας πολεμήσουν εις διπλούν και ως κατακτητές της πατρίδας και ως κατακτητές της πίστης». Εάν η Ορθόδοξη Εκκλησία ήξερε να επιζήσει με αξιοπρέπεια σε καταστάσεις σκλαβιάς, οπωσδήποτε θα ξέρει και σήμερα να αντιμετωπίσει αυτές τις ντροπιαστικές προκλήσεις που γίνονται με το χέρι της σημερινής κυβέρνησης, τοπικής και κεντρικής. Η ιστορία δυστυχώς επαναλαμβάνεται.

Βασίλεις Τούσης
Φιλόλογος - Διδάκτωρ Φιλοσοφικής Αθηνών, Καθηγητής Πανεπιστημίου Κορυτσάς

Το πήραμε από το προσωπικό του προφίλ στα μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης.

Η αμοιβαία δυσπιστία ως πηγή των ελληνοαλβανικών κρίσεων - Mosbesimi i ndërsjellë si burim i problemeve shqiptaro-greke

Mosbesimi i ndërsjellë si burim i problemeve shqiptaro-greke

Jordan Jorgji

Zhvillimet në lidhje me kishën ortodokse të Shën Thanasit në Dhërmi nxorën sërish në pah marrëdhëniet problematike midis shtetit shqiptar dhe atij grek. Duket se burimi i problemeve të marrëdhënieve në fjalë lidhet në mënyrë të rëndësishme me ekzistencën e mosbesimit të ndërsjellë midis shqiptarëve dhe grekëve, si dhe mes shteteve të tyre. Rrënjët e mosbesimit shqiptaro-grek fillojnë të paktën në shekullin e 19- të, disa dekada pas krijimit të shtetit grek dhe para krijimit të atij shqiptar. Në kuadrin e shoqërisë së segmentarizuar të perandorisë osmane ku identiteti fetar ishte më i fuqishëm se ai kombëtar, përplasja e ideve nacionale përbën themelin e mosbesimit midis dy kombeve dhe shteteve.

Pra, mosbesimi i ndërsjellë fillon nga identiteti i theksuar fetar - ortodoks - i grekëve, si dhe nga nevoja e shqiptarëve për kontrollin e identiteteve fetare nën ombrellën e një ndërgjegjeje kombëtare. Reagimi i Greqisë në rastet e prishjes së kishave, përveç anës pragmatiste të politikës së influencës, tregon ndjeshmërinë e këtij shteti kundrejt mosrespektimit të vendeve të kultit ortodoks. Shqipëria nga ana tjetër e quan reagimin grek ndërhyrje në punët e brendshme tek një shtet tjetër sovran. Ky lloj tensioni u përsërit këtë vit, ashtu si dy vite më parë, në prishjen e kishës së Përmetit, po në muajin gusht, afër ditës fetare të Shën Marisë, duke i ngjarë më shumë një provokimi se sa një politike të pjekur e demokratike në bashkëpunim me komunitetin lokal dhe fetar.

Identifikimi, në të kaluarën, i disa klerikëve ortodoksë të kishës autoqefale shqiptare dhe asaj greke me nacionalizmin dhe irridentizmin grek, por edhe konceptimi nga shteti shqiptar i origjinës greke si kërcënim real për Shqipërinë, ka dëmtuar jo vetëm marrëdhëniet shqiptaro-greke, por edhe ato të kishës autoqefale me shtetin shqiptar. Sot, kryepeshkopi Anastas konsiderohet nga nacionalistët shqiptarë si tejçuesi i politikës së Athinës në Shqipëri, ndërsa nacionalistët grekë propagandojnë shtypjen e ortodoksëve në Shqipëri si dhe kërcënimet e përditshme, me të cilat kryepeshkopi përballet. Sot, referimi i fjalës “vorioepir” nga shteti grek bezdis Shqipërinë, ashtu siç bezdis Greqinë referimi i fjalës “çam” nga zyrtarë të shtetit shqiptar.

Shqetësimi vjen sepse këto dy nocione lidhen më shumë me irridentizëm se sa me realitetin pragmatist. Kur vjen fjala për minoritetin grek në Shqipëri, nacionalistët grekë zmadhojnë dukshëm numrat duke futur edhe ata që s’kanë as lidhje gjuhësore ose etnike me Greqinë dhe as disponojnë ndonjë identitet kombëtar grek. Nga ana tjetër dhe në mënyrë të ngjashme, nacionalistët shqiptarë zvogëlojnë deri në inekzistencë ose në ekzistencë artificiale elementin grek në Shqipëri. Propaganda klasike shqiptare përmblidhet shpeshherë në epitetet e tipit “grekomanë”, “tradhtarë shqipfolës”, “të shitur për një pension”, etj.

Shqipëria shprehu pakënaqësinë e saj sepse në faqen e internetit të presidencës greke ndeshej fjala “vorioepir”, ndërsa në Greqi, theksohet pakënaqësia ndaj përdorimit të hartave shqiptaromadhe nga zyrtarë shqiptarë, si për shembull nga ish-kryeministri Berisha në zyrën e tij apo dhe nga Rama gjatë ndriçimit të kryeministrisë. Ndërsa gjatë Luftës së Dytë Botërore mosbesimi greko-shqiptar përfundoi në armiqësi ndërluftuese, gjendje lufte që për çudi, tipikisht, vazhdon deri më sot, gjatë periudhës gjysmëshekullore të Luftës së Ftohtë mosbesimi dypalësh i shtoi armiqësisë historike kundërshtinë ideologjike të kohës. Ndërhyrja nxitëse e Shqipërisë në luftën civile greke si dhe roli i Greqisë tek presionet e Perëndimit kundër regjimit të Hoxhës helmuan edhe më tej këto marrëdhënie.

Pas viteve 1990, shqiptarë dhe grekë do të vijnë në kontakt të drejtpërdrejtë dhe të gjerë mes tyre përmes emigracionit masiv shqiptar në Greqi. Përveç të tjerash, ky fenomen shërbeu në prodhimin e stereotipeve tek të dyja shoqëritë karshi njëra-tjetrës. Për grekët, shqiptarët sollën në Greqi kriminalitetin, ndërsa për shqiptarët, grekët ishin popull racist që shkelnin të drejtat e emigrantëve. Mosbesimi midis dy vendeve u rrit akoma dhe më shumë. Precipitimi i këtij mosbesimi në marrëdhëniet ndërshtetërore u pasqyrua përmes tensioneve të herëpashershme. Pavarësia e Kosovës si dhe të drejtat e shqiptarëve të Ish Republikës Jugosllave të Maqedonisë pas Marrëveshjes së Ohrit, i dha një hov kombësisë shqiptare dhe krenarisë për të deklaruar këtë kombësi.

Mundësia e kalimit të këtij entuziazmi në irridentizëm shqetëson jo vetëm Greqinë, por edhe shtete të tjera të Ballkanit. Trekëndëshet diplomatike ose gjeostrategjike përbëjnë një faktor tjetër që mëshuan në mosbesimin shqiptarogrek dhe e përdorën atë. Pas pushtimit të Shqipërisë, Italia fashiste sulmoi Greqinë duke përdorur si pretekst problemin çam. Disa dhjetëvjeçarë më vonë, ish-ministrja e jashtme greke Dhora Bakojani fajësoi ndërhyrjen e Turqisë, në rrëzimin nga Gjykata Kushtetuese shqiptare të marrëveshjes së shelfit kontinental midis Shqipërisë dhe Greqisë në vitin 2010. Sipas ekspertëve grekë, qëndrimet e Shqipërisë janë identike me ato turke se ishujt nuk disponojnë shelf kontinental, ndërsa pala greke mbron qendrueshmërisht pikëpamje të kundërt.

Rama, Majko dhe Berisha, kundërshtojnë ndërhyrjet e Greqisë duke theksuar se Shqipëria nuk është nën tutelën e Greqisë, ndërsa shumë media greke bëjnë fjalë për provokime shqiptare mbi sovranitetin tokësor dhe detar të Greqisë. Është tepër e rëndësishme të kuptohet se në marrëdhëniet ndërshtetërore nuk mjafton vetëm zgjidhja mekanike apo aritmetike e problemeve dypalëshe dhe shumëpalëshe. Nevojitet analizë e kujdesshme e perceptimeve konfliktuale, të cilat helmojnë marrëdhëniet midis brezave dhe shoqërive duke sjellë urrejtje dhe luftë, edhe pse këto perceptime mund të jenë prodhuar për përdorim të brendshëm.

Çdo shtet ka si qëllim primar mbrojtjen e interesave kombëtare. Por aq e rëndësishme sa këto interesa janë edhe ato ndërkombëtare dhe rajonale, për ekzistencën e paqes dhe progresit në vend dhe në rajon. Qasja midis Shqipërisë dhe Greqisë, por edhe midis vendeve të tjera, duhet të bazohet në krijimin e një atmosfere miqësore afatgjatë, ku problemet e ndryshme të zgjidhen në klimën e miqësisë së përhershme midis kombeve. Nuk mjaftojnë vetëm qarku i mbyllur i ekzistencës së marrëdhënieve ndërshtetërore, ministrave, diplomatëve, nëpunësve civilë, rrogave....dhe rutinës që vijon.

πηγή

 

Η αμοιβαία δυσπιστία ως πηγή των ελληνοαλβανικών κρίσεων


Ιορδάνης Γιώργη (Jordan Jorgji)

Οι πρόσφατες εξελίξεις σχετικά με την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου στην Δρυμάδες έφεραν και πάλι στο προσκήνιο τις προβληματικές σχέσεις ανάμεσα στην Αλβανία και την Ελλάδα. Φαίνεται ότι οι κρίσεις στις διμερείς αυτές σχέσεις έχουν ως σημαντική πηγή την ύπαρξη αμοιβαίας δυσπιστίας μεταξύ Αλβανών και Ελλήνων, καθώς και μεταξύ των χωρών τους.
Οι ρίζες της ελληνοαλβανικής δυσπιστίας ξεκινάνε τουλάχιστον κατά τον 19ο αιώνα, μερικές δεκαετίες μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους και πριν τη σύσταση του αλβανικού. Στο πλαίσιο μίας κερματισμένης οθωμανικής κοινωνίας, όπου η θρησκευτική ταυτότητα ήταν σαφώς ισχυρότερη από την εθνική, η σύγκρουση των εθνικών ιδεών και κινημάτων αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο της δυσπιστίας μεταξύ των δύο εθνών και κρατών. Έτσι λοιπόν, η αμοιβαία δυσπιστία ξεκίνησε, αφενός, από την έντονη θρησκευτική – ορθόδοξη – ταυτότητα των Ελλήνων, και αφετέρου, από την προτεραιότητα των Αλβανών να ελέγχουν τις θρησκευτικές ταυτότητες κάτω από την ομπρέλα μιας συνολικής – εθνικής – συνείδησης.
Η αντίδραση της Ελλάδας στις περιπτώσεις εκούσιας βλάβης στις εκκλησίες, εκτός από τη διάσταση της άσκησης μίας ρεαλιστικά πολιτικής επιρροής, δείχνει την ευαισθησία της συγκεκριμένης χώρας σε κάθε έλλειψης σεβασμού για τους ορθόδοξους χώρους λατρείας. Η Αλβανία, από την άλλη, χαρακτηρίζει την ελληνική αντίδραση ως παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις ενός άλλου κυρίαρχου κράτους. Αυτό το είδος έντασης επαναλήφθηκε φέτος, όπως και πριν από δύο χρόνια όταν κατεδαφίστηκε μία εκκλησία στη Πρεμετή, επίσης το μήνα Αύγουστο, κοντά στην εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Έτσι, οι ενέργειες της Αλβανίας απέναντι στις εκκλησίες, μοιάζουν περισσότερο με εσκεμμένη πρόκληση παρά με μια σοβαρή και δημοκρατική πολιτική που χαράζεται σε συνεργασία με τη τοπική και θρησκευτική κοινότητα.
Η παρελθούσα ταύτιση ορισμένων ιερέων, Αλβανών και Ελλήνων, με τον ελληνικό εθνικισμό και αλυτρωτισμό, αλλά και η εχθρική αντιμετώπιση από την Αλβανία της ελληνικής καταγωγής ως εν δυνάμει απειλητικό στοιχείο, έβλαψαν όχι μόνο τις ελληνοαλβανικές σχέσεις, αλλά είχαν αρνητικό αντίκτυπο και στη σχέση της αυτοκέφαλης ορθόδοξης εκκλησίας με το αλβανικό κράτος. Η αντίληψη που επικρατεί σήμερα στο κόλπο των Αλβανών εθνικιστών για τον Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο είναι ότι προωθεί στην Αλβανία τα σχέδια και την πολιτική της Αθήνας. Με τον ίδιο τρόπο, οι Έλληνες εθνικιστές κάνουν λόγο για καθημερινές απειλές και πίεση που δέχεται στην Αλβανία ο Αρχιεπίσκοπος καθώς και όλοι οι ορθόδοξοι.
Σήμερα, η αναφορά του όρου «Βόρειος Ήπειρος» από το ελληνικό κράτος ενοχλεί την Αλβανία, όπως επίσης, ενοχλεί την Ελλάδα κάθε φορά που Αλβανοί αξιωματικοί επικαλούνται τη λέξη «Τσάμηδες». Η ανησυχία αυτή προέρχεται από το γεγονός ότι οι δύο έννοιες σχετίζονται περισσότερο με αλυτρωτικές τάσεις παρά με την πραγματιστική πραγματικότητα.
Όσον αφορά την ελληνική μειονότητα στην Αλβανία, οι Έλληνες εθνικιστές αυξάνουν συχνά τους αριθμούς, συμπεριλαμβάνοντας σε αυτή άτομα που δεν διαθέτουν σχεδόν κανένα γλωσσικό ή εθνοτικό δεσμό με την Ελλάδα και ούτε νιώθουν συνειδητά μέλη ενός ελληνικού έθνους. Από την άλλη και με παρόμοιο τρόπο, Αλβανοί εθνικιστές  έχουν σταθερά την τάση να μειώνουν σε ανυπαρξία ή σε τεχνητή ύπαρξη το ελληνικό στοιχείο στην Αλβανία. Η εθνικιστική προπαγάνδα των Αλβανών συνοψίζεται συχνά σε  επιθετικούς μειονεκτικούς προσδιορισμούς κατά των Ελλήνων της μειονότητας, όπως "γκρεκομάνοι", "αλβανόφωνοι προδότες", "λασποαίματοι", "πουλημένοι για μία σύνταξη" και ούτω καθεξής.
Η Αλβανία εξέφρασε τη δυσαρέσκειά της επειδή συνάντησε τον όρο «Βόρειο Ήπειρο» στην ιστοσελίδα του Έλληνα Προέδρου της Δημοκρατίας. Ομοίως, η Ελλάδα ανησυχεί για την ευρεία χρήση συμβόλων της «Μεγάλης Αλβανίας» και από επισήμους Αλβανούς, όπως, για παράδειγμα, από τον πρώην πρωθυπουργό Μπερίσα – ο όποιος φυλάει στο γραφείο του τον προκλητικό χάρτη της «Μεγάλης Αλβανίας» που εμφανίστηκε στον ποδοσφαιρικό αγώνα με τη Σερβία – ή από το νυν πρωθυπουργό Ράμα – ο οποίος επέτρεψε την προβολή αυτού του χάρτη στους τοίχους του Πρωθυπουργικού Μεγάρου.
Ενώ, στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η ελληνοαλβανική δυσπιστία κατέληξε σε «αντιμαχόμενη έχθρα» - εμπόλεμη κατάσταση που παραδόξως, συνεχίζεται, τυπικά, μέχρι και σήμερα – κατά τη διάρκεια μισού αιώνα του Ψυχρού Πολέμου, η διμερής δυσπιστία συνδύασε τις ιστορικές ανασφάλειες και διενέξεις με την ιδεολογική αντιπαλότητα, χαρακτηριστικό στοιχείο τότε. Η παρέμβαση της Αλβανίας στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο αφενός, και ο ρόλος της Ελλάδας στις πιέσεις της Δύσης κατά του καθεστώτος «Χότζα» αφετέρου, δηλητηρίασαν περαιτέρω τις σχέσεις.
 Μετά το 1990, Αλβανοί και Έλληνες θα έρθουν σε άμεση και ευρεία επαφή μεταξύ τους, μέσω της μαζικής μετανάστευσης των Αλβανών στην Ελλάδα. Αυτό χρησίμευσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία στερεοτύπων και στις δύο κοινωνίες κατά του «άλλου». Για τους Έλληνες, οι Αλβανοί έφεραν την εγκληματικότητα στην Ελλάδα, ενώ για τους Αλβανούς, οι Έλληνες ήταν ένας ρατσιστικός λαός που καταπατούσε τα δικαιώματα των μεταναστών. Η δυσπιστία μεταξύ των δύο χωρών αυξήθηκε πιο πολύ. Ο αντικατοπτρισμός της συγκεκριμένης δυσπιστίας στις διακρατικές σχέσεις, προκάλεσε, συχνές εντάσεις.  
Η ανεξαρτησία του Κοσσόβου, καθώς και η αναβάθμιση των δικαιωμάτων των Αλβανών στην ΠΓΔΜ μετά τη Συμφωνία της Αχρίδας, εμψύχωσε τους Αλβανούς να δηλώνουν με περισσότερη υπερηφάνεια την αλβανική τους ταυτότητα. Η πιθανή υπέρβαση αυτού του ενθουσιασμού σε αλυτρωτισμό, ενοχλεί όχι μόνο την Ελλάδα αλλά και τις άλλες χώρες των Βαλκανίων.
Τα διπλωματικά ή γεωστρατηγικά «τρίγωνα» αποτελούν έναν άλλο παράγοντα που τονίζουν και εκμεταλλεύονται την ελληνοαλβανική δυσπιστία. Το 1940, μετά την κατάληψη της Αλβανίας, η φασιστική Ιταλία επιτέθηκε στην Ελλάδα, χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα το πρόβλημα των «Τσάμηδων». Δεκαετίες αργότερα, η πρώην υπουργός εξωτερικών της Ελλάδας, Ντόρα Μπακογιάννη, κατηγόρησε την παρέμβαση της Τουρκίας στην καταψήφιση από το αλβανικό Συνταγματικό Δικαστήριο της συμφωνίας για την υφαλοκρηπίδα, η οποία υπεγράφη ανάμεσα στην Αλβανία και την Ελλάδα το 2009.
Σύμφωνα με Έλληνες ειδικούς, υπάρχει ταύτιση στις αλβανικές και τις τουρκικές θέσεις ότι οι βραχονησίδες δε διαθέτουν υφαλοκρηπίδα, ενώ η ελληνική πλευρά προβάλλει αντίθετη άποψη. Ο Ράμα, ο Μπερίσα και ο Μαΐκο, αντιτίθενται σε «παρεμβάσεις» της Αθήνας, τονίζοντας ότι η Αλβανία δεν βρίσκεται υπό τη κηδεμονία της Ελλάδα. Από την άλλη, ελληνικά ΜΜΕ υποστηρίζουν ότι τα Τϊρανα αμφισβητούν τα θαλάσσια και χερσαία σύνορα με την Ελλάδα.
Εξαιρετικά σημαντικό αποτελεί το γεγονός ότι στις διακρατικές σχέσεις δεν αρκεί μόνο η λογική της μηχανικής ή αριθμητικής λύση στα διμερή ή πολυμερή θέματα. Χρειάζεται προσεκτική ανάλυση των αλληλοσυγκρουόμενων αντιλήψεων, οι οποίες δηλητηριάζουν τις σχέσεις μεταξύ των γενεών και των κοινωνιών, φέρνοντας μίσος και πολέμους. Αυτό δεν δικαιολογεί τη πιθανή κατασκευή των συγκεκριμένων αντιλήψεων για εσωτερική χρήση, με σκοπό  την αποβολή πολιτικού κόστους. Πρωταρχικός στόχος κάθε κράτους αποτελεί η υπεράσπιση και η προώθηση των εθνικών συμφερόντων. Παράλληλα, εξίσου σημαντικά είναι τα περιφερειακά και τα διεθνή συμφέροντα, η διατήρηση της ειρήνης και της προόδου, και τη χώρα αλλά και ευρύτερα. Η ελληνοαλβανική προσέγγιση, καθώς και η προσέγγιση με άλλες χώρες, θα πρέπει να βασίζεται στη δημιουργία μίας μακροπρόθεσμης φιλικής ατμόσφαιρας, όπου τα διάφορα προβλήματα να επιλυθούν σε κλίμα  μόνιμης φιλίας μεταξύ των λαών και εθνών. Δεν αρκεί μονάχα ο κλειστός κύκλος μίας απλής και μονότονης ύπαρξης των διακρατικών σχέσεων, των υπουργών, των διπλωματών, των δημοσίων υπαλλήλων, των μισθών .... και της ρουτίνας που ακολουθεί.