Σελίδες

"Η Ελλάδα και η Αλβανία - 50 χρόνια αμοιβαίας δυσπιστίας" - Fusha e “minuar” e marrëdhënieve shqiptaro-greke

Ένα οδοιπορικό ιστορίας στο ναρκοθετημένο- εκατέρωθεν- πεδίο των ελληνοαλβανικών σχέσεων των ετών 1945- 1991 είναι το βιβλίο «Ελλάδα και Αλβανία» του Σταύρου Γ. Ντάγιου που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Literatus στη Θεσσαλονίκη.
 Ο συγγραφέας, που είναι διδάκτορας Ιστορίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με σχετικό έργο («Ο ελληνικός εμφύλιος», «Η διεθνής διάσταση της ρήξης Χότζα- Τίτο», «Αποκληρωμένο έθνος: Η λαϊκή λογοτεχνία των Ελλήνων της Βορείου Ηπείρου»), αποτολμά το περπάτημα… Και το πραγματοποιεί πατώντας πάνω σε ελληνικά, δυτικά αλλά και αλβανικά αρχεία, έχοντας παράλληλα συμβουλευθεί Έλληνες αξιωματούχους του υπουργείου Εξωτερικών με πρώτους τους πρώην υπουργούς Πέτρο Μολυβιάτη και Θεόδωρο Πάγκαλο, τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας καθώς και ανώτατα στελέχη του κομμουνιστικού καθεστώτος της Αλβανίας μεταξύ των οποίων και τον πρώην υπουργό Παιδείας Τεύτα Τσάμη και δεκάδες άγνωστες μέχρι τώρα πηγές και απόρρητους φακέλους.
    Και- χωρίς να κρύβει την θέση του υπέρ της κατατρεγμένης από το καθεστώς ελληνικής μειονότητας- δεν χαρίζεται σε καμία πλευρά, σημειώνοντας πως στην πολυετή αρχειακή έρευνά του συνάντησε προσκόμματα, εμπάθειες και αναλήθειες και από τις δύο πλευρές:
   «Η κομμουνιστική βιβλιογραφία της Αλβανίας είχε ως στόχο τη δημιουργία ενός ψευδούς μύθου περί της ελληνικής ενοχής , ενώ η Ελλάδα εξέφραζε υπερβολές και ανακρίβειες στοχοποιώντας τους κομμουνιστές ως το άπαν του κακού».
    Ένα , πάντως, δεν διαπραγματεύεται σε αυτή την πραγματεία των 487 σελίδων. Ότι στο χώρο της μειονότητας η πάλη των τάξεων υπήρξε μία μορφή παρατεταμένου εμφυλίου, η οποία πάλη δεν απαλλάχθηκε από δύο βασικές ανεπάρκειες της ανθρώπινης φύσης: Το μίσος του Αλβανού ηγέτη του Κομμουνιστικού Κόμματος Ενβέρ Χότζα κατά των πολιτικών του αντιπάλων, αλλά και το φόβο του …
   Παραδεχόμενος ότι «κανένα έθνος δεν είναι αλάθητο, ακόμη και τα έθνη- θύματα θηριωδών», χαρακτηρίζει την Αλβανία ως «έθνος που πιστεύει πως διαθέτει ένδοξη ιστορία που όμως δεν μπορεί να… αποδείξει» , ενώ επισημαίνει ότι «η υπεροπτική Ελλάδα είχε την τάση να αναδεικνύει μια υπέρμετρη αναφορά σε αρχαίες αξίες συμπεριφερόμενη δυσανάλογα με την οικονομική της βαρύτητα».
   Στο πρώτο κεφάλαιο ο ερευνητής καταγράφει την άμεση εμπλοκή των Αλβανών στον ελληνικό εμφύλιο με τις διαφωνίες Χότζα- Ζαχαριάδη . Στο δεύτερο κεφάλαιο μιλάει για τον «άτσαλο» τρόπο αποχώρησης των ελλήνων ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού με τις δύο χώρες να εμπλέκονται σε επιχειρήσεις κατασκοπείας και δολιοφθοράς κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου Σοβιετικής Ένωσης- ΗΠΑ. Στο τρίτο κεφάλαιο μελετάει την μακρά πορεία αποκατάστασης των διμερών σχέσεων που ξεκίνησε επί δικτατορίας το 1971 όταν πια η Αλβανική κυβέρνηση είχε διώξει τους Σοβιετικούς καλώντας τους Κινέζους. Στο τέταρτο κεφάλαιο φωτίζει την προσέγγιση των δύο χωρών μετά την καραμανλική μεταπολίτευση του 1974 υπό την κοινό φόβο της σοβιετικής απειλής. Στο πέμπτο κεφάλαιο αναλύει την περίοδο διακυβέρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου το 1981- 1989 οπότε ήρθη εκ μέρους της Ελλάδας η ο νόμος περί εμπολέμου, με διεξοδική παρουσίαση της καταπιεστικής πολιτικής η οποία επέφερε καταδίκες εις βάρος της Αλβανίας από διεθνείς φορείς λίγο πριν την πτώση του κομμουνιστικού συστήματος (1991).
    Στο δεύτερο μέρος ο συγγραφέας παρουσιάζει την προσπάθεια του αλβανικού καθεστώτος να αλλοιώσει τη δημογραφική υπεροχή των Ελλήνων στα 101 χωριά της «Νότιας Αλβανίας» , όπως ήταν η επίσημη ονομασία αυτού που οι Έλληνες αποκαλούν «Βόρειο Ήπειρο», με τις μεθοδεύσεις αλλοίωσης να έχουν αρχίσει από την εποχή του βασιλιά Ζόγκ.
   Το διάλλειμα της απελευθερωτικής εισόδου των ελληνικών στρατευμάτων το χειμώνα του 1940 κράτησε μέχρι τον Απρίλιο του 1941, οπότε η μειονότητα παραδόθηκε στις φρικαλεότητες των Ιταλών φασιστών, για να βρεθεί κατόπιν στο πλευρό του αλβανικού ΕΑΜ προσδοκώντας την αυτοδιάθεση μέσω δημοψηφίσματος- κάτι που δεν δόθηκε ποτέ από τους νικητές συμμάχους…   
    Ανάμεσα στη πληθώρα των στοιχείων διασώζει τα ονόματα των πρώτων Ελλήνων διδασκάλων που εκτελέστηκαν με την κατηγορία των «εχθρών της λαϊκής εξουσίας» αμέσως μόλις ανακηρύχθηκε η «Λαϊκή Δημοκρατία». Και βέβαια στηλιτεύει την ύβρη του Ενβέρ Χότζα να καταργήσει το 1976 δια… νόμου όλες τις θρησκείες, που είχε ως αποτέλεσμα να κλείσουν 2.100 ελληνορθόδοξοι ναοί και μοναστήρια με πολλές εκκλησιές να μετατραπούν σε αποθήκες ή κέντρα ψυχαγωγίας για τη νεολαία!
   Μια τεκμηριωμένη έρευνα για τα δεινά του ελληνισμού στην Αλβανία που αποφεύγει - μετά λόγου γνώσεως- τις «νάρκες» του εθνικισμού…
ΑΠΕ-ΜΠΕ

Një udhëtim në fushën e minuar të marrëdhëniëve shqiptaro-greke që tenton të hedhë dritë mbi raportin mes dy vendeve vjen i botuar në një libër nga profesori i Historisë në Universitetin Aristotelio të Selanikut, Stavro Daju me titull “Shqipëria dhe Greqia.
Daju analizon kryesisht periudhën pas Luftës së Dytë Botërore, duke evidentuar se Letërsia e Realizmit Socialist Shqiptare kishte për qëllim të krijonte një mit të rreme në lidhje me fajin grek, ndërsa thotë se gjatë kësaj periudhe Greqia ka shprehur ekzagjerime dhe pasaktësi, duke i cilësuar komunistët si burimi I të gjitha të kqëijave. Ai thotë se lufta e klasave në minoritet ishte një formë e luftës zgjatur civile. Në pjesën e dytë autori paraqet përpjekjet e regjimit shqiptar për të ndryshuar superioritetin demografik të grekëve në 101 fshatra në "Shqipërinë e Jugut", siç ishte emri zyrtar i asaj që grekët e quajnë "Epiri i Veriut", me intriga e ngatërresa që kanë filluar koha e Mbretit Zog.
Duke pranuar se "asnjë komb nuk është i pagabueshëm” Daju e përshkruan Shqipërinë si "një komb që beson se ka  një histori të lavdishme, por që nuk mund të vërtetojë ...", ndërsa thekson se "Greqia fodulle ka qenë e  prirur për të nxjerr në pah referencat e të kaluarës mitologjike që kanë qenë  në disproporcion me peshën e saj ekonomike"
Në kapitullin e parë studiuesi regjistron përfshirjen e drejtpërdrejtë të shqiptarëve në luftën civile greke duke përmendur mosmarrëveshjet Hoxha- Zahariadi.Kapitulli i dytë flet për rrugën "ngathët" të tërheqjes së rebelëve të Ushtrisë Demokratike Greke në të dy vendet për t'u angazhuar në spiunazh dhe sabotuar operacionet gjatë Luftës së Ftohtë  mes Bashkimit Sovjetik dhe SHBA.
Në kapitullin e katërt  Daju ndriçon afrimin mes dy vendeve gjatë qeverisjes së Karamanlis në vitin 1974 nën frikën e përbashkët të kërcënimit sovjetik. Kapitulli i pestë analizon periudhën e qeverisë së Andreas Papandreu 1981- 1989, ku sipas tij Greqia tërheq aktin si palë ndërluftuese me Shqipërinë dhe nisjen e një politike represive që shtoi presionin e organizatave ndërkombëtarë ndaj  Shqipërisë pak para rënies së komunizmit (1991).
Daju ka shfrytëzuar Arkivin e Historisë Bashëkohore, burime deri tani të panjohura dhe fotografi konfidenciale si dhe është konsultuar me ish-zyrtarë të Ministrisë së Jashtme greke, me ish-ministrat Petro Moliviatis dhe Theodoros Pangalos, ish-zyrtarë të lartë të regjimit komunist në Shqipëri, duke përfshirë ish-ministrin e Arsimit, Tefta Çami.

Γιατί ενανθρώπησε ο Υιός και όχι ο Πατήρ ή το Πνεύμα - Pse u trupëzua Biri dhe jo Ati ose Shpirti i Shenjtë.

Γιατί ενανθρώπησε ο Υιός και όχι ο Πατήρ ή το Πνεύμα

Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός

Ο Πατήρ δεν μεταπίπτει στον Υιό, παραμένει πάντα Πατήρ- ο Υιός δεν μεταπίπτει στον Πατέρα, παραμένει πάντα Υιός· το Πνεύμα δεν μεταπίπτει στον Πατέρα ή τον Υιό, παραμένει πάντα Πνεύμα άγιο. Η ιδιότητα καθενός προσώπου της Αγίας Τριάδας είναι σταθερή και αμετάβλητη. Πώς, άλλωστε, θα παρέμενε ιδιότητα αν ε­ναλλασσόταν συνεχώς περνώντας κάθε φορά σε άλλο πρόσωπο; Γι’ αυτό ο Υιός του Θεού είναι που γίνεται Υιός του ανθρώπου, για να παραμείνει ακριβώς η ιδιότητα αμετακίνητη. Γιατί, όντας Υιός του Θεού, όταν έγινε Υιός του ανθρώπου παίρνοντας σάρκα ανθρώπινη απ’ την αγία Παρθένο, δεν αλλοτριώθηκε από την υιική του ιδιότητα.
Ο Υιός του Θεού ενανθρώπησε για να χαρίσει ξανά στον άνθρωπο εκείνο για το οποίο δημιουργώντας τον, τον προόρισε. Τον δημιούργησε σύμφωνα με τη δική του εικόνα, διανοητή και ελεύθερο, προορισμένο να του μοιάζει, δηλαδή να είναι, όπως κι ο δημιουργός του, τέ­λεια ενάρετος, πράγμα κατορθωτό για την ανθρώπινη φύση. Γιατί οι αρετές, δηλαδή η νηφαλιότητα, η ηρεμία, η ακεραιότητα, η αγαθοσύνη, η σοφία, η δικαιοσύνη, η ανεξικακία είναι, πρωταρχικά, γνωρίσματα της θείας φύ­σης. Ο Θεός, λοιπόν, δημιούργησε τον άνθρωπο σε πλήρη κοινωνία μαζί του (τον δημιούργησε για να μείνει άφθαρτος, τον ανέβασε στην αθανασία με το να τον κρα­τά κοντά του). Εμείς, όμως, αυτά τα γνωρίσματα της θείας φύσης τα αλλοιώσαμε και τα μπερδέψαμε με την παράβαση της εντολής, και περάσαμε στην παράταξη της κακίας με αποτέλεσμα να χάσουμε την κοινωνία με το Θεό. Τίς γαρ μετουσία φωτί προς σκότος; Και όταν πια στερηθήκαμε τη ζωή, πέσαμε στη φθορά του θανά­του.
Επειδή, τώρα, ο Θεός μάς πρόσφερε το ύψιστο και δεν το διαφυλάξαμε, χρειάστηκε να κατέβει αυτός ότι χείριστο, δηλαδή στη δική μας ξεπεσμένη φύση, ώστε να μας ξαναδώσει, προσφέροντας και ενεργώντας ο ίδιος, την εξομονωμένη μ’ αυτόν εικόνα και τον αρχαίο προο­ρισμό. Κι ακόμα να μας διδάξει το ενάρετο ήθος της βιωτής, αυτό το ήθος που ο ίδιος με την επίγεια ζωή του κατέστησε συγκεκριμένο και ευκολοκατόρθωτο. Κι ακό­μα να μας ελευθερώσει από τη φθορά, γέρνοντάς μας πάλι σε κοινωνία με τη ζωή, με το να ανοίξει ο ίδιος το δρόμο της δικής μας ανάστασης. Και ακόμα να ξανακάνει και­νούργιο το θρυμματισμένο κι αγνώριστο κανάτι της ύ­παρξής μας, να λύσει τα δεσμά της κυριαρχίας του δια­βόλου επάνω μας προσκαλώντας μας να αναγνωρίσουμε την κυριαρχία του Θεού. Και ακόμα να μας γεμίσει κου­ράγιο και να μας εκπαιδεύσει να πολεμούμε τον τύραννο με την υπομονή και την ταπείνωση.
Με την ενανθρώπηση, λοιπόν, του Υιού του Θεού καταργήθηκε η λατρεία των δαιμόνων, όλη η κτίση αγιά­στηκε με το θείο του αίμα, οι βωμοί και οι ναοί των ει­δώλων κατεδαφίστηκαν, ρίζωσε η γνώση του Θεού, λα­τρεύεται πια η ομοούσια Τριάδα, η άκτιστη θεότητα, ο ένας αληθινός Θεός ο δημιουργός και κυβερνήτης του σύμπαντος. Τώρα πια, πάλι, οι αρετές είναι κατορθωτός τρόπος ζωής, προσφέρθηκε η ελπίδα με την ανάσταση του Χριστού· τώρα πια οι δαίμονες τρέμουν τους ανθρώ­πους που προηγουμένως ήταν του χεριού τους.
Και το πράγματι αξιοθαύμαστο, είναι πως όλα αυτά κατορθώθη­καν με το σταυρό και τα πάθη και το θάνατο. Κηρύχθηκε σ’ όλη τη γη το Ευαγγέλιο της υποταγής στο Θεό, όχι με πολέμους και όπλα και στρατούς που σύντριβαν εχθρούς. Κηρύχθηκε από λίγους γυμνούς, φτωχούς κι αγράμμα­τους, που διώχνονταν από παντού, που δέχονταν κτυπήματα, που θανατώνονταν, που κήρυτταν ένα σταυρωμένο και νεκρό, που όμως επικράτησαν απέναντι στους σο­φούς και τους ισχυρούς γιατί ακριβώς τους ακολουθούσε η ακαταμάχητη δύναμη του σταυρωμένου. Ο θάνατος, ο πριν τρομακτικός, νικιέται, και καταδικάζεται τώρα ο α­πόβλητος και μισητός της ζωής.
Αυτά είναι τα αποτελέσματα της παρουσίας του Χρι­στού· αυτές είναι οι συνέπειες της επιβολής της δύναμής του. Δεν έσωσε ένα λαό, όπως ο Μωυσής που φυγάδευσε από την Αίγυπτο τους Εβραίους περνώντας τους μέσα από τη θάλασσα για ν’ απαλλαγούν από τη δουλεία του Φαραώ. Έσωσε ολόκληρη την ανθρωπότητα από τη φθο­ρά του θανάτου και το γεμάτο κακία τύραννο, την αμαρτία. Και έσωσε τους ανθρώπους όλους, όχι πειθαναγκάζοντάς τους να ασκήσουν την αρετή, όχι παραχώνοντάς τους στο χώμα, όχι καίοντάς τους και διατάσσοντας να λιθοβολούνται οι αμαρτωλοί, αλλά πείθοντάς τους με πραότητα, υπομονή και συγχωρετικότητα να διαλέξουν την αρετή και να συναγωνίζονται στους κόπους γι’ αυτήν και έτσι να ικανοποιούνται. Προηγουμένως όταν αμάρταναν ετιμωρούντο με κτυπήματα κι όμως επέμεναν στην αμαρτία και την είχαν θεοποιήσει· τώρα δέχονται να υφίστανται κτυπήματα για χάρη της υπακοής στο Θεό και για χάρη της αρετής, δέχονται να κακοπάθουν και να θα­νατώνονται.
Δόξα σε σένα Χριστέ, Λόγε του Θεού και Σοφία και Δύναμη και Θεέ Παντοκράτορα. Τί να σου αντιδωρίσουμε εμείς οι άπραγοι για όλα όσα μας χάρισες; Όλα μας τα έχεις δοσμένα εσύ και τίποτ’ άλλο δε ζήτησες από εμάς παρά ν’ αποδεχτούμε τη σωτηρία που μας πρόσφερες, δίνοντάς μας ακόμα και τη δύναμη για να το κάνουμε. Και την προσπάθεια μας πάλι νιώθεις για χάρη γιατί εί­σαι απερίγραπτα αγαθός. Σ’ ευχαριστούμε, εσένα που μας έδωσες την ύπαρξη, μα και μας χάρισες την αιώνια ζωή· εσένα που  όταν την χάσαμε και την αρνηθήκαμε, μας οδήγησες πίσω σ’ αυτήν με την ενανθρώπησή σου που καμιά γλώσσα δεν τολμά να ερμηνεύσει.
(Πηγή: «Χριστούγεννα», εκδ. Ακρίτας, σ.76-81)

Pse u trupëzua Biri dhe jo Ati ose  Shpirti i Shenjtë.


Shën Joan Damaskinoi

Ati nuk bie (kërcen/zë vendin ) në Bir, mbetet gjithmonë At – Biri nuk bie në At, mbetet gjithmonë Bir, Shpirti i Shenjtë nuk bie në At ose Bir, mbetet gjithmonë Shpirti i Shenjtë. Cilësia e secilit prej personave të Trinisë së Shenjtë është stabël dhe e pandryshueshme. Si do të mbetej ndryshe cilësi, nëse ndryshonte vazhdimisht duke kaluar nga njëri person tek tjetri? Për këtë arsye Biri i Zotit ishte që u bë Biri i njeriut, me qëllim të mbetej pikërisht cilësia e pandryshueshme. Sepse duke qënë Biri i Zotit, kur u bë Biri i njeriut duke marrë trupin njerëzor nga Virgjëresha e shenjtë nuk u ndryshua cilësia e tij e të qënit “Bir”.


Biri i Zotit u trupëzua që t’i falë sërish njeriut atë për të cilën, duke e krijuar, e destinonte. E krijoi sipas shëmbëlltyrës së tij, mendimtar dhe të lirë, të destinuar që ti ngjasë, dmth të jetë, ashtu si dhe krijuesi i tij, përsosmërisht i virtytshëm, gjë e arritshme nga natyra njerëzore. Sepse virtytet dmth qartësia e të menduarit, qetësia, integriteti, mirësia, mençuria, drejtësia, mungesa e ligësisë janë, si fillim, karaktersitka të natyrës hyjnore. Zoti, pra krijoi njeriu në një kungim të plotë me të ( e krijoi që të mbetet i pacënueshëm/i pakorruptueshëm, e ngjiti tek pavdekshmëria duke e mbajtur pranë tij). Por ne, këto karakteristika të natyrës hyjnore i tjetërsuam dhe i ngatërruam me shkeljen e urdhërit dhe kaluam në krahun e së keqes me rezultat të humbasim kungimin tonë me Zotin.  Çfarë lidhje ka drita me errësirën? Dhe kur tashmë kishim humbur jetën, u rrëzuam në degradimin e vdekjes.


Por, mqs, tani Zoti ynë na ofroi më të lartën dhe nuk e ruajtëm, na u desh që zbresë ai tek më e ulta, dmth në natyrën tonë të rrënë, në mënyrë të na jepte sërish, duke ofruar dhe duke vepruar ai vetë, ngjashmërinë e shëmbëlltyrës me të dhe destinacionin e lashtë.

Për më tepër na mësoi moralin e virtytshëm të jetës, atë moral që ai vetë me jetën e tij tokësore e bëri konkret dhe lehtësisht të arritshëm. Po ashtu të na çlirojë nga shpërbërja, duke na kthyer sërish në kungimin me jetën, duke na hapur ai vetë rrugën e ngjalljes së tij.
Për më tepër të ribëjë të re dhe të padallueshme kanatën e coptuar të ekzistencës tonë, të zgjidhë zinxhirët e zotërimit të djallit mbi ne duke na ftuar që të pranojmë pushtetin e Zotit. Gjithashtu të na mbushte me kurajo dhe të na edukojë që të luftojmë tiranin me durimin dhe përulësinë.


Por me trupëzimin, pra të Birit të Perëndisë u shfuqizua adhurimi i demonëve, e gjithë natyra u shenjtërua me gjakun hyjnore, flijtoret dhe tempujt e idhujve u rrëzuan, zuri rrënjë njohuria  e Zotit, adhurohet tashmë Triadha e njëqënëshme, hyjnia e pakrijuar,  i vetmi Zot i vërtetë, krijues i gjithësisë. Tashmë, sërish, virtytet janë formë e arritëshme e të jetuarit, u ofrua shpresa me ngjalljen e Krishtit, tashmë demonët dridhen para njerëzve ndërsa më parë i kishin në dorë ata.



Ajo që me të vërtetë është për të admiruar, është se të gjitha këto u arritën me kryqin dhe pësimet dhe vdekjen. U shpall në të gjithë botën Ungjilli i nënshtrimit tek Zoti, jo me luftra dhe armë dhe me ushtri që dërrmonin armiqtë.
U predikua nga të pakët, lakuriq, të varfër, të pashkolluar, të cilët dëboheshin nga kudo, të cilët pranonin rrahje, që virteshin, që predikonin një të vdekur të kryqëzuar, por që mbizotëruan përballë të urtëve dhe të fortëve sepse pikërisht i ndiqte forca e paluftueshme e të kryqëzuarit. Vdekja, që më parë terrorizonte, u mund dhe u ndëshkua tashmëi dështuari dhe urryesi  i jetës.

Këto pra janë rezultatet e prezencës së Krishtit, këto janë rrjedhimet e zbatimit të fuqisë së tij. Nuk shpëtoi një popull, si Moisiu që shpëtoi nga Egjipti Hebrenjtë duke i kaluar nga deti për ti çliruar nga skllavëria e Faraonit. Shpëtoi të gjithë njerëzimin nga degradimi i vdekjes dhe nga tirani i mbushur me ligësi, që është mëkati. Shpëtoi të gjithë njerëzit, jo duke i bindur me detyrim që të ushtrojnë virtytin, jo duke i dorëzuar ata tek dheu, jo duke i djegur dhe duke urdhëruar që të goditen me gurë mëkatarët, por duke i bindur me qetësi,butësi dhe duke falur që të zgjedhin virtytin dhe të bashkëluftojnë me mundime për atë dhe ashtu të kënaqen.

Më përpara kur mëkatonin ndëshkoheshin me goditje por mgjth atë këmbëngulnin në mëkat dhe e kishin kthyer atë në hyjni, tani pranojnë që të marrin goditje për hir të bindjes tek Zoti dhe për hir të virtytit, pranojnë që të pësojnë të këqija e mundime por dhe të vriten.


Lavdi më ty o Krisht, Fjala e Zotit dhe Urtësia dhe Fuqia dhe Zoti i Gjithëpushtetshëm. Çfarë të të kthejmë ne si dhuratë në vend të dhuratës, ne që nuk bëmë asgjë për të gjitha sa na dhurove? Të gjitha na i ke dhënë ti dhe asgjë tjetër nuk kërkove nga ne përveç se të pranojmë shpëtimin që na dhe, duke na ofruar akoma dhe fuqinë që ta bëjmë.
Akoma dhe përpjekjen tonë e ndjen për nder sepse je në mënyrë të papërshkrueshme i mirë. Të falenderojmë, ty që na dhe ekzistencën tonë, por dhe na fale jetën e përjetëshme, ty që kur të humbëm dhe të mohuam na udhëzove sërish tek ajo me trupëzimin tënd që asnjë gjuhë nuk guxon të interpretojë.

(Burimi “Krishtlindje” botimet Akritas fq 76-81).
Përktheu T.
Nuk lejohet kopjimi apo riprodhimi i përkthimit pa ju rreferuar burimit nga ku u huazua materiali