Σελίδες

Οι Ελληνόρρυθμοι της Σικελίας και η καθαρή μαρτυρία τους!


Στους καιρούς των νέων εθνικισμών και αλυτρωτισμών, οι οποίοι επανήλθαν στη βαλκανική χερσόνησο και όχι μόνο υπό τις ευλογίες επίσημων αρχών, οι καθαρές φωνές, που δηλώνουν αυθεντικά την ταυτότητα και συνείδησή τους απαλλαγμένες από ποικιλώνυμες σκοπιμότητες, είναι ωφέλιμες όσο ποτέ άλλοτε.
Την αναγκαιότητα αυτή υπηρετεί η αναδίφηση στο πρωτογενές υλικό, που δημοσιεύτηκε στα τχ. 22, 23-24 του 1973 και 1-2, 3-4 του 1974 του περιοδικού “ΕΚΚΛΗΣΙΑ” και εκδόθηκε ως ανάτυπο (Αθήνα 1974) από το συγγραφέα των σχετικών κειμένων κ. Γρ. Θ. Στάθη, υπάλληλο τότε της Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο οποίος προφρόνως μου διέθεσε το αρχειακό και φωτογραφικό υλικό. Τον ευχαριστώ από καρδιάς. Τα συγκεκριμένα δημοσιεύματα αναφέρονται, λεπτομερώς, στα της επίσημης επίσκεψης της Συνοδικής Αντιπροσωπείας της Ελλαδικής Εκκλησίας στη Σικελία (Παλέρμο, 11-14.10.1973) σε ανταπόδοση επίσκεψης υπό την ονομασία “Περιοδεία της Αδελφοσύνης” (Crociera della Fraternita) της οποίας ηγούνταν ο Αρχιεπίσκοπος του Παλέρμου κ. Francesco Caprino (Αθήνα, 13.9.1970). Στην αποστολή αυτή συμμετείχε και ο Επίσκοπος των Ελληνορρύθμων της επαρχίας “Piana dei Greci” (Πεδιάδα των Ελλήνων) κ. Ιωσήφ Περνιτσάρο συνοδευόμενος από πολλούς ιερείς και πιστούς.
Οι αυτοπροσδιοριζόμενοι ως Ελληνοαλβανοί (Grecoalbanesi) κάτοικοι της συγκεκριμένης περιοχής προέρχονται από την Πελοπόννησο, είναι άποικοι του 15ου αιώνα και η Εκκλησία τους είναι Ελληνόρρυθμη⋅ ακολουθεί, δηλαδή, το βυζαντινό τυπικό και σε όλες τις λατρευτικές συνάξεις χρησιμοποιεί την ελληνική γλώσσα. Ο τόπος της εγκατάστασής τους έφερε, από το 1488, την ονομασία “Piana dei Greci” (Πεδιάδα των Ελλήνων). Η ονομασία αυτή άλλαξε σε “Piana degli Albanesi” (Πεδιάδα των Αλβανών) το 1939, με απόφαση του φασίστα Μουσολίνι για προφανείς λόγους πολιτικής σκοπιμότητας. Παρόμοιοι λόγοι επέβαλαν, επίσης, την υπαγωγή της Εκκλησίας τους στη δικαιοδοσία του Πάπα Ρώμης, την οποία σήμερα συγκροτούν δύο Ελληνόρρυθμες επισκοπές. Η πρώτη λειτούργησε το 1919 στο Lungro της Καλαβρίας και η δεύτερη το 1938 στην Piana dei Greci της Σικελίας, αφού προηγήθηκαν μεγάλοι και δύσκολοι αγώνες των κατοίκων. 
Σύμφωνα με τα ισχυριζόμενα από τον Επίσκοπο των Ελληνόρρυθμων κ. Ιωσήφ Περνιτσιάρο οι σχέσεις τους με την ανατολή κρατήθηκαν σταθερές έως και τα μέσα του 19ου αιώνα: «Πράγματι, όταν κατά τον 15ον αιώνα οι κοινότητές μας εγκατεστάθηκαν εις την Δύσιν –μάρτυς μου η ιστορία- δεν διέκοψαν την “κοινωνίαν” μετά της Ανατολής⋅ αντιθέτως, εκαλλιέργησαν και ανέπτυξαν την κοινωνίαν ταύτην, διά της ανταλλαγής ιερέων και επισκόπων, οι οποίοι ήρχοντο από την Ανατολήν μέχρι πριν από ένα αιώνα, διά να λειτουργούν εις τους Ναούς μας, να χειροτονούν διακόνους και ιερείς, να ευλογήσουν αντιμήνσια και το άγιον μύρον. Και από εδώ ανεχώρουν πάλιν προς την Ανατολήν, διά να συνεργασθούν διά την διαφύλαξιν της χριστιανικής πίστεως των αδελφών των, οίτινες είχον μείνει υπό τον ζυγόν της ξενικής κατοχής…».
Οι Ελληνόρρυθμοι της Σικελίας, όπως και η αντίστοιχη κοινότητα στο Lungro της Καλαβρίας, γίνονται καθημερινά δέκτες μιας οργανωμένης επίθεσης “εθνικής συμμόρφωσης” από τα αλβανικά ηλεκτρονικά και έντυπα μέσα ενημέρωσης και τις διπλωματικές υπηρεσίες της γείτονος χώρας. Η χρονική απόσταση από την προαναφερόμενη επίσημη επίσκεψη της αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στη Σικελία (1973) επιβάλλει μία σύντομη επισκόπηση όσων ειπώθηκαν δημοσίως κατά τις συναντήσεις. Και τούτο γιατί εκφράζουν με αυθόρμητο και καθαρό τρόπο την ιστορική πραγματικότητα, χωρίς στις τοποθετήσεις αυτές να εμφιλοχωρούν οι σύγχρονες εθνικιστικές ή άλλες σκοπιμότητες σε ό,τι αφορά την κοινότητα των Ελληνόρρυθμων.
Κατά πρώτον επέλεξα μερικά αποσπάσματα από την προσφώνηση του Αρχιεπισκόπου του Παλέρμο κ. Salvatore Pappalardo προς την αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Ελλάδος: «Σήμερον αντηχεί η αρχαιοτάτη αποστολική παράδοσις της Εκκλησίας των Συρακουσών⋅ σήμερον αναθάλλει και πάλιν η απαράμιλλος βυζαντινή άνθησις των Εκκλησιών Ακράγαντος και Μεσσήνης… σήμερον σκιρτά και αγάλλεται η Εκκλησία της “Πεδιάδος των Ελλήνων”… όπως ανταλλάξουν και πάλιν ασπασμόν μετά των εκ πίστεως και εξ αίματος αδελφών… Σήμερον πανηγυρίζουν εις το Παλέρμον… αύριον δε εις την “Πεδιάδα των Ελλήνων”, όπου θα σας περιβάλλουν οι αδελφοί, οι οποίοι εν τη Δύσει υπήρξαν μόνιμοι αντιπρόσωποι της Ελληνικής Χριστιανοσύνης…».
Εξαιρετική σημασία έχουν, επίσης, οι λόγοι του Ελληνόρρυθμου Επισκόπου κ. Ιωσήφ Περνιτσιάρο, κατά την υποδοχή της αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στο Ναό του Αγ. Δημητρίου στην “Πεδιάδα των Ελλήνων” (12.10.1973), αποστομωτικοί της πρόσφατης αλβανικής εθνικιστικής υστερίας: «Προσφιλέστατοι εν αρχιεροσύνη Αδελφοί και πάντες υμείς, τα μέλη της αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Επιτρέψατέ μας να σας διαβεβαιώσωμεν, ότι η χαρά μας σήμερον είναι υπερτέρα εκείνης των λοιπών εν Σικελία αγίων Εκκλησιών. Σήμερον, όντως, σας υποδεχόμεθα εις τον οίκον μας, ο οποίος είναι και ιδικός σας οίκος, διότι σεις δι’ ημάς είσθε αληθινοί αδελφοί εκ πίστεως και εξ αίματος, λόγω των δεσμών, οίτινες εκπηγάζουν από την κοινήν λειτουργικήν παράδοσιν, την γλώσσαν, την νοοτροπίαν, το γένος. Την τοιαύτην ημών υπόστασιν ανεγνώρισε και η Δύσις, αφ’ ότου προ πεντακοσίων και πλέον ετών μας εδέχθη εις την γην ταύτην της διασποράς μας, ήτις κατέστη πλέον δι’ ημάς η δευτέρα πατρίς μας. Εις τας δημοσίας πράξεις, τα έγγραφα των εκκλησιαστικών και πολιτικών Αρχών, ως και εις την τρέχουσαν γλώσσαν των περιοίκων χρησιμοποιείται πάντοτε δι’ ημάς εις μόνον όρος χαρακτηριστικός και χωρίς περιστροφάς⋅ “οι Έλληνες”. Και διά την ονομασίαν αυτήν είμεθα ανέκαθεν υπερήφανοι…».
Τέλος, στο επίσημο “Κοινόν ανακοινωθέν”, που εκδόθηκε μετά το πέρας της επίσκεψης της αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος, αναφέρονται και τα εξής: «Η αποκορύφωσις της χαράς και της εκπλήξεως ταύτης υπήρξεν η συνάντησις εις την επαρχίαν της “Πιάνα των Ελλήνων”, η οποία χαράσσει τας προοπτικάς μιας περαιτέρω συνεργασίας εν αγάπη Χριστού».
Στην ιστορική διαχρονία η Ελλάδα υπήρξε η γη των προγόνων των Σικελών της “Magna Grecia”, της Βυζαντινής Σικελίας και των Ελληνόρρυθμων Grecoalbanesi της “Πεδιάδας των Ελλήνων” (Piana dei Greci). Είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούμε να αναζητήσουμε αυτά που μας ενώνουν και όχι ό,τι μας διαιρεί. Αρκεί η αναζήτηση να εκδηλώνεται με αμοιβαία αισθήματα και να εκφράζεται με αυθορμητισμό και ειλικρίνεια. Σε διαφορετική περίπτωση η ιστορία είναι αμείλικτη για όσους την παραχαράσσουν συνειδητά.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΝΤΟΥΛΑΣ

Απάντηση στον Παναγιώτη Μπάρκα για τις ανακρίβειες και τις απορίες του στο άρθρο του στην εφημερίδα «ΤΟ ΟΡΑΜΑ» σχετικά με την εκδήλωση στην Κρανιά



Στις 13 Μαΐου 2017 ο Εθνικός Σύλλογος Βόρειος Ήπειρος 1914, πήρε την πρωτοβουλία για την πραγματοποίηση εκδήλωσης για την 103η επέτειο της υπογραφής του Πρωτοκόλλου της Κερκύρας (17 Μαΐου 1914), η οποία έλαβε χώρα στο Μνημείο του Εξαίρετου Οπλαρχηγού της Ηπείρου Θύμιου Λώλη στο χωριό Κρανιά του Δήμου Φοινικαίων στη Β. Ήπειρο.

Στην εκδήλωση είχε καθοριστική συμβολή η ιστορική Συντονιστική Φοιτητική Ένωση Βορειοηπειρωτικού Αγώνα (ΣΦΕΒΑ) και έδωσαν το παρόν δεκάδες κάτοικοι της περιοχής, κυρίως νέοι, ενώ κεντρικός ομιλητής ήταν η σύγχρονη ηρωική μορφή του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού κ. Ευάγγελος Παπαχρήστος.

Η εκδήλωση έγινε από έναν καθόλα νόμιμο και αναγνωρισμένο από την Ελληνική Δικαιοσύνη φορέα, κατόπιν συνεννόησης με τις τοπικές αρχές, την Διαχειριστική Ενότητα Μεσοποτάμου και την Κοινότητα Κρανιάς, γεγονός που επιβεβαιώνει και η παρουσία του Διαχειριστή Μεσοποτάμου κ. Γιάννη Χαρίση.

Ο σκοπός της εκδήλωσης ήταν διττός: Αφενός μεν να τιμηθεί η μνήμη των ηγετών και των Ηρώων του Αυτονομιακού Αγώνα της Βορείου Ηπείρου του 1914, αφετέρου δε να επισημανθεί η διεκδίκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού βάσει του Πρωτοκόλλου της Κερκύρας και των διεθνών συνθηκών που υπέγραψε το ίδιο το αλβανικό κράτος.

Τα πεπραγμένα της εκδήλωσης δημοσιεύτηκαν άμεσα συνοδεία φωτογραφικού υλικού, αφού επρόκειτο για μία πράξη δημόσια που ήθελε να περάσει τα ως άνω γραφόμενα μηνύματα.   

Η κίνηση αυτή ήταν λογικό και αναμενόμενο να προκαλέσει τις αντιδράσεις αλβανικών εθνικιστικών κύκλων που δεν επιθυμούν οι Έλληνες της Βορείου Ηπείρου να πράττουν το αυτονόητο, να διεκδικούν και να αγωνίζονται για την αξιοπρεπή διαβίωση τους και τα απαράγραπτα δικαιώματα τους στα πάτρια εδάφη τους.

Αυτό όμως που δεν περιμέναμε ήταν να αντιμετωπιστεί αυτή η πρωτοβουλία με τρόπο υποτιμητικό έως και εχθρικό, από ελληνικής καταγωγής πρόσωπα.  

Με μεγάλη έκπληξη και απογοήτευση διαβάσαμε στην εφημερίδα «ΤΟ ΟΡΑΜΑ» (φύλλο Απρίλιος – Μάιος 2017), άρθρο του κ. Παναγιώτη Μπάρκα με τίτλο «Νέες απώλειες για την Εθνική Ελληνική Μειονότητα».

Στο συγκεκριμένο άρθρο ο κ. Μπάρκας - αν και γράφει εναντίον του αλβανού «δημοσιογράφου» που στοχοποίησε και συκοφάντησε τους συντελεστές της επετειακής εκδήλωσης με ανυπόστατα και γελοία σενάρια - εντούτοις υποστηρίζει ότι η συγκέντρωση στο Μνημείο του Θύμιου Λώλη έγινε από «μία ομάδα Ελλήνων μειονοτικών, χωρίς επίσημη ταυτότητα» (!), οι οποίοι «ανάρτησαν τις σημαίες της Ελλάδας, της Αλβανίας και της Ευρωπαϊκής Ένωση και έβγαλαν λόγους». Να σημειωθεί ότι οι τρεις σημαίες ήταν ήδη αναρτημένες στο σημείο.

Όσο για τον χαρακτηρισμό «μειονοτικοί», ο αρθρογράφος έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την πρόταση που γράφει ο ίδιος πιο κάτω περί «απόδοσης από τον αλβανικό εθνικιστικό μηχανισμό της χειραγωγημένης ταυτότητας του υποτελή Έλληνα μειονοτικού». Στην πράξη λοιπόν ο κ. Μπάρκας υιοθετεί τον χαρακτηρισμό που θέλουν να αποδώσουν οι Αλβανοί στους Βορειοηπειρώτες.

Ο ίδιος αρθρογράφος χαρακτήρισε επίσης την εκδήλωση «σχεδόν ανώνυμη και ασήμαντη». Για τον χαρακτηρισμό «σχεδόν ανώνυμη», απαντήσαμε παραπάνω, όσο για το «ασήμαντη», δεν προσβάλλει τους διοργανωτές και τους παρευρισκόμενους αλλά την μνήμη όσων αγωνίστηκαν για μία Ελληνική και Αυτόνομη Βόρειο Ήπειρο.
Αν θέλει να υποβαθμίσει αυτή την πρωτοβουλία για να καθησυχάσει τους Αλβανούς δεν είναι καθόλου τιμητικό για τον ίδιο.

Ο κ. Μπάρκας στη συνέχεια παραθέτει κάποια ρητορικά ερωτήματα:
«Ποιος προμήθευσε τον συγκεκριμένο Αλβανό δημοσιογράφο με φωτογραφικό υλικό και άλλες λεπτομέρειες στην εκδήλωση; Ποιοι είναι “οι χωρίς ταυτότητα” οργανωτές της; Πρόκειται για υπενθύμιση ιστορικού γεγονότος ως αναντίρρητο δικαίωμα ή για “επικαιροποίηση” των στόχων του με τρόπο που θυμίζει προβοκάτσια;»

Στα ρητορικά ερωτήματα του κ. Μπάρκα απαντήσαμε στην εισαγωγή του κειμένου. Όσο για την «προβοκάτσια» που επικαλείται, λίγο απέχει από το να μας αποκαλέσει «κουκουλοφόρους μοναρχοφασίστες που απειλούν να τινάξουν στον αέρα τις αδερφικές σχέσεις μεταξύ του Ελληνικού και του αλβανικού λαού»…

Τέλος αναρωτιέται: «Πως εξηγείται που μία τέτοια εκδήλωση προκαλεί την ανθελληνική θύελλα του αλβανικού εθνικισμού, ενώ οι διοργανωτές της δεν διατρέχουν κανέναν κίνδυνο;»
Το ερώτημα αυτό ευελπιστούμε να είναι προϊόν άγνοιας, ειδάλλως υποκρύπτει δόλο.
Διότι ορισμένα δραστήρια μέλη του Εθνικού Συλλόγου «Βόρειος Ήπειρος 1914» (αν θέλει ο κ. Μπάρκας τα ονόματα είναι στη διάθεση του), ταλαιπωρούνται από τις αλβανικές αρχές κάθε φορά που περνάν από τις μεθοριακές διαβάσεις, με ανεξήγητες καθυστερήσεις ακόμα και επί ώρες, ενώ κάποιες φορές έχουν προσαχθεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Αργυροκάστρου. Περιττό να αναφέρουμε τις διάφορες απειλές και "συστάσεις" από διάφορους καλοθελητές. Εκτός και αν ο αρθρογράφος θεωρεί σωστό ότι πρέπει να τιμωρηθούν παραδειγματικά ώστε να μην τολμήσει ξανά κανείς να υπενθυμίζει εντός βορειοηπειρωτικού εδάφους ότι το 1914 οι παππούδες μας έκαναν έναν αγώνα για να ζουν ως Έλληνες στις πατρογονικές τους εστίες.

Οι απαντήσεις αυτές δόθηκαν για την σωστή ενημέρωση του κ. Μπάρκα, με αφορμή τα ερωτήματα που έθεσε, με την ελπίδα να προέρχονται από ελλιπή ενημέρωση, η οποία όμως δεν δικαιολογείται από την στιγμή που δεν κρύψαμε τίποτα και από την πρώτη στιγμή αναλάβαμε την ευθύνη των πράξεων μας.

Ο Εθνικός Σύλλογος Βόρειος Ήπειρος 1914, αποτελείται στο μεγαλύτερο ποσοστό από Έλληνες της Βορείου Ηπείρου που θέλουμε να προβάλλουμε και να διεκδικήσουμε το εθνικό ζήτημα της ιδιαίτερης πατρίδας μας.

Στο πλαίσιο του αγώνα μας φέραμε κατά τη διάρκεια της τελευταίας διετίας, το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα σε δύο διασκέψεις του ΟΑΣΕ στη Βαρσοβία καθώς και σε ειδική εκδήλωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις Βρυξέλλες, ενέργειες που για βρούμε ανάλογο προηγούμενο πρέπει να πάμε δεκαετίες πίσω.

Επίσης διεξάγουμε τον αγώνα και εντός της Βορείου Ηπείρου, μεταξύ άλλων και με την καθιέρωση της εκδήλωσης για την επέτειο του Αυτονομιακού Αγώνα και της υπογραφής του Πρωτοκόλλου της Κερκύρας, έχοντας πάντα την συμπαράσταση του σύγχρονου Ήρωα Ευάγγελου Παπαχρήστου. Μία εκδήλωση την οποία θα έπρεπε να είχαν καθιερώσει εδώ και χρόνια οι λεγόμενοι «αντιπροσωπευτικοί φορείς της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας».   

Αυτό που γίνεται αντιληπτό όμως είναι ότι η συντριπτική πλειοψηφία των «πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών παραγόντων και προσωπικοτήτων», εντός της Β. Ηπείρου συναγωνίζονται για το ποιος θα επιδείξει μεγαλύτερη εθελοδουλία, ραγιαδισμό και καρπαζοεισπρακτορισμό απέναντι τους αλβανούς.   

Όσοι πιστεύουν ότι είναι «προβοκατόρικο» το να τιμούμε την επέτειο του Αυτονομιακού Αγώνα του 1914, ένα γεγονός – ορόσημο για την ιστορική μας πορεία, τότε με την ίδια λογική δεν πρέπει και δεν είμαστε άξιοι να τιμούμε και τις εθνικές επετείους της 25ης Μαρτίου 1821 και της 28ης Οκτωβρίου 1940.



Οι ομογενείς της Αλβανίας

Image result for ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΖΙΜΑΣ
ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΖΙΜΑΣ

Οι πρόσφατες βουλευτικές εκλογές στη γειτονική Αλβανία έδωσαν αυτοδυναμία στον Σοσιαλιστή ηγέτη Εντι Ράμα που εξελίσσεται πλέον σε πολιτικό ηγεμόνα, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό σε μια χώρα όπου, 26 χρόνια μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος, η Δημοκρατία εξακολουθεί να μην πατάει γερά στα πόδια της.
Αν η συντριπτική και αδιαμφισβήτητη, παρά το πλήθος των καταγγελιών για μαζική εξαγορά ψήφων με «ναρκοδηνάρια», επικράτηση του απρόβλεπτου Ράμα ήταν το κορυφαίο γεγονός, για την ελληνική μειονότητα της Αλβανίας το εκλογικό αποτέλεσμα μόνο ως συντριβή μπορεί να εκληφθεί, αφού η οργανωμένη πολιτική της εκπροσώπηση, το κόμμα του ΚΕΑΔ, έβγαλε μετά βίας μόλις έναν βουλευτή. Και αυτόν μέσα από τη λίστα του αλβανικού Δημοκρατικού Κόμματος. Το εκλογικό πλήγμα ήταν ισχυρό αλλά αναμενόμενο. Το Κόμμα Ενωσης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΚΕΑΔ) και μαζί η ελληνική ομογένεια κινδύνεψαν να βρεθούν πρώτη φορά από το 1991, όταν ιδρύθηκε η οργάνωση «Ομόνοια» –η οποία στις πρώτες δημοκρατικές εκλογές εξέλεξε πέντε βουλευτές–, χωρίς φωνή στο Kοινοβούλιο.
Από εκείνη την εποχή μέχρι και το 2002 το ΚΕΑΔ ήταν κυρίαρχη πολιτική δύναμη στις μειονοτικές περιοχές. Eκτοτε ο εκλογικός κατήφορος του κόμματος και της οργάνωσης υπήρξε ασυγκράτητος, φτάνοντας τώρα σε σημείο να «ικετεύει», μέσα από ανισότιμες συμμαχίες, τα μεγάλα αλβανικά κόμματα, που κάνουν τα δικά τους παιγνίδια στην πλάτη της ομογένειας, για την επιβίωση και παρουσία του στη Βουλή. Η σκληρή πραγματικότητα είναι ότι οι ομογενείς της Αλβανίας στην πλειονότητά τους εγκατέλειψαν τις πατρογονικές τους εστίες και όσοι απέμειναν δείχνουν να έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στους πολιτικούς τους ταγούς. Προτιμούν στις εκλογές τους μειονοτικούς υποψηφίους που συμμετέχουν στα αλβανικά κόμματα από το αμιγώς δικό τους, θεωρητικά, ψηφοδέλτιο, ενώ όσοι ζουν και εργάζονται στην Ελλάδα, αλλά διατηρούν τα εκλογικά τους δικαιώματα, αρνούνται να πάνε να ψηφίσουν. Ευθύνες για την πολιτική εξαέρωση του ΚΕΑΔ υπάρχουν σε όλες τις πλευρές, πρωτίστως φυσικά στην ηγεσία του, και πρέπει να αναζητηθούν και να επιμεριστούν με αυτοκριτική και ψυχραιμία, μακριά από μικρόψυχες πολεμικές και αισθήματα πολιτικής εκδίκησης, από τους ίδιους τους Ελληνες μειονοτικούς. Η ομογένεια στην Αλβανία περνάει δύσκολες ώρες και είναι χρέος των ηγετών της να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Η Αθήνα οφείλει να βοηθήσει, αποστασιοποιημένη από έριδες, διαμάχες και προσωπικά συμφέροντα και αποφεύγοντας διχαστικές κινήσεις.