Σελίδες

Ποιοι νόμοι, ποια δίκαια;

Ποιοι νόμοι, ποια δίκαια;
«Με νομοθετικές διατάξεις υπερασπίζουμε τα δίκαια των ατόμων και των μειονοτήτων…», αναφέρει στην απάντησή του το ΥΠΕΞ Αλβανίας  προς την Δήλωση του ΥΠΕΞ Ελλάδος  για την προστασία των δικαιωμάτων της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας στην Αλβανία, με αφορμή την άρνηση της Κεντρικής Εφορευτικής Επιτροπής (Κυβέρνησης),  για την υποψηφιότητα του Προέδρου  της Χιμάρας Φρέντυ Μπελέρη για το Δήμο της Χιμάρας.
Και αναρωτιόμαστε: Ποιοι νόμοι, ποια δίκαια;
Είναι αλήθεια πως η Αλβανία έχει υπογράψει τη Σύβαση Πλαίσιο για την προστασία των δικαιωμάτων του ατόμου και των μειονοτήτων, αλλά μόνον στα χαρτιά. Δε γνωρίζουμε ποιος είναι ο χειρισμός προς τις άλλες μειονότητες που ζουν στην Αλβανία, αλλά για την δική μας μειονότητα την Ελληνική, την Εθνική οι νόμοι περί προστασίας είναι στερεοτυπικοί. Αμαύρωσαν και μούχλιασαν από την μην χρήση τους και συρρικνώθηκαν από τις πιέσεις του παρακράτους και των εθνικιστών.
Για ποιους νόμους και ποια δίκαια κάνει λόγο το ΥΠΕΞ όταν κάνει το παν να τελειώσει μια και καλή με την Ελληνική Μειονότητα, ν’ αδειάσει ο χώρος, να αλβανοποιηθεί από άκρη σε άκρη η χώρα και να μην υπάρχουν μειονοτικά προβλήματα, τώρα που προετοιμάζονται κιόλας να φτιάξουν ένα ενιαίο κράτος με το Κόσσοβο, με απώτερο σκοπό την μεγάλη Αλβανία;
Μήπως για την ανασφάλεια που επικρατεί σε όλη την Ελληνική Κοινότητα, τις κλοπές και τις καταστροφές, μέρα μεσημέρι, με την «ευλογία» της αστυνομίας;  Μόνον σε έξι μήνες στην πρώην επαρχία του Αλύκου σημειώθηκαν 70 περιπτώσεις. Όταν στη Δρόπολη οι κάτοικοι αποφάσισαν να περιπολούν με το δίκαννο στο χέρι, για να τις γλυτώσουν από τους κακοποιούς;
Μήπως το περιουσιακό, που αν και πέρασαν τρεις δεκαετίες αρνούνται να δώσουν τα πιστοποιητικά που αναγνωρίζουν ως μόνιμους ιδιοκτήτες τους Βορειοηπειρώτες, με τους υπόκωφους νόμους της άρνησης;
Μήπως με την υφαρπαγή εκατοντάδων στρεμμάτων βοσκοτόπων, τουριστικών φέρετρων, καλλιεργήσιμης γης, ακόμα και οικοπέδων, μέχρι την κίτρινη γραμμή να φτάνει η συρρίκνωση;
Μήπως με την αφαίρεση των δίγλωσσων πινακίδων και την άρνηση της μεταχείρισης της μητρικής γλώσσας;
Μήπως με την κατάρτιση λίστας με δεκάδες ονόματα Βορειοηπειρωτών ανεπιθύμητων, να τους απαγορεύουν να  ‘ρθουν στη γενέτειρά τους και άλλους να τους ταλαιπωρούν ώρες ολόκληρες στις συνοριακές διαβάσεις;
Μήπως με τον αφοπλισμό των Βορειοηπειρωτών και από το μόνο μέσο προστασίας, το δίκαννο, χωρίς να εξηγούν τους λόγους και χωρίς ν’ απολογούνται  κάπου για τις παράνομες πράξεις τους;
Μήπως με την άρνηση ν’ απαντήσουν στις διαμαρτυρίες των Βορειοηπειρωτών, να μην τους δέχονται ούτε σε ακρόαση;
Μήπως με το κλίμα φοβίας, ανασκαλεύοντας παλιές δεκαετιών υποθέσεις και ανακρίνοντας τον απλό κοσμάκη; 
Μήπως δολοφονώντας εν ψυχρώ και να μην λογοδοτούν για την πράξη τους όπως συνέβη με το Βουλιαρατινό παλικάρι Κωνσταντίνο Κατσίφα;
Αυτές είναι οι νομοθετικές διατάξεις για την προστασία των μελών της Ε. Ε. Μειονότητας που διατυμπανίζει η αλβανική κυβέρνηση;
Αν η Ευρώπη συμφωνεί με τέτοιου είδους νομοθετικές διατάξεις… καλώς.
(από συνεργάτη στην Β. Ήπειρο)
http://www.sfeva.gr/

Ένας νέος μεγάλος σταυρός τοποθετήθηκε στον Άγιο Κωνσταντίνο Δρενόβου! – Një kryq i ri, i madh, u vendos në Kishën e Shën Konstandinit në Drenovë.

Ένας νέος τεράστιος σταυρός τοποθετήθηκε στον Άγιο Κωνσταντίνο που βρίσκεται στο βουνό πίσω από το χωριό Δρένοβο. Ο ναός του Αγίου Κωνσταντίνου βρίσκεται σε δύσκολο  σημείο, ψηλά στο βουνό, αλλά οι πιστοί δεν πτοούνται. Με δωρεά του Κωνσταντίνου Γιώργη Τόνα ο σταυρός τοποθετήθηκε πριν από την εορτή του Αγίου Κωνσταντίνου όπου πλήθος κόσμου από την Κορυτσά και την γύρω περιοχή συρρέει για να προσκυνήσει.  Δίπλα στο σταυρό τοποθετήθηκαν και οι εικόνες του Αγίου Κωνσταντίνου και της Αγίας Ελένης ενώ ο δρόμος από το χωριό μέχρι και το ναό φωτίζεται ολόκληρο με φώτα καθ’ όλη την νύχτα.

Një kryq i madh u vendos tek Shën Konstandini i cili ndodhet në malin mbi fshatin Drenovë. Kisha e Shën Konstandinit gjendet në një pikë të vështirë, lart në mal, por besimtarët nuk demoralizohen. Me dhuratë të Konstandi Jorgji Tonës kryqi u vendos para festës së Shën Konstandinit  ku gjithë besimtarët e zonës shkojnë për tu falur. Pranë kryqit u vendosën dhe ikonat e Shën Konstandinit dhe Shën Elenës ndërsa e gjithë rruga nga fshati tek kisha ndriçohet me drita gjatë gjithë natës.

https://romiosko.wordpress.com/

Όταν η Παναγία συνάντησε την μητέρα του Ιούδα!- Kur e Tërëshenjta takoi nënën e Judës!

Çasti kur e Tërëshenjta takon nënën e Judës është tronditës. Nëna Shën Mari vajton për birin e saj Perëndinjeri dhe nëna e Judës vajton për djalin e saj tradhëtar.
Dhimbja është e njejtë, është dhimbja e madhe e nënës që kishte humbur fëmijën e saj, qan dhe lëngon për shpirtin e saj.
Me hap të ngadaltë e Tërëshenjta, me një dhimbje të pamatëshme zbriste vetëm me Joanin pranë saj . Në atë errësirë dhe gurët rrënqetheshin në vajtimin e saj mistik.
Pranë, rreth e rrotull qetësi, rruga ishte e heshtur thua se botën e  vrau  një tmerr i madh.
Për sa kohë ecin si hije në ato vënde të vështira, vaje thotë Shën Maria, nga më të bukurat që di dhe jehona kudo që kalon çdo lule të butë që takon e vyshk.
Si mund të mos qajë ajo që për të u bë drita errësirë?
Dhe nëse Ai është Perëndinjeri, ajo është e ëma. Dhe ja një zë tjetër trondit shkrretëtirën. Ah, çfarë zëri i mërzitur. Kush dhe pse vallë lëngon?
Kush si ajo tjetër ka dhimbje dhe me kuje vjaton, mos vallë humbjen e djalit të saj dhe një tjetër nënë qan?
Po, një nënë është dhe ajo, që e vetme në një kënd e pangushëlluar vajton dhe derdh lot të zi. Dhe ajo si Mariami, djalin e saj ka humbur dhe nuk mundet kurrë që gjë të tillë të keqe ta harrojë. Mariami Jesuin e pa të kryqëzuar dhe kjo pa birin e saj të varur në pemë. Qan, por qarja e saj nuk mallëngjen askënd, por e ndjen dhimbjen e saj e Tërëshenjtëa e Virgjër, që e dëgjon dhe shkon që ta njohë dhe ti thotë fjalë dashurie, ta ngushëllojë.
Me një buzëqeshje të ëmbël të mbushur me dhembshuri nëne i thërret, e mjerë mos u hiq zvarrë këtu poshtë.
Nuk je e vetmja që humbi dritën e syve tënd, jam dhe unë. Mos godit gjoksin, kush ishte, më thuaj, djali tënd?
Dhe ajo me ngurrim, si fajtore i përgjigjet:
Motra ime, Judha quhet biri im i vyer. Vetëm një nënë, vetëm ajo, në të gjithë botën e di se çfarë thike të mprehtë ndjen thellë në trupin e saj. Në pesë rrugët u hodha, biri im si lipsare. Ah i miri im mos kisha arritur o Zot që të bëhesha nënë.
E Tërëshenjta kuptoi, djalin e saj e njihte, por si nënë e Krishtit, nuk ikën nuk ankohet.
Dhimbjen e saj e harron në atë çast dhe për këtë nënë tani ajo lotët e saj i derdh.
Ulet dhe puth, i përkëdhel flokët dhe e mban me ngorhtësi në kraharorin e saj. I thotë vetëm fjalë zemre dhe i flet ëmbël, i jep kurajo, fuqi dhe e ngre më këmbë.
Hajde dhe rri me mua sonte në shtëpinë time që të kalosh natën, të flasim për dhimbjen e nënës, të bashkojmë lotët dhe të lutemi. Njëra në kraharorin e tjetrës, të krusura e të menduara dy nënat ecin të përqafuara si motra. Jesui që në Golgotha është varrur dha këtë urdhër: Të doni njëri-tjetrin!!
……………..
Η στιγμή που η Παναγία συναντά την μάνα του Ιούδα είναι συγκλονιστική. Η μάνα Παναγία πενθεί για τον Θεάνθρωπο γιο της κι η μάνα του Ιούδα πενθεί για τον προδότη γιο της. Ο πόνος είναι ο ίδιος, είναι ο μεγάλος πόνος της μάνας που έχει χάσει το παιδί της, θρηνεί και σπαράζει για το σπλάχνο της.

Με αργό το βήμα η Παναγιά, με αμέτρητο τον πόνο, την νύχτα από τον Γολγοθά κατέβαινε με μόνο, τον Ιωάννη πλάι της μες στο σκοτάδι εκείνο και οι πέτρες ανατρίχιαζαν στον μυστικό της θρήνο.

Γύρω, τριγύρω σιγαλιά, βουβός είναι ο δρόμος, θαρρείς τον κόσμο νέκρωσε κάποιος μεγάλος τρόμος.

Και όσο βαδίζουν σαν σκιές στα άχαρα εκείνα μέρη, και μοιρολόγια η Παναγιά τα πιο όμορφα που ξέρει τα λέει και ο αντίλαλος από όπου και αν διαβαίνει κάθε λουλούδι τρυφερό που βρίσκεται μαραίνει.

Πώς να μην κλάψει που ‘γινε για αυτήν σκοτάδι η μέρα;

Κ’ αν είναι Αυτός θεάνθρωπος, εκείνη είναι μητέρα. Και να που ακόμη μια φωνή την ερημιά ταράζει. Αχ,τι φωνή λυπητερή. Ποιος και γιατί στενάζει;

Ποιος σαν Αυτή άλλος πονεί και μοιρολόγια λέγει, μη του παιδιού της το χαμό και άλλη μανούλα κλαίει;

Ναι, κάποια μάνα είναι αυτή, που μονάχη στην άκρη απαρηγόρητα θρηνεί και χύνει μαύρο δάκρυ

Και τούτη σαν τη Μαριάμ, τον γιό της έχει χάσει και δεν μπορεί τέτοιο κακό ποτέ να το ξεχάσει. Η Μαριάμ τον Ιησού τον είδε σταυρωμένο και τούτη είδε τον γιόκα της στο δέντρο κρεμασμένο Και κλαίει, μα το κλάμα της δεν συγκινεί κανέναν, νιώθει όμως τον πόνο της η Παναγιά η Παρθένα, που την ακούει τραβά και πάει να την γνωρίσει λόγια αγάπης να της πεί, να την παρηγορήσει.
Με ένα γλυκό χαμόγελο συμπόνοια γεμάτο μάνα της κράζει, δύστυχη μη σέρνεται εδώ κάτω.

Δεν είσαι μόνη που έχασες το φώς των ματιών σου, είμαι κ’εγώ, Μην δέρνεσαι ποιος ήταν πες μου ο γιός σου;

Και αυτή δειλά, σαν ένοχος της απαντά:
Αδελφή μου, Ιούδας ονομάζεται το σπλάχνο το παιδί μου. Μόνο μια μάνα μόνο αυτή, σε όλο τον κόσμο ξέρει ποιο κοφτερό νιώθει βαθιά στα σπλάχνα της μαχαίρι, Στους πέντε δρόμους ρίχτηκα, παιδί μου σαν ζητιάνα, Αχ κάλλιο να μην έσωνα Θεέ να γίνω μάνα

Η Παναγιά κατάλαβε, τον γιό της τον γνωρίζει μα σαν μητέρα του Χριστού, δεν φεύγει, δεν γογγύζει.

Τον δικό της τον καημό ξεχνά την ώρα εκείνη και για τη μάνα τώρα αυτή τα δάκρυά της χύνει

Σκύβει και την ασπάζεται, χαιδεύει τα μαλλιά της, και την κρατάει με στοργή πιστά στην αγκαλιά της
Της λέει λόγια της καρδιάς και την γλυκομερώνει, της δίνει θάρρος, δύναμη και απάνω την σηκώνει